Το Βάρος του Ποτηριού και τα Άγχη της Ζωής
Ένας γέροντας μιλούσε σε κάτι νεαρά παιδιά.
Κάποια στιγμή σήκωσε ένα ποτήρι νερό, και όλοι υπέθεσαν ότι θα τους απευθύνει την κλασική ερώτηση «είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο».
Αντί αυτού, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ρώτησε:
«Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι νερό;»
Οι απαντήσεις που ακούστηκαν κυμαίνονταν από 250 σε 600 γραμμάρια.
Εκείνος όμως απάντησε:
«Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία… Εξαρτάται από το πόσο διάστημα το κρατάω.
Εάν το κρατήσω για ένα λεπτό, δεν είναι ένα πρόβλημα.
Εάν το κρατήσω για μια ώρα, θα έχω έναν πόνο στον βραχίονά μου.
Αν το κρατήσω για μία μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα αρχίσει να παραλύει.
Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του γυαλιού δεν αλλάζει, αλλά όσο πιο πολύ το κρατάω, τόσο πιο βαρύ γίνεται.»
Ο γέροντας συνέχισε λέγοντας,
«Τα άγχη και οι ανησυχίες της ζωής είναι σαν το ποτήρι του νερού.
Αν τα σκέφτεστε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, δεν συμβαίνει τίποτα κακό. Αν τα σκεφτείτε λίγο περισσότερο, αρχίζουν να σας βλάπτουν.
Και αν τα σκέφτεστε όλη την ημέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να αισθανθείτε ότι σας παραλύουν και ότι σας καθιστούν ανίκανους να κάνετε οτιδήποτε άλλο».
Είναι σημαντικό να θυμάστε να διώχνετε τα άγχη και τους φόβους σας.
Όσο πιο νωρίς μέσα στην ημέρα, αφήστε όλα τα βάρη σας στον Χριστό.
Μην τα κουβαλάτε όλο το απόγευμα και όλο το βράδυ μαζί σας.
Προσευχηθείτε και πείτε τα πρώτα στο Χριστό!
Έπειτα, αν οι φοβίες σας, γίνουν εμμονές ή αιτία να αμαρτάνετε, είτε με ολιγοπιστία και με αμφιβολίες προς τον Θεό είτε με άσχημους λογισμούς προς τους γύρω σας, τότε όποτε μπορέσετε επισκεφθείτε τον πνευματικό σας πατέρα και εξομολογηθείτε
Μην το αναβάλετε.
Θυμηθείτε να αφήσετε το ποτήρι σας, όσο πιο γρήγορα μπορείτε!
Για να ξεκουραστείτε!
Πως θα ξεπεράσουμε την αγωνία και το άγχος;
Τρομερό είναι το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου.
Αν και οι ανέσεις του πολιτισμού μας θα έπρεπε να έχουν απαλλάξει τη σκέψη του από ανησυχίες και φόβους, μπορούμε να πούμε, πως το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει.
Η ζωή του είναι κατάμεστη από κάθε είδους φόβους, που δηλητηριάζουν τις μέρες του και τις νύχτες του, κάνοντάς τον δυστυχισμένο.
Είναι τρομερή η κατάσταση του ανθρώπου, που τον δέρνουν οι φόβοι.
Φόβοι για την υγεία μας, και κάθε πονάκι μεταβάλλεται σε εφιάλτη.
Φόβος για την πολιτική κατάσταση και τις διεθνείς εξελίξεις.
Φόβοι για τις σπουδές των παιδιών.
Φόβοι από την εργασία για την προαγωγή.
Φόβοι μη χάσουμε την κληρονομιά.
Φόβοι… φόβοι… φόβοι…
Και ο άνθρωπος αυτός δέρνεται μέσα στους φόβους του, τα νεύρα του σπάνε και πολλές φορές τα καταπραϋντικά δεν φτάνουν και χρειάζεται ψυχίατρος.
Γιατί κάθε μέρα να φαρμακωνόμαστε από τόσους φόβους;
Ποιος φταίει;
Δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάνει αλλιώς και καλά κάνει και φοβάται, εφόσον δεν έχει Θεό και μόνος του προσπαθεί.
Είναι η αμοιβή της απιστίας του.
Τα πράγματα τελείως αλλάζουν από τη στιγμή που ο άνθρωπος θα γνωρίσει την αγάπη του Θεού και θα εμπιστευθεί απόλυτα σ’ Αυτόν.
Τότε τα πάντα αναλαμβάνει ο Θεός και ο άνθρωπος ελεύθερος μπορεί να αναπαύεται στη γεμάτη στοργή αγκαλιά του Θεού.
Τότε θα μπορεί να πει μαζί με τον Δαβίδ:
«Εκ πάντων των φόβων μου με ηλευθέρωσε» (Ψαλμός λδ΄ 4).
Είναι μια τόσο θαυμαστή εμπειρία, που πρέπει να τη γνωρίσει κάθε μια ψυχή.
Είναι τόσο απλό και τόσο εύκολο.
Διαφορετικά, μέχρι να φύγουμε από τον κόσμο, θα μας μαστίζουν οι φόβοι και προπαντός ο φόβος του θανάτου και της κρίσης.
Ο αντιπαθητικός παππούλης (μία διδακτική ιστορία)
Κάποτε πολύ παλιά σε ένα μοναστήρι στο Όρος, πριν ακόμα η ανθρωπότητα μάθει τι είναι το ηλεκτρικό ρεύμα, ήταν μία μικρή αδελφότητα νέων κατά βάσει μοναχών με τον Γέροντά τους, ο οποίος ήταν και αυτός σχετικά νέος.
Μέσα σε αυτήν την αδελφότητα υπήρχε όμως και ένας μεγάλος σε ηλικία παππούλης.
Ο παππούλης της ιστορίας μας, λοιπόν, δεν έλεγε ποτέ καλημέρα και περπατούσε πάντα με κατεβασμένο το βλέμμα.
Όποτε συναντούσε κάποιον αδελφό του σταματούσε μπροστά του χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το έδαφος και κατευθείαν γυρνούσε την πλάτη του και άλλαζε πορεία.
Δεν πήγαινε ποτέ στις Παρακλήσεις και στους Εσπερινούς.
Μπορεί να τον έβλεπαν καμιά φορά στο απόδειπνο μετά την τράπεζα, αλλά θα έφευγε πριν τελειώσει.
Μονάχα τις Κυριακές πήγαινε στην Λειτουργία καθυστερημένος και καθόταν μέχρι να τελειώσει.
Όλοι οι αδελφοί του τον χαρακτήριζαν μονόχνοτο, παράξενο και τον συκοφαντούσαν συνέχεια στον Γέροντά τους.
Πολλές φορές ο Γέροντας μπήκε στον πειρασμό να τον επιπλήξει για την συμπεριφορά του αυτή, αλλά κάθε φορά κάτι τον σταματούσε και τον δικαιολογούσε λέγοντας πως είναι ’’καμώματα της ηλικίας’’.
Κάποια μέρα λοιπόν κάλεσε ο Καλός Θεούλης τον Παππούλη μας και αυτός έφυγε για πάντα για ένα πολύ μακρινό ταξίδι.
Οι αδερφοί του δεν στεναχωρήθηκαν καθόλου για την απώλεια του. Ίσα, ίσα χάρηκαν κιόλας, γιατί δεν θα έβλεπαν άλλο το ξινισμένο γέρικο πρόσωπό του.
Αναρωτιόντουσαν όμως: ’’ τι κατάληξη θα έχει η ψυχούλα αυτού του παράξενου γεράκου που δεν τελούσε κανένα από τα θρησκευτικά του καθήκοντα;’’
Το ρώτησαν στο Γέροντά τους και αυτός με την σειρά του είπε να κάνουν για 40 μέρες προσευχή και νηστεία και τότε θα τους φανερώσει ο Καλός Θεούλης τι έγινε με την ψυχούλα του γέρου αδελφού τους.
Μετά από 40 μέρες Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε στο Γέροντα και του αποκάλυψε ότι ο Γεράκος τους είναι στον Παράδεισο κοντά στον Καλό Θεούλη και προσεύχεται για αυτούς και για την σωτηρία της ψυχής τους.
Ο Γέροντας απόρησε.
Ρώτησε τον Άγγελο: ’’Μα πως; Αφού…’’
Πριν προλάβει όμως να τελειώσει αυτό που ήθελε να πει του απάντησε ο Άγγελος:
Ο αδελφός σας είναι στον Παράδεισο γιατί ποτέ δεν είπε κακό λόγο για αδελφό του και ποτέ δεν κατέκρινε κανέναν σας!
Πάντα το βλέμμα του κοιτούσε στο έδαφος για να μην δει κανέναν σας και τον κακολογήσει, δεν ερχόταν στις ακολουθίες για μην δει κανέναν αδελφό να κοιμάται στο στασίδι του, ή να μην κάνει τις μετάνοιες του και τον κρίνει’’.
Ο Γέροντας έμεινε άφωνος.
Τα νέα γρήγορα διαδόθηκαν από στόμα σε στόμα όχι μόνο στο μικρό κοινόβιο αλλά και στις γύρω Μονές και Σκήτες. Αντί για χαρά όμως απλώθηκε μια απέραντη λύπη.
Μέχρι και τα πουλιά σίγησαν εκείνη την μέρα.
Ο αέρας δεν φύσηξε και τα λευκά προβατάκια της θάλασσας σταμάτησαν να γλύφουν τους τοίχους του μοναστηριού.
Εκείνο το βράδυ ούτε τα άστρα βγήκαν στον ουρανό. Θρηνούσαν οι άνθρωποι, αλλά θρηνούσε και όλη η γη μαζί τους.
Μακάρι να μπορούσαμε και εμείς να έχουμε έστω λίγη από την ταπείνωση του Άγιου αυτού Παππούλη και ας μας λέγανε παράξενους…
Ὁ Σατανᾶς, κοιτάζοντας τόν Ἰησοῦ, εἶπε: "Ὅλο τό αἷμα σου! Ὅλα τά δάκρυά σου! Τήν ζωή σου!"
Ὁ ἡλικιωμένος ἱερέας ἀνέβηκε στόν ἄμβωνα κρατώντας στό χέρι τοῦ ἕνα ἄδειο κλουβί. Ὁ κόσμος ἀπό κάτω κοιτοῦσε ἀπορημένος, ἐνῶ κάποιοι εἶπαν, πάει τό ἔχασε τό μυαλό τοῦ ὁ γέρος…
– Χθές εἶδα ἕνα ἀγόρι πού εἶχε αὐτό τό κλουβί στά χέρια του. Στό κλουβί ὑπῆρχαν δύο μικρά πουλιά πού ἔτρεμαν ἀπό φόβο. Σταμάτησα τό ἀγόρι καί τό ρώτησα, εἶπε ὁ ἱερέας.
-Τί ἔχεις μαζί σου, γιέ μου;
-Δύο μικρά πουλιά, ἀπάντησε.
-Καί τί θά κάνεις μέ αὐτά; Ρώτησα ξανά.
-Θά τά πάρω σπίτι καί θά διασκεδάσω μαζί τους ἐκεῖ, ἀπάντησε τό ἀγόρι χαμογελώντας.
-Θά τά βασανίσω, θά σκίσω τά φτερά τους γιά νά τά ἀκούσω νά κλαῖνε, θά τά χτυπήσω,
θά τά κάνω νά τσακωθοῦν μεταξύ τους, νομίζω ὅτι θά εἶναι διασκεδαστικό γιά μένα.
-Ἀλλά κάποια μέρα θά τά βαρεθεῖς Τί θά τά κάνεις τότε;
-Ἔχω μία γάτα στό σπίτι, καί πραγματικά της ἀρέσουν τά πουλιά θά τά δώσω σέ αὐτήν, εἶπε τό παιδί.
Σκέφτηκα γιά μία στιγμή καί ρώτησα, πόσα χρήματα θέλεις γιά αὐτά τά πουλιά, γιέ μου;
-Τί θέλετε νά ἀγοράσετε αὐτά τά πουλιά; Μά δέν κελαηδᾶνε οὔτε εἶναι ὄμορφα.
-Πόσα χρήματα θέλεις, ρώτησα ξανά.
Νομίζοντας ὅτι ἤμουν τρελός, φώναξε, 50 εὐρώ!!!
Μία στιγμή, τοῦ εἶπα καί ἔβγαλα τά χρήματα ἀπό τήν τσέπη μου, καί τά ἔδωσα στό ἀγόρι.
Παίρνοντας τά χρήματα, τό ἀγόρι ἐξαφανίστηκε.
Παίρνοντας προσεκτικά τό κλουβί, τό πῆγα στήν ἐξοχή ὅπου ὑπῆρχαν τόσα λουλούδια, καί τά ἀπελευθέρωσα προσεκτικά. Ἀπό ἐκεῖ ἦρθα μέ αὐτό τό κλουβί .
Ὅταν ὁ ἱερέας τελείωσε τήν ἀφήγηση ἄρχισε νά λέει μία διαφορετική ἱστορία:
– Ὁ Σατανᾶς καί ὁ Ἰησοῦς μιλοῦσαν καί ὁ διάβολος γεμάτος ὑπερηφάνεια ἔλεγε:
-Κατέκτησα ὅλη τήν ἀνθρωπότητα! Ναί, χρησιμοποίησα τήν παγίδα πού εἶχα ἐφεύρει, καί δέν εἶχα καμιά ἀντίσταση ἀπό κανέναν τους. Αὐτοί καί τά παιδιά τούς τώρα μου ἀνήκουν.
-Καί τί θά κάνεις μαζί τους; ρώτησε ὁ Ἰησοῦς.
-Θά παίξω μαζί τους καί θά διασκεδάσω.
Θά τούς διδάξω πῶς νά παντρεύονται καί στή συνέχεια νά παίρνουν διαζύγιο, πῶς νά μισοῦν ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά προδίδουν τούς φίλους , πῶς νά βλάπτουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον.
Πῶς νά πίνουν κρασί, νά χρησιμοποιοῦν ναρκωτικά καί νά ὁρκίζονται ψέματα.
Πῶς νά σκοτώνει ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά σκοτώνουν τά παιδιά τους
Θά διασκεδάσω σέ αὐτόν τόν κόσμο πού δημιουργήθηκε ἀπό ἐμένα!
Καί μετά τό παιχνίδι τί θά κάνεις μαζί τους; ρώτησε ὁ Ἰησοῦς.
-Θά τούς πάρω μαζί μου στήν φλογερή κόλαση, φώναξε ὁ Σατανᾶς μέ ὑπερηφάνεια.
-Πόσο θέλεις γί ‘αὐτούς, ρώτησε ὁ Ἰησοῦς
-Θέλεις αὐτούς τούς ἀνθρώπους; Αὐτοί εἶναι ἄχρηστοι, θά σέ μισοῦν, θά σέ φτύσουν, θά σέ προδώσουν, θά σέ ἀρνηθοῦν, δέν μπορεῖ νά θέλεις αὐτούς τούς ἀνθρώπους! Δέν ἀξίζουν τό ἔλεός σου.
Τί θέλεις γιά αὐτούς τούς ἀνθρώπους; Ο Ἰησοῦς ρώτησε ξανά.
Ὁ Σατανᾶς, κοιτάζοντας τόν Ἰησοῦ, εἶπε: "Ὅλο τό αἷμα σου! Ὅλα τά δάκρυά σου! Τήν ζωή σου!"
Σύμφωνοι, ἀπάντησε ὁ Κύριος. Καί πλήρωσε τό τίμημα
Ὑπῆρχε ἀπόλυτη σιωπή στό ναό …
Πῆρε τό κλουβί, ὁ ἱερέας καί κατέβηκε ἀπό τόν ἄμβωνα …
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)