Το Βάρος του Ποτηριού και τα Άγχη της Ζωής

Ένας γέροντας μιλούσε σε κάτι νεαρά παιδιά. Κάποια στιγμή σήκωσε ένα ποτήρι νερό, και όλοι υπέθεσαν ότι θα τους απευθύνει την κλασική ερώτηση «είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο». Αντί αυτού, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ρώτησε: «Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι νερό;» Οι απαντήσεις που ακούστηκαν κυμαίνονταν από 250 σε 600 γραμμάρια. Εκείνος όμως απάντησε: «Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία… Εξαρτάται από το πόσο διάστημα το κρατάω. Εάν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν είναι ένα πρόβλημα. Εάν το κρατήσω για μια ώρα, θα έχω έναν πόνο στον βραχίονά μου. Αν το κρατήσω για μία μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα αρχίσει να παραλύει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του γυαλιού δεν αλλάζει, αλλά όσο πιο πολύ το κρατάω, τόσο πιο βαρύ γίνεται.» Ο γέροντας συνέχισε λέγοντας, «Τα άγχη και οι ανησυχίες της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού. Αν τα σκέφτεστε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Αν τα σκεφτείτε λίγο περισσότερο, αρχίζουν να σας βλάπτουν. Και αν τα σκέφτεστε όλη την ημέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να αισθανθείτε ότι σας παραλύουν και ότι σας καθιστούν ανίκανους να κάνετε οτιδήποτε άλλο». Είναι σημαντικό να θυμάστε να διώχνετε τα άγχη και τους φόβους σας. Όσο πιο νωρίς μέσα στην ημέρα, αφήστε όλα τα βάρη σας στον Χριστό. Μην τα κουβαλάτε όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ μαζί σας. Προσευχηθείτε και πείτε τα πρώτα στο Χριστό! Έπειτα, αν οι φοβίες σας, γίνουν εμμονές ή αιτία να αμαρτάνετε, είτε με ολιγοπιστία και με αμφιβολίες προς τον Θεό είτε με άσχημους λογισμούς προς τους γύρω σας, τότε όποτε μπορέσετε επισκεφθείτε τον πνευματικό σας πατέρα και εξομολογηθείτε Μην το αναβάλετε. Θυμηθείτε να αφήσετε το ποτήρι σας, όσο πιο γρήγορα μπορείτε! Για να ξεκουραστείτε!


Πως θα ξεπεράσουμε την αγωνία και το άγχος;

Τρομερό είναι το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου. Αν και οι ανέσεις του πολιτισμού μας θα έπρεπε να έχουν απαλλάξει τη σκέψη του από ανησυχίες και φόβους, μπορούμε να πούμε, πως το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Η ζωή του είναι κατάμεστη από κάθε είδους φόβους, που δηλητηριάζουν τις μέρες του και τις νύχτες του, κάνοντάς τον δυστυχισμένο. Είναι τρομερή η κατάσταση του ανθρώπου, που τον δέρνουν οι φόβοι. Φόβοι για την υγεία μας, και κάθε πονάκι μεταβάλλεται σε εφιάλτη. Φόβος για την πολιτική κατάσταση και τις διεθνείς εξελίξεις. Φόβοι για τις σπουδές των παιδιών. Φόβοι από την εργασία για την προαγωγή. Φόβοι μη χάσουμε την κληρονομιά. Φόβοι… φόβοι… φόβοι… Και ο άνθρωπος αυτός δέρνεται μέσα στους φόβους του, τα νεύρα του σπάνε και πολλές φορές τα καταπραϋντικά δεν φτάνουν και χρειάζεται ψυχίατρος. Γιατί κάθε μέρα να φαρμακωνόμαστε από τόσους φόβους; Ποιος φταίει; Δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάνει αλλιώς και καλά κάνει και φοβάται, εφόσον δεν έχει Θεό και μόνος του προσπαθεί. Είναι η αμοιβή της απιστίας του. Τα πράγματα τελείως αλλάζουν από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα γνωρίσει την αγάπη του Θεού και θα εμπιστευθεί απόλυτα σ’ Αυτόν. Τότε τα πάντα αναλαμβάνει ο Θεός και ο άνθρωπος ελεύθερος μπορεί να αναπαύεται στη γεμάτη στοργή αγκαλιά του Θεού. Τότε θα μπορεί να πει μαζί με τον Δαβίδ: «Εκ πάντων των φόβων μου με ηλευθέρωσε» (Ψαλμός λδ΄ 4). Είναι μια τόσο θαυμαστή εμπειρία, που πρέπει να τη γνωρίσει κάθε μια ψυχή. Είναι τόσο απλό και τόσο εύκολο. Διαφορετικά, μέχρι να φύγουμε από τον κόσμο, θα μας μαστίζουν οι φόβοι και προπαντός ο φόβος του θανάτου και της κρίσης.


Ο αντιπαθητικός παππούλης (μία διδακτική ιστορία)

Κάποτε πολύ παλιά σε ένα μοναστήρι στο Όρος, πριν ακόμα η ανθρωπότητα μάθει τι είναι το ηλεκτρικό ρεύμα, ήταν μία μικρή αδελφότητα νέων κατά βάσει μοναχών με τον Γέροντά τους, ο οποίος ήταν και αυτός σχετικά νέος. Μέσα σε αυτήν την αδελφότητα υπήρχε όμως και ένας μεγάλος σε ηλικία παππούλης. Ο παππούλης της ιστορίας μας, λοιπόν, δεν έλεγε ποτέ καλημέρα και περπατούσε πάντα με κατεβασμένο το βλέμμα. Όποτε συναντούσε κάποιον αδελφό του σταματούσε μπροστά του χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το έδαφος και κατευθείαν γυρνούσε την πλάτη του και άλλαζε πορεία. Δεν πήγαινε ποτέ στις Παρακλήσεις και στους Εσπερινούς. Μπορεί να τον έβλεπαν καμιά φορά στο απόδειπνο μετά την τράπεζα, αλλά θα έφευγε πριν τελειώσει. Μονάχα τις Κυριακές πήγαινε στην Λειτουργία καθυστερημένος και καθόταν μέχρι να τελειώσει. Όλοι οι αδελφοί του τον χαρακτήριζαν μονόχνοτο, παράξενο και τον συκοφαντούσαν συνέχεια στον Γέροντά τους. Πολλές φορές ο Γέροντας μπήκε στον πειρασμό να τον επιπλήξει για την συμπεριφορά του αυτή, αλλά κάθε φορά κάτι τον σταματούσε και τον δικαιολογούσε λέγοντας πως είναι ’’καμώματα της ηλικίας’’. Κάποια μέρα λοιπόν κάλεσε ο Καλός Θεούλης τον Παππούλη μας και αυτός έφυγε για πάντα για ένα πολύ μακρινό ταξίδι. Οι αδερφοί του δεν στεναχωρήθηκαν καθόλου για την απώλεια του. Ίσα, ίσα χάρηκαν κιόλας, γιατί δεν θα έβλεπαν άλλο το ξινισμένο γέρικο πρόσωπό του. Αναρωτιόντουσαν όμως: ’’ τι κατάληξη θα έχει η ψυχούλα αυτού του παράξενου γεράκου που δεν τελούσε κανένα από τα θρησκευτικά του καθήκοντα;’’ Το ρώτησαν στο Γέροντά τους και αυτός με την σειρά του είπε να κάνουν για 40 μέρες προσευχή και νηστεία και τότε θα τους φανερώσει ο Καλός Θεούλης τι έγινε με την ψυχούλα του γέρου αδελφού τους. Μετά από 40 μέρες Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στο Γέροντα και του αποκάλυψε ότι ο Γεράκος τους είναι στον Παράδεισο κοντά στον Καλό Θεούλη και προσεύχεται για αυτούς και για την σωτηρία της ψυχής τους. Ο Γέροντας απόρησε. Ρώτησε τον Άγγελο: ’’Μα πως; Αφού…’’ Πριν προλάβει όμως να τελειώσει αυτό που ήθελε να πει του απάντησε ο Άγγελος: Ο αδελφός σας είναι στον Παράδεισο γιατί ποτέ δεν είπε κακό λόγο για αδελφό του και ποτέ δεν κατέκρινε κανέναν σας! Πάντα το βλέμμα του κοιτούσε στο έδαφος για να μην δει κανέναν σας και τον κακολογήσει, δεν ερχόταν στις ακολουθίες για μην δει κανέναν αδελφό να κοιμάται στο στασίδι του, ή να μην κάνει τις μετάνοιες του και τον κρίνει’’. Ο Γέροντας έμεινε άφωνος. Τα νέα γρήγορα διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα όχι μόνο στο μικρό κοινόβιο αλλά και στις γύρω Μονές και Σκήτες. Αντί για χαρά όμως απλώθηκε μια απέραντη λύπη. Μέχρι και τα πουλιά σίγησαν εκείνη την μέρα. Ο αέρας δεν φύσηξε και τα λευκά προβατάκια της θάλασσας σταμάτησαν να γλύφουν τους τοίχους του μοναστηριού. Εκείνο το βράδυ ούτε τα άστρα βγήκαν στον ουρανό. Θρηνούσαν οι άνθρωποι, αλλά θρηνούσε και όλη η γη μαζί τους. Μακάρι να μπορούσαμε και εμείς να έχουμε έστω λίγη από την ταπείνωση του Άγιου αυτού Παππούλη και ας μας λέγανε παράξενους…

Ὁ Σατανᾶς, κοιτάζοντας τόν Ἰησοῦ, εἶπε: "Ὅλο τό αἷμα σου! Ὅλα τά δάκρυά σου! Τήν ζωή σου!"


Ὁ ἡλικιωμένος ἱερέας ἀνέβηκε στόν ἄμβωνα κρατώντας στό χέρι τοῦ ἕνα ἄδειο κλουβί. Ὁ κόσμος ἀπό κάτω κοιτοῦσε ἀπορημένος, ἐνῶ κάποιοι εἶπαν, πάει τό ἔχασε τό μυαλό τοῦ ὁ γέρος… – Χθές εἶδα ἕνα ἀγόρι πού εἶχε αὐτό τό κλουβί στά χέρια του. Στό κλουβί ὑπῆρχαν δύο μικρά πουλιά πού ἔτρεμαν ἀπό φόβο. Σταμάτησα τό ἀγόρι καί τό ρώτησα, εἶπε ὁ ἱερέας. -Τί ἔχεις μαζί σου, γιέ μου; -Δύο μικρά πουλιά, ἀπάντησε. -Καί τί θά κάνεις μέ αὐτά; Ρώτησα ξανά. -Θά τά πάρω σπίτι καί θά διασκεδάσω μαζί τους ἐκεῖ, ἀπάντησε τό ἀγόρι χαμογελώντας. -Θά τά βασανίσω, θά σκίσω τά φτερά τους γιά νά τά ἀκούσω νά κλαῖνε, θά τά χτυπήσω, θά τά κάνω νά τσακωθοῦν μεταξύ τους, νομίζω ὅτι θά εἶναι διασκεδαστικό γιά μένα. -Ἀλλά κάποια μέρα θά τά βαρεθεῖς Τί θά τά κάνεις τότε; -Ἔχω μία γάτα στό σπίτι, καί πραγματικά της ἀρέσουν τά πουλιά θά τά δώσω σέ αὐτήν, εἶπε τό παιδί. Σκέφτηκα γιά μία στιγμή καί ρώτησα, πόσα χρήματα θέλεις γιά αὐτά τά πουλιά, γιέ μου; -Τί θέλετε νά ἀγοράσετε αὐτά τά πουλιά; Μά δέν κελαηδᾶνε οὔτε εἶναι ὄμορφα. -Πόσα χρήματα θέλεις, ρώτησα ξανά. Νομίζοντας ὅτι ἤμουν τρελός, φώναξε, 50 εὐρώ!!! Μία στιγμή, τοῦ εἶπα καί ἔβγαλα τά χρήματα ἀπό τήν τσέπη μου, καί τά ἔδωσα στό ἀγόρι. Παίρνοντας τά χρήματα, τό ἀγόρι ἐξαφανίστηκε. Παίρνοντας προσεκτικά τό κλουβί, τό πῆγα στήν ἐξοχή ὅπου ὑπῆρχαν τόσα λουλούδια, καί τά ἀπελευθέρωσα προσεκτικά. Ἀπό ἐκεῖ ἦρθα μέ αὐτό τό κλουβί . Ὅταν ὁ ἱερέας τελείωσε τήν ἀφήγηση ἄρχισε νά λέει μία διαφορετική ἱστορία: – Ὁ Σατανᾶς καί ὁ Ἰησοῦς μιλοῦσαν καί ὁ διάβολος γεμάτος ὑπερηφάνεια ἔλεγε: -Κατέκτησα ὅλη τήν ἀνθρωπότητα! Ναί, χρησιμοποίησα τήν παγίδα πού εἶχα ἐφεύρει, καί δέν εἶχα καμιά ἀντίσταση ἀπό κανέναν τους. Αὐτοί καί τά παιδιά τούς τώρα μου ἀνήκουν. -Καί τί θά κάνεις μαζί τους; ρώτησε ὁ Ἰησοῦς. -Θά παίξω μαζί τους καί θά διασκεδάσω. Θά τούς διδάξω πῶς νά παντρεύονται καί στή συνέχεια νά παίρνουν διαζύγιο, πῶς νά μισοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά προδίδουν τούς φίλους , πῶς νά βλάπτουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Πῶς νά πίνουν κρασί, νά χρησιμοποιοῦν ναρκωτικά καί νά ὁρκίζονται ψέματα. Πῶς νά σκοτώνει ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά σκοτώνουν τά παιδιά τους Θά διασκεδάσω σέ αὐτόν τόν κόσμο πού δημιουργήθηκε ἀπό ἐμένα! Καί μετά τό παιχνίδι τί θά κάνεις μαζί τους; ρώτησε ὁ Ἰησοῦς. -Θά τούς πάρω μαζί μου στήν φλογερή κόλαση, φώναξε ὁ Σατανᾶς μέ ὑπερηφάνεια. -Πόσο θέλεις γί ‘αὐτούς, ρώτησε ὁ Ἰησοῦς -Θέλεις αὐτούς τούς ἀνθρώπους; Αὐτοί εἶναι ἄχρηστοι, θά σέ μισοῦν, θά σέ φτύσουν, θά σέ προδώσουν, θά σέ ἀρνηθοῦν, δέν μπορεῖ νά θέλεις αὐτούς τούς ἀνθρώπους! Δέν ἀξίζουν τό ἔλεός σου. Τί θέλεις γιά αὐτούς τούς ἀνθρώπους; Ο Ἰησοῦς ρώτησε ξανά. Ὁ Σατανᾶς, κοιτάζοντας τόν Ἰησοῦ, εἶπε: "Ὅλο τό αἷμα σου! Ὅλα τά δάκρυά σου! Τήν ζωή σου!" Σύμφωνοι, ἀπάντησε ὁ Κύριος. Καί πλήρωσε τό τίμημα Ὑπῆρχε ἀπόλυτη σιωπή στό ναό … Πῆρε τό κλουβί, ὁ ἱερέας καί κατέβηκε ἀπό τόν ἄμβωνα …


Η Aποστασία των Kαιρών μας.....


«Καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία» (Σ. Σολ. 5,23) ΟΜΟΙΑΖΟΜΕΝ, ἀγαπητοί μου, μὲ ἕναν ἄνθρωπο ποὺ πιάνει στὰ χέρια του ἕνα ὄμορφο βιβλίο, κ᾿ ἐπειδὴ δὲν ξέρει γράμματα, τὸ ξεφυλλίζει τὸ ξεφυλλίζει, ἀλλὰ δὲν γνωρίζει τί λέει μέσα. Eἶδα κάποτε σ᾽ ἕνα βουνὸ ἕναν ἄνθρωπο, ποὺ εἶχε στὰ χέρια του ἕνα βιβλίο καὶ τὸ κοιτοῦσε. ―Μπαρμπα-Γιῶργο, τοῦ λέω, τί λέει τὸ βιβλίο;―Ποῦ νὰ ξέρω, παιδάκι μου; μοῦ ἀπαντᾷ· κάτι βλέπω μέσα, ἀλλὰ δὲν καταλαβαίνω τίποτα. Ἀκριβῶς τὸ διο συμβαίνει καὶ μ᾿ ἐμᾶς. Ἡ Ἐκκλησία μας, οἱ ἀκολουθίες, ὁ ὄρθρος, ὁ ἑσπερινός, ἡ θεία λειτουργία, εἶνε ἕνα βιβλίο, τὸ ὡραιότερο βιβλίο ποὺ ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἀλλὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία καὶ δὲν καταλαβαίνουμε τίποτα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἀκοῦμε. Τί συμβαίνει; Ποιά νά ᾿νε ἡ αἰτία; Μήπως εἶνε ἡ γλῶσσα; Ἔ, κατά τι, συντελεῖ καὶ ἡ γλῶσσα. Δὲν εἶνε ὅμως ἡ γλῶσσα. Γνώρισα στὴ ζωή μου τσοπαναραίους καὶ γεωργοὺς καὶ ἀγραμμάτους ἀνθρώπους, ποὺ ξέρανε ἀπ᾿ ἔξω τὸν ἑξάψαλμο· γνώρισα καὶ δικηγόρους καὶ γιατροὺς καὶ μεγάλους ἐπιστήμονας καὶ καθηγητὰς πανεπιστημίου, ποὺ οὔτε τὸ «Πάτερ ἡμῶν» δὲν γνωρίζανε. Ἄρα λοιπὸν δὲν εἶνε τόσο ἡ δυσκολία τῆς γλώσσης· εἶνε ἡ ἔλλειψις ἀγάπης στὸ Θεό. Δὲν ἔχομε αἰσθανθῆ τὸ μεγαλεῖον αὐτὸ τῆς ποιήσεως, τὸ μεγαλεῖον τῶν ἀκολουθιῶν μας· καὶ οἱ σκέψεις μας καὶ τὰ αἰσθήματά μας εἶνε ξένα πρὸς τὰ μεγαλεῖα τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν. Γι᾿ αὐτὸ ἀπόψε θὰ θελήσω κ᾿ ἐγώ, ἀπὸ τὰ χίλια χρυσᾶ λόγια τὰ ὁποῖα ἠκούσατε εἰς τὰ ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ, συντόμως νὰ δοῦμε ἕνα χρυσοῦν λόγον, ἀνεκτίμητον λόγον, ποὺ εἶπε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους σοφοὺς ―ὄχι ἁπλῶς σοφούς, ἀλλὰ θεοπνεύστους― συγγραφεῖς τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὁ περίφημος Σολομῶν. Ὁ Σολομῶν λέγει μιὰ προφητεία, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Λέγει κάτι ποὺ γίνεται σήμερα. Τί λέει; «Ὅλη ἡ γῆ θὰ ἐρημώσῃ» καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἄνθρωπος στὸν κόσμο (βλ. Σ. Σολ. 5,23). Καὶ ποιά ἡ αἰτία τῆς ἐρημώσεως; Ἀπαντᾶ ὁ προφήτης· Ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἐρημώσῃ ὁλόκληρον τὴν γῆν εἶνε ἡ ἀνομία. Μὰ ποιά εἶνε αὐτὴ ἡ ἀνομία; Σ᾿ αὐτὸ συντόμως θὰ ἀπαντήσωμε. Ἀνομία, ὅπως ὅλοι καταλαβαίνετε ―καὶ ὅλοι εἶσθε ἐγγράμματοι καὶ ὅλοι ἀκοῦτε ῥαδιόφωνο καὶ τηλεόρασι―, ἀνομία σημαίνει παράβασις τῶν νόμων. Ἀλλὰ ποία ἆραγε νὰ εἶνε ἡ παράβασις νόμων ποὺ ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ Σολομῶν; Διότι νόμοι ὑπάρχουν πολλοί. Ὑπάρχουν νόμοι ποὺ τοὺς φτειάνουνε οἱ ἄνθρωποι, τὰ διάφορα πολιτεύματα, ἡ βουλή, οἱ νομοθέται τοῦ κόσμου τούτου. Ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ φτειάξαμε αὐτὸ τὸ μικρὸ βασίλειο μέχρι σήμερα ξέρετε πόσους νόμους ἔχουν βγάλει; Ρωτῆστε τοὺς δικηγόρους ἢ τοὺς δικαστάς, γιὰ νὰ δῆτε. Ἄπειρους νόμους. Ἡ δὲ πολυνομία ἐστὶ ἀνομία. Οὔτε αὐτοὶ ποὺ δικάζουν γνωρίζουν τὸ πλῆθος τῶν νόμων ποὺ κυκλοφορεῖ στὸ μικρό μας ἔθνος. Δὲν ἐννοεῖ ἐδῶ ὁ προφήτης αὐτοὺς τοὺς νόμους, τοὺς ἀνθρώπινους, ποὺ ἐγέννησε ἡ γῆ· ἐννοεῖ ἄλλους, «οὐράνιους νόμους» ὅπως λέγει ὁ ἰδικός μας μέγας ποιητὴς ὁ Σοφοκλῆς, νόμους ποὺ ἔχουν αἰώνιον κῦρος. Ποῖοι εἶνε οἱ οὐράνιοι νόμοι αὐτοί; Ὁ πρῶτος εἶνε ὁ ἄγραφος νόμος. Αὐτὸς δὲν εἶνε γραμμένος μὲ μελάνι, δὲν εἶνε γραμμένος πάνω στὰ χαρτιά, ἀλλὰ εἶνε γραμμένος στὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως· καὶ ὁ νόμος αὐτὸς εἶνε ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως. Ὁ δεύτερος νόμος, ποὺ εἶνε τελειότερος ἀπὸ τὸ νόμο τῆς συνειδήσεως, εἶνε ὁ Δεκάλογος, τὸν ὁποῖον ἐθέσπισε ὁ Θεὸς ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους Σινά. Τρίτος δὲ νόμος, τελειότατος καὶ ἄφθαστος εἰς μεγαλεῖον, εἶνε ἡ Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ καὶ γενικώτερον τὸ Εὐαγγέλιο. Αὐτοί εἶνε οἱ νόμοι. Ἐπαναλαμβάνω, πρῶτος νόμος ἡ συνείδησις, δεύτερος ὁ Δεκάλογος, τρίτος ἡ Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία ἢ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀλλ᾿ ἐκτὸς τῶν ἠθικῶν νόμων ὑπάρχουν καὶ οἱ φυσικοὶ νόμοι. Ποῖοι εἶνε οἱ φυσικοὶ νόμοι; Ν᾿ ἀνεβῆτε ἀπόψε τὸ βράδυ, ποὺ εἶνε καλωσύνη, ἐπάνω στὸ ὕψωμα ποὺ εἶνε ὁ τίμιος Σταυρὸς καὶ ἀγναντέψτε. Πανόραμα εἶνε. Τί κλείνεστε καὶ βλέπετε τηλεοράσεις; Ἡ ὡραιότερη τηλεόρασι εἶνε ὁ οὐρανός. Ἄφθαστο μεγαλεῖο, πανόραμα θεῖο. Χιλιάδες, ἑκατομμύρια ἀστέρια. Μὲ γυμνὸ μάτι φαίνονται 5.000, μὲ τὸ τηλεσκόπιο φαίνονται ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων. Τί εἶνε αὐτὰ τὰ ἀστράκια, τὰ σημαδάκια ποὺ βλέπουμε στὸν οὐρανό; Εἶνε πελώριες σφαῖρες, ποὺ στροβιλίζονται εἰς τὸ ἄπειρο. Τρέχουν μὲ ταχύτητα πυραύλων, τρέχουν μὲ ταχύτητα φωτός. Τρέχουν συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως. Καὶ δὲν συγκρούονται! Τόσα ἑκατομμύρια, καὶ δὲν συγκρούονται· γιατὶ ἀκολουθοῦν τὴν τροχιά, τὴν ὁποία ἐχάραξε ὁ Θεός. Τὸ φεγγάρι ἀκολουθεῖ τὴν τροχιά του. Κινεῖται γύρω ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του. Καὶ ὁ ἥλιος, λέγουν οἱ ἀστρονόμοι, ἔχει ἀπέραντη τροχιὰ μέσα εἰς τὸ ἄπειρον. Καὶ δὲν εἶνε μόνον ἕνας ἥλιος εἰς τὸ σύμπαν· εἶνε χιλιάδες καὶ ἑκατομμύρια ἥλιοι. Ὅλοι αὐτοὶ κινοῦνται μὲ ἀκρίβεια καὶ δὲν ἔχουν καμμία καθυστέρησι. Ζενίθ ὁ ἥλιος, ρολόι ἀκριβείας! Ἀνατέλλει καὶ δύει στὴν ὥρα του, αἰῶνες τώρα. «Ὁ ἥλιος ἔγνω τὴν δύσιν αὐτοῦ. ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ» (Ψαλμ. 103,19-20) Ἐδῶ πᾷς μὲ τὸ τραῖνο στὶς 8 ἢ 8 καὶ μισή, καὶ ἔρχεται μὲ καθυστέρησι στὶς 9. Ἀλλὰ τὸ δρομολόγιον τοῦ οὐρανοῦ δὲν ἔχει καμμία καθυστέρησι. Ποιός εἶνε ὁ τροχονόμος ἐκεῖ ἐπάνω, ποὺ ῥυθμίζει ὅλα αὐτὰ τὰ αἰώνια πράγματα; Μία εἶνε ἡ ἀπάντησις· ὁ Θεός. Αὐτὸς ἔθεσε τοὺς φυσικοὺς νόμους. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἔθεσε τοὺς φυσικοὺς νόμους, ἔθεσε καὶ τοὺς ἠθικοὺς νόμους. Καὶ τὰ μὲν ἄστρα ὑπακούουν, καὶ τὰ δέντρα ὑπακούουν, καὶ τὰ πουλιὰ ὑπακούουν, καὶ οἱ τίγρεις ὑπακούουν, καὶ οἱ ῥινόκεροι ὑπακούουν, καὶ τὰ πάντα ὑπακούουν στὸν Δημιουργὸ τοῦ σύμπαντος, καὶ ὑπάρχει ἁρμονία. Μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν ἁρμονία τοῦ σύμπαντος, μία εἶνε ἡ ἀνωμαλία ἡ μεγάλη, ἕνας εἶνε ὁ ἀντάρτης, ἕνας εἶνε ὁ ἐπαναστάτης· ὁ ἄνθρωπος. Λέγει εἰς τὸν Θεό· Ἐγὼ δὲν ὑπακούω, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑπακούσω στοὺς δικούς σου νόμους. Θὰ σηκώσω παντιέρα καὶ θὰ κάνω δικό μου βασίλειο. Δὲν ὑπακούει στὸ Θεὸ – ποιός; Τὸ μυρμήγκι ὁ ἄνθρωπος. Δὲν ὑπακούει εἰς τὸν Θεὸ καὶ δημιουργεῖ δικούς του νόμους. Λέγει ὁ νόμος τῆς συνειδήσεως, λέγει ὁ νόμος τοῦ Δεκαλόγου, λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ μὴ λέμε ψέματα, νὰ λέμε τὴν ἀλήθεια· «Λαλεῖτε ἀλήθειαν ἕκαστος μετὰ τοῦ πλησίον αὐτοῦ» (Ἐφ. 4,25). Τὸ ἐφαρμόζομεν; Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει ὁ νέος καὶ ἡ νέα καὶ ἐν γένει ὁ κάθε ἄνθρωπος νὰ εἶνε ἁγνὸς σὰν τὰ κρίνα· τὸ ἐφαρμόζομεν; Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία εἶνε κατάρα, καὶ ἀστροπελέκια πέφτουν στὰ σπίτια τῶν ἁμαρτωλῶν. Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι τὸ διαζύγιο ἀπαγορεύεται καὶ μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκροθάφτου χωρίζει τὸ ἀνδρόγυνο. Λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει νὰ κοπιάζῃς, νὰ ἱδρώνῃς, νὰ μουσκεύῃς τὸ χῶμα τῆς γῆς μὲ τὸν ἱδρῶτα σου· «Ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου σου φαγῇ τὸν ἄρτον σου» (Γέν. 3,19). Λέγει τὸ Εὐαγγελίο, ὅτι τὸ μῖσος ἀπαγορεύεται. Καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπακούει. Ἔχει τὸ Εὐαγγέλιο μιὰ ὡραιοτάτη ἐντολή, ὑψίστης σημασίας ἐντολή, ποὺ εἶνε ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἐντολὲς καὶ διατυπώνεται μὲ δύο λέξεις· «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. 13,34). Τηροῦμε τοὺς ἠθικοὺς αὐτοὺς νόμους; ὑπακούουμε εἰς αὐτούς; Ὄχι. Εἰς τὴν ἐποχή μας ἔχει πάρει τὴ γομμολάστιχά του ὁ σατανᾶς καὶ ἔχει σβήσει τοὺς ἠθικοὺς αὐτοὺς νόμους καὶ ἔκανε δικούς του νόμους. Ὅποιος δὲν ὑπακούει εἰς τὸν Θεό, λέγει ἕνας ἐκ τῶν μεγαλυτέρων φιλοσόφων τοῦ αἰῶνος μας, θὰ ὑπακούσῃ μοιραίως εἰς τὸν διάβολον. Κ᾿ ἐμεῖς λοιπόν, ἐφ᾿ ὅσον δὲν θέλομεν νὰ ὑπακούσωμεν εἰς τὸν Θεόν, ὑπακούομεν εἰς τὸν διάβολον. Καὶ ὁ διάβολος τί λέγει; Γιατί νὰ δουλεύῃς;… Ἔβγαλε τὸν δικό του νόμο. Ποιόν; «Ἅρπαξε νὰ φᾷς καὶ κλέψε νά ᾿χῃς». Αὐτὸς εἶνε ὁ νόμος ὁ ὁποῖος κυκλοφορεῖ μέσα στὸν κόσμο καὶ μέσα στὴν κοινωνία. Ὅλα τὰ μέσα τὰ χρησιμοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος, γιὰ νὰ πάῃ κόντρα στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔτσι ἐπικρατεῖ ἡ ἀνομία. Ἡ ἀνομία ἐπικρατεῖ παντοῦ, σ᾿ ἀνατολὴ καὶ δύσι. Ἡ ἀνομία κατέκλυσε τὸν κόσμον ὁλόκληρο. Δὲν ὑπάρχει σημεῖο τῆς ὑδρογείου σφαίρας ποὺ οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ καταπατοῦν τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴ καταπατοῦν τὸ Εὐαγγέλιο. Σόδομα καὶ Γόμορρα γινήκαμε. Καὶ τ᾿ ἀποτελέσματα; Τί πρέπει νὰ περιμένωμε; Ἐμένα ρωτᾶτε; Τὸ λέγει ἡ προφητεία, τὸ λέγει ὁ Σολομῶν· ρωτῆστε τον. Ὅταν, λέει, κυριαρχήσῃ μέσα εἰς ὁλόκληρον τὸν κόσμον ἡ ἀνομία, ἡ παράβασις, τότε θὰ ἐρημωθῇ ἡ γῆ. Μάλιστα. Θ᾿ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα, ἀπὸ ἕνα ὡραῖο χωριό, τὸ Τρίβουνο. Ἔχω πάει κατ᾿ ἐπανάληψιν καὶ πιστεύσατέ με, ὁσάκις πηγαίνω, κλαίω. Σπίτια ὡραῖα, ἐκκλησία μεγάλη, θαυμάσιο καμπαναριό, δρόμοι… Τὸ θαυμάζεις. Πρὸ τοῦ ᾿12 στὸ Τρίβουνο ἐπάνω ἤτανε δυόμιση χιλιάδες (2.500) ἄνθρωποι. Τώρα εἶνε ἐνενηνταπέντε (95). Κι αὐτοὶ φεύγουν παρακάτω καὶ τὸ ἐγκαταλείπουν. Ἐρημώθηκε τὸ Τρίβουνο. Ὅπως λοιπὸν τὸ Τρίβουνο ἐρημώθηκε καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ σβήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ ὅπως τὸ Πισοδέρι κοντεύει νὰ ἐρημωθͺῇ, καὶ ὅπως ἄλλα χωριὰ γινήκανε γηροκομεῖα καὶ ἐρημώνονται – προφητεύω τὴν ὥρα αὐτή, χωρὶς νὰ εἶμαι προφήτης, ἀλλὰ βασίζομαι ἐπάνω εἰς τὰ ἱερὰ κείμενα, ἐπάνω εἰς τὸν Σολομῶντα καὶ λέγω· Θὰ ἐρημώσῃ ἡ γῆ καὶ Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Μόσχα. Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Νέα Ὑόρκη. Τρίβουνο θὰ γίνῃ τὸ Βερολῖνο. Τρίβουνο θὰ γίνῃ τὸ Σικάγο. Τρίβουνο θὰ γίνῃ ἡ Ἀθήνα. Τρίβουνο θὰ γίνουν τὰ ἰσχυρὰ ὑπερήφανα κράτη. Θεέ μου Θεέ μου! ἀφάνταστα καὶ φοβερὰ πράγματα θὰ γίνουν. Οὔτε καταλαβαίνομεν, οὔτε ἔχομεν συναισθανθῆ τὸν κίνδυνον ὁ ὁποῖος κρέμεται ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς μας. Ὄχι μὲ γέλια, ὄχι μὲ τραγούδια· δὲν ξέρουμε τί γίνεται στὰ Βαλκάνια, δὲν ξέρουμε τί γίνεται εἰς τὸν κόσμον. Εἰρήνη, φωνάζουν. Λέγει ἡ Γραφή· Ὅταν ἀκοῦτε εἰρήνη, τότε νὰ περιμένετε πόλεμο (βλ. Α΄ Θεσ. 5,3· Ἰερ. 6,14). Ὅπως τὸ ᾿40. Τὶς παραμονὲς τοῦ πολέμου τὸ ῥαδιόφωνο τῆς Ῥώμης ἔλεγε «εἰρήνη», καὶ ἀγκάλιαζε ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας τὸν δικό μας πρεσβευτὴ κάτω στὴν Ἀθήνα· καὶ τὰ μεσάνυχτα οἱ σειρῆνες ἐσάλπισαν εἰς ὅλη τὴν Ἑλλάδα καὶ χτύπησαν οἱ παιᾶνες τοῦ πολέμου καὶ ἠκούσθησαν εἰς ὁλόκληρον τὸ Πανελλήνιον. Πρέπει νὰ περιμένωμεν κάτι μεγάλο νὰ γίνῃ εἰς τὸν κόσμον. Γίνονται προσπάθειαι ὑφέσεως, ἀλλὰ βαίνομεν μὲ γιγαντιαῖα βήματα εἰς παγκόσμιον ῥῆξιν, εἰς παγκόσμιον πόλεμον, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται εἰς τὴν Ἀποκάλυψιν Ἁρμαγεδών (Ἀπ. 16,16). Πᾶμε στὸν Ἁρμαγεδῶνα. Ὁ δὲ Ἀρμαγεδών τί εἶνε; Διαβάστε Γραφή· πουλῆστε τὸ πουκάμισό σας καὶ ἀγοράστε Ἀποκάλυψι. Κ᾿ ἐκεῖ μέσα θὰ δῆτε τὰ φρικτὰ ἀποτελέσματα τὶς ἁμαρτίας, τὰ ὁποῖα συντόμως περιγράφει ὁ Σολομῶν μὲ τὴ φράσι «Καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία» (Σ. Σολ. 5,23). Ναί, θὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πρὶν 200 χρόνια. Σύμφωνοι εἶνε οἱ προφῆται, σύμφωνοι εἶνε αἱ Γραφαί. Λέγει ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅτι· Θὰ βαδίζῃς ἑκατὸ χιλιόμετρα, ἀπὸ τὴ Φλώρινα μέχρι τὴ Κοζάνη, καὶ δὲν θὰ συναντᾷς ἄνθρωπο. Θὰ ἐρημώσῃ ἡ γῆ· ναί. Τὰ νερὰ θὰ πικραθοῦν, τὰ δέντρα θὰ ξηρανθοῦν, τὰ πουλιὰ θὰ ψοφήσουν ―τὰ ψάρια ἀπὸ τώρα ἀρχίζουν καὶ ψοφοῦν―, θὰ γίνῃ ἔρημος ἡ γῆ. Δὲν θὰ μπορῇ οὔτε πτηνὸν νὰ διασχίζῃ τὸν ἀέρα, οὔτε ἀρνίον νὰ βελάζῃ εἰς τοὺς λειμῶνας, οὔτε τι ἄλλο θὰ ὑπάρχῃ. Ἔρημος θὰ γίνῃ ἡ γῆ. Καὶ θὰ ἐρημωθῇ ἡ γῆ ἀπὸ τὴν ἀνομία. Ἀπελπιστικὰ εἶνε αὐτά; Αὐτὰ λέει ὁ προφήτης, καὶ αὐτὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἁμαρτίας. Αὐτὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα τῆς πορνείας, τῆς μοιχείας, τῆς ψευδορκίας, τῆς ἀδικίας, τῆς ἁρπαγῆς, τοῦ μίσους καὶ ὅλων τῶν κακιῶν ποὺ ὑπάρχουν εἰς τὸν κόσμον. Εὑρισκόμεθα ἐγγὺς τοῦ κρημνοῦ, ἐγγὺς τῆς κατάρας, ἐγγὺς τῆς καταστροφῆς, ἐγγὺς Ἁρμαγεδῶνος. Μιὰ μόνον ἐλπὶς ὑπάρχει. Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, Ἀνατολὴ καὶ Δύσις, ὅλων τῶν χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων, θὰ σωθοῦμε, μόνον ἂν κάνωμεν στροφὴ 180 μοιρῶν πρὸς τοὺς αἰωνίους δρόμους τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸ νόμο τῆς συνειδήσεως, πρὸς τὸ νόμο τοῦ Δεκαλόγου, πρὸς τὸ νόμο τοῦ Εὐαγγελίου. Μόνον ἐὰν ἐγκαταλείψουμε τὴν ἁμαρτία καὶ ἐπιστρέψωμεν πρὸς τὸν Θεό, θὰ σωθῇ ὁ κόσμος. Μόνον ἐὰν πραγματικῶς μετανοήσωμεν, θὰ ἔρθῃ ἡ σωτηρία.