Οι Διωγμοί των Χριστιανών!
ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
Οι διωγμοί διακρίνονται σε δύο κατηγορίες:
1. τους τοπικούς και περιορισμένους, που τους έκανε ο λαός και
2. τους Αυτοκρατορικούς, που ήταν γενικοί και τους διέταζε ο αυτοκράτορας.
Από τους Διωγμούς οι πιο άγριοι ήταν:
1. Διωγμός του Νέρωνα (64-68 μ.Χ.). Ο αυτοκράτορας αυτός έκαψε τη Ρώμη για δική του ευχαρίστηση, και για να στρέψει την οργή τού όχλου εναντίον άλλων εκτός αυτού τού ιδίου, επίσημα διέταξε το διωγμό τών Χριστιανών. Τότε θανατώθηκαν οι απόστολοι Πέτρος και Παύλος.
2. Διωγμός του Δομιτιανού (94-96 μ.Χ.). Αυτός βρήκε αφορμή το "φόρο τού διδράχμου", που δεν πλήρωναν οι Χριστιανοί, επειδή έπαυαν να είναι Ιουδαίοι και άρχισε σκληρό διωγμό κατά τών Χριστιανών. Τότε μαρτύρησαν ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Τιμόθεος στην Έφεσο, μαθητής τού Αποστόλου Παύλου.
3. Διωγμός του Τραϊανού (97-116 μ.Χ.). Τους χρόνους τής αυτοκρατορίας του ο Τραϊανός όρισε με οδηγίες ειδικές τον τρόπο δίωξης τών Χριστιανών. Όταν οι Χριστιανοί αρνούνταν να θυσιάσουν στους θεούς τών Ρωμαίων, τους καταδίκαζαν σε θάνατο. Ο ειδωλολατρικός λαός, πολύ φανατισμένος, δεν τηρούσε τη διαταγή που έλεγε ότι χρειάζεται έγγραφη καταγγελία για να γίνει η δίωξη. Οι διωγμοί συνεχίσθηκαν και από τους διαδόχους τού Τραϊανού, τον Αδριανό και τον Αντώνιο Πίο, αλλά όχι τόσο άγριοι.
4. Του Αδριανού (118-129 μ.Χ.)
5. Διωγμός του Μάρκου Αυρηλίου (161-178 μ.Χ.). Αν και λέγεται ότι ήταν αγαθός άνθρωπος, έδωσε διαταγή για το βασανισμό και τη θανάτωση με άγρια και απάνθρωπα βασανιστήρια. Τα χρόνια αυτά βασανίσθηκε και αποκεφαλίσθηκε η Αγία Παρασκευή.
6. Διωγμός του Σεπτιμίου Σεβήρου (193-212). Την εποχή τού Σεβήρου ανανεώθηκε ένας νόμος το 202, που δεν επέτρεπε τον προσηλυτισμό. Άρχισε τότε διωγμός (200-211 μ.Χ.) εναντίον τών Χριστιανών στην Αίγυπτο κυρίως, στη Βόρ. Αφρική και στη Γαλλία (Γαλατία). Τότε μαρτύρησαν και πέθαναν ο πατέρας τού Ωριγένη, ο Λεωνίδας, ο Ειρηναίος, επίσκοπος τού Λουγδούνου (σημερινής Λυών τής Γαλλίας) και η Αγία Περπέτουα στην Καρχηδόνα.
7. Μαξιμίνου του Θράκα (235-237 μ.Χ.).
8. Διωγμός τού Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Από τους πιο σκληρούς και άγριους. Θεωρούσε τους Χριστιανούς αιτία τού ξεπεσμού τής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Τότε συλλάμβαναν και βασάνιζαν κυρίως τον κλήρο και τους Επισκόπους. Τους διωγμούς αυτούς συνέχισε ο διάδοχος τού Δεκίου, ο Βαλεριανός.
9. Του Βαλεριανού (257-259 μ.Χ.).
10. Ο διωγμός τού Διοκλητιανού και Μαξιμιανού (285-305) ήταν ο φοβερότερος και πιο απάνθρωπος. (Το 286 ο Διοκλητιανός έκανε κόμμα με τον Μαξιμιανό). Τα αίτια ήταν τα ίδια με τού Δεκίου και κράτησε συνολικά 9 χρόνια (296-305). Ο Γαλέριος με συστάσεις που του έκανε, τον έπεισε να διώξει τους Χριστιανούς. Στη Μ. Ασία λέγεται ότι θανατώθηκαν 15.000 Χριστιανοί, στην Αίγυπτο 140.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Τότε θανατώθηκαν και οι Άγιοι Δημήτριος και Γεώργιος. Οι διωγμοί έπαυσαν λίγα χρόνια αργότερα, όταν έγινε αυτοκράτορας ο Μ. Κωνσταντίνος.
Σώμα και Αίμα Χριστού….
Τέλεια η μυσταγωγία, που τελείται στην εκκλησιαστική σύναξη.
Στην ορθόδοξο λατρεία επεκράτησε τελικά η θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Το υπερφυές μυστήριο τελείται.
Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος αγιάζει και τα δύο τραπέζια.
Και την αγία Τράπεζα, όπου ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Και την τράπεζα της χωματένιας υπάρξεώς μας, όπου θα εναποθέσει ο λειτουργός τη θεία Κοινωνία,
«εις αγιασμόν ψυχής τε και σώματος», «εις βασιλείας ουρανών κληρονομιάν, μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα».
Για την τέλεση του μυστηρίου στην αγία Τράπεζα αρκεί η ιερωσύνη του πρεσβυτέρου ή του επισκόπου. Για την πρόσληψη όμως του μυστηρίου μέσ’ στον πιστό απαιτείται η συνειδητή μετοχή.
Από ομιλία του ιερού Χρυσοστόμου (θ’ περί μετανοίας, Ε.Π.Ε. 30,314-316) αποσπάμε μικρές περικοπές, όπου τονίζονται τρεις απ’ τους βασικούς όρους της συνειδητής αυτής μετοχής.
Πρώτον: Η αδιάλειπτη παρουσία στην «επισυναγωγή» της Εκκλησίας, στον Κυριακάτικο εκκλησιασμό. Είχαν, φαίνεται, από τότε αρχίσει οι απουσίες απ’ το Κυριακό Δείπνο. Σήμερα το απουσιολόγιο είναι πυκνότερο απ’ το παρουσιολόγιο.
«Έχει 168 ώρες η εβδομάδα. Μια ώρα ξεχώρισε για τον εαυτό Του ο Θεός. Συ κι αυτή την ώρα (της Κυριακής) την ξοδεύεις σε κοσμικά και γελοία; Κι όταν έρχεσαι, πώς έρχεσαι; Με μολυσμένη καρδιά στα μυστήρια; Αν επισκεπτόσουν βασιλιά ή άλλο άρχοντα, θάχες λασπωμένα τα χέρια;»
Δεύτερον: Η ακράδαντη πίστη, ότι όλος σε όλον! Αυτό συμβαίνει κατά τη Μετάληψη. Όλος ο Χριστός σ’ ολόκληρη την ύπαρξή μας! Αφαιρεί ο ιερός Πατήρ κάθε λογισμό, για το τί γίνεται και που πηγαίνει ο θείος Μαργαρίτης.
«Μη θαρρείς πως είναι ψωμί και κρασί. Δεν αποβάλλονται, όπως οι άλλες τροφές. Όπως το κερί, στην επαφή με τη φωτιά, γίνεται όλο ένα μαζί της, έτσι κι εδώ, ενώνονται τα μυστήρια μ’ όλη την ύπαρξή μας. Δεν μεταλαμβάνετε από άνθρωπο, αλλά απ’ τη λαβίδα των Σεραφείμ. Τα χείλη μας ρουφάνε το σωτήριο Αίμα απ’ την άχραντη πλευρά Του».
Τρίτον: Η απόλυτη κατάνυξη κατά τη λειτουργική σύναξη. Δυστυχώς δεν θεωρούμε μεγάλη αμαρτία την απροσεξεία, ακόμα και την αταξία κατά τη φρικτή ώρα της Θείας Λειτουργίας.
Ρωτάει ο ιερός Πατέρας:
Δεν ντρεπόμαστε; Δεν κοκκινίζουμε;
«Άνθρωπε, τί κάνεις; Ο ιερέας προέτρεψε: Ψηλά το νου και την καρδιά! Και συ απάντησες: Έχουμε προς τον Κύριο! Δεν ντρέπεσαι και δεν κοκκινίζεις που λες ψέματα τούτη την ώρα τη φοβερή; Πω, πω! Έτοιμη η τράπεζα.
Ο Αμνός του Θεού για σένα σφαγιάζεται. Ο ιερέας αγωνίζεται για σένα. Το θυσιαστήριο πυρακτώνεται για σένα. Στέκουν τα Χερουβίμ, πετούν τα Σεραφίμ.
Μυριάδες άγγελοι παραστέκουν… Το Αίμα απ’ την πλευρά του Κυρίου χύνεται για σένα στο άγιο Ποτήριο… Συ δεν φοβάσαι; Δεν τρέμεις; Δεν κοκκινίζεις; Ψέματα λες και τούτη την ώρα; Στώμεν καλώς! Γεμάτοι φόβο και τρόμο, με τα μάτια κάτω, με την ψυχή επάνω. Να στενάζουμε άφωνα, με την καρδιά όμως να φωνάζουμε.
Ας στεκόμαστε στο ναό αμετακίνητοι, χωρίς να μιλάμε, χωρίς να κινούμαστε. Τα μάτια ούτε εδώ ούτε εκεί. Σοβαροί, γεμάτοι κατάνυξη και φόβο Θεού. Αυτά πολλές φορές θα σας τα λέω, μέχρι να διορθωθείτε…
Πώς μπαίνουμε στην εκκλησία; Φυσικά, όπως πρέπει και ορίζει ο Θεός. Στη ψυχή καμιά κακία να μη κρατάμε. Όλους να τους συγχωράμε. Πώς θα πούμε, «Σβήσε τις αμαρτίες μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε τους άλλους»;
Η Ψυχή
H ψυχή του ανθρώπου, όταν δημιουργείται από τον Θεό βρίσκεται σε καθαρή κατάσταση, στον φωτισμό.
Ο θάνατος, πού δεν είναι δημιούργημα τον Θεού αλλά ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου, επειδή απομακρύνθηκε από τον Θεό, πού είναι ή αληθινή ζωή, είναι κάτι το συνταρακτικό στην ζωή του ανθρώπου, είναι ένα παράσιτο, πού δημιουργεί πολλά προβλήματα.
Η ενανθρώπηση του Χρίστου απέβλεπε στην νίκη εναντίον του θανάτου. Παρά την νίκη του πάνω στον θάνατο, ο άνθρωπος τον γεύεται, ώστε δια του τρόπου αυτού να νικηθούν τα πάθη και ή αμαρτία.
Μέσα στην Εκκλησία γευόμαστε την υπέρβαση του θανάτου. Οι δίκαιοι πού συνδέονται με τον Χριστό, τον νικητή του θανάτου, δεν φοβούνται τον θάνατο, όταν πλησιάζει στην ύπαρξη τους, δεν πτοούνται από τους δαίμονες πού θέλουν να αρπάξουν την ψυχή τους.
Η ώρα και η ήμερα του θανάτου στους αγίους είναι ονομαστήριος ημέρα, αφού τότε εορτάζουν και πανηγυρίζουν.
Το φοβερό μυστήριο του θανάτου, πού είναι ο χωρισμό της ψυχής από το σώμα, γίνεται μια τελετή, μια μετάβαση από τα λυπηρότερα στα θυμηδέστερα, διάδοση «εκ του θανάτου εις την ζωήν».
Το σώμα του ανθρώπου μετά τον θάνατο απλώς κοιμάται, γιατί ο θάνατος είναι ένας μεγάλος ύπνος, έως την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, οπότε οι ψυχές θα εισέλθουν στα αναστημένα σώματα, για να παρουσιασθούν ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού και να κριθούν.
Ο φόβος του θανάτου, πού καλλιεργήθηκε από όλους τους Πατέρες της Εκκλησίας, χρησιμοποιείται για να φθάσουμε στην αφοβία του θανάτου.
Ο φόβος του θανάτου, και όλων των δεινών πού συνδέονται με αυτόν, καλλιεργεί την μετάνοια. Δεν πρόκειται για έναν φόβο με ψυχολογικό περιεχόμενο, αλλά για πνευματικό φόβο, πού αναπτύσσει την μετάνοια και δημιουργεί έμπνευση για προσευχή και σωτηρία.
Δεν μπορεί να νοηθεί μετάνοια χωρίς τον φόβο του θανάτου. Γι' αυτό, όσοι επιδιώκουν με τον στοχαστικό λόγο να αμβλύνουν το φοβερό μυστήριο του θανάτου, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, αποτρέπουν τον άνθρωπο από την μετάνοια, πού συνιστά τον πραγματικό θάνατο της ψυχής. Πραγματικά, ο φόβος του θανάτου οδηγεί στην αφοβία και την υπέρβαση του θανάτου.
ΟΛΑ Η ΤΙΠΟΤΑ Αν αφαιρέσουμε την ιδέα της αιώνιας ζωής, τι πλέον μας μένει;
Να σκεφτόμαστε την αιωνιότητα
Εἶνε ἀπερίγραπτα τὰ κάλλη της. Δὲν ὑπάρχει γλώσσα γιὰ νὰ τὰ ἐκφράσουμε
Σβήνουμε ἐδῶ στὴν γῆ, ἀλλὰ ἀνατέλλουμε σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο αἰώνιο. Ἐὰν τὸ σκεφτόμασταν αὐτὸ καὶ εἴχαμε πνευματικοὺς πόθους θὰ ἦταν διαφορετικὴ ἡ γῆ.
Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος σκεφτόταν τὴν αἰωνιότητα καὶ ἔδειχνε τὸ ἕνα μυριαστὸ τῆς δραστηριότητες τὸ ὁποῖο δείχνει γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ὑλικῶν πραγμάτων, θὰ εἶχε ἀγγελοποιηθῆ ἡ γῆ. Θὰ εἶχε ἁγιοποιηθῆ καὶ μεταβληθῆ ἡ γῆ. Ἀλλ δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον. Ἔχουμε ὑλικούς πόθους. Πνευματικούς πόθους δὲν ἔχουμε.
Ὑλισμὸς καὶ ἐπικουρισμός. «Φάγωμεν ποίωμεν αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν»,
γι᾿ αὐτὸ ἄς καλλιεργοῦμε τὴν ἱδέα τῆς αἰωνιότητος. Εἶνε ἀπερίγραπτα τὰ κάλλη. Δὲν ὑπάρχει γλώσσα γιὰ νὰ τὰ ἐκφράσουμε.
Ἐμεῖς μάλλον μοιάζουμε μὲ τοὺς ναῦτες τοῦ Κολόμβου. Ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό του ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη χώρα. Τὸ λέει ἡ ἰστορία.
Ἐπὶ 5000 χρόνια δὲν ἢξεραν ὅτι ὑπάρχει Ἀμερική καὶ θεωροῦσαν τὸ πιὸ μακρυνὸ μέρος τὸ Γιβραλτάρ, πέρα στὴν Ἰσπανία. Μέχρι ἐκεῖ περιοριζόταν ὁ κόσμος ποὺ ἥξεραν, παραπέρα δὲν εἶχαν καμιὰ ἱδέα ὅτι ὑπάρχει κι ἄλλος κόσμος.
Ἧταν καιρὸς φαίνεται νὰ ἀνακαλυφθοῦν οἱ νέες χῶρες καὶ ἀπὸ ἔμπνευσι Θεοῦ ὁ Κολόμβος εἶπε ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κόσμος. Τὸν πέρασαν γιὰ τρελλὸ. Πῆγαν νὰ τὸν πιάσουν καὶ νὰ τὸν βάλλουν στὸ τρελλοκομεῖο.
Μὲ πολὺ κόπο ἔπεισε τὸν βασιλειὰ νὰ τὸν δώση καράβι καὶ ναῦτες γιὰ ν’ ἀνακαλύψη τὶς νέες χῶρες.
Μπῆκαν στὸ καράβι καὶ ταξιδεύαν. Ταξιδεύαν μέρες, μὲ τὰ μέσα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ βλέπαν ἕναν ἀπέραντο ὡκεανό. Ὅσο οἱ ἡμέρες περνοῦσαν καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ Κολόμβου δὲν βλέπαν στεριά, τόσο ἡ ἀνισυχία τους καὶ ἡ ἀγανάκτισή τους μεγάλωνε.
Συζητοῦσαν μπροστὰ του καὶ λέγαν: Ποῦ μᾶς ἔφερε αὐτὸς ὁ τρελλός ἄνθρωπος μέσα στὸν ὡκεανό; Χάσαμε τὶς γυναῖκες μας, χάσαμε τὰ παιδιά μας, χάσαμε τὶς οἰκογένειές μας καὶ τώρα θὰ χαθοῦμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι.
Πῶς μπλέξαμε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρελλὸ ἄνθρωπο, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό του ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κόσμος, πέρα ἀπὸ τὸν ὡκεανό; Τόσο ἦταν ἀγανακτισμένοι μὲ τὸν Κολόμβο, ὥστε εἶχαν σκοπὸ νὰ τὸν ἀρπάξουν καὶ νὰ τὸν ρίξουν μέσα στὴν θάλασσα καὶ νὰ γυρίσουν πίσω.
Εὐτυχῶς ὁ Κόλόμβος ἔκανε τὴν προσευχή του καὶ εἶπε: Θεέ μου βοήθησέ με. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κόσμος, βοήθησέ με γιὰ νὰ τὸν βρῶ.
Ἔπειτα ἀπὸ πολὺ ταλαιπωρία καὶ ἐνῶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ σκοτώσουν τὸν Κολόμβο καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴν θάλασσα, γιὰ νὰ τὸν φᾶνε τὰ ψάρια, τότε εἶδαν τὴν ἀκτὴ τῆς νέας ἡπείρου καὶ εἶπαν δόξα σοι ὁ Θεός.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει καὶ σήμερα. Ὅπως ἐκεῖνοι ἦταν ἄπιστοι στὸν Κολόμβο, ἔτσι καὶ ἐμεῖς εἲμαστε ἄπιστοι ὄχι στὸν Κολόμβο, γιατὶ τί εἶνε ὁ Κολόμβος; Στὸν Χριστό εἴμαστε ἄπιστοι, ποὺ μᾶς βεβαίωσε ὅτι ὑπάρχει ἄλλος κόσμο. Γιὰ ἐκεῖνο τὸν κόσμο πρέπει νὰ φροντίζουμε καὶ νὰ ζοῦμε καὶ ν᾿ ἀναπνέομε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή.
Ἄν ἄλλοι πιστεύουν στὸν παράδεισο τοῦ Φρόϊν, τοῦ Μάρξ, καὶ τῶν ἄλλων πραγμάτων τῆς ματαιότητος, ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε ριζομένη στὴν καρδιά μας τὴν αἰωνιότητα. Νὰ λέμε τὰ λόγια τοῦ συνταγματάρχου Καμπάνη, τὴν παραμονὴ τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς: Καλὴν ἀντάμωση στὴν αἰωνιότητα.
Ἔτσι πρέπει νὰ φρονοῦμε.
Ὡραῖο εἶνε ἕνα τραγούδι ποὺ μιλᾶ γιὰ αὐτὴ τὴν αἰώνια ζωή.
Λαμπροτέρα ἡλίου ἡ γῆ,
εἰς σαφῶς διορῶμεν μακρά
λευκημόνων ἀγγέλων μονή
κοσμουμένη μὲ θεία χαρά
Ναὶ ἐκεῖ, ναὶ ἐκεῖ θέλουμε ποτὲ συναντηθεῖ,
ὦ πατρὶς οὐρανία, τρεισευδαίμων καὶ τρεῖς ποθητοί Νὰ τὸ μάθετε. Τὰ σβήσαμε αὐτὰ τὰ τραγούδια καὶ δὲν διαφέρει ἡ ἰδεολογία μας ἀπὸ τὴν ἰδεολογία τῶν κοσμικῶν καὶ μηδαμινῶν πραγμάτων.
Ἄν ἀφαιρέσουμε τὴν ἰδέα τῆς αἰώνιας ζωῆς, τί πλέον μᾶς μένει; Ὁ Χριστιανισμὸς θὰ γίνη ἕνα λουλούδι ἄοσμο καὶ ἄχρωμο, ποὺ δὲν θὰ μυρίζει αἰωνιότητα.
Γι᾿ αὐτὸ βλέπετε, μεταξὺ τῶν δώδεκα θεμελιωδῶν ἄρθρων ποὺ διακηρύττει τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως μας καὶ κλείει τὸ «Πιστεύω», εἶνε: «Τὸ προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴ τοῦ μέλλοντος, Ἀμήν».
Σβήνουμε ἐδῶ στὴν γῆ, ἀλλὰ ἀνατέλλουμε σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο αἰώνιο.
Ἐὰν κανεὶς ἔβλεπε τὸν ἥλιο γιὰ πρώτη φορὰ νὰ βασιλεύη, θὰ ἄρχιζε νὰ κλαίη. Θὰ ἔλεγε: Πάει ὁ ἥλιος χάθηκε, ξαφανίστηκε. Καὶ ἄν τοῦ ἔλεγε κάποιος: Μὴ φοβᾶσαι αὔριο θὰ βγῆ ὁ ἥλιος.
Τί λέτε, θὰ τὸ πίστευε;
Τώρα εἶνε ἕνα φαινόμενο σύνηθες ποὺ τὸ βλέπουμε καθημερινῶς καὶ δὲν μᾶς κάνει ἐντύπωση.
Ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι θὰ ἀνατείλη ὁ ἧλιος τόσο εἶναι βέβαιο ὅτι θ᾿ ἀνατείλει ἡ ἄλλη ζωή.
Στὸ Παρίση πέθανε ἕνας καθηγητὴς ἀκαδημαϊκός καὶ τὸν προσεφώνησε ἕνας ἄλλος καθηγητής πιστός καὶ στὸ τέλος τοῦ εἶπε: Δὲν σοῦ λέω χαίρετε, δὲν σοῦ λέω ἀντίο, ἀλλα σοῦ λέω καλὴ ἀντάμωση στὴν αἰωνιότητα.
Αὐτὴ ἧταν ἡ πίστις τῶν ἡρώων, σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο.
Καὶ ὁ Σωκράτης ἐπίστευε, ἀλλὰ αὐτὸς εἶχε κάποιες ἀμφιβολίες, δὲν ἦταν ἀπόλυτος. Καὶ αὐτὸς ἐξέφρασε ὅτι πάει σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο λαμπρότερο ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς γῆς.
Λοιπὸν αὐτὴ τὴν πίστη πρέπει νὰ τὴν καλλιεργήσουμε, νὰ τὴν ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ, καὶ τὰ βλέμματά μας νὰ εἶνε πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὸν οὐρανό.
«Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσα πόλιν ἀλλὰ τὴν μέλλουσα ἐπιζητοῦμεν». Ἀστέρι φωτεινὸ εἶνε αὐτό.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)