Ο αντιπαθητικός παππούλης (μία διδακτική ιστορία)

Κάποτε πολύ παλιά σε ένα μοναστήρι στο Όρος, πριν ακόμα η ανθρωπότητα μάθει τι είναι το ηλεκτρικό ρεύμα, ήταν μία μικρή αδελφότητα νέων κατά βάσει μοναχών με τον Γέροντά τους, ο οποίος ήταν και αυτός σχετικά νέος. Μέσα σε αυτήν την αδελφότητα υπήρχε όμως και ένας μεγάλος σε ηλικία παππούλης. Ο παππούλης της ιστορίας μας, λοιπόν, δεν έλεγε ποτέ καλημέρα και περπατούσε πάντα με κατεβασμένο το βλέμμα. Όποτε συναντούσε κάποιον αδελφό του σταματούσε μπροστά του χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το έδαφος και κατευθείαν γυρνούσε την πλάτη του και άλλαζε πορεία. Δεν πήγαινε ποτέ στις Παρακλήσεις και στους Εσπερινούς. Μπορεί να τον έβλεπαν καμιά φορά στο απόδειπνο μετά την τράπεζα, αλλά θα έφευγε πριν τελειώσει. Μονάχα τις Κυριακές πήγαινε στην Λειτουργία καθυστερημένος και καθόταν μέχρι να τελειώσει. Όλοι οι αδελφοί του τον χαρακτήριζαν μονόχνοτο, παράξενο και τον συκοφαντούσαν συνέχεια στον Γέροντά τους. Πολλές φορές ο Γέροντας μπήκε στον πειρασμό να τον επιπλήξει για την συμπεριφορά του αυτή, αλλά κάθε φορά κάτι τον σταματούσε και τον δικαιολογούσε λέγοντας πως είναι ’’καμώματα της ηλικίας’’. Κάποια μέρα λοιπόν κάλεσε ο Καλός Θεούλης τον Παππούλη μας και αυτός έφυγε για πάντα για ένα πολύ μακρινό ταξίδι. Οι αδερφοί του δεν στεναχωρήθηκαν καθόλου για την απώλεια του. Ίσα, ίσα χάρηκαν κιόλας, γιατί δεν θα έβλεπαν άλλο το ξινισμένο γέρικο πρόσωπό του. Αναρωτιόντουσαν όμως: ’’ τι κατάληξη θα έχει η ψυχούλα αυτού του παράξενου γεράκου που δεν τελούσε κανένα από τα θρησκευτικά του καθήκοντα;’’ Το ρώτησαν στο Γέροντά τους και αυτός με την σειρά του είπε να κάνουν για 40 μέρες προσευχή και νηστεία και τότε θα τους φανερώσει ο Καλός Θεούλης τι έγινε με την ψυχούλα του γέρου αδελφού τους. Μετά από 40 μέρες Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στο Γέροντα και του αποκάλυψε ότι ο Γεράκος τους είναι στον Παράδεισο κοντά στον Καλό Θεούλη και προσεύχεται για αυτούς και για την σωτηρία της ψυχής τους. Ο Γέροντας απόρησε. Ρώτησε τον Άγγελο: ’’Μα πως; Αφού…’’ Πριν προλάβει όμως να τελειώσει αυτό που ήθελε να πει του απάντησε ο Άγγελος: Ο αδελφός σας είναι στον Παράδεισο γιατί ποτέ δεν είπε κακό λόγο για αδελφό του και ποτέ δεν κατέκρινε κανέναν σας! Πάντα το βλέμμα του κοιτούσε στο έδαφος για να μην δει κανέναν σας και τον κακολογήσει, δεν ερχόταν στις ακολουθίες για μην δει κανέναν αδελφό να κοιμάται στο στασίδι του, ή να μην κάνει τις μετάνοιες του και τον κρίνει’’. Ο Γέροντας έμεινε άφωνος. Τα νέα γρήγορα διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα όχι μόνο στο μικρό κοινόβιο αλλά και στις γύρω Μονές και Σκήτες. Αντί για χαρά όμως απλώθηκε μια απέραντη λύπη. Μέχρι και τα πουλιά σίγησαν εκείνη την μέρα. Ο αέρας δεν φύσηξε και τα λευκά προβατάκια της θάλασσας σταμάτησαν να γλύφουν τους τοίχους του μοναστηριού. Εκείνο το βράδυ ούτε τα άστρα βγήκαν στον ουρανό. Θρηνούσαν οι άνθρωποι, αλλά θρηνούσε και όλη η γη μαζί τους. Μακάρι να μπορούσαμε και εμείς να έχουμε έστω λίγη από την ταπείνωση του Άγιου αυτού Παππούλη και ας μας λέγανε παράξενους…

Ὁ Σατανᾶς, κοιτάζοντας τόν Ἰησοῦ, εἶπε: "Ὅλο τό αἷμα σου! Ὅλα τά δάκρυά σου! Τήν ζωή σου!"


Ὁ ἡλικιωμένος ἱερέας ἀνέβηκε στόν ἄμβωνα κρατώντας στό χέρι τοῦ ἕνα ἄδειο κλουβί. Ὁ κόσμος ἀπό κάτω κοιτοῦσε ἀπορημένος, ἐνῶ κάποιοι εἶπαν, πάει τό ἔχασε τό μυαλό τοῦ ὁ γέρος… – Χθές εἶδα ἕνα ἀγόρι πού εἶχε αὐτό τό κλουβί στά χέρια του. Στό κλουβί ὑπῆρχαν δύο μικρά πουλιά πού ἔτρεμαν ἀπό φόβο. Σταμάτησα τό ἀγόρι καί τό ρώτησα, εἶπε ὁ ἱερέας. -Τί ἔχεις μαζί σου, γιέ μου; -Δύο μικρά πουλιά, ἀπάντησε. -Καί τί θά κάνεις μέ αὐτά; Ρώτησα ξανά. -Θά τά πάρω σπίτι καί θά διασκεδάσω μαζί τους ἐκεῖ, ἀπάντησε τό ἀγόρι χαμογελώντας. -Θά τά βασανίσω, θά σκίσω τά φτερά τους γιά νά τά ἀκούσω νά κλαῖνε, θά τά χτυπήσω, θά τά κάνω νά τσακωθοῦν μεταξύ τους, νομίζω ὅτι θά εἶναι διασκεδαστικό γιά μένα. -Ἀλλά κάποια μέρα θά τά βαρεθεῖς Τί θά τά κάνεις τότε; -Ἔχω μία γάτα στό σπίτι, καί πραγματικά της ἀρέσουν τά πουλιά θά τά δώσω σέ αὐτήν, εἶπε τό παιδί. Σκέφτηκα γιά μία στιγμή καί ρώτησα, πόσα χρήματα θέλεις γιά αὐτά τά πουλιά, γιέ μου; -Τί θέλετε νά ἀγοράσετε αὐτά τά πουλιά; Μά δέν κελαηδᾶνε οὔτε εἶναι ὄμορφα. -Πόσα χρήματα θέλεις, ρώτησα ξανά. Νομίζοντας ὅτι ἤμουν τρελός, φώναξε, 50 εὐρώ!!! Μία στιγμή, τοῦ εἶπα καί ἔβγαλα τά χρήματα ἀπό τήν τσέπη μου, καί τά ἔδωσα στό ἀγόρι. Παίρνοντας τά χρήματα, τό ἀγόρι ἐξαφανίστηκε. Παίρνοντας προσεκτικά τό κλουβί, τό πῆγα στήν ἐξοχή ὅπου ὑπῆρχαν τόσα λουλούδια, καί τά ἀπελευθέρωσα προσεκτικά. Ἀπό ἐκεῖ ἦρθα μέ αὐτό τό κλουβί . Ὅταν ὁ ἱερέας τελείωσε τήν ἀφήγηση ἄρχισε νά λέει μία διαφορετική ἱστορία: – Ὁ Σατανᾶς καί ὁ Ἰησοῦς μιλοῦσαν καί ὁ διάβολος γεμάτος ὑπερηφάνεια ἔλεγε: -Κατέκτησα ὅλη τήν ἀνθρωπότητα! Ναί, χρησιμοποίησα τήν παγίδα πού εἶχα ἐφεύρει, καί δέν εἶχα καμιά ἀντίσταση ἀπό κανέναν τους. Αὐτοί καί τά παιδιά τούς τώρα μου ἀνήκουν. -Καί τί θά κάνεις μαζί τους; ρώτησε ὁ Ἰησοῦς. -Θά παίξω μαζί τους καί θά διασκεδάσω. Θά τούς διδάξω πῶς νά παντρεύονται καί στή συνέχεια νά παίρνουν διαζύγιο, πῶς νά μισοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά προδίδουν τούς φίλους , πῶς νά βλάπτουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Πῶς νά πίνουν κρασί, νά χρησιμοποιοῦν ναρκωτικά καί νά ὁρκίζονται ψέματα. Πῶς νά σκοτώνει ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά σκοτώνουν τά παιδιά τους Θά διασκεδάσω σέ αὐτόν τόν κόσμο πού δημιουργήθηκε ἀπό ἐμένα! Καί μετά τό παιχνίδι τί θά κάνεις μαζί τους; ρώτησε ὁ Ἰησοῦς. -Θά τούς πάρω μαζί μου στήν φλογερή κόλαση, φώναξε ὁ Σατανᾶς μέ ὑπερηφάνεια. -Πόσο θέλεις γί ‘αὐτούς, ρώτησε ὁ Ἰησοῦς -Θέλεις αὐτούς τούς ἀνθρώπους; Αὐτοί εἶναι ἄχρηστοι, θά σέ μισοῦν, θά σέ φτύσουν, θά σέ προδώσουν, θά σέ ἀρνηθοῦν, δέν μπορεῖ νά θέλεις αὐτούς τούς ἀνθρώπους! Δέν ἀξίζουν τό ἔλεός σου. Τί θέλεις γιά αὐτούς τούς ἀνθρώπους; Ο Ἰησοῦς ρώτησε ξανά. Ὁ Σατανᾶς, κοιτάζοντας τόν Ἰησοῦ, εἶπε: "Ὅλο τό αἷμα σου! Ὅλα τά δάκρυά σου! Τήν ζωή σου!" Σύμφωνοι, ἀπάντησε ὁ Κύριος. Καί πλήρωσε τό τίμημα Ὑπῆρχε ἀπόλυτη σιωπή στό ναό … Πῆρε τό κλουβί, ὁ ἱερέας καί κατέβηκε ἀπό τόν ἄμβωνα …


Η Aποστασία των Kαιρών μας.....


«Καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία» (Σ. Σολ. 5,23) ΟΜΟΙΑΖΟΜΕΝ, ἀγαπητοί μου, μὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ πιάνει στὰ χέρια του ἕνα ὄμορφο βιβλίο, κ᾿ ἐπειδὴ δὲν ξέρει γράμματα, τὸ ξεφυλλίζει τὸ ξεφυλλίζει, ἀλλὰ δὲν γνωρίζει τί λέει μέσα. Eἶδα κάποτε σ᾽ ἕνα βουνὸ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε στὰ χέρια του ἕνα βιβλίο καὶ τὸ κοιτοῦσε. ―Μπαρμπα-Γιῶργο, τοῦ λέω, τί λέει τὸ βιβλίο;―Ποῦ νὰ ξέρω, παιδάκι μου; μοῦ ἀπαντᾷ· κάτι βλέπω μέσα, ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνω τίποτα. Ἀκριβῶς τὸ διο συμβαίνει καὶ μ᾿ ἐμᾶς. Ἡ Ἐκκλησία μας, οἱ ἀκολουθίες, ὁ ὄρθρος, ὁ ἑσπερινός, ἡ θεία λειτουργία, εἶνε ἕνα βιβλίο, τὸ ὡραιότερο βιβλίο ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἀλλὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία καὶ δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε. Τί συμβαίνει; Ποιά νά ᾿νε ἡ αἰτία; Μήπως εἶνε ἡ γλῶσσα; Ἔ, κατά τι, συντελεῖ καὶ ἡ γλῶσσα. Δὲν εἶνε ὅμως ἡ γλῶσσα. Γνώρισα στὴ ζωή μου τσοπαναραίους καὶ γεωργοὺς καὶ ἀγραμμάτους ἀνθρώπους, ποὺ ξέρανε ἀπ᾿ ἔξω τὸν ἑξάψαλμο· γνώρισα καὶ δικηγόρους καὶ γιατροὺς καὶ μεγάλους ἐπιστήμονας καὶ καθηγητὰς πανεπιστημίου, ποὺ οὔτε τὸ «Πάτερ ἡμῶν» δὲν γνωρίζανε. Ἄρα λοιπὸν δὲν εἶνε τόσο ἡ δυσκολία τῆς γλώσσης· εἶνε ἡ ἔλλειψις ἀγάπης στὸ Θεό. Δὲν ἔχομε αἰσθανθῆ τὸ μεγαλεῖον αὐτὸ τῆς ποιήσεως, τὸ μεγαλεῖον τῶν ἀκολουθιῶν μας· καὶ οἱ σκέψεις μας καὶ τὰ αἰσθήματά μας εἶνε ξένα πρὸς τὰ μεγαλεῖα τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Γι᾿ αὐτὸ ἀπόψε θὰ θελήσω κ᾿ ἐγώ, ἀπὸ τὰ χίλια χρυσᾶ λόγια τὰ ὁποῖα ἠκούσατε εἰς τὰ ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ, συντόμως νὰ δοῦμε ἕνα χρυσοῦν λόγον, ἀνεκτίμητον λόγον, ποὺ εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους σοφοὺς ―ὄχι ἁπλῶς σοφούς, ἀλλὰ θεοπνεύστους― συγγραφεῖς τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὁ περίφημος Σολομῶν. Ὁ Σολομῶν λέγει μιὰ προφητεία, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Λέγει κάτι ποὺ γίνεται σήμερα. Τί λέει; «Ὅλη ἡ γῆ θὰ ἐρημώσῃ» καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος στὸν κόσμο (βλ. Σ. Σολ. 5,23). Καὶ ποιά ἡ αἰτία τῆς ἐρημώσεως; Ἀπαντᾶ ὁ προφήτης· Ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἐρημώσῃ ὁλόκληρον τὴν γῆν εἶνε ἡ ἀνομία. Μὰ ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ ἀνομία; Σ᾿ αὐτὸ συντόμως θὰ ἀπαντήσωμε. Ἀνομία, ὅπως ὅλοι καταλαβαίνετε ―καὶ ὅλοι εἶσθε ἐγγράμματοι καὶ ὅλοι ἀκοῦτε ῥαδιόφωνο καὶ τηλεόρασι―, ἀνομία σημαίνει παράβασις τῶν νόμων. Ἀλλὰ ποία ἆραγε νὰ εἶνε ἡ παράβασις νόμων ποὺ ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Σολομῶν; Διότι νόμοι ὑπάρχουν πολλοί. Ὑπάρχουν νόμοι ποὺ τοὺς φτειάνουνε οἱ ἄνθρωποι, τὰ διάφορα πολιτεύματα, ἡ βουλή, οἱ νομοθέται τοῦ κόσμου τούτου. Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ φτειάξαμε αὐτὸ τὸ μικρὸ βασίλειο μέχρι σήμερα ξέρετε πόσους νόμους ἔχουν βγάλει; Ρωτῆστε τοὺς δικηγόρους ἢ τοὺς δικαστάς, γιὰ νὰ δῆτε. Ἄπειρους νόμους. Ἡ δὲ πολυνομία ἐστὶ ἀνομία. Οὔτε αὐτοὶ ποὺ δικάζουν γνωρίζουν τὸ πλῆθος τῶν νόμων ποὺ κυκλοφορεῖ στὸ μικρό μας ἔθνος. Δὲν ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ προφήτης αὐτοὺς τοὺς νόμους, τοὺς ἀνθρώπινους, ποὺ ἐγέννησε ἡ γῆ· ἐννοεῖ ἄλλους, «οὐράνιους νόμους» ὅπως λέγει ὁ ἰδικός μας μέγας ποιητὴς ὁ Σοφοκλῆς, νόμους ποὺ ἔχουν αἰώνιον κῦρος. Ποῖοι εἶνε οἱ οὐράνιοι νόμοι αὐτοί; Ὁ πρῶτος εἶνε ὁ ἄγραφος νόμος. Αὐτὸς δὲν εἶνε γραμμένος μὲ μελάνι, δὲν εἶνε γραμμένος πάνω στὰ χαρτιά, ἀλλὰ εἶνε γραμμένος στὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως· καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶνε ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως. Ὁ δεύτερος νόμος, ποὺ εἶνε τελειότερος ἀπὸ τὸ νόμο τῆς συνειδήσεως, εἶνε ὁ Δεκάλογος, τὸν ὁποῖον ἐθέσπισε ὁ Θεὸς ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους Σινά. Τρίτος δὲ νόμος, τελειότατος καὶ ἄφθαστος εἰς μεγαλεῖον, εἶνε ἡ Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ καὶ γενικώτερον τὸ Εὐαγγέλιο. Αὐτοί εἶνε οἱ νόμοι. Ἐπαναλαμβάνω, πρῶτος νόμος ἡ συνείδησις, δεύτερος ὁ Δεκάλογος, τρίτος ἡ Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία ἢ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τῶν ἠθικῶν νόμων ὑπάρχουν καὶ οἱ φυσικοὶ νόμοι. Ποῖοι εἶνε οἱ φυσικοὶ νόμοι; Ν᾿ ἀνεβῆτε ἀπόψε τὸ βράδυ, ποὺ εἶνε καλωσύνη, ἐπάνω στὸ ὕψωμα ποὺ εἶνε ὁ τίμιος Σταυρὸς καὶ ἀγναντέψτε. Πανόραμα εἶνε. Τί κλείνεστε καὶ βλέπετε τηλεοράσεις; Ἡ ὡραιότερη τηλεόρασι εἶνε ὁ οὐρανός. Ἄφθαστο μεγαλεῖο, πανόραμα θεῖο. Χιλιάδες, ἑκατομμύρια ἀστέρια. Μὲ γυμνὸ μάτι φαίνονται 5.000, μὲ τὸ τηλεσκόπιο φαίνονται ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων. Τί εἶνε αὐτὰ τὰ ἀστράκια, τὰ σημαδάκια ποὺ βλέπουμε στὸν οὐρανό; Εἶνε πελώριες σφαῖρες, ποὺ στροβιλίζονται εἰς τὸ ἄπειρο. Τρέχουν μὲ ταχύτητα πυραύλων, τρέχουν μὲ ταχύτητα φωτός. Τρέχουν συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως. Καὶ δὲν συγκρούονται! Τόσα ἑκατομμύρια, καὶ δὲν συγκρούονται· γιατὶ ἀκολουθοῦν τὴν τροχιά, τὴν ὁποία ἐχάραξε ὁ Θεός. Τὸ φεγγάρι ἀκολουθεῖ τὴν τροχιά του. Κινεῖται γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ ὁ ἥλιος, λέγουν οἱ ἀστρονόμοι, ἔχει ἀπέραντη τροχιὰ μέσα εἰς τὸ ἄπειρον. Καὶ δὲν εἶνε μόνον ἕνας ἥλιος εἰς τὸ σύμπαν· εἶνε χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια ἥλιοι. Ὅλοι αὐτοὶ κινοῦνται μὲ ἀκρίβεια καὶ δὲν ἔχουν καμμία καθυστέρησι. Ζενίθ ὁ ἥλιος, ρολόι ἀκριβείας! Ἀνατέλλει καὶ δύει στὴν ὥρα του, αἰῶνες τώρα. «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ. ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ» (Ψαλμ. 103,19-20) Ἐδῶ πᾷς μὲ τὸ τραῖνο στὶς 8 ἢ 8 καὶ μισή, καὶ ἔρχεται μὲ καθυστέρησι στὶς 9. Ἀλλὰ τὸ δρομολόγιον τοῦ οὐρανοῦ δὲν ἔχει καμμία καθυστέρησι. Ποιός εἶνε ὁ τροχονόμος ἐκεῖ ἐπάνω, ποὺ ῥυθμίζει ὅλα αὐτὰ τὰ αἰώνια πράγματα; Μία εἶνε ἡ ἀπάντησις· ὁ Θεός. Αὐτὸς ἔθεσε τοὺς φυσικοὺς νόμους. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἔθεσε τοὺς φυσικοὺς νόμους, ἔθεσε καὶ τοὺς ἠθικοὺς νόμους. Καὶ τὰ μὲν ἄστρα ὑπακούουν, καὶ τὰ δέντρα ὑπακούουν, καὶ τὰ πουλιὰ ὑπακούουν, καὶ οἱ τίγρεις ὑπακούουν, καὶ οἱ ῥινόκεροι ὑπακούουν, καὶ τὰ πάντα ὑπακούουν στὸν Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος, καὶ ὑπάρχει ἁρμονία. Μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἁρμονία τοῦ σύμπαντος, μία εἶνε ἡ ἀνωμαλία ἡ μεγάλη, ἕνας εἶνε ὁ ἀντάρτης, ἕνας εἶνε ὁ ἐπαναστάτης· ὁ ἄνθρωπος. Λέγει εἰς τὸν Θεό· Ἐγὼ δὲν ὑπακούω, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑπακούσω στοὺς δικούς σου νόμους. Θὰ σηκώσω παντιέρα καὶ θὰ κάνω δικό μου βασίλειο. Δὲν ὑπακούει στὸ Θεὸ – ποιός; Τὸ μυρμήγκι ὁ ἄνθρωπος. Δὲν ὑπακούει εἰς τὸν Θεὸ καὶ δημιουργεῖ δικούς του νόμους. Λέγει ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως, λέγει ὁ νόμος τοῦ Δεκαλόγου, λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ μὴ λέμε ψέματα, νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια· «Λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος μετὰ τοῦ πλησίον αὐτοῦ» (Ἐφ. 4,25). Τὸ ἐφαρμόζομεν; Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει ὁ νέος καὶ ἡ νέα καὶ ἐν γένει ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ εἶνε ἁγνὸς σὰν τὰ κρίνα· τὸ ἐφαρμόζομεν; Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία εἶνε κατάρα, καὶ ἀστροπελέκια πέφτουν στὰ σπίτια τῶν ἁμαρτωλῶν. Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι τὸ διαζύγιο ἀπαγορεύεται καὶ μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτου χωρίζει τὸ ἀνδρόγυνο. Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει νὰ κοπιάζῃς, νὰ ἱδρώνῃς, νὰ μουσκεύῃς τὸ χῶμα τῆς γῆς μὲ τὸν ἱδρῶτα σου· «Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» (Γέν. 3,19). Λέγει τὸ Εὐαγγελίο, ὅτι τὸ μῖσος ἀπαγορεύεται. Καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπακούει. Ἔχει τὸ Εὐαγγέλιο μιὰ ὡραιοτάτη ἐντολή, ὑψίστης σημασίας ἐντολή, ποὺ εἶνε ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἐντολὲς καὶ διατυπώνεται μὲ δύο λέξεις· «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. 13,34). Τηροῦμε τοὺς ἠθικοὺς αὐτοὺς νόμους; ὑπακούουμε εἰς αὐτούς; Ὄχι. Εἰς τὴν ἐποχή μας ἔχει πάρει τὴ γομμολάστιχά του ὁ σατανᾶς καὶ ἔχει σβήσει τοὺς ἠθικοὺς αὐτοὺς νόμους καὶ ἔκανε δικούς του νόμους. Ὅποιος δὲν ὑπακούει εἰς τὸν Θεό, λέγει ἕνας ἐκ τῶν μεγαλυτέρων φιλοσόφων τοῦ αἰῶνος μας, θὰ ὑπακούσῃ μοιραίως εἰς τὸν διάβολον. Κ᾿ ἐμεῖς λοιπόν, ἐφ᾿ ὅσον δὲν θέλομεν νὰ ὑπακούσωμεν εἰς τὸν Θεόν, ὑπακούομεν εἰς τὸν διάβολον. Καὶ ὁ διάβολος τί λέγει; Γιατί νὰ δουλεύῃς;… Ἔβγαλε τὸν δικό του νόμο. Ποιόν; «Ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾿χῃς». Αὐτὸς εἶνε ὁ νόμος ὁ ὁποῖος κυκλοφορεῖ μέσα στὸν κόσμο καὶ μέσα στὴν κοινωνία. Ὅλα τὰ μέσα τὰ χρησιμοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ πάῃ κόντρα στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι ἐπικρατεῖ ἡ ἀνομία. Ἡ ἀνομία ἐπικρατεῖ παντοῦ, σ᾿ ἀνατολὴ καὶ δύσι. Ἡ ἀνομία κατέκλυσε τὸν κόσμον ὁλόκληρο. Δὲν ὑπάρχει σημεῖο τῆς ὑδρογείου σφαίρας ποὺ οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ καταπατοῦν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴ καταπατοῦν τὸ Εὐαγγέλιο. Σόδομα καὶ Γόμορρα γινήκαμε. Καὶ τ᾿ ἀποτελέσματα; Τί πρέπει νὰ περιμένωμε; Ἐμένα ρωτᾶτε; Τὸ λέγει ἡ προφητεία, τὸ λέγει ὁ Σολομῶν· ρωτῆστε τον. Ὅταν, λέει, κυριαρχήσῃ μέσα εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον ἡ ἀνομία, ἡ παράβασις, τότε θὰ ἐρημωθῇ ἡ γῆ. Μάλιστα. Θ᾿ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα, ἀπὸ ἕνα ὡραῖο χωριό, τὸ Τρίβουνο. Ἔχω πάει κατ᾿ ἐπανάληψιν καὶ πιστεύσατέ με, ὁσάκις πηγαίνω, κλαίω. Σπίτια ὡραῖα, ἐκκλησία μεγάλη, θαυμάσιο καμπαναριό, δρόμοι… Τὸ θαυμάζεις. Πρὸ τοῦ ᾿12 στὸ Τρίβουνο ἐπάνω ἤτανε δυόμιση χιλιάδες (2.500) ἄνθρωποι. Τώρα εἶνε ἐνενηνταπέντε (95). Κι αὐτοὶ φεύγουν παρακάτω καὶ τὸ ἐγκαταλείπουν. Ἐρημώθηκε τὸ Τρίβουνο. Ὅπως λοιπὸν τὸ Τρίβουνο ἐρημώθηκε καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ σβήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ ὅπως τὸ Πισοδέρι κοντεύει νὰ ἐρημωθͺῇ, καὶ ὅπως ἄλλα χωριὰ γινήκανε γηροκομεῖα καὶ ἐρημώνονται – προφητεύω τὴν ὥρα αὐτή, χωρὶς νὰ εἶμαι προφήτης, ἀλλὰ βασίζομαι ἐπάνω εἰς τὰ ἱερὰ κείμενα, ἐπάνω εἰς τὸν Σολομῶντα καὶ λέγω· Θὰ ἐρημώσῃ ἡ γῆ καὶ Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Μόσχα. Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Νέα Ὑόρκη. Τρίβουνο θὰ γίνῃ τὸ Βερολῖνο. Τρίβουνο θὰ γίνῃ τὸ Σικάγο. Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Ἀθήνα. Τρίβουνο θὰ γίνουν τὰ ἰσχυρὰ ὑπερήφανα κράτη. Θεέ μου Θεέ μου! ἀφάνταστα καὶ φοβερὰ πράγματα θὰ γίνουν. Οὔτε καταλαβαίνομεν, οὔτε ἔχομεν συναισθανθῆ τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος κρέμεται ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς μας. Ὄχι μὲ γέλια, ὄχι μὲ τραγούδια· δὲν ξέρουμε τί γίνεται στὰ Βαλκάνια, δὲν ξέρουμε τί γίνεται εἰς τὸν κόσμον. Εἰρήνη, φωνάζουν. Λέγει ἡ Γραφή· Ὅταν ἀκοῦτε εἰρήνη, τότε νὰ περιμένετε πόλεμο (βλ. Α΄ Θεσ. 5,3· Ἰερ. 6,14). Ὅπως τὸ ᾿40. Τὶς παραμονὲς τοῦ πολέμου τὸ ῥαδιόφωνο τῆς Ῥώμης ἔλεγε «εἰρήνη», καὶ ἀγκάλιαζε ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας τὸν δικό μας πρεσβευτὴ κάτω στὴν Ἀθήνα· καὶ τὰ μεσάνυχτα οἱ σειρῆνες ἐσάλπισαν εἰς ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ χτύπησαν οἱ παιᾶνες τοῦ πολέμου καὶ ἠκούσθησαν εἰς ὁλόκληρον τὸ Πανελλήνιον. Πρέπει νὰ περιμένωμεν κάτι μεγάλο νὰ γίνῃ εἰς τὸν κόσμον. Γίνονται προσπάθειαι ὑφέσεως, ἀλλὰ βαίνομεν μὲ γιγαντιαῖα βήματα εἰς παγκόσμιον ῥῆξιν, εἰς παγκόσμιον πόλεμον, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν Ἁρμαγεδών (Ἀπ. 16,16). Πᾶμε στὸν Ἁρμαγεδῶνα. Ὁ δὲ Ἀρμαγεδών τί εἶνε; Διαβάστε Γραφή· πουλῆστε τὸ πουκάμισό σας καὶ ἀγοράστε Ἀποκάλυψι. Κ᾿ ἐκεῖ μέσα θὰ δῆτε τὰ φρικτὰ ἀποτελέσματα τὶς ἁμαρτίας, τὰ ὁποῖα συντόμως περιγράφει ὁ Σολομῶν μὲ τὴ φράσι «Καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία» (Σ. Σολ. 5,23). Ναί, θὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πρὶν 200 χρόνια. Σύμφωνοι εἶνε οἱ προφῆται, σύμφωνοι εἶνε αἱ Γραφαί. Λέγει ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅτι· Θὰ βαδίζῃς ἑκατὸ χιλιόμετρα, ἀπὸ τὴ Φλώρινα μέχρι τὴ Κοζάνη, καὶ δὲν θὰ συναντᾷς ἄνθρωπο. Θὰ ἐρημώσῃ ἡ γῆ· ναί. Τὰ νερὰ θὰ πικραθοῦν, τὰ δέντρα θὰ ξηρανθοῦν, τὰ πουλιὰ θὰ ψοφήσουν ―τὰ ψάρια ἀπὸ τώρα ἀρχίζουν καὶ ψοφοῦν―, θὰ γίνῃ ἔρημος ἡ γῆ. Δὲν θὰ μπορῇ οὔτε πτηνὸν νὰ διασχίζῃ τὸν ἀέρα, οὔτε ἀρνίον νὰ βελάζῃ εἰς τοὺς λειμῶνας, οὔτε τι ἄλλο θὰ ὑπάρχῃ. Ἔρημος θὰ γίνῃ ἡ γῆ. Καὶ θὰ ἐρημωθῇ ἡ γῆ ἀπὸ τὴν ἀνομία. Ἀπελπιστικὰ εἶνε αὐτά; Αὐτὰ λέει ὁ προφήτης, καὶ αὐτὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς πορνείας, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδορκίας, τῆς ἀδικίας, τῆς ἁρπαγῆς, τοῦ μίσους καὶ ὅλων τῶν κακιῶν ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὸν κόσμον. Εὑρισκόμεθα ἐγγὺς τοῦ κρημνοῦ, ἐγγὺς τῆς κατάρας, ἐγγὺς τῆς καταστροφῆς, ἐγγὺς Ἁρμαγεδῶνος. Μιὰ μόνον ἐλπὶς ὑπάρχει. Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, Ἀνατολὴ καὶ Δύσις, ὅλων τῶν χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων, θὰ σωθοῦμε, μόνον ἂν κάνωμεν στροφὴ 180 μοιρῶν πρὸς τοὺς αἰωνίους δρόμους τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸ νόμο τῆς συνειδήσεως, πρὸς τὸ νόμο τοῦ Δεκαλόγου, πρὸς τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου. Μόνον ἐὰν ἐγκαταλείψουμε τὴν ἁμαρτία καὶ ἐπιστρέψωμεν πρὸς τὸν Θεό, θὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Μόνον ἐὰν πραγματικῶς μετανοήσωμεν, θὰ ἔρθῃ ἡ σωτηρία.


Ο αντιπαθητικός παππούλης (μία διδακτική ιστορία)


Κάποτε πολύ παλιά σε ένα μοναστήρι στο Όρος, πριν ακόμα η ανθρωπότητα μάθει τι είναι το ηλεκτρικό ρεύμα, ήταν μία μικρή αδελφότητα νέων κατά βάσει μοναχών με τον Γέροντά τους, ο οποίος ήταν και αυτός σχετικά νέος. Μέσα σε αυτήν την αδελφότητα υπήρχε όμως και ένας μεγάλος σε ηλικία παππούλης. Ο παππούλης της ιστορίας μας, λοιπόν, δεν έλεγε ποτέ καλημέρα και περπατούσε πάντα με κατεβασμένο το βλέμμα. Όποτε συναντούσε κάποιον αδελφό του σταματούσε μπροστά του χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το έδαφος και κατευθείαν γυρνούσε την πλάτη του και άλλαζε πορεία. Δεν πήγαινε ποτέ στις Παρακλήσεις και στους Εσπερινούς. Μπορεί να τον έβλεπαν καμιά φορά στο απόδειπνο μετά την τράπεζα, αλλά θα έφευγε πριν τελειώσει. Μονάχα τις Κυριακές πήγαινε στην Λειτουργία καθυστερημένος και καθόταν μέχρι να τελειώσει. Όλοι οι αδελφοί του τον χαρακτήριζαν μονόχνοτο, παράξενο και τον συκοφαντούσαν συνέχεια στον Γέροντά τους. Πολλές φορές ο Γέροντας μπήκε στον πειρασμό να τον επιπλήξει για την συμπεριφορά του αυτή, αλλά κάθε φορά κάτι τον σταματούσε και τον δικαιολογούσε λέγοντας πως είναι ’’καμώματα της ηλικίας’’. Κάποια μέρα λοιπόν κάλεσε ο Καλός Θεούλης τον Παππούλη μας και αυτός έφυγε για πάντα για ένα πολύ μακρινό ταξίδι. Οι αδερφοί του δεν στεναχωρήθηκαν καθόλου για την απώλεια του. Ίσα, ίσα χάρηκαν κιόλας, γιατί δεν θα έβλεπαν άλλο το ξινισμένο γέρικο πρόσωπό του. Αναρωτιόντουσαν όμως: ’’ τι κατάληξη θα έχει η ψυχούλα αυτού του παράξενου γεράκου που δεν τελούσε κανένα από τα θρησκευτικά του καθήκοντα;’’ Το ρώτησαν στο Γέροντά τους και αυτός με την σειρά του είπε να κάνουν για 40 μέρες προσευχή και νηστεία και τότε θα τους φανερώσει ο Καλός Θεούλης τι έγινε με την ψυχούλα του γέρου αδελφού τους. Μετά από 40 μέρες Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στο Γέροντα και του αποκάλυψε ότι ο Γεράκος τους είναι στον Παράδεισο κοντά στον Καλό Θεούλη και προσεύχεται για αυτούς και για την σωτηρία της ψυχής τους. Ο Γέροντας απόρησε. Ρώτησε τον Άγγελο: ’’Μα πως; Αφού…’’ Πριν προλάβει όμως να τελειώσει αυτό που ήθελε να πει του απάντησε ο Άγγελος: Ο αδελφός σας είναι στον Παράδεισο γιατί ποτέ δεν είπε κακό λόγο για αδελφό του και ποτέ δεν κατέκρινε κανέναν σας! Πάντα το βλέμμα του κοιτούσε στο έδαφος για να μην δει κανέναν σας και τον κακολογήσει, δεν ερχόταν στις ακολουθίες για μην δει κανέναν αδελφό να κοιμάται στο στασίδι του, ή να μην κάνει τις μετάνοιες του και τον κρίνει’’. Ο Γέροντας έμεινε άφωνος. Τα νέα γρήγορα διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα όχι μόνο στο μικρό κοινόβιο αλλά και στις γύρω Μονές και Σκήτες. Αντί για χαρά όμως απλώθηκε μια απέραντη λύπη. Μέχρι και τα πουλιά σίγησαν εκείνη την μέρα. Ο αέρας δεν φύσηξε και τα λευκά προβατάκια της θάλασσας σταμάτησαν να γλύφουν τους τοίχους του μοναστηριού. Εκείνο το βράδυ ούτε τα άστρα βγήκαν στον ουρανό. Θρηνούσαν οι άνθρωποι, αλλά θρηνούσε και όλη η γη μαζί τους. Μακάρι να μπορούσαμε και εμείς να έχουμε έστω λίγη από την ταπείνωση του Άγιου αυτού Παππούλη και ας μας λέγανε παράξενους…


Να μένουμε μέχρι τέλους στην Θεία Λειτουργία, έτοιμοι για την Θεία Κοινωνία. 9ος Αποστολικός Κανόνας

Να μένουμε μέχρι τέλους στην Θεία Λειτουργία, έτοιμοι για την Θεία Κοινωνία. 9ος Αποστολικός Κανόνας 1. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, στήν σειρά τῶν ὁμιλιῶν πού κάνω, θά σᾶς ἑρμηνεύσω τόν ἔνατο ἀποστολικό κανόνα. Τό μήνυμα τοῦ κανόνα αὐτοῦ εἶναι ὅτι οἱ χριστιανοί πρέπει νά κοινωνοῦν συχνά τά Ἄχραντα Μυστήρια. Νά κοινωνοῦν πολύ συχνά! Ὁ χριστιανός πρέπει νά εἶναι τόσο πολύ προσεκτικός στήν ζωή του, ὥστε νά μπορεῖ νά κοινωνεῖ σέ κάθε θεία Λειτουργία πού θά εὑρεθεῖ. Οἱ χριστιανοί μας πρέπει νά ἐννοήσουν ὅτι ἡ θεία Λειτουργία δέν εἶναι μία ἁπλῆ προσευχή, πού μπορεῖ νά τήν κάνουν καί στό σπίτι τους, ἀλλά εἶναι Τραπέζι! Πραγματικά! Χωρίς Ἁγία Τράπεζα δέν γίνεται θεία Λειτουργία. Καί τό τραπέζι σημαίνει τροφή. Ποιά εἶναι ἡ τροφή στήν θεία Λειτουργία; Εἶναι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ! Φωνάζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες στά κηρύγματά τους καί φωνάζουν οἱ ἅγιοι Κανόνες γιά συχνή Θεία Κοινωνία. Ἀλλά καί ὅποιος δώσει προσοχή στίς εὐχές τῆς θείας Λειτουργίας, θά ἐννοήσει ὅτι οἱ εὐχές προϋποθέτουν τήν Θεία Κοινωνία ὅλων τῶν συναχθέντων πιστῶν χριστιανῶν. Γι᾽ αὐτό και παρακαλοῦντες ἐμεῖς οἱ ἱερεῖς πρίν ἀπό τήν Θεία Κοινωνία νά κοινωνήσουμε ἀπό τήν κραταιά χεῖρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ λέγουμε στήν συνέχεια «καί δι᾽ ἡμῶν (τῶν ἱερέων δηλαδή) παντί τῷ λαῷ». Ἀλλά εἶναι λυπηρό, εἶναι πολύ λυπηρό τό θέαμα πού παρατηρεῖται σέ μερικές ἐνορίες. Ποιό θέαμα; Τό νά γίνεται τίς Κυριακές καί τίς ἑορτές θεία Λειτουργία καί νά μήν προσέρχεται κανείς νά κοινωνήσει. Καί οἱ μέν μεγάλοι δυνατόν νά ἔχουν κωλύματα καί νά μήν ἔχουν τήν ἄδεια ἀπό τόν Πνευματικό γιά συχνή Θεία Κοινωνία. Ἀλλά τά παιδιά, τά ἀθῶα παιδιά, γιατί νά στεροῦνται τήν χάρη καί τήν χαρά νά κοινωνοῦν συνεχῶς τά Ἄχραντα Μυστήρια; Τό θέμα τῆς νηστείας ρυθμίζεται ἀπό τόν Πνευματικό ἀνάλογα μέ τήν ἡλικία, τήν ὑγεία καί ἰδιαίτερα ἀπό τόν πόθο γιά τήν θεία Κοινωνία. 2. Συγκεκριμένα, ἀγαπητοί μου, ὁ ἔνατος Κανόνας τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων πού θέλω νά σᾶς ἑρμηνεύσω, λέγει γιά τούς χριστιανούς ἐκείνους, πού ἔρχονται στήν Ἐκκλησία καί ἀρκοῦνται μόνο στό νά ἀκούσουν τά ἀναγνώσματα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή, ἀλλά ἔπειτα φεύγουν καί δέν παραμένουν στό ὑπόλοιπο μέρος τῆς θείας Λειτουργίας. Αὐτοί, λέγει ὁ Κανόνας, πρέπει νά ἀφορίζονται. – Ἐδῶ, χριστιανοί μου, πρέπει νά σταθῶ καί νά σᾶς κάνω μία διευκρίνηση. Ἡ θεία Λειτουργία, ὅπως ξέρετε, ἀρχίζει μέ τό «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» καί τελειώνει μέ τό «Δι᾽ εὐχῶν τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν». Ὅλο αὐτό τό τμῆμα χωρίζεται σέ δυό μεγάλα μέρη: Τό πρῶτο μέρος τελειώνει μετά τό Εὐαγγέλιο καί λέγεται «διδακτικό». Τό δεύτερο μέρος ἀρχίζει μετά τό Εὐαγγέλιο καί φθάνει μέχρι τό τέλος. Τό τμῆμα αὐτό λέγεται «τελετουργικό». Στό πρῶτο μέρος, τό «διδακτικό», μπορεῖ νά συμμετέχουν καί οἱ κατηχούμενοι, οἱ ἀβάπτιστοι δηλαδή, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἤθελαν νά βαπτιστοῦν. Γι᾽ αὐτό καί αὐτό τό τμῆμα τό εἶπαν «Λειτουργία τῶν κατηχουμένων». Μετά ὅμως ἀπό τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ὁ Διάκονος ἔλεγε τρίς φορές: «Οἱ κατηχούμενοι προέλθετε», δηλαδή φύγετε. Καί ἔμεναν στόν Ἱερό Ναό μόνο οἱ βαπτισμένοι χριστιανοί καί αὐτοί μόνο συμμετεῖχαν στό δεύτερο μέρος τῆς θείας Λειτουργίας. Γι᾽ αὐτό καί τό τμῆμα αὐτό λεγόταν «Λειτουργία τῶν πιστῶν», τῶν βαπτισμένων χριστιανῶν δηλαδή. Σ᾽ αὐτό τό τμῆμα, ἀγαπητοί μου χριστιανοί, γίνεται τό θεῖο Μυστήριο, ἡ θεία Εὐχαριστία· γίνεται τό θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ καί κοινωνοῦν οἱ πιστοί. 3. Ἡ τάξη εἶναι οἱ χριστιανοί στήν θεία Λειτουργία νά ἀκοῦν πρῶτα τά ἱερά ἀναγνώσματα, τόν Ἀπόστολο καί τό Εὐαγγέλιο, καί, προετοιμαζόμενοι ἀπό αὐτά, νά μένουν ἔπειτα καί στό δεύτερο τμῆμα τῆς θείας Λειτουργίας, γιά νά κοινωνήσουν τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά μερικοί χριστιανοί, ἀπό τά παλαιά ἀκόμη χρόνια, ἔκαναν τήν ἀταξία, ἡ ὁποία ἦταν μεγάλη ἁμαρτία, καί γι᾽ αὐτό ὁ Κανόνας μας ἐδῶ τήν τιμωρεῖ μέ ἀφορισμό. Ἔφευγαν δηλαδή ἀπό τήν θεία Λειτουργία μετά τό Εὐαγγέλιο καί δέν ἔμεναν γιά τήν Ἁγία Μετάληψη. Αὐτούς, λέγει ὁ Κανόνας πού ἑρμηνεύουμε, «ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντας τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀφορίζεσθαι χρή». 4. Ὅσοι, ἀγαπητοί μου, τό ἔκαναν αὐτό, ὅσοι δηλαδή ἔφευγαν ἀπό τήν θεία Λειτουργία μετά τό Εὐαγγέλιο, εἶχαν νοήσει καλά ὅτι τό μετά τό Εὐαγγέλιο τμῆμα τῆς Λειτουργίας εἶναι γιά τήν Θεία Κοινωνία. Καί ἀφοῦ λοιπόν αὐτοί δέν θά κοινωνοῦσαν, γι᾽ αὐτό θεωροῦσαν περιττόν καί νά μείνουν μέχρι τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας. Σ᾽ αὐτό ἔχω νά πῶ τά ἑξῆς σύντομα καί τελειώνω τόν λόγο: (α) Πρῶτον, ὅπως εἴπαμε καί στήν ἀρχή τοῦ κηρύγματός μας, εἶναι κατακριτέο τό ὅτι οἱ χριστιανοί μας δέν ἔχουν τήν ἐπιθυμία νά κοινωνοῦν συχνά καί κοινωνοῦν μόνο σέ μεγάλες γιορτές. Πολλές φορές τό εἴπαμε ὅτι ὁ καλός χριστιανός διακρίνεται ἀπό τήν θερμή του ἐπιθυμία γιά τήν συχνή Θεία Κοινωνία. Καί ἔτσι ἦταν οἱ πρῶτοι χριστιανοί. Κοινωνοῦσαν ὁπωσδήποτε σέ κάθε θεία Λειτουργία. Ἐμεῖς ὅμως σήμερα, στήν ξεπεσμένη πνευματικά ἐποχή πού εἴμαστε, τό θεωροῦμε σάν περίεργο καί σάν ἀπίστευτο αὐτό. Ἀλλά θέλω ἐδῶ νά σᾶς ἀναφέρω μία θρηνώδη περικοπή τοῦ Ματθαίου Βλάσταρη, τήν ὁποία παραθέτει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στό Πηδάλιό του, στήν ἑρμηνεία τοῦ Κανόνα μας. «Οἱ παλαιοί χριστιανοί – λέγει ὁ Βλάσταρης – καθώς ἐσπούδαζον νά πιστεύουν ὀρθά, παρομοίως ἐσπούδαζον καί νά πολιτεύονται ὀρθά. Διά τοῦτο καί πολλά καλά ἔθιμα, ὅπου ἀναφέρουν οἱ θεῖοι Κανόνες, συνηθιζόμενα εἰς τούς τότε καιρούς, αὐτά τώρα εἰς τούς ἰδικούς μας καιρούς εἶναι ἀλλοιώτικα καί διαφορετικά. Τόσον μᾶς ἐκατέστησεν ἡ διεστραμμένη καί ἀμελημένη ζωή, ὅπου ζῶμεν, ὥστε δέν πιστεύουμε κἄν ὅτι κάποτε οἱ χριστιανοί ἔφτασαν εἰς τόσην ἀρετήν, ὥστε μετελάμβανον συνεχῶς εἰς κάθε θείαν Λειτουργίαν ὅπου ἐγίνετο». (β) Δεύτερον, ἔχουμε νά ποῦμε ὅτι κακῶς, πολύ κακῶς ἔκαναν οἱ χριστιανοί νά φεύγουν ἀπό τήν θεία Λειτουργία μετά τό Εὐαγγέλιο, ἐπειδή τό τμῆμα αὐτό εἶναι γιά τήν θεία Κοινωνία καί αὐτοί δέν θά μετελάμβαναν. Ἄς μή μεταλάμβαναν, ἔπρεπε νά μένουν μέχρι τό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας. Γιατί αὐτό ἰδιαίτερα τό τμῆμα στήν Λειτουργία, τό μετά τό Εὐαγγέλιο, εἶναι τό πλέον ἱερό καί ἅγιο, εἶναι μία θεοφάνεια. Καί οἱ χριστιανοί, καί αὐτοί ἀκόμη πού δέν θά κοινωνήσουν, νοιώθουν κάποια γεύση ἱερή τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί θερμαίνεται ἡ ἀγάπη τους καί ἡ πίστη τους στόν Θεό. Ἀλλά καί ὅταν βλέπουν τούς ἄλλους χριστιανούς νά κοινωνοῦν, ἐλέγχονται ἐσωτερικά γιατί αὐτοί δέν κοινωνοῦν καί ἀνάβει μέσα τους μιά ἱερή «ζήλια», νά προοδεύσουν καί αὐτοί καί νά ἀξιώνονται καί αὐτοί, ὅπως καί οἱ ἄλλοι ἀδελφοί τους, νά κοινωνοῦν συχνά, κάθε Κυριακή, τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. 5. Ἀδελφοί μου, θά μᾶς σώσει ἡ Θεία Κοινωνία. Τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, γιά νά δείξουμε στόν Κριτή Χριστό ὅτι εἴμαστε δικοί Του καί νά μᾶς πάρει λοιπόν μαζί Του στήν Βασιλεία Του, θά τοῦ δείξουμε τά χείλη μας. Θά τοῦ ποῦμε: «Χριστέ, κοίτα τά χείλη μου, εἶναι κόκκινα. Ἔπινα συχνά τό δικό Σου Αἷμα, γιά ἄφεσή μου ἁμαρτιῶν καί γιά ζωή αἰώνια. Πᾶρε με στήν Βασιλεία Σου»!