Π. Αντώνιος Παπανικολάου. Από ένα περιοδικό έγινα Ιερέας!
Η ζωή ενός ιερέα που καταφέρνει να βοηθάει αθόρυβα και αποτελεσματικά την κοινωνία
«Δεν ένιωθα διαφορετικός από τους άλλους. Απλώς άλλα πράγματα με έκαναν ευτυχισμένο.
Μου άρεσε στο σχολείο να οργανώνομαι,να μιλάω,να βοηθάω.Μου άρεσε το ψάρεμα.
Μπορούσα να κάθομαι στη θάλασσα ώρες, να την κοιτάζω, να σκέφτομαι.
Μου άρεσαν τα ήρεμα πράγματα,
όχι η πολλή βαβούρα» λέει και το νόημα των λόγων που εκφέρει με γαλήνιο ηχόχρωμα, τέτοιο που μετά βίας ξεκινά να αποτυπώνεται στο κασετόφωνο, κοντράρει σχεδόν φάλτσα στα γέλια των παιδιών που καλλιτεχνούν παραδίπλα.
Ο πατέρας Αντώνιος Παπανικολάου, ο κλειδοκράτορας της «Κιβωτού του Κόσμου», συμπληρώνει το 2018 20 χρόνια το φασαρίας.
«Μπήκα χωρίς να το καταλάβω σε αυτή τη δουλειά.
Χαζεύοντας ένα ιεραποστολικό περιοδικό που ερχόταν στο σπίτι μας σκέφτηκα ότι θα ήθελα να ταξιδέψω σε μια ιεραποστολή.
Τελείωσα δάσκαλος και μετά μπήκα στη Θεολογία.
Τότε, στα 22 μου και κατά τη διάρκεια της Θεολογικής Σχολής, ξεκίνησα τις ιεραποστολές στο εξωτερικό: Γκάνα, Κένυα, Βραζιλία...
Ολα αυτά που είδα και έζησα μου άλλαξαν τόσο πολύ το μυαλό.
Οταν ήρθα εδώ ένιωθα... 150 χρόνων».
Και όταν λέει «εδώ» αναφέρεται στον Αγιο Γεώργιο Κολωνού.
Εκεί, δηλαδή, όπου εκλήθη στα 26 του χρόνια και ύστερα από τις ανά τον κόσμο περιηγήσεις του να τα βγάλει πέρα σε μία από τις σκληρότερες γειτονιές της Αθήνας.
«Γεννήθηκα στη Χίο το 1971, σε μια φτωχή και πολυμελή οικογένεια.
Μεγάλωσα στη Δραπετσώνα.
Θυμάμαι τότε, αν σηκωνόσουν 5-5.30 το πρωί, όλες οι πολυκατοικίες είχαν φώτα.
Ηταν οι εργάτες που ξυπνούσαν να πάνε στις δουλειές τους στα εργοστάσια... προτού τα κλείσουν.
Είχα μεγαλώσει σε αυτό το κοινοτικό πνεύμα».
Η προσγείωση είναι απότομη.
«Μπορεί εδώ στην Ελλάδα να μην υπήρχαν αυτά τα τόσο μεγάλα προβλήματα που συνάντησα με τις ιεραποστολές.
Υπήρχαν και υπάρχουν όμως μεγάλα ελλείμματα σε αξίες, στέρηση από τον λόγο του Θεού. Και φτώχεια βέβαια.
Ανοίχτηκε ξαφνικά ένας δρόμος μπροστά μου.
Τόσες ανάγκες, να μου ζητούν παιδιά βοήθεια και εγώ να κόβω βόλτες μέσα στο σπίτι μου και να μην ξέρω τι να κάνω,να μην μπορώ να κοιμηθώ».
Τώρα, αντί να χαζεύει τη θάλασσα, ξεκινάει να χαζεύει τις πλατείες που είναι γεμάτες μικρά παιδιά στις 10 και στις 11 το πρωί.
«Προσπαθούσα να καταλάβω τι κάνουν. Γιατί δεν πηγαίνουν σχολείο. Ωσπου μια μέρα βγήκα να παίξω μαζί τους μπάσκετ. Να γίνω ένα μαζί τους, να καταλάβω».
Αυτή η προσπάθεια που σήμερα αποτυπώνεται σε ένα υπερσύγχρονο τριώροφο κτίριο στον Κολωνό ξεκίνησε από έναν πρώην καφενέ στον οποίο μάζευε σιγά σιγά τα παιδιά από τους δρόμους και τους έκανε μαθήματα.
«Χωρίς σχέδιο, χωρίς να σκέφτομαι αυτό που σήμερα βλέπετε, κινούμενος από την αγάπη μου για τον κόσμο που είναι στο περιθώριο, άνθρωποι δυσκολεμένοι.
Αποφασίζω λοιπόν να κάνω το πρώτο βήμα, να έρθω εγώ προς αυτούς και να μάθω γιατί να είναι σε αυτή την κατάσταση».
Τα μέτωπα πολλά.
«Επρεπε να συγκρουστούμε με το κατεστημένο, να κλείσουμε στέκια ναρκωτικών.
Επρεπε να απομυθοποιήσουμε λανθασμένες ιδέες, να πάψει να αποτελεί πρότυπο η εικόνα της μαγκιάς ας πούμε του πατέρα που έκλεβε και κατέληγε στη φυλακή.
Δεν είναι τυχαίο το πόσα παιδιά επικοινωνούν από εδώ με τους πατεράδες τους μέσα από τις φυλακές.
Μαγκιά λοιπόν είναι να πηγαίνεις στο σχολείο σταθερά. Μαγκιά είναι να βγεις από αυτό το λούκι και να μπορέσεις να βοηθήσεις κάποιον άλλον παραπέρα.
Μαγκιά είναι να πέφτεις και να σηκώνεσαι.
Οσες φορές κι αν πέσεις,άλλες τόσες να ξανασηκωθείς».
Με την πάροδο των χρόνων στα ελληνόπουλα προστέθηκαν και παιδιά μεταναστών ή προσφύγων.
«Να δείτε τον τρόπο με τον οποίο συμβιώνουν όλα μαζί.
Εδώ πραγματοποιείται ένα πείραμα που αποδεικνύει ότι μπορούμε τελικά να ζούμε αρμονικά χωρίς χαρακιές και όρια, “εδώ εσύ, εκεί εγώ”.
Το καταφέραμε με τον σεβασμό και την άδολη αγάπη.
Προσφυγόπουλα που έδωσαν τα πάντα για να φτάσουν στο “όνειρο”.
Και απογοητεύτηκαν.
Και ο σκοπός μας δεν είναι να παραβιάσουμε τα ιερά και τα όσιά τους.
Και εγώ από πρόσφυγες κατάγομαι, Μικρασιάτες.
Αυτούς που οι παλαιοελλαδίτες αποκαλούσαν “πρόσφυγες”γιατί ήρθαν να φάνε το βιος τους.Τους το λέω και αμέσως παίρνουν τα πάνω τους».
Ξεκαθαρίζει πως ό,τι βλέπουμε είναι φτιαγμένο από «την αγάπη του κόσμου», μακριά από την Εκκλησία ή τα κρατικά κονδύλια. Από πλούσιους; «Από τον απλό κόσμο, τον φτωχό κόσμο.
Από αυτούς, όπως και να ΄χει, πάντα κάτι θα λείπει. O πλούσιος είναι που φοβάται.Υπάρχει μια λαϊκή παροιμία που λέει ο πλούσιος “να σου δίνω εγώ, φτωχέ, να γίνω σαν και σε”». Παρ΄ όλα αυτά, μπαίνει συχνά στον δυσάρεστο πειρασμό να ζητήσει και από αλλού. «Από τα υπουργεία διευκολύνσεις για να πάνε τα παιδιά σχολείο.
Από τις αστυνομίες...Τις προάλλες πέντε περιπολικά μάντρωσαν ένα δικό μας παιδί επειδή δεν είχε χαρτιά.
Ηταν με το αδελφάκι του 6 χρόνων.
Ο μικρός έτρεξε και κρύφτηκε εδώ μέσα. Τον άλλον τον τραβούσαν γιατί ο χώρος εδώ είναι άσυλο, δεν μπορούν να μπουν μέσα. Πήγα στον διοικητή.
Τι σχιζοφρένεια, μέσα από μας να μαθαίνουν να αγαπάνε τη χώρα,και ξαφνικά να αντιμετωπίζει πάλι όλη αυτή την ασχήμια από αγράμματους, αμόρφωτους...
Και βρίσκονται πολλοί μέσα σε αυτόν τον χώρο. Απαιτήσαμε οι συγκεκριμένοι να υποστούν τις συνέπειες.
Εμείς φέραμε γιατρό για το παιδάκι, είχε πάθει νευρικό κλονισμό».
Ο πατέρας Αντώνιος Παπανικολάου στο παράθυρο της «Κιβωτού», ένα πραγματικό παράθυρο στη ζωή για τα παιδιά του
Η «ανώνυμη» Αντα
ΣΤΗΝ αθηναϊκή... Αγρια Δύση που «ήταν θέλημα Θεού» να φθάσει, έχει καθημερινά να κάνει με τους νέους νόμους που στέλνουν από ΄κεί που ΄ρθαν όσους μετανάστες είχαν την ατυχία να φθάσουν στα νοσοκομεία χωρίς χαρτιά.
Εχει να κάνει με εθνικιστές που σπάνε τζάμια και φωνάζουν συνθήματα.
Εχει όμως να κάνει και με τον κομμουνιστή μανάβη που «δεν γουστάρει την Εκκλησία» αλλά γουστάρει αυτόν και στέλνει προμήθειες δωρεάν.
Και βρίσκουν σ΄ αυτόν καταφυγή από γυναίκες κακοποιημένες ως τη σύζυγο του Πρωθυπουργού.
Για διαφορετικούς λόγους καθεμιά.
Οι κακοποιημένες για μια ζεστή κουβέντα και συμπαράσταση. Η κυρία Αντα Παπανδρέου για να συνδράμει αθόρυβα το έργο της «Κιβωτού» του.
Το «ιερό απόρρητο» ισχύει για αμφότερες τις περιπτώσεις: «Δεν θέλω να μιλήσω ούτε για την απλή γυναίκα που έρχεται κοντά μας ούτε για την “επώνυμη” που βοηθάει θέλοντας να κρατηθεί μυστική η συμπαράστασή της και να γίνει “ανώνυμη”» λέει.
Εκείνος ακούει αλλά δεν μαρτυρά.
Απλώς εύχεται «ο Χριστός να αναστήσει σε όλους μας την άδολη,την καθαρή αγάπη,τη ζωή μέσα μας,γιατί δυστυχώς πολλοί άνθρωποι δεν ζουν.
Εχουμε χαθεί μέσα στο εγώ μας».
Και για το τέλος φυλάει μια συμβουλή:
«Να ανοιχτούμε ο ένας προς τον άλλον.
Εκεί θα δούμε το θαύμα και στη δική μας τη ζωή».
Γιατί προσπαθούμε, κουραζόμαστε και ζούμε;
«Η αμοιβή δεν δίδεται εις τον άνθρωπον δια την εργασίαν της αρετής, αλλά δια την ταπείνωσιν αυτού».
Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ξεκάθαρα αναφέρει ότι ο άνθρωπος ασκείται όχι για να αμειφθεί λόγο των πνευματικών κατορθωμάτων των οποίων έπραξε αλλά η αμοιβή του, δηλαδή η έλξης της Χάριτος θα πραγματωθεί λόγο της ταπείνωσης η οποία καλλιεργείται δια της ασκήσεως.
Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι η ασκητική ζωή που μας προτείνει η Εκκλησία, δεν είναι μία ζωή κανόνων, στερήσεων, «πρέπει», ώστε να είμαστε αρεστοί στον Θεό.
Ο Θεός μας αγαπά ακόμα και στην αμαρτία μας. Η αγάπη του Θεού δεν εκπίπτει. Όμως για να νιώσουμε αυτήν την αγάπη του Θεού στην ζωή μας θα πρέπει εμείς να διαμορφώσουμε την ύπαρξή μας έτσι ώστε η Χάρις να γίνεται αποδεκτή, να βρει χώρο μέσα μας να ενεργήσει ώστε ο Θεός να γίνεται αντιληπτός και «κατανοητός» όχι νοησιαρχικά αλλά βιωματικά.
Η ταπείνωση, δηλαδή η αίσθηση του ανθρώπου ότι είναι χρεώστης απέναντι στον κόσμο και στον Θεό, η παραδοχή του ανθρώπου ότι κάθε προσπάθεια αυτονομίας του θα καταλήξει σε αποτυχία, η αποδοχή της ανεπάρκειας του ανθρώπου για επίτευξη του αγαθού χωρίς την Χάρη είναι το ζητούμενο στην πνευματική ζωή.
Ακόμα όμως και αυτό, δηλαδή η απόκτηση της ταπείνωσης δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός. Καμία αρετή δεν πρέπει να γίνεται αυτοσκοπός. Καμία αρετή δεν πρέπει να παίρνει την θέση του Χριστού. Αυτό που επιδιώκει ο ταπεινός άνθρωπος δεν είναι να μείνει στην ταπείνωση, αλλά να αποκτήσει σχέση με τον Χριστό. Τον Χριστό ποθεί, τον Χριστό αναζητά. Η ταπείνωση λοιπόν του δείχνει τον δρόμο προς τον Χριστό, του δείχνει τον δρόμο της Αγάπης.
Λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Αγάπη και ταπείνωσις! Ιερό ζεύγος! Η μία υψώνει και η άλλη συγκρατεί όσους υψώθηκαν και δεν τους αφήνει ποτέ να πέσουν».
Μεγάλος ο λόγος του Αγίου Ιωάννου. Μας φανερώνει το πόσο ωφελείται κάποιος από την αγάπη αλλά και το πόσο ασφαλισμένος είναι κανείς με την ταπείνωση.
Ποιος είναι τελικά ταπεινός; Είναι εκείνος που δεν γνωρίσαμε ποτέ, που μάλλον δεν θα γνωρίσουμε ποτέ γιατί ξέρει καλά να κρύβεται. Κρύβεται γιατί δεν θα αντέξουμε την ζωή του, θα τον πούμε τρελό, χαζό, ανόητο. Όχι ότι θα νιώσει προσβολή, δεν φοβάται μήπως αμφισβητήσουμε την ζωή του, τις επιλογές του, την νοοτροπία του. Θέλει να μας προφυλάξει από αυτά που θα σκεφτούμε, για την κατάκριση και την αλαζονεία που θα θεριέψει μέσα μας. Γι’αυτό και τον ταπεινό δεν θα τον ακούσουμε να μιλά, προτιμά την σιωπή, δεν θα τον δούμε να διεκδικεί πρωτοκαθεδρίες γιατί αναπαύεται στις σκιές της αφάνειας.
Οι περισσότεροι από εμάς πασχίζουμε να αφήσουμε το επίγειο σημάδι μας στην γη. Ποθούμε μανιωδώς να μας θυμούνται καλά οι άνθρωποι και τώρα και μετά τον θάνατό μας. Ματαιοδοξία.
Πολλοί άνθρωποι ταπεινοί αγίασαν και έγιναν γνωστοί καθώς η Χάρις του Θεού τους ανέδειξε φωτεινά παραδείγματα για όλους μας. Σίγουρα όμως υπάρχουν αναρίθμητοι που μείνανε ως ανύπαρκτοι στην γνώση μας, μείνανε μακριά από την άδοξη δόξα που πολλές φορές προσφέρουμε εμείς οι άνθρωποι. Ανύπαρκτοι για εμάς οι όντως υπαρκτοί. Άδοξοι, οι όντως δοξασμένοι από τον Θεό.
Η πείρα της ζωής μας διδάσκει ότι όσο κι αν οι άνθρωποι πετύχουν στον κόσμο τούτο καμία ωφέλεια δεν έχουν εάν δεν αποκτήσουν ταπεινή καρδιά και αγάπη. Αυτό λοιπόν μας προτρέπει η Εκκλησία μας με το στόμα τον Θεοφόρων Πατέρων της, να ζήσουμε δια της ασκητικής ζωής ταπεινά και με αγάπη. Δεν είναι εύκολη η εν Χριστώ ζωή, δεν είναι όμως και ακατόρθωτη. Δεν είναι για λίγους, είναι για όλους. Δεν είναι ακίνδυνη, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της υπερηφάνειας, των δεξιών λογισμών που προέρχονται από την τάση μας για αυτοθέωση.
Θέλει βία του εαυτού μας για να γίνουμε πράοι και ταπεινοί όπως ο Κύριος.
Σε έναν τοίχο στον δρόμο διάβασα το εξής: «Η ειρήνη τους είναι πόλεμος. Γι’ αυτό πόλεμο στην ειρήνη τους». Θέλει να πολεμήσεις με τα πάθη σου για να ειρηνεύσεις, θέλει να κουραστείς για να αναπαυτείς, θέλει να μισήσεις για να αγαπήσεις, θέλει να σιωπήσεις ώστε να ακούσεις, θέλει να υποταχθείς ώστε να κυριαρχήσεις, θέλει να αγωνιστείς ώστε να στεφανωθείς, θέλει να ταπεινωθείς ώστε να υψωθείς.
Όλα αυτά μπορεί να γίνουν. Όλα αυτά μπορεί να επιδιώκονται. Μην ξεχνάμε όμως τον λόγο που τα κάνουμε όλα αυτά.
Γιατί προσπαθούμε; Γιατί κουραζόμαστε; Γιατί ζούμε;
Για να βρούμε τον Χριστό, μάλλον για να δούμε επιτέλους τον Χριστό που στέκει μπροστά μας από την αρχή και μας καλεί να μείνουμε μαζί Του μέχρι το τέλος. Ένα τέλος που δεν έχει τέλος μα μόνο αρχή.
αρχιμ.Παύλος Παπαδόπουλος
Τι είναι το Αντίδωρον;
Το Αντίδωρον είναι ευλογημένος άρτος που βγαίνει από τα πρόσφορα που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θεία Λειτουργία (γι’ αυτό και ονομασία πρόσφορο, από το ρήμα προσφέρω). Κατά την ώρα που γίνεται η ακολουθία της προσκομιδής προφέρονται άρτοι (πρόσφορα), συνήθως τρία ή πέντε για να εξαχθούν οι μερίδες των εννέα ταγμάτων. Πρώτα εξάγεται ο αμνός Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου. Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων. Πρώτα εξάγεται ο αμνός που συμβολίζει
και τυποί το σώμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου. Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων, δηλαδή πάντων και πασών των αγίων της Εκκλησίας (πρόκειται για εννέα τριγωνικές μερίδες) Τέταρτον εξάγεται η μερίδα υπέρ του οικείου επισκόπου (Πατριάρχου, Αρχιεπισκόπου, Μητροπολίτου για τα δεδομένα της Ελλάδας) και πέμπτον εξάγονται οι μερίδες των ζώντων και κεκοιμημένων, της θριαμβεύουσας και της στρατευμένης Εκκλησίας (πρόκειται για μαργαρίτες, μικρά δηλ. ψίχουλα). Τα υπόλοιπα των άρτων (προσφόρων) που προσκομίζονται στην Πρόθεση είναι αυτά που ονομάζουμε Αντίδωρα. Το μέγεθος των Αντιδώρων κατά τη Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά τέτοιο που να επαρκεί ώστε να διανέμεται σε όσους δεν μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων, οι οποίοι, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης, «πάντες εκείνου (ενν. του Σώματος και Αίματος Χριστού, δηλ. του Δώρου) ικανοί μεταχείν τούτο (δηλ. το αντίδωρον) δίδονται αντ’ εκείνου» (Συμεών Θεσ/νίκης, P.G. 155, 301D), που είναι και το κύριο Δώρον της Εκκλησίας. Η μετοχή στον αγιασμό του Θεού έρχεται σε κάθε πιστό άνθρωπο μέσα από τα αισθητά και ορώμενα πράγματα. Ο άνθρωπος ανάγεται στα Θεϊκά μέσα από τα αισθητά. Για τον λόγο αυτό και το Αντίδωρο που είναι μετοχή αγιασμού Θεού γίνεται με τη μετάληψη αυτού του αισθητού άρτου. Σχετικά ο άγιος Συμεών Θες/νίκης αναφέρει: «Επεί δε και δι’ αισθητών τινών ως σώμα περικειμένοις τον αγιασμόν έδει λαβείν, δια του αντιδώρου γίνεται» (Συμεών Θεσ/νίκης. P.G. 155, 745D).
Η Εκκλησία ορίζει ο πιστός να λαμβάνει κάθε φορά Δώρο, δηλ. το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Η ίδια δεν επιθυμεί όμως και εκείνοι που δεν είναι προετοιμασμένοι για τη μετοχή του Δώρου, να φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να λαμβάνουν κάτι. Είναι το Αντίδωρον μια πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας για όλους εκείνους του αναξίους της μετοχής. Και μπορεί το Αντίδωρο να μην είναι το ίδιο Σώμα του Χριστού, όμως είναι άρτος «ηγιασμένος» γιατί σφραγίστηκε ολόκληρος (ο άρτος) με τη λόγχη και δέχθηκε από το λειτουργούντα και προσκομίζοντα Ιερέα τα άγια λόγια. Ο άγιος Συμεών Θεσ/νίκης αναφέρει «’Επεί και ηγιασμένος εστί και ούτος άρτος, σφραγιζόμενός τε τη λόγχη, και ιερά δεχόμενος ρήματα» (Συμεών Θεσ/νίκης P.G. 155, 304Α). Πρόκειται περί «δωρεάς θείας πάροχον» (Συμεών Θεσ/νίκης P.G. 155, 304Α).
Το Αντίδωρο τρώγεται εκείνη την ώρα που λαμβάνεται, όταν ο χριστιανός που το λαμβάνει είναι από το πρωί νηστικός. Πάντως κανένας πιστός δεν πρέπει να αναχωρεί από το ναό μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, χωρίς να λάβει το Αντίδωρον από το χέρι του λειτουργούντος Ιερέως. Είναι κακή συνήθεια να διανέμεται το Αντίδωρο στο παγκάρι από τους Εκκλησιαστικούς Επιτρόπους που είναι λαϊκοί, είτε να λαμβάνεται δι’ αυτοεξυπηρετήσεως από τους ίδιους τους πιστούς. Λαμβάνοντας μόνος του κανείς το Αντίδωρο στερείται της ευκαιρίας να λάβει την ευλογία του Λειτουργούντος Ιερέως. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Οι δε (πιστοί) συν ευλαβεία πάση δέχονται (το Αντίδωρον) και καταφιλούν την δεξιάν, ως αν προσφάτως αψαμένην του Παναγίου Σώματος του Σωτήρος Χριστού και τον εκείθεν αγιασμόν και δεξαμένην και μεταδούναι τοις ψαύουσι δυναμένην» (Νικολάου Καβάσιλα, Εις ερμηνείαν της Θείας Λειτουργίας, κεφ. μστ΄). Επειδή για το πρόσφορο υπάρχει ο συμβολισμός ότι θεωρείται το σώμα της Παναγίας, για αυτό το σχήμα του προσφόρου είναι στρογγυλό, ομοιάζοντας με την κοιλιά της Παναγίας απ’ την οποία εξάγεται ο Χριστός, ομοίως και το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου Παναγίας.
Ο ιερέας όταν μοιράζει το Αντίδωρο στους πιστούς λέει την ευχή: «Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι επί σε», σε κάθε χριστιανό που προσέρχεται. Και με την ευχή αυτή προσφέρει μία ακόμη ευλογία, στις άλλες δύο που είναι αυτό τούτο το Αντίδωρο και ο ασπασμός του χεριού του.
Πολλοί πιστοί ζητούν, κατά την στιγμή που λαμβάνουν την προσωπική τους μερίδα Αντιδώρου από τον Ιερέα, να λάβουν και άλλα περισσότερα Αντίδωρα γιατί θέλουν να μεταλαμβάνουν από αυτό όλες τις ημέρες της εβδομάδας που δεν μπορούν να μετέχουν στην Εκκλησία. Καλή και ευλογημένη αυτή η συνήθεια. ¨όμως το Αντίδωρον είναι αντί της μετοχής των αχράντων Μυστηρίων στη συγκεκριμένη μέρα, χρόνο και τόπο τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας. Μαζί με τον εκκλησιασμό έρχεται ή το Δώρο, ή το Αντίδωρον. Εκτός του εκκλησιασμού ποια η θέση του;
Ακόμη συνηθίζεται από πολλούς Ιερείς, εξαιτίας παλαιοτέρων συνηθειών από προκατόχους Ιερείς, να μοιράζουν μαζί με το Αντίδωρον τα λεγόμενα «Υψώματα». Το «Ύψωμα», κατ’ ακρίβειαν της λέξεως, είναι ό,τι υψώνεται από τους άρτους στην Αγία Πρόθεση και προσκομίζεται. Η δικαιολογία από μερίδα κληρικών που διανέμουν «Υψώματα» εστιάζεται στο γεγονός ότι αποτελούν «πνευματικά έπαθλα» για όσους εκ των πιστών ενασχολούνται με τα άγια πράγματα της Εκκλησίας. Η διανομή των «Υψωμάτων» διατείνονται μερικοί ότι δημιουργεί άμιλλα πνευματικού χαρακτήρα.
Αλλά πάλι εκ των πιστών, σε περιόδους νηστείας βαστούν το λεγόμενο «τριήμερο» και δεν τρώνε για τρεις ημέρες τίποτε άλλο παρεκτός του Αντιδώρου κάθε πρωί ή κατά Θ΄ Ώρα, δηλ. στις 3 μ.μ. Όλες αυτές είναι ευλογημένες συνήθειες που προέρχονται από την εκτίμηση της σημασίας και της αξίας που έχει ο ευλογημένος αυτός άρτος της προσφοράς. Ο Μέγας Αγιασμός των Θεοφανείων πίνεται πριν από την λήψη του Αντιδώρου.
Ακόμη υπάρχει η ευλαβική συνήθεια μερικών πιστών να ζητούν το ύψωμα της Θείας Λειτουργίας της Μεγάλης Πέμπτης για ευλογία για όλο το χρόνο. Αυτή η πράξη φαίνεται ότι έχει επιδράσει από την εξαγωγή του αμνού της Μεγάλης Πέμπτης για τη Θεία Κοινωνία των ασθενών. Κι αυτή η συνήθεια εντάσσεται στην απλοϊκή ευλάβεια των πιστών.
Τέλος πρέπει να σημειώσουμε και την σημασία της μετ’ ευλαβείας βρώσεως του Αντιδώρου που δείχνει και τον προσωπικό, κατ’ επίγνωση σεβασμό του εσθιόντος «μετά φόβου Θεού».
Η αμαρτία το επτακέφαλο θηρίο της Αποκαλύψεως
Ἂν θέλετε νὰ δῆτε κάποια εἰκόνα τῆς ἁμαρτίας, ν᾿ ἀνοίξετε τὴν Ἀποκάλυψι. Ἀνοῖξτε στὸ 12ο κεφάλαιο, κ᾿ ἐκεῖ θὰ δῆτε τὴν φοβερὰν εἰκόνα τῆς ἁμαρτίας. Πῶς εἶνε ἡ ἁμαρτία, πῶς παρουσιάζεται;
Εἶδε -γράφει στὴ νῆσο Πάτμο ὁ Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής-, εἶδε μιὰ σπηλιὰ καὶ μέσα ἀπ᾿ αὐτὴν βγῆκε ἕνα φίδι. Φίδι μεγάλο καὶ πελώριο. Ἦταν κόκκινο καὶ τρομερό. Τὸ φίδι αὐτὸ εἶχε ἑπτὰ κεφάλια, εἶχε δέκα κέρατα καὶ πάνω στὰ κεφάλια του εἶχε χρυσᾶ στεφάνια. Καὶ ξάπλωνε στὸν κόσμον
ὁλόκληρον. Ποιό εἶνε αὐτὸ τὸ κόκκινο φίδι, ὁ κόκκινος δράκοντας μὲ τὰ ἑφτὰ κεφάλια καὶ μὲ τὰ χρυσᾶ στεφάνια καὶ τὰ δέκα κέρατα;
Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ διδάσκαλοι λέγουν, ὅτι τὸ θεριὸ αὐτὸ εἶνε ἡ ἁμαρτία.
Μία εἶνε ἡ ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ἔχει διακλαδώσεις. Ὅπως τὸ δέντρο ἔχει μιὰ ῥίζα καὶ ἕνα κορμόν, ἀλλὰ διακλαδίζεται εἰς κλάδους καὶ κλαδίσκους καὶ φύλλα, ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία διακλαδίζεται εἰς πολλὰς παραλλαγάς.
Ἑπτὰ εἶνε τὰ μεγάλα πλοκάμια, ἑπτὰ εἶνε τὰ κεφάλια τῆς ἁμαρτίας.
Ὅπως ἡ Λερναία Ὕδρα τῶν ἀρχαίων προγόνων μας ἦτο ἕνα φίδι μὲ ἑπτὰ κεφάλια, ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία παρουσιάζεται καὶ δρᾷ μέσα εἰς τὸν κόσμον ὡς Λερναία Ὕδρα, ὡς ἑπτακέφαλον θηρίον τῆς Ἀποκαλύψεως.
Τὸ πρῶτο κεφάλι, τὸ πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ τρομερό, ποιό εἶνε; Ἡ πορνεία; Ὄχι. Ἡ μοιχεία; Ὄχι.
Ἡ ὑπερηφάνεια εἶνε!
Τὸ νὰ ὑπερηφανεύεται ὁ ἄνθρωπος εἶνε τὸ μεγαλύτερο ἁμάρτημα ἀπὸ ὅλα.
Μετὰ ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ἔρχεται ἡ φιλαργυρία. Τρομερὸν πρᾶγμα ἡ φιλαργυρία. Τὸν Χριστὸ τὸν πούλησαν ἀντὶ τριάκοντα ἀργυρίων.
Μετὰ ἀπὸ τὴν φιλαργυρία εἶνε ἡ κενοδοξία, νὰ ζητᾶ κανεὶς τὴν δόξα στὸν μάταιον αὐτὸν κόσμον.
Μετὰ ἀπὸ τὴν κενοδοξία εἶνε ὁ θυμὸς καὶ ἡ ὀργή.
Μετὰ τὸν θυμὸ καὶ τὴν ὀργὴ εἶνε ὁ φθόνος, ποὺ βόσκει μέσ᾿ στὰ στήθη τοῦ ἀνθρώπου.
Μετὰ ἀπὸ τὸ φθόνο εἶνε ἡ λαιμαργία.
Μετὰ τὴ λαιμαργία εἶνε ἡ πορνεία.
Καὶ μετὰ τὴν πορνεία εἶνε ἕνα ἁμάρτημα ποὺ δὲν τὸ σκεπτόμεθα· εἶνε ἡ ἀμέλεια.
Ἄ, σοῦ λέει, ἐγὼ εἶμαι ἀπηλλαγμένος, δὲν κάνω τίποτα ἀπ᾿ αὐτά… Εἶσαι ὅμως ἀμελὴς καὶ ὀκνηρός. Καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς δικάσῃ μόνο γιὰ τὸ κακὸ ποὺ κάναμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκεῖνα τὰ καλὰ ποὺ μπορούσαμε νὰ κάνουμε στὸν κόσμον αὐτὸν καὶ δὲν τὰ κάναμε.
Ἑπτὰ κεφάλια εἶνε. Καθένας πέφτει στὰ δίχτυα μιᾶς ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες αὐτές. Ἀλλὰ σὲ οἱανδήποτε ἁμαρτία καὶ ἂν πέσῃ κανείς, τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε ἕνα. Οἱονδήποτε κεφάλι καὶ ἂν σὲ φάῃ, στὸ διο στομάχι θὰ πᾷς.
Γιατὶ λένε μερικοί· Ἄ, ἐγὼ δὲν εἶμαι πόρνος… Ναί, καλά, δὲν εἶσαι πόρνος· ἀλλὰ εἶσαι φιλάργυρος. Κι ἀφοῦ εἶσαι φιλάργυρος, ἕνα ἀπὸ τὰ κεφάλια αὐτοῦ τοῦ μεγάλου φιδιοῦ θὰ σὲ φάῃ καὶ θὰ σὲ πάῃ μέσα εἰς τὸν ᾅδην.
Ὁ ἄλλος λέγει· Ἐγὼ δὲν εἶμαι φθονερός… Δὲν εἶσαι φθονερός, ἀλλὰ εἶσαι λαίμαργος! Δὲν εἶσαι λαίμαργος, ἀλλὰ εἶσαι ὑπερήφανος! Δὲν εἶσαι ὑπερήφανος, ἀλλὰ εἶσαι ἀμελής. Λοιπόν, αὐτὰ εἶνε τὰ ἑπτὰ μεγάλα ἁμαρτήματα. Μὰ ἐκεῖνα τὰ κέρατα;
Λέει, ὅτι τὸ θηρίον αὐτὸ τῆς ἀβύσσου ἔχει δέκα κέρατα.
Τί σημαίνουν ἐκεῖνα τὰ δέκα κέρατα; Τὰ δέκα κέρατα σημαίνουν, ὅτι ὁ σατανᾶς προσπαθεῖ νὰ διαλύσῃ, νὰ κονιορτοποιήσῃ, νὰ καταστρέψῃ τὶς δέκα ἐντολὲς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Δεκάλογο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὸν συνεπλήρωσε εἰς τὴν Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία.
Κ᾿ ἐκεῖνα τὰ χρυσᾶ στεφάνια τί σημαίνουν; Ὅτι τὸ κακὸ πρῶτα γινότανε κρυφά.
Πάντοτε ὑπῆρχε τὸ κακό· ἀλλὰ τὰ παλιὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι τὸ κάνανε κρυφά. Εἴχανε κάποια συστολή, εἴχανε κάποια ντροπή, ντρεπόντανε νὰ μὴν τὸ μάθῃ ὄχι ἡ ἀστυνομία, ὄχι ὁ εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ ὁ γείτονάς των. Προσέχανε τότε οἱ ἄνθρωποι. Ὑποκρισία βέβαια ἦταν αὐτό, ἀλλὰ εἴχανε κάποια συστολή.
Στὰ τελευταῖα ὅμως χρόνια τὸ κακὸ θὰ βγῇ ἀπὸ τὴ σπηλιὰ καὶ θὰ πάῃ στὸ δρόμο καὶ στὶς πλατεῖες καὶ παντοῦ, καὶ ἡ γυναίκα θὰ παρουσιασθῇ ξετσίπωτη καὶ ὁ ἄντρας ξετσίπωτος, καὶ θὰ κάνουν πράγματα χωρὶς νὰ ντρέπωνται πλέον.
Θὰ φύγῃ ἡ ντροπὴ ἀπὸ τὸν κόσμον. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλ᾿ αὐτοὶ ποὺ θὰ κάνουν τὰ αἰσχρὰ πράγματα θὰ στεφανώνωνται κιόλας, θὰ ἔχουν ἐπαίνους καὶ βραβεῖα ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸ τὸν ἁμαρτωλό.
Αὐτὰ εἶνε τὰ χρυσᾶ στεφάνια. Καὶ βλέπεις τώρα νὰ στεφανώνεται τὸ κακὸ καὶ νὰ πραγματοποιῆται αὐτὴ ἡ προφητεία.
Βλέπεις ἕνα διάσημο γύναιο διεφθαρμένο, μιὰ ντιζέζ, νὰ πηγαίνῃ στὰ κέντρα τῶν Ἀθηνῶν.
Καὶ ἐκεῖ πᾶνε, παρακαλῶ, καὶ οἱ μεγάλοι τὴ νύχτα.
Δὲν ἔχουν ἄλλη δουλειά· πᾶνε αὐτοί ποὺ ἔχουν ἀξιώματα, αὐτοὶ ποὺ ἔχουν λεπτὰ πολλά, καὶ κάθονται μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα καὶ κοιτάζουν μία πόρνη, ποὺ γυμνὴ καὶ μὲ ἀναίδεια βρίσκεται ἀνάμεσά τους καὶ μὲ αὐθάδη καὶ καπηλικὴν καὶ αἰσχρὰν γλῶσσα τραγουδάει καὶ τοὺς μαγεύει, καὶ αὐτοὶ χειροκροτοῦν.
Νά, τὰ χρυσᾶ στεφάνια! Καὶ αὐτὸ τὸ ἁμαρτωλὸ γύναιο, ποὺ ἄλλοτε δὲν τολμοῦσε νὰ βγῇ στὸ δρόμο, τώρα ὄχι μόνο ἐμφανίζεται, ἀλλὰ καὶ ἐπευφημεῖται, καὶ εἰσπράττει τὴ νύχτα ἐκείνη πολλὰ χρήματα, ὅσα δὲν εἰσπράττει μιὰ νοσοκόμος ὅλο τὸ χρόνο…
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)