Ανάσες....!


Μερικές φορές στη ζωή βλέπεις τα κύματα πελώρια, σκοτεινά και αγριεμένα. Νιώθεις τον άνεμο να σε χτυπάει αλύπητα. Μα κάνεις υπομονή. Και προσπαθείς. Και δεν το βάζεις στα πόδια. Μετράς μια-μια τις ανάσες σου. Δέος... Και ξαφνικά, εκεί που νομίζεις πως όλα τέλειωσαν για σένα, συνειδητοποιείς ότι δε βρίσκεσαι πια ανάμεσα στα άγρια κύματα.... Και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι κάποιο χέρι σε ανέβασε ψηλά σ'έναν φάρο. Και πια δε φοβάσαι... Μονάχα απολαμβάνεις τη θέα. Πλέον νιώθεις στέρεος. Πέρασες μέσα από απίστευτες δυσκολίες. Έζησες άλλη μια μέρα. Μυστικά μέσα σου ξέρεις τι έχει συμβεί... Και κάνεις το σταυρό σου και συνεχίζεις.....


Ο Άθεος και ο Ιεροκήρυκας!


Πόσο ζυγίζει η αμαρτία; «Κορόιδευε ένας άθεος έναν ιεροκήρυκα μια μέρα, λέγοντάς του: —Μας μιλάτε κάθε τόσο για φορτίο αμαρτιών και τα παρόμοια. Πιστέψτε με, όμως, ότι προσωπικά δεν νοιώθω κανένα τέτοιο βάρος. Αλήθεια, πόσο ζυγίζει η αμαρτία; Ο άνθρωπος του Θεού πολύ ψύχραιμα, απάντησε τότε: —Δεν μου λέτε, αν βάλετε πάνω σ’ ένα νεκρό μια πέτρα εκατό κιλών, θα τη νοιώση; —Όχι, απάντησε απορημένος ο άθεος, γιατί είναι νεκρός. —Το ίδιο συμβαίνει και με σας, κατέληξε ο ιεροκήρυκας. Έξω από τη Χάρι του Θεού ο άνθρωπος είναι “νεκρός στις παραβάσεις και τα παραπτώματα”(Εφ 2, 1). Γι’ αυτό δεν νοιώθετε το βάρος της αμαρτίας».


Η αντιμετώπιση των ασθενειών


Όλα δίνονται από το Θεό. Και όλα δίνονται για τη σωτηρία μας. Μ’ αυτή τη σκέψη να δεχθείς κι εσύ την ασθένειά σου, ευχαριστώντας το Θεό, που φροντί­ζει για τη σωτηρία σου. Τώρα, το πως συντελεί στη σωτηρία μας οτιδήποτε παραχωρεί ό Κύριος, μόνο Εκείνος το γνωρίζει. Εμείς συνήθως δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε. Στέλνει λ.χ. μια συμφορά άλλοτε για να μας παιδαγωγήσει, άλλοτε για να μας αφυπνί­σει πνευματικά, άλλοτε για να μας γλυτώσει από ενα μεγαλύτερο κακό, άλλοτε για να μας αυξήσει τον ουράνιο μισθό, άλλοτε για να μας απαλλάξει από κά­ποιο πάθος κ.ο.κ. Εσύ, λοιπόν, ν’ αναλογίζεσαι τις αμαρτίες σου και να λες: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που με τιμωρείς δίκαια!». Να συλλογίζεσαι ότι πρωτύτερα είχες ξεχάσει το Θεό και να λές: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύ­ριε, που μου έδωσες αφορμή και γνώση για να Σε θυμάμαι συχνά!». Να σκέφτεσαι οτι, αν ήσουν υγιής, πιθανότατα δεν θα έκανες το καλό, και να λές: «Δόξα σ’ Εσένα, Κύριε, που μ’ εμπόδισες από την αμαρ­τία!». Αν αντιμετωπίζεις μ’ αυτόν τον τρόπο και μ’ αυτές τις σκέψεις την ασθένεια σου, το φορτίο σου θα γίνει πολύ ελαφρό. Από το άλλο μέρος, μολονότι οι ασθένειες παρα­χωρούνται από το Θεό, η φροντίδα για τη θεραπεία δεν είναι αμαρτία. Γιατί τόσο η ιατρική επιστήμη όσο και τα φάρμακα είναι δώρα κι αυτά του Θεού στο ανθρώπινο γένος. Καταφεύγοντας, λοιπόν, στους για­τρούς, πάλι στο Θεό καταφεύγουμε. Μέσ’ από την αρρώστια ας μαθαίνουμε και ας απο­κτούμε την ταπείνωση, την υπομονή, τη γενναιοψυχία, το αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς το Θεό. Αν­θρώπινη, βέβαια, είναι η ανυπομονησία, η λιποψυχία. Μόλις, όμως, εμφανιστεί, πρέπει να τη διώχνουμε. Όλες οι δύσκολες καταστάσεις έχουν ένα βάρος, αυτό που πρέπει να σηκώσουμε, αυτό που πρέπει να υπο­μείνουμε. Χωρίς βάρος, δεν μπορούμε να μιλάμε για υπομονή. Πάντως, η επιθυμία απαλλαγής από το βά­ρος δεν είναι έφάμαρτη. Είναι φυσική ανάγκη της ψυχής. Αμαρτία διαπράττουμε, όταν, από τη φυσική αυτή ανάγκη, οδηγούμαστε στην αδημονία και το γογγυσμό. Αν νιώσεις μέσα σου κάτι τέτοιο, απομάκρυνε το αμέσως, ευχαριστώντας το Θεό. Αν αρρωστήσατε από υπαιτιότητα σας, μετανοήστε ενώπιον του Θεού και ζητήστε Του συγχώρηση, επειδή δεν φυλάξατε το δώρο της υγείας, το δώρο που Εκείνος σας πρόσφερε. Αν πάλι η αρρώστια σας παραχωρήθηκε από τον Κύριο -γιατί τυχαία τίποτα δεν γίνεται-, ευχαριστήστε Τον εγκάρδια. Και η αρρώ­στια, βλέπετε, είναι θείο δώρο, γιατί ταπεινώνει, μα­λακώνει την ψυχή και απαλλάσσει άπό τις πολλές μέ­ριμνες. Πώς να προσευχόμαστε, όταν είμαστε άρρωστοι; Δεν αμαρτάνουμε, όταν ζητάμε άπό το Θεό να μας θεραπεύσει. Κάθε φορά πού το ζητάμε, όμως, ας προ­σθέτουμε και τη φράση: «άν είναι θέλημα Σου, Κύ­ριε!». Όταν υποτασσόμαστε ολοκληρωτικά στο θείο θέλημα και δεχόμαστε το καθετί ώς θεία ευεργεσία, τότε και ή ψυχή μας παραμένει ειρηνική και ό Θεός γί­νεται πιο ελεητικός απέναντι μας. Έτσι μας χαρίζει είτε την υγεία είτε, τουλάχιστον, παρηγοριά και πα­ράκληση μέσα στον πόνο.


«Παιδί µου, σ’ αυτούς τους καιρούς όποιος σώσει την ψυχή του, και προτρέψει και άλλους να σωθούν, θα ονοµασθεί Μέγας στο βασίλειο του Ουρανού»


…«Και θα σου πω το εξής παιδί µου (λέγει προς τον µαθητή του), ότι θα έρθουν µέρες που οι Χριστιανοί θα προσθέτουν και θα αφαιρούν, και θα τροποποιούν τα βιβλία των ιερών Ευαγγελιστών, και των Αγίων Αποστόλων, και των θείων Προφητών και των Αγίων Πατέρων. Θα υποτονίζουν τις άγιες Γραφές, και θα συνθέτουν τροπάρια, ύµνους και γραπτά τεχνιέντως. Ο νους τους θα διαχυθεί από αυτά και θα αποµακρυνθεί από το Ουράνιο Πρότυπό του. Γι’ αυτούς τους λόγους οι άγιοι πατέρες είχαν προγενέστερα παροτρύνει τους µοναχούς της ερήµου, να καταγράψουν τους βίους των Πατέρων όχι σε περγαµηνές, αλλά σε χαρτί, διότι η ερχοµένη γενιά θα τους αλλάξει για να συµπίπτουν µε τις προσωπικές τους προτιµήσεις. Ώστε, όπως βλέπεις, το κακό που θα έρθει θα είναι τροµερό». Τότε ο µαθητής είπε: «Ώστε γέροντα οι παραδόσεις και τα έθιµα των Χριστιανών πρόκειται να αλλάξουν; Μήπως δεν θα υπάρχουν αρκετοί ιερείς στην εκκλησία, όταν θα έλθουν αυτοί οι δυστυχείς καιροί»; Ο γέροντας τότε είπε: «Σ’ αυτούς τους καιρούς η αγάπη στο Θεό σε πολλές ψυχές θα ψυγεί, και µεγάλη θλίψη θα πέσει στον κόσµο. Το ένα έθνος θα αποστρέφεται το άλλο. Λαοί θα µετακινούνται από τα µέρη τους. Οι κυβερνήτες θα είναι µπερδεµένοι. Ο κλήρος θα βαδίσει προς την αναρχία, και οι µοναχοί θα κλίνουν περισσότερο προς την αµέλεια. Οι ηγέτες της Εκκλησίας θα θεωρούν ανώφελο ότι προέτρεπε σε ψυχική σωτηρία, τόσο για τον εαυτό τους, όσο και για τις ψυχές των ποιµνίων τους, και θα αποβάλλουν κάθε τέτοιο ενδιαφέρον. Όλοι θα δείχνουν προθυµία και δραστηριότητα για όλα τα θέµατα που θα αφορούν το τραπέζι του φαγητού τους και τις ορέξεις τους. Θα είναι νωθροί στις προσευχές τους, και επιπόλαιοι στις κρίσεις τους. Όσο για τους βίους και τις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων, δεν θα έχουν κανένα ενδιαφέρον να τους µιµηθούν, ούτε ακόµη και να τους ακούσουν. Αλλά µάλλον θα µεµψιµοιρούν και θα λέγουν: «Αν είχαµε ζήσει στους δικούς τους καιρούς, τότε θα’ χαµε συµπεριφερθεί σαν κι’ αυτούς». Και οι επίσκοποι θα υποχωρούν στους ισχυρούς του κόσµου, δίνοντας απαντήσεις σε διάφορα θέµατα, µόνο αφού πάρουν δώρα από παντού, και αφού συµβουλευθούν την κοσµική λογική των µορφωµένων. Τα δίκαια του πτωχού δεν θα υπερασπίζονται, θα καταπιέζουν τις χήρες και θα ταλαιπωρούν τα ορφανά. Η διαφθορά θα διαπερνά αυτούς τους ανθρώπους. Οι περισσότεροι δεν θα πιστεύουν στο Θεό, θα µισούν ο ένας τον άλλο, και θα κατατρώγωνται µεταξύ τους σαν τα θηρία. Ο ένας θα κλέβει τον άλλο, θα µεθούν, και θα βαδίζουν σαν τυφλοί». Ο µαθητής ξανά ρώτησε: «Τι µπορούµε να κάνουµε σε µια τέτοια κατάσταση»; Και ο γέροντας Παµβώ απάντησε: «Παιδί µου, σ’ αυτούς τους καιρούς όποιος σώσει την ψυχή του, και προτρέψει και άλλους να σωθούν, θα ονοµασθεί Μέγας στο βασίλειο του Ουρανού».


Η πιο ωφέλιμη γνώση είναι η γνώση του εαυτού μας!


Ο Προφήτης Ιερεμίας, θρηνώντας για τις ταλαιπωρίες των ανθρώπων και την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως, έλεγε: “Γιατί γεννήθηκα; Για να βλέπω κόπους και βάσανα; Γιατί δεν με θανάτωνε ο Κύριος στη μήτρα της μητέρας μου” (πρβλ. Ιερ. 20:18,17). Ο προφήτης είχε κατανοήσει τι είναι ο άνθρωπος και τι η επίγεια ζωή του. Εσύ άραγε έχεις αυτή την επίγνωση; Φρόντισε, αδελφέ, να γνωρίσεις τον εαυτό σου, να καταλάβεις τι και ποιος είσαι, γιατί τούτο αποτελεί την επιστήμη των επιστημών και την πιο μεγάλη σοφία. Πιο χρήσιμη και ωφέλιμη είναι η γνώση του εαυτού σου, παρά οι γνώσεις της αστρονομίας, της φυσικής, των μαθηματικών, της ιατρικής. Γιατί αυτές εξαντλούνται στην παρούσα ζωή, ενώ η αυτογνωσία έχει προεκτάσεις και στη μέλλουσα. Για τον υψηλό τούτο σκοπό χρειάζονται σκληρός αγώνας, οξύτατη παρατηρητικότητα, πολλή προσευχή και ενίσχυση του Θεού. Πρέπει να εισχωρήσεις με το νου μέσα στην καρδιά σου και να εξετάσεις προσεκτικά το είναι σου. Όσο καλύτερα γνωρίσεις την ψυχή σου, τον έσω άνθρωπο, τόσο καλύτερα θα γνωρίσεις και τον Κύριο, γιατί, διαπιστώνοντας το μεγαλείο και την ανωτερότητα της ψυχής, αποκτάς καθαρότερη την επίγνωση της άπειρης και ασύλληπτης μεγαλοσύνης του Θεού. Να στοχάζεσαι πάντα τη συντομία και το άδηλο τέρμα της παρούσας ζωής, συνειδητοποιώντας την προσωρινότητα και την ασημαντότητά σου, γιατί αυτός είναι ο δρόμος που σε φέρνει κοντά στον Κύριο. Όσο γνωρίζεις τον εαυτό σου, τόσο ταπεινώνεσαι, και όσο ταπεινώνεσαι, τόσο αποκτάς φόβο Θεού, που είναι η αρχή της σοφίας, κατά το Σολομώντα (Παροιμ. 1:7). Αν θέλεις να μάθεις ποιος είσαι, πάρε πρώτα-πρώτα έναν καθρέφτη και κοίταξε μέσα τον εαυτό σου. Κοίταξε και σκέψου: Αυτός που βλέπεις, ο “;άλλος”; άνθρωπος του καθρέφτη, από τι αποτελείται; Από χώμα και νερό! Όσο επίσημος, πλούσιος ή άρχοντας ή σοφός, κι αν είσαι, δεν αξίζεις περισσότερο από ένα πήλινο αγγείο. Ένα πτώμα είσαι ουσιαστικά, μια εικόνα με λίγο χρώμα και κίνηση, που σου δάνεισε η ζωή για λίγα χρόνια. Κι έπειτα; Ξαναγίνεσαι πτώμα και χώμα! Να τι είσαι ως προς το σώμα. Αλλά και ως προς το πνεύμα, αν βγάλεις το Θεό και τη χάρη Του, δεν είσαι παρά ένας φίλος της ματαιότητος, εχθρός της δικαιοσύνης, καταφρονητής της αλήθειας, κληρονόμος της κολάσεως. Από κάθε άποψη, δηλαδή, είσαι ένα πλάσμα ταλαίπωρο και αξιοθρήνητο -στις βουλές σου τυφλός, στις επιθυμίες σου ακάθαρτος, στα λόγια και τα έργα σου μάταιος, ένα τίποτα, ένα μηδέν, κι ας νομίζεις πώς είσαι κάποιος σπουδαίος. Ο πιο μεγάλος ηρωισμός και η πιο θαυμαστή γενναιοφροσύνη βρίσκονται στην ταπεινή αναγνώριση της μηδαμινότητός μας. Αυτή, άλλωστε, είναι η αρχή της λυτρώσεως από πολλά πάθη και ελαττώματα. Πολλές φορές ο Κύριος ρωτούσε τους ασθενείς, πού θεράπευε, τι ήθελαν και αν επιθυμούσαν να γίνουν καλά. Όχι πώς δεν ήξερε τη βουλή και την επιθυμία τους, αλλά για να συνειδητοποιήσουν καλύτερα την κατάστασή τους και να την ομολογήσουν ξεκάθαρα. Θυμάσαι τι έλεγε και ο προφήτης Δαβίδ, όταν ζητούσε από το Θεό να τον συγχωρήσει; “Αναγνωρίζω την παρανομία”; (Ψαλμ. 50:5). Τον μεγαλύτερο κίνδυνο διατρέχει ο ασθενής εκείνος πού δεν γνωρίζει την αρρώστια του. Όσοι έχουν χάσει τα λογικά τους, πάσχουν από την πιο σοβαρή ασθένεια. Μά δεν το καταλαβαίνουν ούτε θλίβονται γι΄αυτό, αλλά τους βλέπεις να γελούν και να χαίρονται, με τρόπο πού σε κάνει να κλαις. Μήπως όμως δεν μοιάζουν σ΄αυτούς και όσοι τάχα λογικοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν τον εαυτό τους και τη φύση τους και τον προορισμό τους; Το κακό, αδελφέ, δεν είναι έξω από μας. Μέσα μας είναι. Γι΄αυτό και τόσο δύσκολα θεραπευόμαστε, επειδή δεν βλέπουμε την αρρώστια μας. Πληγές πού δεν φαίνονται και αμαρτίες που δεν αναγνωρίζονται, δεν διορθώνονται. Σε τούτον τον αγώνα αξίζει να βάλεις όλον τον πόθο σου και να ρίξεις όλες τις δυνάμεις σου. Τι είσαι; Από πού ήρθες; Πού βρίσκεσαι και πού πηγαίνεις; Πρίν από τη σύλληψή σου δεν υπήρχες. Δεν ήσουνα τίποτα. Ο Θεός οικονόμησε να έρθεις στον κόσμο κι Εκείνος σου έδωσε ό,τι έχεις, τόσο τα φυσικά σου χαρίσματα-ρώμη, ομορφιά, ευφυϊα, αισθήσεις κ.λ.π. -όσο και τα επίγεια αποκτήματα, που εξαρτώνται άμεσα από τα χαρίσματα- χρήματα, περιουσία, αξιώματα. Επομένως, “τι έχεις πού να μην το έλαβες; Και αφού το έλαβες από το Θεό, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο;”; (Α΄Κορ. 4:7). Αν δεν έχεις τελείως τυφλωθεί από την υπερηφάνεια και τη φιληδονία, αν δεν έχεις σκοτιστεί πέρα για πέρα από το διάβολο, το πνεύμα του σκότους, αν είσαι λογικό πλάσμα του Θεού, “κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν” Εκείνου, δεν μπορείς παρά να ομολογήσεις την ανεκδιήγητη ευεργετικότητά Του, πού όλα σου τα χάρισε, βασιλιά της κτίσεως σ΄έκανε, αλλά και με το ίδιο Του το Αίμα σε λύτρωσε από τον αιώνιο θάνατο. Και τότε θα ταπεινωθείς βαθιά, και η ταπείνωση αυτή θα είναι η αρχή της μετάνοιας και της σωτηρίας σου. Η ταπείνωση αυτή θα σε κάνει να ποθήσεις ακανίκητα τον Ευεργέτη και Σωτήρα σου. Λέγεται πώς κάποτε ο αείμνηστος και ευσεβής βασιλιάς Θεοδόσιος ο Μέγας (379-395) πρόσταξε κι έβαλαν το θρόνο του στην ακροθαλασσιά. Ύστερα κάθησε εκεί όπως και στο παλάτι, μπροστά στους άρχοντες και τους αξιωματούχους, και είπε δυνατά για να τον ακούσουν όλοι: – Θάλασσα, με τη δύναμη και την εξουσία που έχω, σε διατάζω να μην προχωρήσεις πέρ΄από τα όρια σου και να μη βρέξεις το θρόνο μου! Οι άρχοντες απορούσαν με όσα έβλεπαν και άκουγαν, γιατί δεν καταλάβαιναν τι σκοπό είχε ο βασιλιάς. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα, κι ένα δυνατό κύμα, που ήρθε ξαφνικά, όχι μόνο το θρόνο έβρεξε, μά και το βασιλιά έκανε μούσκεμα από το κεφάλι ως τα πόδια. Τότε ο σοφός Θεοδόσιος νουθέτησε τους ακροατές του: – Ας μάθουν όλοι, πώς η δύναμη των κοσμικών βασιλέων είναι πρόσκαιρη και μάταιη. Αιώνιος και αληθινός Βασιλιάς όλης της κτίσεως είναι μόνο ο Βασιλιάς των βασιλέων, Αυτός που δημιούργησε από το μηδέν τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα όσα υπάρχουν σ΄αυτά, ορατά και αόρατα. Και μπροστά στα μάτια των κατάπληκτων αρχόντων, κατέβηκε από το θρόνο και τράβηξε για την εκκλησία, όπου έβγαλε το στέμμα του και το απόθεσε μ΄ευλάβεια στην ιερή κεφαλή του Εσταυρωμένου. Από την ημέρα εκείνη και ως το θάνατό του δεν ξαναφόρεσε το διακριτικό της βασιλικής του εξουσίας. Ας στοχαστούμεν, λοιπόν, κι εμείς τη μηδαμινότητα και τη ματαιότητα της εξουσίας που τυχόν έχουμε. Ας στοχαστούμε τη βραχύτητα της ζωής μας κι ας μη μένουμε προσκολλημένοι σ΄αυτήν. Ας μην κυνηγάμε τα ψεύτικα, για να κερδίσουμε τ΄αληθινά, που μας υπόσχεται ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.