Η επίδραση της χριστιανικής πίστεως στους αγωνιστές για τη ελευθερία της Πατρίδας


Καθώς εορτάζουμε τα (200) χρόνια από την ηρωϊκή Επανάσταση των Ελλήνων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την ελευθερία μας από τον βαρύτατο τουρκικό ζυγό αλλά και καθώς πλησιάζουμε στον ετήσιο εορτασμό του έπους του ’40, σκεφτήκαμε να αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο στην τεράστια επίδραση της Ορθόδοξης χριστιανικής μας πίστεως στην καλλιέργεια αλλά και στη διατήρηση του υψηλού ηρωικού φρονήματος των Ελλήνων αγωνιστών. Το φρόνημα αυτό, ως γνωστό, επηρέαζε συνεχώς την ένταση, τον ενθουσιασμό και την έκβαση του υπέρ της ελευθερίας αγώνα, γενικά, αλλά και κάθε μάχης ή σύρραξης με τον εχθρό, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επικρατήσει να λέγεται στο εξής, όχι πως «οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες», αλλά «πως οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες». Η ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία, κατά βάση, εύχεται και ενισχύει, με κάθε πνευματικό της μέσο, την επικράτηση τόσο της εσωτερικής ειρήνης όσο και της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, ζητώντας στις προσευχές της από τον Θεό να προστατεύει τον λαό Του από επιθετικούς πολέμους (επέλευσιν βαρβάρων και επιδρομάς εθνών) αλλά και από εμφύλιους πολέμους. Αναγκάζεται, όμως, να ανέχεται, να στηρίζει και να ευλογεί, «κατ’ οικονομίαν», ως «έλαττον κακό», τους απελευθερωτικούς και αμυντικούς πολέμους, στους οποίους ο λαός της συμμετέχει, αναγκαστικά, καταδυναστευόμενος ή προκαλούμενος, προκειμένου να ανακτήσει ή να υπερασπίσει την ελευθερία της Πατρίδας. Έτσι, ο ιερός κλήρος συμμετέχει πάντοτε στους αμυντικούς πολέμους και βρίσκεται στο πλευρό των αγωνιστών. Μάλιστα, ο Μ. Αθανάσιος αναφέρει για τις απώλειες (φόνους) αντιπάλων κατά τις πολεμικές συρράξεις: «Φονεύειν ουκ έξεστιν, αλλ’ εν πολέμοις αναιρείν τους αντιπάλους και έννομον και επαίνου άξιον. Ώστε το αυτό κατά τι μεν και κατά καιρόν ουκ έξεστι, κατά τι δε και ευκαίρως αφίεται και συγκεχώρηται». Το «έννομον και επαίνου άξιον», βέβαια, δεν εκφράζει τη χριστιανική πίστη, αλλά την Πολιτεία, στις ανάγκες της οποίας, ο λαός του Θεού -που είναι ο ίδιος λαός με τον λαό της Πολιτείας- είναι παρών για να υπερασπίσει τα ιερά και τα όσια του γένους. Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και ο 13ος Κανόνας του Μ. Βασιλείου, ο οποίος τονίζει πως οι φόνοι που γίνονται στους πολέμους δεν καταλογίζονται ως φόνοι. Ταυτόχρονα, όμως, επειδή η χριστιανική πίστη δεν δικαιώνει ούτε τον πόλεμο αλλά, προπαντός, ούτε τον φόνο, σε όσους φονεύουν στον πόλεμο επιβάλλει τριετή αποχή από την θεία Κοινωνία. Οι αμυντικοί ή απελευθερωτικοί πόλεμοι, ωστόσο, στην ιστορία της Ρωμιοσύνης ήταν πολλοί και πάντοτε είχαν, όχι μόνο πολιτικό αλλά και θρησκευτικό χαρακτήρα, αφού οι εχθροί της πολιτείας ήταν και εχθροί της χριστιανικής πίστεως. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι σχετικοί ύμνοι της Εκκλησίας εύχονται και αιτούνται νίκες των βασιλέων (κυβερνητών, εκπροσώπων του λαού) εναντίον των βαρβάρων εισβολέων και διαφύλαξη του πολιτεύματος, διά του Σταυρού του Χριστού: «Σώσον, Κύριε, τον Λαόν Σου κι ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα». Τα όπλα, επομένως, ευλογούνται από την Εκκλησία για τη συμμετοχή των αμυνομένων υπέρ βωμών και εστιών, υπέρ της Ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της χώρας, από κάθε επίδοξο εχθρό, που επιδιώκει την υποδούλωσή της. Η ορθόδοξη Εκκλησία, ακόμη, ενώ εύχεται για την ειρήνη, ευλογεί, διαχρονικά, τους τίμιους και ένδοξους αμυντικούς και απελευθερωτικούς αγώνες και τις ηρωικές θυσίες των αγωνιστών, «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία», ευχόμενη, «εν ενί στώματι και μια καρδία», υπέρ της άνωθεν ειρήνης, της βοήθειας του ευσεβούς ημών Έθνους και της ευοδώσεως και ενισχύσεως του φιλοχρίστου ημών Στρατού. Ο ιερός Κλήρος, μαζί με την Παναγία, τον Άγιο Δημήτριο και όλους τους αγίους, οπλισμένος με τον θώρακα της πίστεως, βρισκόταν πάντοτε, αγέρωχος, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας έως και τους αγώνες του ’40, σε όλες τις μάχες που διεξάγονταν σε όλη τη χώρα, δίπλα στους ηρωικούς αγωνιστές και ενέπνεαν, ενθάρρυναν, εμψύχωναν, ενίσχυαν και τόνωναν το φρόνημά τους. Αμέτρητα είναι τα θεία σημεία, τα θαύματα, οι οπτασίες και, γενικά, τα εξ’ Ουρανού μηνύματα που έβλεπαν και βίωναν οι αγωνιστές, αγωνιζόμενοι τον αγώνα του δικαίου, της ειρήνης και της ελευθερίας, που κάποιοι εχθροί ήθελαν και σκόπευαν να τους αφαιρέσουν. Χιλιάδες είναι οι διηγήσεις των μαχητών, για τα «μεγάλα κατορθώματα της πίστεως» και τις θαυματουργικές επεμβάσεις του Θεού, που μαρτυρούν ότι στις κρίσιμες στιγμές, άλλαζαν την έκβαση πολλών μαχών και έφερναν την επιτυχία, τη σωτηρία και τη νίκη -ανέλπιστα- στην ελληνική πλευρά. Ο Απ. Παύλος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «οι άγιοι πάντες, διὰ πίστεως, κατηγωνίσαντο βασιλείας…, έφυγον στόματα μαχαίρας, εγενήθησαν ισχυροὶ εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων. Τοιγαρούν και ημείς, τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος μαρτύρων, όγκον αποθέμενοι πάντα και την ευπερίστατον αμαρτίαν, δι’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα, αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγὸν και τελειωτὴν Ιησούν (Μετάφραση: Οι άγιοι Πάντες με την πίστη κατατρόπωσαν βασίλεια, διέφυγαν τη σφαγή, έγιναν, από αδύνατοι, ισχυροί στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή εχθρικά στρατεύματα… Έχοντας λοιπόν γύρω μας τόσο μεγάλη στρατιά Μαρτύρων, ας τινάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο και την αμαρτία, που εύκολα μας εμπλέκει κι ας τρέχουμε με υπομονή το αγώνισμα του δύσκολου δρόμου που έχουμε μπροστά μας. Ας έχουμε τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη, την οποία και τελειοποιεί) (Εβρ. ια’ 33-ιβ’ 2). Όλοι γνωρίζουμε ότι πολλούς από τους απελευθερωτικούς πολέμους και τα επαναστατικά κινήματα, για τη λύτρωση των Ελλήνων, από τη δουλεία των Οθωμανών αλλά και πολλές από τις αντιστασιακές επιχειρήσεις κατά των Γερμανών και των Ιταλών κατακτητών του 1940, είχαν την ευλογία και τη στήριξη Επισκόπων, Μονών και Κληρικών. Η Εκκλησία, επίσης, βοηθούσε τους αγωνιστές, διά της τονώσεως και ενισχύσεως της πίστεώς τους, να υπερβούν τον φόβο και την απειλή του θανάτου, που καραδοκούσε σε κάθε πολεμική σύρραξη. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που δεν φορούσαν τον Σταυρό και δεν ξεκινούσαν τις ατέλειωτες μάχες με μια εκ βαθέων προσευχή στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, που τους πρόσφερε θάρρος, προστασία, υπομονή και ψυχική δύναμη. Έχουμε, επίσης, πολλούς στρατιωτικούς αγίους, όπως ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Δημήτριος, οι Άγιοι Θεόδωροι, Στρατηλάτης και ο Τήρων, ο Άγιος Μηνάς και άλλοι, οι οποίοι μας έδειξαν τον δρόμο, αφού οι ίδιοι αγωνίστηκαν και πετύχαιναν, με τη βοήθεια του Θεού, τις νίκες τους κατά των τυράννων και των εχθρών της πίστεως και της πατρίδας. Πολλοί αυτοκράτορες, επίσης, όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος, ενθαρρύνθηκαν, στον αγώνα κατά των αντιπάλων, μέσα από θείες οπτασίες. Είναι γνωστό το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου την παραμονή της κρίσιμης μάχης. Μέσα στο καταμεσήμερο είδε στον ουρανό έναν φωτεινό Σταυρό, περικυκλωμένο από αστέρια και με τη φράση: «Εν Τούτω Νίκα», δηλαδή, με αυτόν τον Σταυρό, να νικάς. Ωστόσο, η χριστιανική πίστη δεν θέλει τον Χριστιανό φιλοπόλεμο αλλά φιλειρηνιστή. Ο Απ. Παύλος αναφέρει: «Αν είναι δυνατόν, με όλους τους ανθρώπους να ειρηνεύετε, όσο εξαρτάται από σας» (Ρωμ. ιβ' 18). Όταν, όμως, δέχεται επίθεση η Πατρίδα και κινδυνεύει και η εξωτερική και η εσωτερική ελευθερία, ο Χριστιανός δεν μπορεί να επιλέγει την ομόνοια και την ειρήνη, αλλά τη δικαιοσύνη και την αλήθεια. Φωτεινό παράδειγμα έδωσε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, ο οποίος, το 1940, που η Ελλάδα δέχτηκε την δόλια επίθεση της Ιταλίας, απέστειλε άμεσα στον ελληνικό λαό το Διάγγελμα της Ιεράς Συνόδου, που εξέφραζε και τόνιζε το χριστιανικό χρέος: «… Όλα τα τέκνα της Πατρίδος, ευπειθή εις τα κελεύσματα Αυτής και του Θεού, θα σπεύσουν, εν μια ψυχή και καρδία, να αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της ελευθερίας και τιμής και θα συνεχίσουν, ούτω, την, απ’ αιώνων πολλών, αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και θα προτιμήσουν τον ωραίον θάνατον από την άσχημον ζωήν της δουλείας …»

Η εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα του 2040


Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων Άρχισε η συζήτηση για την Ελλάδα του 2040. Όπως ανακοίνωσε η κ. Γιάννα Αγγελοπούλου διεξάγεται ήδη η σχετική επιστημονική μελέτη στο πλαίσιο της Επιτροπής για τον εορτασμό του 1821. Πιστεύω ότι η συζήτηση για τις μελλοντικές εξελίξεις πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της την επιβίωση της ελληνικής και ορθόδοξης ταυτότητάς μας επί Τουρκοκρατίας, αλλά και τις απόψεις σοβαρών διεθνολόγων οι οποίοι προβλέπουν την υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης. Με πυξίδα αλάνθαστη τα διδάγματα του 1821 ο Ελληνισμός πρέπει σήμερα να επιδείξει πνεύμα αντίστασης και όχι υποταγής απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα, η οποία εκφράζεται με τον Νέο Οθωμανισμό του Ερντογάν. Με δημοκρατική υπευθυνότητα και με σωστή -ὀχι αποδομητική -διδασκαλία της Ιστορίας μας. Ακούμε από πολλούς την ένσταση ότι τα έθνη και οι εθνικές ταυτότητες θα ισοπεδωθούν από την παγκοσμιοποίηση. Προσωπικά πιστεύω ότι μόνον ο Θεός ορίζει τις νομοτέλειες στη ζωή μας. Τα ανθρώπινα αλλάζουν εύκολα, έρχονται και παρέρχονται. Για την παγκοσμιοποίηση έχουμε την παραδοχή και από σοβαρούς μελετητές των διεθνών εξελίξεων ότι μπορεί να ανατραπεί ή να παραμείνει στάσιμη και να μην ισοπεδώσει τα έθνη και τα εθνικά κράτη. Το 1993 ο διάσημος Αμερικανός πολιτειολόγος Φράνσις Φουκουγιάμα με το βιβλίο του «Το τέλος της Ιστορίας και ο τελευταίος Άνθρωπος» προέβλεπε την επικράτηση της οικονομικής και πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης και την διάδοση του αμερικανικού πολιτικού και οικονομικού προτύπου σε όλον τον κόσμο. Τώρα αναθεωρεί τις απόψεις του. Με το βιβλίο του «Ταυτότητα» ζητεί συγγνώμην και δέχεται ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι νομοτέλεια και ότι πέραν από την οικονομία υπάρχουν δυνάμεις που κινούν τα έθνη, όπως είναι η εθνική ταυτότητα, ο πολιτισμός, η θρησκεία, Το μήνυμα του νέου βιβλίου του είναι ότι τα έθνη θα συνεχίσουν να βασίζονται στη γλωσσική και θρησκευτική ταυτότητά τους. Και τονίζει ότι αυτό είναι καλό, αρκεί να σεβόμαστε τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, δηλαδή να μην συνδέεται η θρησκευτική πίστη με αυταρχισμό και φανατισμό. Είναι χαρακτηριστική η συνηγορία του Φουκουγιάμα, πρώην θεωρητικού της παγκοσμιοποίησης, υπέρ των εθνικών κρατών. Γράφει σχετικά στο βιβλίο του για τη Ταυτότητα: «Η ιδέα ότι τα κράτη είναι παρωχημένα και ότι θα πρέπει να αντικατασταθούν από διεθνείς φορείς πάσχει, διότι κανένας δεν κατάφερε να σκεφθεί μία καλή μέθοδο ώστε αυτοί οι διεθνείς φορείς να υπόκεινται σε δημοκρατική λογοδοσία. Η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών εξαρτάται από κοινές νόρμες, από κοινές προοπτικές και εν τέλει από κοινή κουλτούρα, και όλα αυτά μπορεί να υπάρχουν στο επίπεδο ενός εθνικού κράτους, αλλά δεν υπάρχουν διεθνώς». Την ίδια πρόβλεψη για την υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης και για την επιβίωση των εθνικών κρατών και των εθνικών ταυτοτήτων κάνει και ο Έλληνας Καθηγητής της Γεωπολιτικής σε γαλλικά πανεπιστήμια Γεώργιος Πρεβελάκης, Γράφει σχετικά στο κείμενό του που δημοσιεύεται ως επίλογος στο βιβλίο “Σύνορα” του Αλέξανδρου Μαλλιά: «Η εθνική κλίμακα θα παραμείνει ως υποδομή του παγκοσμίου συστήματος. Από ορισμένες απόψεις θα ενισχυθεί…… Ταυτοχρόνως η «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση, χωρίς να εξαφανιστεί τελείως, θα υποχρεωθεί να υποχωρήσει. Ένα τόσο ευρύ διασυνδεδεμένο σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Αυτό απέδειξαν διαδοχικά η οικονομική κρίση του 2008 και η υγειονομική του 2020». Άρθρο στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, 23.10.2021

Τεχνητή ψυχική μόλυνση της κοινωνίας


Ιρίνα Μεντβέντεβα, Διευθύντρια του Δημόσιου Ινστιτούτου Δημογραφικής Ασφάλειας της Ρωσίας Μετάφραση: Ευάγγελος Αργυρόπουλος «Ζούμε σε μια κοινωνία στην οποία τα βαριά ψυχιατρικά συμπτώματα είναι συμπτώματα που ανήκουν στην πραγματική ψυχιατρική και παρουσιάζονται ως πρότυπα μόδας και συμπεριφοράς», λέει η Ιρίνα Μεντβέντεβα, Διευθύντρια του Δημόσιου Ινστιτούτου Δημογραφικής Ασφάλειας. «Οι υποταγές ψυχιατρικά οδηγούν σε παραβίαση της ηθικής, και η ηθική διαστρέβλωση συνεπάγεται απαραιτήτως ψυχική παραμόρφωση. " Σύμφωνα με την πεποίθηση της Μεντβέντεβα, η τεχνητή ψυχική μόλυνση εμφανίζεται, ιδίως στη νεότερη γενιά, ακόμη και τα παιδιά. Μερικές φορές ονομάζεται ′′ σεξουαλική διαφώτιση ", μερικές φορές προσφέρεται κάτι άλλο, ενώ κάθε είδους αθλιότητα που είναι δηλητηριώδης για την ηθική ενός ατόμου και για την ψυχική του υγεία εξυπηρετούνται με πολύ όμορφα ′′ ανθρωπιστικά κόλπα ". «Δώστε προσοχή» λέει η ψυχίατρος, «τώρα προπαγανδίζουν ενεργά βρώμικα μαλλιά zasal, σκισμένες κάλτσες, βρώμικα τζιν, παλτά παρδαλά ή πουκάμισα με μήκος που δεν ταιριάζουν ή κουμπωμένα σε λάθος κουμπιά. Στα ψυχιατρεία, γνωρίζουν ότι στην ιστορία της νόσου υπάρχει ένα τέτοιο γράφημα: η ευπρέπεια του ασθενούς. Εάν ο ασθενής δεν είναι ευπρεπής, αυτό είναι δείκτης μιας πολύ σοβαρής ψυχιατρικής διαταραχής. Όταν ένα άτομο φορά συνεχώς σκισμένες κάλτσες ή σκισμένα καλσόν, δεν λούζει τα μαλλιά του ή κουμπώνει λάθος το πουκάμισό του, είναι ένα ψυχιατρικό σύμπτωμα που δυστυχώς υπάρχει ως ένδειξη νεανικής μόδας σήμερα». ′′ Ή ας πάρουμε τους ήρωες πολλών πρωταγωνιστών στα θρίλερ - πρόκειται για υπερδύναμους ανθρώπους που λύνουν τα προβλήματα τους, τρυπώντας και καταστρέφοντας κάθε τι που ζει και δεν ζει στο διάβα τους. Αυτή η επίδραση στην ψυχιατρική λέγεται υποειδής σχιζοφρένεια, στην οποία η ανήλικη παθολογική σκληρότητα συνδυάζεται με το παθολογικό μούδιασμα της καρδιάς, δηλαδή, παθολογική αναισθησία ", σημείωσε η Μεντβέντεβα. «Μια άλλη πάθηση ενός ανθρώπου είναι ένας υπερβολικός ορθολογισμός, που επιβάλλεται σήμερα ως πραγματισμός. Είναι κι αυτό σημάδι σχιζοφρένειας. Ο ερευνητής συχνά πιστεύει ότι η σχιζοφρένεια είναι παράλογη. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Ο σχιζοφρενής είναι υπερβολικά λογικός, αλλά αναίσθητος. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για «λιγότερα συναισθήματα, περισσότερος πραγματισμός» - και σήμερα οι ιδεολόγοι προσκαλούν τους νέους στη νέα μόδα, αλλά αυτό είναι ένα πολύ βαρύ σύμπτωμα. Και ποια είναι η καταστροφή της ενδόμυχης ντροπής από άποψη ψυχιατρικής; «Σύμφωνα με την Ιρίνα Μεντβέντεβα, «δεν είναι απλώς μια επιβολή διαφόρων ειδών διαστροφών, όπως η ηδονοβλεψία (όταν η τηλεόραση δείχνει τι συμβαίνει στις κρεβατοκάμαρες των άλλων), αλλά και η εκλαΐκευση των σεξουαλικών αποκλίσεων. Η σεξοπαθολογία είναι μέρος της ψυχοπαθολογίας». "Το πιο σημαντικό όμως πράγμα για την καταστροφή της ενδόμυχης ντροπής είναι ότι, λέγοντας στους νέους για ασφαλές σεξ, ωθούνται να ικανοποιήσουν το σεξουαλικό ενδιαφέρον, μειώνοντας την αξία των σχέσεων οικογένειας-γάμου, που αποτελούν βασικό στοιχείο για την οικοδόμηση μιας φυσιολογικής ψυχικής υγείας. Αν αυτές οι αξίες απουσιάζουν, είναι αναπόφευκτες οι διάφορες παραβάσεις, αλλά και πολύ επώδυνες για την ψυχική υγεία. Αυτό οδηγεί, ειδικότερα, στην ψυχική υποβάθμιση όλης της κοινωνίας. "

Μάταιε κόσμε! Ψεύτικε ντουνιά! Κανένα καλόν δεν έχεις επάνω σου! Τελείως ψεύδος.


Μάταιε κόσμε! Ψεύτικε ντουνιά! Κανένα καλόν δεν έχεις επάνω σου! Τελείως ψεύδος. Τελείως απάτη. Μας απατάς, μας γελάς, παίζεις μαζί μας... Ει τι εκάναμεν και το εστείλαμεν δια την άλλην ζωήν, εκείνο και μόνον παραμένει άθικτον. Κανείς δεν το παίρνει. Κανείς δεν δύναται να το αφαίρεση.

Η παραβολή του πονηρού δούλου. Αποσπάσματα από την Ομιλία Του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως


«Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, όστις ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού». Αναλογίσου όσα έχεις πράξει σε όλη σου την ζωή· και όταν ακούσης ότι λογαριάζεται με τους δούλους του, να σκεφθείς ότι εννοεί και βασιλείς, και στρατηγούς, και επάρχους, και πλουσίους και πτωχούς, και δούλους και ελευθέρους: Αναλογίσου όλα τα αμαρτήματα που έχεις κάμει. Και αν μάλιστα εσύ λησμονήσεις όσα επλημέλησες, ο Θεός δε θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θα τα στήση όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβομε να τα εξαλείψομε τώρα με μετάνοια και εξομολόγηση και με το να μη μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας. Όχι επειδή ο ίδιος αγνοεί (πώς θα αγνοούσε αυτός που γνωρίζει τα πάντα πριν γίνουν;), αλλά για να πείσει εσέ τον δούλο του ότι δικαίως οφείλεις αυτό που οφείλεις. Ή καλλίτερα όχι μόνον για να μάθεις, αλλά και για να καθαριστείς τελείως· «Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν, προσηνέχθη αυτω εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων» [Η ανωτάτη νομισματική μονάς. Ένα τάλαντο στην Ελλάδα του 4ου π.Χ. αιώνος ισοδυναμούσε με 42,5 κιλά χρυσού]. Αραγε πόσα του είχε εμπιστευθεί, αφού κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ο όγκος του χρέους. «Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι». Οταν λέγει ότι δεν ημπορούσε να τα επιστρέψει, δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά ότι ήταν στερημένος κατορθωμάτων και δεν είχε κανένα έργον αγαθόν, για να λογαριασθεί στην απαλλαγή των αμαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, οπωσδήποτε τα κατορθώματα για την απαλλαγή των αμαρτημάτων μας, όπως και η πίστη, και οι θλίψεις μας λογαριάζονται για την εξάλειψη των αμαρτημάτων. Και εάν ο πειρασμός και η νόσος και η ασθένεια και ο αφανισμός του σώματος, τα οποία υπομένουμε ακουσίως, χωρίς να τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, μας λογαριάζονται στην εξάλειψη της αμαρτίας, πολύ περισσότερο τα κατορθώματα, τα οποία πραγματοποιούμε εκουσίως και με την ιδική μας προσπάθεια. Αυτός όμως και στερημένος από κάθε αγαθόν ήταν, και αφόρητο φορτίο αμαρτημάτων είχε… «Πεσών ουν», λέγει, «παρά τους πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ εμοί, και πάντα σοι αποδώσω». Ας ακούσομε όσοι ραθυμούμε στην προσευχή, πόση είναι η δύναμη των παρακλήσεων. Αυτός δεν επέδειξε νηστεία, ούτε ακτημοσύνη, ούτε τίποτε παρόμοιο, αλλά αν και ήταν έρημος και γυμνός από κάθε αρετή, επειδή μόνο παρεκάλεσε τον Κύριο, κατόρθωσε να το παρακινήσει σε ευσπλαχνία. Μην απελπιζόμεθα λοιπόν για τις αμαρτίες μας, ούτε να απογοητευόμεθα, αλλά ας προσερχώμεθα στο Θεό, ας γονατίζομε ενώπιόν του, ας παρακαλούμε, καθώς έκαμε και αυτός, αφού μέχρι το σημείο αυτό έδειξε τη καλή του διάθεση. Και το ότι δεν έχασε το θάρρος του, και το ότι δεν απελπίσθηκε, και το ότι ομολόγησε τις αμαρτίες του, και το ότι ζήτησε κάποια αναβολή και παράταση, όλα αυτά είναι καλά και φανερώνουν συντριβή διανοίας και ψυχή ταπεινωμένη. «Σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού», λέγει, «απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτώ». Εκείνος εζήτησε αναβολήν, αυτός έδωσε συγχώρησι δηλαδή έλαβε περισσότερον από αυτό πού εζήτησε. Διότι ούτε να φανταστείς δεν ημπορείς τόσα πολλά, όσα εκείνος είναι έτοιμος να σου δώσει. Ας μη δειλιάζομε λοιπόν, ούτε να διστάζομε στις προσευχές. Επειδή, και αν ακόμη πέσομε σ’ αυτό το ίδιο το βάραθρο της κακίας, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να μας ανασύρει από εκεί. Και έχει τόσο μεγάλες δυνατότητες η προσευχή, θα ειπεί κάποιος, ώστε να απαλλάξει από την ποινή και την τιμωρία αυτόν που με έργα και με μύριους τρόπους ήλθε σε σύγκρουση με τον Κύριο; Ναι, άνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες έχει. Διότι δεν κατορθώνει αυτή μόνη της τα πάντα, αλλ’ έχει σύμμαχο και πολύ μεγάλο βοηθό την φιλανθρωπία του δεχομένου την προσευχή Θεού, η οποία και τα κατόρθωσε όλα στην περίπτωσιν αυτήν, και κατέστησε ισχυρά την προσευχή. Αυτό λοιπόν υπονοούσε όταν έλεγε «σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού απέλυσεν αυτόν, και το δάνειον αφήκεν αυτώ», για να μάθεις ότι μαζί με την προσευχή και πριν από την προσευχή όλα τα έκαμνε η φιλανθρωπία του Κυρίου. «Εξελθών δε εκείνος εύρε ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλε αυτώ εκατόν δηνάρια· και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι, ει τι οφείλεις». Βλέπεις πόσον μεγάλο αγαθόν είναι το να ενθυμείτε κανείς τις αμαρτίες του; Διότι και αυτός, εάν τις είχε διαρκώς στη μνήμη του, δεν θα γινόταν τόσον σκληρός και απάνθρωπος. Αυτό το πράγμα όμως εκείνος δεν το έκαμε, αλλά ξεχνώντας το μέγεθος των οφειλών του λησμόνησε και την ευεργεσία. Και αφού λησμόνησε την ευεργεσία, έγινε κακός με τον σύνδουλό του και με την κακία που έδειξε σ’ εκείνον έχασε όλα όσα κέρδισε από την φιλανθρωπία του Θεού … Βλέποντας όμως οι σύνδουλοί του, λέγει, αγανάκτησαν· και τον καταδικάζουν πριν από τον Κύριο. Όταν ο Κύριός του τα άκουσε αυτά τον κάλεσε και λογαριάζεται πάλι μαζί του. Και τί λέγει «Δούλε πονηρέ, πάσαν οφειλήν εκείνην αφήκα σοι». Ποίος θα ημπορούσε να δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη από αυτήν του Κυρίου; Όταν του όφειλε τα μύρια τάλαντα, ούτε καν με λόγο τον ελύπησε, ούτε πονηρόν τον απεκάλεσε, αλλά μόνον διέταξε να πωληθή· και αυτό, για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Όταν όμως έγινε κακός στον σύνδουλό του, τότε οργίζεται και θυμώνει· για να μάθεις ότι ευκολότερα συγχωρεί τα αμαρτήματα που έγιναν σ’ αυτόν παρά αυτά που έγιναν στους συνανθρώπους μας. Και δεν το κάνει μόνον εδώ αυτό αλλά και σε άλλη περίπτωση. «Εάν γαρ προσφέρεις το δώρο σου», λέγει, «επί το θυσιαστήριο, κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, ύπαγε, πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου» (Ματθ. ε΄ 23-24). Βλέπεις πως προτιμά παντού τα ιδικά μας από τα ιδικά του και δεν θεωρεί τίποτε ανώτερο από την ειρήνη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο; και αλλού πάλιν· «ο απολύων την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχευθήναι» (Ματθ. ε΄ 32). Και με τον Παύλο νομοθέτησε έτσι· «ει τις ανήρ γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκει οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν» (Α΄ Κορ. ζ΄ 12). Εάν πορνεύσει, λέγει να την διώξεις, εάν όμως είναι άπιστος, μη την διώξεις· εάν δηλαδή αμαρτήσει σε σένα, χώρισέ την· εάν αμαρτήσει σε μένα, κράτησέ την. Έτσι και εδώ όταν αμάρτησε τόσον πολύ σ’ αυτόν, τον συνεχώρησε· όταν αμάρτησε στον σύνδουλό του με λιγότερα και μικρότερα αμαρτήματα από αυτά που αμάρτησε στον Κύριο του, δεν τον συγχώρησε, αλλά τον τιμώρησε αυστηρά. Και εδώ μεν τον απεκάλεσε πονηρό, ενώ εκεί ούτε καν με λόγια δεν τον λύπησε. Γι’ αυτό και εδώ προστίθεται και τούτο, ότι ωργίσθη και τον παρέδωσε στους βασανιστάς· ενώ όταν του ζητούσε να απολογηθεί για τα μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δεν προσέθεσε, για να μάθεις ότι εκείνη μεν η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα οργής, αλλά φροντίδας που απέβλεπε στην συγχώρησιν· αυτή λοιπόν, η προς τον σύνδουλό του αμαρτία ήταν που τον εξόργισε τόσον πολύ. Αραγε τί θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από την μνησικακία, αφού ανακαλεί και την ήδη αποφασισμένη φιλανθρωπία του Θεού, και αυτά που δεν κατόρθωσαν να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσει η κατά του πλησίον οργή; Μολονότι έχει γραφή ότι «αμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού» (Ρωμ. ια΄ 29). Πώς λοιπόν εδώ μετά την ανακοίνωση της δωρεάς, μετά την εκδήλωση της φιλανθρωπίας, ανεκλήθη πάλιν η απόφαση; Εξ’ αιτίας της μνησικακίας· ώστε δε θα έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε αυτή πιο φοβερά από κάθε αμαρτίαν· διότι όλες οι άλλες κατέστη δυνατόν να βρουν συγχώρηση, ενώ αυτή όχι μόνον δεν μπόρεσε να επιτύχει συγνώμη, αλλά και τις άλλες, που είχαν αφανισθεί ολοτελώς, τις ανανέωσε πάλι. Ώστε η μνησικακία είναι διπλό κακό, διότι και καμία απολογία δεν έχει ενώπιον του Θεού, και τα υπόλοιπα αμαρτήματα μας, και αν ακόμη συγχωρηθούν, πάλι τα ανακαλεί και τα στρέφει εναντίον μας· πράγμα το οποίον έκαμε και εδώ. Επειδή τίποτε, τίποτε δεν μισεί και αποστρέφεται ο Θεός, όσον άνθρωπο που είναι μνησίκακος και διατηρεί την οργή του. Αυτό μας το έδειξε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά και στην προσευχή που μας παρέδωσε παρήγγειλε να λέγομε έτσι: «άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Τίποτε λοιπόν ας μη φροντίζομε τόσον, όσον το να καθαρεύομε από την οργή, και το να συμφιλιωνόμεθα προς εκείνους που είναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πως ούτε η κοινωνία των μυστηρίων, ούτε τίποτε άλλο από αυτά, θα ημπορέσει να μας βοηθήσει εκείνη την ημέρα. Όπως πάλιν εάν νικήσομε αυτήν την αμαρτία, έστω και αν έχομε μύρια πλημμελήματα, θα ημπορέσομε να επιτύχομε κάποια συγγνώμη. Για να έχομε λοιπόν και εδώ γαλήνια και ήρεμη ζωή και εκεί να επιτύχομε συγχώρηση και άφεση, ας προσπαθούμε και ας φροντίζομε να συμφιλιωνόμεθα με όσους εχθρούς έχουμε· διότι έτσι και τον Κύριο μας θα συμφιλιώσομε μαζί μας, και τα μέλλοντα αγαθά θα επιτύχομε, των οποίων είθε όλοι να αξιωθούμε «χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων». Αμήν