Πνευματικός άνθρωπος δεν είναι ο ηθικός, αλλά ο αγαπών


Πολλές φορές ακούτε από το στόμα των ιερέων να ομιλούν για πνευματική προκοπή, ή να λένε: «Να προσπαθήσουμε να γίνουμε πνευματικοί άνθρωποι..». Όμως τι σημαίνει τελικά πνευματική προκοπή, τι σημαίνει πνευματικότητα; Μήπως τα έχουμε παρεξηγήσει μέσα στο μυαλό μας; Όταν οι πατέρες της Εκκλησίας ομιλούν για πνευματικότητα δεν ομιλούν περί ηθικής. Η Εκκλησία αδελφοί μου μας προσφέρει πνευματικότητα, και όχι ηθική τελείωση. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι σίγουρα και ηθικός όμως ο ηθικός δεν συνεπάγεται και το πνευματικός… Το να είμαστε ηθικά καλοί αυτό μπορούμε και μόνοι μας να το πετύχουμε, όμως δεν είναι το ζητούμενο, δεν πρέπει να γίνει αυτοσκοπός, δεν αρκεί η ηθική από μόνη της ώστε να ελκύσουμε την χάρη του Θεού. Π.χ. όσο καθαρός κι αν είσαι, όσο εγκρατείς κι αν είσαι, όση αμόλυντη ζωή κι αν έχεις, εάν ζει εν παρθενία, όσο δίκαιος κι αν είσαι, με λίγα λόγια όλοι σε θεωρούν έναν ηθικό άνθρωπο, εάν δεν έχεις ταπείνωση τίποτα δεν κατάφερες..διότι «ο Κύριος ταπεινοίς δίδωσι χάριν». Για να επανέλθουμε όμως. Λέμε λοιπόν ότι η Εκκλησία, μας προσφέρει πνευματικότητα. Τι είναι λοιπόν η πνευματικότητα; Μπορεί να μετρηθεί; Η πνευματικότητα αδελφοί μου είναι κατάστασις όπου ο άνθρωπος έχει υπερβεί τον εγωισμό, την φιλαυτία του, έχει υπερβεί τα του κόσμου και πλέον εν ταπεινώση και μετανοία ζει για τον Χριστό ,δια του Χριστού. Ζει δηλαδή όχι για να κτίσει ένα καλό όνομα στην κοινωνία, όχι για να γίνει διάσημος και προσφιλείς στους ανθρώπους λόγω της καθαρότητος του βίου του ή των ποικίλων αρετών του αλλά ζει για τον Χριστό, ζει για τους άλλους, ζει δια του Χριστού δηλαδή ζει μέσω του Χριστού, δια των μυστηρίων της Εκκλησίας και φτάνει στο σημείο να λέγει μαζί με τον απόστολο: «ζω δε ουκέτι εγώ ζει δε εν εμοί χριστός». Ο πνευματικός άνθρωπος δεν είναι αυτός που έχει κάνει σπουδές στην θύραθεν σοφία, δεν είναι ούτε ο ηθικός άνθρωπος, αλλά ο μυημένος στο μυστήριο της Αγάπης. Εάν τολμούσα να ονόμαζα ποιος είναι ο πνευματικός άνθρωπος, θα έλεγα είναι ο άνθρωπος που αγαπά. Διότι το ατέλεστο τέλος που καλούμαστε όλοι μας να αγγίξουμε και να γίνουμε μέτοχοι είναι η Αγάπη εν Χριστώ, δηλαδή η άδολη αγάπη, η ανιδιοτελής αγάπη, η αγάπη που μπορεί να φτάσει στην θυσία του Σταυρού χωρίς να κρατήσει κακία μέσα της. «Αγάπα και κάνε ό,τι θέλεις», είπε ένας γέροντας σε κάποιον μοναχό. Διότι εάν αγαπάς, όντως, θα σου είναι αδιανόητο να στεναχωρήσεις τον πλησίον σου, να τον αδικήσεις, να τον κατακρίνεις. Εάν αγαπάς θα σου είναι αδιανόητο να ησυχάσεις μέσα στην φιλαυτία σου, μέσα στο βόλεμά σου…θα καταληφθείς από μία «μακαρία μανία» όπως λέγει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος η οποία ακόμα και όταν το σώμα κουραστεί και αποκάμει από τους κόπους της ασκήσεως θα πραγματοποιηθεί σε σένα εκείνο το ψαλμικό: «Εγώ καθεύδω» από την ανάγκη της φύσεως, «η δε καρδία μου αγρυπνεί» από το πλήθος του έρωτος προς Σε. Η Αγάπη λοιπόν είναι ο σκοπός της ζωής, διότι Αγάπη είναι ο Θεός. Ο άνθρωπος λοιπόν που σκοπό έχει την ένωσή του με τον Θεό (καθ’ομοίωσιν), είναι σαν να έχει σκοπό του την απόκτηση της Αγάπης. Λέγει πάλι ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος: «Αυτός που θέλει να ομιλή για την αγάπη είναι σαν να επιχειρή να ομιλή για τον ίδιο τον Θεόν. Η αγάπη, ως προς την ποιότητά της είναι ομοίωσις με τον Θεόν, όσο βέβαια είναι δυνατόν στους ανθρώπους. Ως προς την ενέργειά της, είναι μέθη της ψυχής. Ως προς δε τις ιδιότητές της, είναι πηγή πίστεως, άβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως». Να λοιπόν γιατί τόλμησα να πω ότι τελικά πνευματικός άνθρωπος είναι ο άνθρωπος που αγαπά, που έχει αγάπη όχι για τους φίλους και τους οικείους τους, όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά για όλη την κτίση! Αγαπητοί μου αδελφοί, όλα αυτά τα αναφέρουμε, όχι για να μικροψυχήσουμε και να προσπαθήσουμε μονομιάς και απότομα να κατακτήσουμε τα κράσπεδα του Ουρανού, διότι μπορεί στην πορεία να απογοητευτούμε. Γι΄αυτό δεν πρέπει να ξεχνούμε το εξής: «Ότι όπως δεν είναι δυνατόν αυτός που πέρασε μακροχρόνια ασθένεια να ανακτήσει την υγεία του μέσα σε μία στιγμή, έτσι δεν είναι δυνατόν να νικήσουμε διά μιας τα πάθη μας ή ακόμα και ένα πάθος μας» (Άγ. Ιων.Κλιμακος). Θέλει επιμονή, θέλει υπομονή, θέλει προσευχή, προσοχή, ταπείνωση και μετάνοια. Θέλει όμως και κάτι άλλο πολύ σημαντικό: Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κατορθώσει πολλά πράγματα στην ζωή του όμως την αγιότητα δεν μπορεί να την κατορθώσει μακράν των Μυστηρίων της Εκκλησίας. Διότι η Εκκλησία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας. Η Εκκλησία είναι ο Χριστός, άρα λοιπόν μακράν της Εκκλησίας, είμαστε μακράν του Χριστού, κι ας υποστηρίζουν κάποιοι ότι πιστεύουν στον Χριστό, απορρίπτοντας την Εκκλησία Του, διότι όποιος απορρίπτει την Ορθόδοξη Εκκλησία, απορρίπτει τον Χριστό και πλέον μακράν του Χριστού είναι μακράν του Φωτός, της Αλήθειας, της Αγάπης και της Αιωνίου Ζωής. Και μην πει κάποιος ότι: «εμείς δεν ποθούμε να γίνουμε άγιοι», διότι όποιος έστω και ενδόμυχα απορρίπτει συνειδητά την αγιότητα, απορρίπτει τον σκοπό της δημιουργίας του. Όλοι μας αδελφοί μου πλαστήκαμε κατ’εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού, δηλαδή, δημιουργηθήκαμε ελεύθεροι με νου, κρίση και λογική ώστε να μεταμορφωθούμε από χοϊκούς ανθρώπους σε κατά χάριν θεανθρώπους, σε αγίους, σε όντα που ζουν μαζί με τον Θεό αρμονικά μέσα σε αιώνια ευφροσύνη. Εάν λοιπόν δεν θέλουμε ένα τέτοιο μέλλον…είμαστε άξιοι των επιλογών μας. Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Κλίμακος του Αγίου Ιωάννου στο οποίο ο Άγιος μας δείχνει τον δρόμο από την γη των παθών προς τον Ουρανό της Αγάπης. Λέγει ο Άγιος: «Η ελάττωσις του κακού γεννά την αποχή από το κακό. Η αποχή από το κακό είναι η αρχή της μετανοίας. Η αρχή της μετανοίας είναι η αρχή της σωτηρίας. Η αρχή της σωτηρίας είναι η καλή πρόθεσις. Η καλή πρόθεσις γεννά τους κόπους. Αρχή των κόπων είναι οι αρετές. Η αρχή των αρετών είναι το άνθος (της πνευματικής ζωής). Το άνθος της αρετής είναι η αρχή της (πνευματικής) εργασίας. Η (πνευματική) εργασία είναι τέκνο της αρετής∙ και αυτής τέκνο η συνέχισις και η συχνότης της εργασίας. Καρπός και τέκνο της συνεχούς και επιμελούς εργασίας είναι η έξις, (η μόνιμη δηλαδή συνήθεια). Και τέκνο της έξεως είναι η ποίωσις , (να γίνη δηλαδή η αρετή ένα με την ψυχή, φυσική κατάστασίς της). Η ποίωσις στο καλό γεννά τον φόβο (του Θεού) και την ευλάβεια. Ο φόβος γεννά την τήρησι των εντολών – είτε των επουρανίων είτε των επιγείων. Η τήρησις των εντολών είναι απόδειξις της αγάπης (προς τον Θεόν και τον πλησίον). Αρχή της αγάπης είναι το πλήθος της ταπεινώσεως. Το πλήθος δε της ταπεινώσεως είναι θυγατέρα της απαθείας. Και η απόκτησις της απαθείας είναι η πληρότης της αγάπης, δηλαδή η πλήρης κατοίκησις του Θεού σε όσους έγιναν με την απάθεια «καθαροί τη καρδία…ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Η πνευματική ζωή είναι η ζωή της συγχωρετικότητος και της αγάπης. Εάν δεν συν-χωρούμε και δεν αγαπούμε…μην πλανόμεθα, δεν ζούμε πνευματική ζωή όσο και “ηθικά αμόλυντοι” κι ας είμαστε, διότι “Ο αγαπών εκ του Θεού γεγένηται και γιγνώσκει τον Θεόν”. Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Ανάσες....!


Μερικές φορές στη ζωή βλέπεις τα κύματα πελώρια, σκοτεινά και αγριεμένα. Νιώθεις τον άνεμο να σε χτυπάει αλύπητα. Μα κάνεις υπομονή. Και προσπαθείς. Και δεν το βάζεις στα πόδια. Μετράς μια-μια τις ανάσες σου. Δέος... Και ξαφνικά, εκεί που νομίζεις πως όλα τέλειωσαν για σένα, συνειδητοποιείς ότι δε βρίσκεσαι πια ανάμεσα στα άγρια κύματα.... Και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι κάποιο χέρι σε ανέβασε ψηλά σ'έναν φάρο. Και πια δε φοβάσαι... Μονάχα απολαμβάνεις τη θέα. Πλέον νιώθεις στέρεος. Πέρασες μέσα από απίστευτες δυσκολίες. Έζησες άλλη μια μέρα. Μυστικά μέσα σου ξέρεις τι έχει συμβεί... Και κάνεις το σταυρό σου και συνεχίζεις.....

Η αμαρτία το επτακέφαλο θηρίο της Αποκαλύψεως


Ἂν θέλετε νὰ δῆτε κάποια εἰκόνα τῆς ἁμαρτίας, ν᾿ ἀνοίξετε τὴν Ἀποκάλυψι. Ἀνοῖξτε στὸ 12ο κεφάλαιο, κ᾿ ἐκεῖ θὰ δῆτε τὴν φοβερὰν εἰκόνα τῆς ἁμαρτίας. Πῶς εἶνε ἡ ἁμαρτία, πῶς παρουσιάζεται; Εἶδε -γράφει στὴ νῆσο Πάτμο ὁ Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστής-, εἶδε μιὰ σπηλιὰ καὶ μέσα ἀπ᾿ αὐτὴν βγῆκε ἕνα φίδι. Φίδι μεγάλο καὶ πελώριο. Ἦταν κόκκινο καὶ τρομερό. Τὸ φίδι αὐτὸ εἶχε ἑπτὰ κεφάλια, εἶχε δέκα κέρατα καὶ πάνω στὰ κεφάλια του εἶχε χρυσᾶ στεφάνια. Καὶ ξάπλωνε στὸν κόσμον ὁλόκληρον. Ποιό εἶνε αὐτὸ τὸ κόκκινο φίδι, ὁ κόκκινος δράκοντας μὲ τὰ ἑφτὰ κεφάλια καὶ μὲ τὰ χρυσᾶ στεφάνια καὶ τὰ δέκα κέρατα; Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ διδάσκαλοι λέγουν, ὅτι τὸ θεριὸ αὐτὸ εἶνε ἡ ἁμαρτία. Μία εἶνε ἡ ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία ἔχει διακλαδώσεις. Ὅπως τὸ δέντρο ἔχει μιὰ ῥίζα καὶ ἕνα κορμόν, ἀλλὰ διακλαδίζεται εἰς κλάδους καὶ κλαδίσκους καὶ φύλλα, ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία διακλαδίζεται εἰς πολλὰς παραλλαγάς. Ἑπτὰ εἶνε τὰ μεγάλα πλοκάμια, ἑπτὰ εἶνε τὰ κεφάλια τῆς ἁμαρτίας. Ὅπως ἡ Λερναία Ὕδρα τῶν ἀρχαίων προγόνων μας ἦτο ἕνα φίδι μὲ ἑπτὰ κεφάλια, ἔτσι καὶ ἡ ἁμαρτία παρουσιάζεται καὶ δρᾷ μέσα εἰς τὸν κόσμον ὡς Λερναία Ὕδρα, ὡς ἑπτακέφαλον θηρίον τῆς Ἀποκαλύψεως. Τὸ πρῶτο κεφάλι, τὸ πιὸ μεγάλο καὶ πιὸ τρομερό, ποιό εἶνε; Ἡ πορνεία; Ὄχι. Ἡ μοιχεία; Ὄχι. Ἡ ὑπερηφάνεια εἶνε! Τὸ νὰ ὑπερηφανεύεται ὁ ἄνθρωπος εἶνε τὸ μεγαλύτερο ἁμάρτημα ἀπὸ ὅλα. Μετὰ ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια ἔρχεται ἡ φιλαργυρία. Τρομερὸν πρᾶγμα ἡ φιλαργυρία. Τὸν Χριστὸ τὸν πούλησαν ἀντὶ τριάκοντα ἀργυρίων. Μετὰ ἀπὸ τὴν φιλαργυρία εἶνε ἡ κενοδοξία, νὰ ζητᾶ κανεὶς τὴν δόξα στὸν μάταιον αὐτὸν κόσμον. Μετὰ ἀπὸ τὴν κενοδοξία εἶνε ὁ θυμὸς καὶ ἡ ὀργή. Μετὰ τὸν θυμὸ καὶ τὴν ὀργὴ εἶνε ὁ φθόνος, ποὺ βόσκει μέσ᾿ στὰ στήθη τοῦ ἀνθρώπου. Μετὰ ἀπὸ τὸ φθόνο εἶνε ἡ λαιμαργία. Μετὰ τὴ λαιμαργία εἶνε ἡ πορνεία. Καὶ μετὰ τὴν πορνεία εἶνε ἕνα ἁμάρτημα ποὺ δὲν τὸ σκεπτόμεθα· εἶνε ἡ ἀμέλεια. Ἄ, σοῦ λέει, ἐγὼ εἶμαι ἀπηλλαγμένος, δὲν κάνω τίποτα ἀπ᾿ αὐτά… Εἶσαι ὅμως ἀμελὴς καὶ ὀκνηρός. Καὶ ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς δικάσῃ μόνο γιὰ τὸ κακὸ ποὺ κάναμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκεῖνα τὰ καλὰ ποὺ μπορούσαμε νὰ κάνουμε στὸν κόσμον αὐτὸν καὶ δὲν τὰ κάναμε. Ἑπτὰ κεφάλια εἶνε. Καθένας πέφτει στὰ δίχτυα μιᾶς ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες αὐτές. Ἀλλὰ σὲ οἱανδήποτε ἁμαρτία καὶ ἂν πέσῃ κανείς, τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε ἕνα. Οἱονδήποτε κεφάλι καὶ ἂν σὲ φάῃ, στὸ διο στομάχι θὰ πᾷς. Γιατὶ λένε μερικοί· Ἄ, ἐγὼ δὲν εἶμαι πόρνος… Ναί, καλά, δὲν εἶσαι πόρνος· ἀλλὰ εἶσαι φιλάργυρος. Κι ἀφοῦ εἶσαι φιλάργυρος, ἕνα ἀπὸ τὰ κεφάλια αὐτοῦ τοῦ μεγάλου φιδιοῦ θὰ σὲ φάῃ καὶ θὰ σὲ πάῃ μέσα εἰς τὸν ᾅδην. Ὁ ἄλλος λέγει· Ἐγὼ δὲν εἶμαι φθονερός… Δὲν εἶσαι φθονερός, ἀλλὰ εἶσαι λαίμαργος! Δὲν εἶσαι λαίμαργος, ἀλλὰ εἶσαι ὑπερήφανος! Δὲν εἶσαι ὑπερήφανος, ἀλλὰ εἶσαι ἀμελής. Λοιπόν, αὐτὰ εἶνε τὰ ἑπτὰ μεγάλα ἁμαρτήματα. Μὰ ἐκεῖνα τὰ κέρατα; Λέει, ὅτι τὸ θηρίον αὐτὸ τῆς ἀβύσσου ἔχει δέκα κέρατα. Τί σημαίνουν ἐκεῖνα τὰ δέκα κέρατα; Τὰ δέκα κέρατα σημαίνουν, ὅτι ὁ σατανᾶς προσπαθεῖ νὰ διαλύσῃ, νὰ κονιορτοποιήσῃ, νὰ καταστρέψῃ τὶς δέκα ἐντολὲς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Δεκάλογο τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τὸν συνεπλήρωσε εἰς τὴν Ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία. Κ᾿ ἐκεῖνα τὰ χρυσᾶ στεφάνια τί σημαίνουν; Ὅτι τὸ κακὸ πρῶτα γινότανε κρυφά. Πάντοτε ὑπῆρχε τὸ κακό· ἀλλὰ τὰ παλιὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι τὸ κάνανε κρυφά. Εἴχανε κάποια συστολή, εἴχανε κάποια ντροπή, ντρεπόντανε νὰ μὴν τὸ μάθῃ ὄχι ἡ ἀστυνομία, ὄχι ὁ εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ ὁ γείτονάς των. Προσέχανε τότε οἱ ἄνθρωποι. Ὑποκρισία βέβαια ἦταν αὐτό, ἀλλὰ εἴχανε κάποια συστολή. Στὰ τελευταῖα ὅμως χρόνια τὸ κακὸ θὰ βγῇ ἀπὸ τὴ σπηλιὰ καὶ θὰ πάῃ στὸ δρόμο καὶ στὶς πλατεῖες καὶ παντοῦ, καὶ ἡ γυναίκα θὰ παρουσιασθῇ ξετσίπωτη καὶ ὁ ἄντρας ξετσίπωτος, καὶ θὰ κάνουν πράγματα χωρὶς νὰ ντρέπωνται πλέον. Θὰ φύγῃ ἡ ντροπὴ ἀπὸ τὸν κόσμον. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλ᾿ αὐτοὶ ποὺ θὰ κάνουν τὰ αἰσχρὰ πράγματα θὰ στεφανώνωνται κιόλας, θὰ ἔχουν ἐπαίνους καὶ βραβεῖα ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸ τὸν ἁμαρτωλό. Αὐτὰ εἶνε τὰ χρυσᾶ στεφάνια. Καὶ βλέπεις τώρα νὰ στεφανώνεται τὸ κακὸ καὶ νὰ πραγματοποιῆται αὐτὴ ἡ προφητεία. Βλέπεις ἕνα διάσημο γύναιο διεφθαρμένο, μιὰ ντιζέζ, νὰ πηγαίνῃ στὰ κέντρα τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἐκεῖ πᾶνε, παρακαλῶ, καὶ οἱ μεγάλοι τὴ νύχτα. Δὲν ἔχουν ἄλλη δουλειά· πᾶνε αὐτοί ποὺ ἔχουν ἀξιώματα, αὐτοὶ ποὺ ἔχουν λεπτὰ πολλά, καὶ κάθονται μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα καὶ κοιτάζουν μία πόρνη, ποὺ γυμνὴ καὶ μὲ ἀναίδεια βρίσκεται ἀνάμεσά τους καὶ μὲ αὐθάδη καὶ καπηλικὴν καὶ αἰσχρὰν γλῶσσα τραγουδάει καὶ τοὺς μαγεύει, καὶ αὐτοὶ χειροκροτοῦν. Νά, τὰ χρυσᾶ στεφάνια! Καὶ αὐτὸ τὸ ἁμαρτωλὸ γύναιο, ποὺ ἄλλοτε δὲν τολμοῦσε νὰ βγῇ στὸ δρόμο, τώρα ὄχι μόνο ἐμφανίζεται, ἀλλὰ καὶ ἐπευφημεῖται, καὶ εἰσπράττει τὴ νύχτα ἐκείνη πολλὰ χρήματα, ὅσα δὲν εἰσπράττει μιὰ νοσοκόμος ὅλο τὸ χρόνο…

Αν αφαιρέσουμε την ιδέα της αιώνιας ζωής, τι πλέον μας μένει;


Να σκεφτόμαστε την αιωνιότητα Εἶνε ἀπερίγραπτα τὰ κάλλη της. Δὲν ὑπάρχει γλώσσα γιὰ νὰ τὰ ἐκφράσουμε Σβήνουμε ἐδῶ στὴν γῆ, ἀλλὰ ἀνατέλλουμε σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο αἰώνιο. Ἐὰν τὸ σκεφτόμασταν αὐτὸ καὶ εἴχαμε πνευματικοὺς πόθους θὰ ἦταν διαφορετικὴ ἡ γῆ. Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος σκεφτόταν τὴν αἰωνιότητα καὶ ἔδειχνε τὸ ἕνα μυριαστὸ τῆς δραστηριότητες τὸ ὁποῖο δείχνει γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ὑλικῶν πραγμάτων, θὰ εἶχε ἀγγελοποιηθῆ ἡ γῆ. Θὰ εἶχε ἁγιοποιηθῆ καὶ μεταβληθῆ ἡ γῆ. Ἀλλ δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐνδιαφέρον. Ἔχουμε ὑλικούς πόθους. Πνευματικούς πόθους δὲν ἔχουμε. Ὑλισμὸς καὶ ἐπικουρισμός. «Φάγωμεν ποίωμεν αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν», γι᾿ αὐτὸ ἄς καλλιεργοῦμε τὴν ἱδέα τῆς αἰωνιότητος. Εἶνε ἀπερίγραπτα τὰ κάλλη. Δὲν ὑπάρχει γλώσσα γιὰ νὰ τὰ ἐκφράσουμε. Ἐμεῖς μάλλον μοιάζουμε μὲ τοὺς ναῦτες τοῦ Κολόμβου. Ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό του ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλη χώρα. Τὸ λέει ἡ ἰστορία. Ἐπὶ 5000 χρόνια δὲν ἢξεραν ὅτι ὑπάρχει Ἀμερική καὶ θεωροῦσαν τὸ πιὸ μακρυνὸ μέρος τὸ Γιβραλτάρ, πέρα στὴν Ἰσπανία. Μέχρι ἐκεῖ περιοριζόταν ὁ κόσμος ποὺ ἥξεραν, παραπέρα δὲν εἶχαν καμιὰ ἱδέα ὅτι ὑπάρχει κι ἄλλος κόσμος. Ἧταν καιρὸς φαίνεται νὰ ἀνακαλυφθοῦν οἱ νέες χῶρες καὶ ἀπὸ ἔμπνευσι Θεοῦ ὁ Κολόμβος εἶπε ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κόσμος. Τὸν πέρασαν γιὰ τρελλὸ. Πῆγαν νὰ τὸν πιάσουν καὶ νὰ τὸν βάλλουν στὸ τρελλοκομεῖο. Μὲ πολὺ κόπο ἔπεισε τὸν βασιλειὰ νὰ τὸν δώση καράβι καὶ ναῦτες γιὰ ν’ ἀνακαλύψη τὶς νέες χῶρες. Μπῆκαν στὸ καράβι καὶ ταξιδεύαν. Ταξιδεύαν μέρες, μὲ τὰ μέσα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ βλέπαν ἕναν ἀπέραντο ὡκεανό. Ὅσο οἱ ἡμέρες περνοῦσαν καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ Κολόμβου δὲν βλέπαν στεριά, τόσο ἡ ἀνισυχία τους καὶ ἡ ἀγανάκτισή τους μεγάλωνε. Συζητοῦσαν μπροστὰ του καὶ λέγαν: Ποῦ μᾶς ἔφερε αὐτὸς ὁ τρελλός ἄνθρωπος μέσα στὸν ὡκεανό; Χάσαμε τὶς γυναῖκες μας, χάσαμε τὰ παιδιά μας, χάσαμε τὶς οἰκογένειές μας καὶ τώρα θὰ χαθοῦμε καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι. Πῶς μπλέξαμε μ᾿ αὐτὸν τὸν τρελλὸ ἄνθρωπο, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλό του ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κόσμος, πέρα ἀπὸ τὸν ὡκεανό; Τόσο ἦταν ἀγανακτισμένοι μὲ τὸν Κολόμβο, ὥστε εἶχαν σκοπὸ νὰ τὸν ἀρπάξουν καὶ νὰ τὸν ρίξουν μέσα στὴν θάλασσα καὶ νὰ γυρίσουν πίσω. Εὐτυχῶς ὁ Κόλόμβος ἔκανε τὴν προσευχή του καὶ εἶπε: Θεέ μου βοήθησέ με. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κόσμος, βοήθησέ με γιὰ νὰ τὸν βρῶ. Ἔπειτα ἀπὸ πολὺ ταλαιπωρία καὶ ἐνῶ ἦταν ἕτοιμοι νὰ σκοτώσουν τὸν Κολόμβο καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴν θάλασσα, γιὰ νὰ τὸν φᾶνε τὰ ψάρια, τότε εἶδαν τὴν ἀκτὴ τῆς νέας ἡπείρου καὶ εἶπαν δόξα σοι ὁ Θεός. Κάτι τέτοιο συμβαίνει καὶ σήμερα. Ὅπως ἐκεῖνοι ἦταν ἄπιστοι στὸν Κολόμβο, ἔτσι καὶ ἐμεῖς εἲμαστε ἄπιστοι ὄχι στὸν Κολόμβο, γιατὶ τί εἶνε ὁ Κολόμβος; Στὸν Χριστό εἴμαστε ἄπιστοι, ποὺ μᾶς βεβαίωσε ὅτι ὑπάρχει ἄλλος κόσμο. Γιὰ ἐκεῖνο τὸν κόσμο πρέπει νὰ φροντίζουμε καὶ νὰ ζοῦμε καὶ ν᾿ ἀναπνέομε ἀπὸ αὐτὴ τὴν ζωή. Ἄν ἄλλοι πιστεύουν στὸν παράδεισο τοῦ Φρόϊν, τοῦ Μάρξ, καὶ τῶν ἄλλων πραγμάτων τῆς ματαιότητος, ἐμεῖς πρέπει νὰ ἔχουμε ριζομένη στὴν καρδιά μας τὴν αἰωνιότητα. Νὰ λέμε τὰ λόγια τοῦ συνταγματάρχου Καμπάνη, τὴν παραμονὴ τῆς μάχης τοῦ Κιλκίς: Καλὴν ἀντάμωση στὴν αἰωνιότητα. Ἔτσι πρέπει νὰ φρονοῦμε. Ὡραῖο εἶνε ἕνα τραγούδι ποὺ μιλᾶ γιὰ αὐτὴ τὴν αἰώνια ζωή. Λαμπροτέρα ἡλίου ἡ γῆ, εἰς σαφῶς διορῶμεν μακρά λευκημόνων ἀγγέλων μονή κοσμουμένη μὲ θεία χαρά Ναὶ ἐκεῖ, ναὶ ἐκεῖ θέλουμε ποτὲ συναντηθεῖ, ὦ πατρὶς οὐρανία, τρεισευδαίμων καὶ τρεῖς ποθητοί Νὰ τὸ μάθετε. Τὰ σβήσαμε αὐτὰ τὰ τραγούδια καὶ δὲν διαφέρει ἡ ἰδεολογία μας ἀπὸ τὴν ἰδεολογία τῶν κοσμικῶν καὶ μηδαμινῶν πραγμάτων. Ἄν ἀφαιρέσουμε τὴν ἰδέα τῆς αἰώνιας ζωῆς, τί πλέον μᾶς μένει; Ὁ Χριστιανισμὸς θὰ γίνη ἕνα λουλούδι ἄοσμο καὶ ἄχρωμο, ποὺ δὲν θὰ μυρίζει αἰωνιότητα. Γι᾿ αὐτὸ βλέπετε, μεταξὺ τῶν δώδεκα θεμελιωδῶν ἄρθρων ποὺ διακηρύττει τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως μας καὶ κλείει τὸ «Πιστεύω», εἶνε: «Τὸ προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καὶ ζωὴ τοῦ μέλλοντος, Ἀμήν». Σβήνουμε ἐδῶ στὴν γῆ, ἀλλὰ ἀνατέλλουμε σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο αἰώνιο. Ἐὰν κανεὶς ἔβλεπε τὸν ἥλιο γιὰ πρώτη φορὰ νὰ βασιλεύη, θὰ ἄρχιζε νὰ κλαίη. Θὰ ἔλεγε: Πάει ὁ ἥλιος χάθηκε, ξαφανίστηκε. Καὶ ἄν τοῦ ἔλεγε κάποιος: Μὴ φοβᾶσαι αὔριο θὰ βγῆ ὁ ἥλιος. Τί λέτε, θὰ τὸ πίστευε; Τώρα εἶνε ἕνα φαινόμενο σύνηθες ποὺ τὸ βλέπουμε καθημερινῶς καὶ δὲν μᾶς κάνει ἐντύπωση. Ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι θὰ ἀνατείλη ὁ ἧλιος τόσο εἶναι βέβαιο ὅτι θ᾿ ἀνατείλει ἡ ἄλλη ζωή. Στὸ Παρίση πέθανε ἕνας καθηγητὴς ἀκαδημαϊκός καὶ τὸν προσεφώνησε ἕνας ἄλλος καθηγητής πιστός καὶ στὸ τέλος τοῦ εἶπε: Δὲν σοῦ λέω χαίρετε, δὲν σοῦ λέω ἀντίο, ἀλλα σοῦ λέω καλὴ ἀντάμωση στὴν αἰωνιότητα. Αὐτὴ ἧταν ἡ πίστις τῶν ἡρώων, σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο. Καὶ ὁ Σωκράτης ἐπίστευε, ἀλλὰ αὐτὸς εἶχε κάποιες ἀμφιβολίες, δὲν ἦταν ἀπόλυτος. Καὶ αὐτὸς ἐξέφρασε ὅτι πάει σ᾿ ἕναν ἄλλο κόσμο λαμπρότερο ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς γῆς. Λοιπὸν αὐτὴ τὴν πίστη πρέπει νὰ τὴν καλλιεργήσουμε, νὰ τὴν ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ, καὶ τὰ βλέμματά μας νὰ εἶνε πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὸν οὐρανό. «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσα πόλιν ἀλλὰ τὴν μέλλουσα ἐπιζητοῦμεν». Ἀστέρι φωτεινὸ εἶνε αὐτό. Ἀπὸ τὴν ἐρμηνεία τοῦ χωρίου «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσα πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσα ἐπιζητοῦμεν».

Η πιο πολύτιμη εικόνα του Αγίου Όρους και η απίστευτη ιστορία της. Παναγία η Πορταΐτισσα των Ιβήρων


Πρόκειται για το πιο σημαντικό κειμήλιο του Αγίου Όρους μαζί με την εικόνα του «Άξιον Εστίν». Η Παναγία η Πορταΐτισσα των Ιβήρων και η ιστορία της έχει κάνει πολλούς να δακρύσουν αλλά και να πιστέψουν. Αυτήν την μοναδική εικόνα προσκύνησε και ο Πατριάρχης της Ρωσίας κ. Κύριλλος, αποδίδοντας φόρο τιμής στην Κυρά του Άθωνα. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ Σύμφωνα με την παράδοση αλλά και μαρτυρίες, η εικόνα ανήκε σε μια οικογένεια που ζούσε στη Νίκαια της Μικράς Ασίας τον 8ο αιώνα. Το 829 μεσούσης της «εικονομαχίας» η γυναίκα πουν την είχε αναγκάστηκε να την ρίξει στην θάλασσα για να μην καταστραφεί από τους εικονομάχους. Επί 170 χρόνια η εικόνα ήταν χαμένη. Μέχρι το 1004. Τότε καλόγεροι της Μονής Ιβήρων είδαν στην θάλασσα ένα φως. Το φως αυτό ήταν ορατό κι από άλλες Μονές. Περίεργοι να δουν τι συμβαίνει στη θάλασσα πολλοί μοναχοί μπήκαν στις βάρκες και πήγαν προς το φως, όπου διέκριναν μια εικόνα. Όσο πλησίαζαν όμως η εικόνα απομακρυνόταν. Αδυνατώντας να την πλησιάσουν, επέστρεψαν στη Μονή Ιβήρων όπου προσευχήθηκαν. Η απάντηση του Θεού δόθηκε μέσω ενός ασκητή, του Γαβριήλ ο οποίος λένε πως άκουσε τη φωνή της Παναγίας να του δίνει συγκεκριμένες εντολές. «Πήγαινε στο Μοναστήρι σου και πες στον ηγούμενο ότι ήρθα για να τους δώσω την εικόνα μου. Μετά, βάδισε στη θάλασσα, για να γνωρίσουν όλοι την αγάπη και πρόνοια που έχω στο Μοναστήρι σας.» Έτσι κι έγινε. Ο Γαβριήλ πήγε στη θάλασσα και η εικόνα τον πλησίασε. Επί τρία μερόνυχτα οι Μοναχοί έψαλλαν δοξολογίες προς την Παναγία για το Θαύμα, το οποίο όμως δεν είχε ολοκληρωθεί. Η εικόνα μεταφέρθηκε στο καθολικό της Μονής Ιβήρων. Παραδόξως όμως χανόταν και εμφανιζόταν στην πόρτα της Μονής. Οι μοναχοί την επέστρεφαν στο καθολικό και η ιστορία επαναλαμβανόταν. Μέχρι που ο Γαβριήλ άκουσε ξανά τη φωνή της Παναγίας «Πες στον ηγούμενο να παύσετε να με πειράζετε, διότι δεν ήρθα στο Μοναστήρι για να με φυλάτε σεις, αλλά ήρθα για να γίνω εγώ φύλακας και φρουρός σας και σ' αυτήν και στην μέλλουσα ζωή. Και όσοι θα ζήσουν με ευλάβεια και φόβο Θεού και δεν αμελούν στην απόκτηση των αρετών, και τελειώσουν την πρόσκαιρη ζωή τους σ' αυτόν τον τόπο, ας έχουν θάρρος και να μη φοβούνται την κόλαση διότι αυτή τη χάρη ζήτησα από τον Θεό και Υιό μου και την πήρα. Ως επιβεβαίωση των λόγων μου σας δίνω αυτό το σημείο: Όσο βλέπετε την εικόνα μου στο Μοναστήρι σας, δεν θα λείψη απ' το Όρος τούτο η χάρις και το έλεος του Υιού μου και Θεού» (ε' 143). Με εντολή του τότε Ηγουμένου, κτίστηκε ειδικό παρεκκλήσιο έξω από την πόρτα της Μονής και εκεί απέθεσαν την ιερή εικόνα. ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ Από το 1004 που βρέθηκε μέχρι σήμερα η εικόνα της Παναγίας δεν έχει βγεί ποτέ από το Άγιον Όρος. Ο θρύλος λέει πως όσο η εικόνα παραμένει στη θέση της το Άγιον Όρος θα είναι άτρωτο. Άλλος θρύλος λέει πως όταν η εικόνα χαθεί θα είναι σημάδι ότι πλησιάζει η Δευτέρα Παρουσία. Μάρτυρες των θαυμάτων της Παναγίας είναι τα δεκάδες πολύτιμα αφιερώματα. εγκόλπια αρχιερέων, μετάλλια πρωταθλητών και ολυμπιονικών αλλά και παράσημα ηρώων, κοσμούν το εικόνισμα Της. Για τους Αγιορείτες και ειδικότερα για τους Ιβηρίτες η Παναγία η Πορταΐτισσα είναι κάτι παραπάνω από ένα απλό εκκλησιαστικό κειμήλιο είναι η ζωντανή παρουσία της Θεοτόκου ανάμεσά τους. Ο ΑΓΙΟΣ… ΒΑΡΒΑΡΟΣ Όπως λένε οι Μοναχοί, την εποχή που στη Μεσόγειο δρούσαν πειρατικοί στόλοι, η Μονή των Ιβήρων έγινε στόχος του Άραβα πειρατή Ραχάι. Η παράδοση λέει πως όταν οι πειρατές πλησίασαν τη Μονή για να την λεηλατήσουν δεν τα κατάφεραν. Επιστρέφοντας στο πλοίο είπαν στον Ραχάι πως μια γυναίκα τους είχε εμποδίσει. Ο ίδιος δοκίμασε να δείξει στους άνδρες του πως όλα ήταν της φαντασίας τους. Φθάνοντας στη Μονή, είδε μπροστά του την εικόνα της Παναγίας. Τότε έβγαλε το ξίφος του και τη χτύπησε στο πρόσωπο. Παραδόξως το εικόνισμα άρχισε να αιμορραγεί στο σημείο που χτυπήθηκε. Το σημάδι στο εικόνισμα όπως και το αίμα που έχει ξεραθεί με τα χρόνια, φαίνονται Τότε ο πειρατής, κατάλαβε πως δεν είχε να κάνει με κάτι άψυχο. Οι αγιορείτικες παραδόσεις τον θέλουν να μένει στη Μονή των Ιβήρων, όπου βαπτίστηκε Χριστιανός και έγινε μοναχός. Του έδωσαν το όνομα Δαμασκηνός, αλλά εκείνος θέλοντας να ταπεινωθεί ζητούσε από τους ανθρώπους να τον φωνάζουν Βάρβαρο. Έζησε όλη του τη ζωή μπροστά από την εικόνα της Παναγίας. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο, όχι όμως με το βαπτιστικό του όνομα αλλά ως «Άγιο Βάρβαρο». Γιορτάζει στις 15 Μαΐου