Η διεθνής κοινή γνώμη για την εθνική μας επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940.
Η σημερινή ημέρα, αγαπητοί μου αδελφοί, της 28ης Οκτωβρίου, είναι για μας τους Έλληνες ημέρα εθνικής χαράς και ευγνωμοσύνης προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Ημέρα χαράς, διότι με την βοήθεια και σκέπη της Υπερμάχου Στραγητού, της κυρίας Θεοτόκου, η μικρή Ελλάδα νίκησε το τότε πανίσχυρο κράτος της φασιστικής Ιταλίας. Για τον λόγο αυτό η Εκκλησία της Ελλάδος μετέθεσε την εορτή της Αγίας Σκέπης από την 1η Οκτωβρίου που ήταν πριν, στην 28η Οκτωβρίου.
Οι Έλληνες φαντάροι μας, καθώς πολεμούσαν στο μέτωπο, πάνω στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, έβλεπαν την Παναγία μας, (όπως οι ίδιοι μαρτυρούν και ομολογούν), να τους σκεπάζει, να τους εμψυχώνει και να τους προστατεύει από τον εχθρό. Δεν χωράει αμφιβολία, ότι η ένδοξη νίκη των Ελλήνων το 40 αποτελεί ένα θαύμα της Παναγίας. Στα κρίσιμα εκείνα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, εμπιστεύθηκαν τον αγώνα τους στα χέρια της. Δεν είχαν στη διάθεσή τους τα σύγχρονα πολεμικά όπλα, που διέθεταν οι Ιταλοί. Είχαν όμως ως ισχυρό εφόδιο μέσα στην καρδιά τους τη θερμή πίστη προς τον Χριστό και την Παναγία. Καθημερινά γέμιζαν οι ναοί της Ελλάδος και έψαλλαν οι πιστοί την Παράκληση της Παναγίας και ζητούσαν να υπερασπιστεί το δίκαιό τους. Χάρη στη Σκέπη της Παναγίας μας οι στρατιώτες έπαιρναν θάρρος, περιφρονούσαν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονταν στις σιδερόφρακτες στρατιές του άξονα με τέτοιο ηρωισμό, που όλοι οι λαοί τους θαύμαζαν.
Οι ίδιοι οι φαντάροι που πολέμησαν στο μέτωπο μαρτυρούν και ομολογούν τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας. Από κάποιον διάλογο ενός συντάκτου του περιοδικού «ΖΩΗ» της εποχής εκείνης, που δημοσιεύτηκε την 1η Φεβρουαρίου 1941, με τραυματίες πολέμου στο θάλαμο ενός Νοσοκομείου, μαθαίνουμε τα εξής: Ένας τραυματίας φαντάρος δήλωσε: «Εκεί πάνω, κύριε, έχουμε γίνει άλλοι άνθρωποι. Να το ξέρετε. Να το λέτε παντού. Είμαστε τα παιδιά της Παναγίας. Η Μεγαλόχαρη είναι μάνα και προστάτιδά μας». Ένας άλλος νεαρός τραυματίας είπε: «Εγώ δεν ήμουν θρήσκος. Δεν πίστευα σε θαύματα. Η γριά μάνα μου θυμιάτιζε τα βραδάκια το εικόνισμα της Παναγίας κι εγώ μέσα μου την κορόϊδευα. Αλλά τώρα, αν μου τα πει άλλος αυτά, θα τον θεωρήσω εχθρό μου. Σας μιλάω ίσια. Αυτά που είδα εκεί πάνω στην Αλβανία, δεν είναι ένα θαύμα, είναι χίλια θαύματα. Κάθε ύψωμα που παίρνουμε, είναι ένα θαύμα. Κάθε μάχη, κάθε εξόρμηση δική μας, ένα θαύμα. Κάθε μέρα πολέμου που περνά, ένα μεγάλο θαύμα. Ο Θεός είναι μαζί μας…».
Οι ελληνίδες μητέρες της εποχής εκείνης, αληθινές μπουμπουλίνες, με ηρωϊκό φρόνημα και καύχηση μιλούσαν για τους συζύγους και τα παιδιά τους, που πήγαν στο μέτωπο να πολεμήσουν. Έλεγε μια από αυτές: «Έχασα τον σύζυγό μου. Ευλογητός ο Θεός. Ο μεγαλύτερος γιος μου σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι. Ευλογητός ο Θεός! Ο δεύτερος γιος μου, δεκατετραετής την ηλικία, μάχεται μαζί με τους Έλληνες και πιθανώς να βρει ένδοξο θάνατο. Ευλογητός ο Θεός! Υπό την σκιά του Σταυρού θα χυθεί επίσης το αίμα μου. Ευλογητός ο Θεός! Αλλά θα νικήσουμε, ή θα παύσουμε να ζούμε. Θα έχουμε όμως την παρηγοριά, ότι δεν αφήσαμε πίσω μας δούλους Έλληνες. Στην τότε εφημερίδα «Πρωΐα», δημοσιεύτηκε μια επιστολή, μάνας χήρας από τα Μέγαρα, που μόλις είχε λάβει τον πολεμικό σταυρό ανδρείας του σκοτωμένου γιού της. Έγραφε η νέα Μπουμπουλίνα: «Ο Δημητρός μου, ο μοναχογιός μου, προστάτης των τριών κοριτσιών μου, έπεσε υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Χαλάλι της πατρίδος ο Δημητρός μου. Ας ήταν να πέθαινα κι εγώ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω η Ελλάς».
Μεγάλοι ηγέτες της εποχής εκείνης επεσήμαναν, αναγνώρισαν και διεκήρυξαν τον σπάνιο ηρωϊσμό των στρατιωτών μας στην εποποιία του 40: Ο αιμοσταγής δικτάτορας Αδόλφος Χίτλερ εδήλωσε: «Χάριν της ιστορικής αλήθειας πρέπει να επιβεβαιώσω, ότι μόνον οι Έλληνες, απ’ όλους τους αντιπάλους, που μας αντιμετώπισαν πολέμησαν με το μεγαλύτερο θάρρος και περισσότερο αψήφησαν τον θάνατο». Ο τότε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Ουΐστον Τσώρτσιλ ομολόγησε: «Η λέξη ηρωϊσμός φοβάμαι ότι δεν αποδίδει στο ελάχιστο τις πράξεις αυτοθυσίας των Ελλήνων, οι οποίες ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για την νικηφόρα έκβαση της κοινής προσπάθειας των εθνών κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για την ανθρώπινη ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Εάν δεν ήταν η ανδρεία των Ελλήνων και το θάρρος τους, η έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα ήταν ακαθόριστη. Μέχρι τώρα συνηθίζαμε να λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες. Τώρα θα λέμε ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες». Ο τότε σοβιετικός ηγέτης Ιωσήφ Στάλιν πρόσθεσε: «Όταν νικήσουμε θα μπούμε στην Βουλγαρία ως τιμωροί, στην Γιουγκοσλαβία ως ελευθερωτές και στην Ελλάδα ως προσκυνητές…». Ο τότε Ρώσος στρατηγός Ζούκοφ ομολόγησε: «Εάν οι Ρώσοι κατόρθωσαν να προβάλλουν αντίσταση στην είσοδο της Μόσχας, για να σταματήσουν και να αποτρέψουν τον γερμανικό χείμαρρο, το οφείλουν στους Έλληνες, οι οποίοι καθυστέρησαν τις γερμανικές μεραρχίες την ώρα που θα μπορούσαν να μας κάνουν να γονατίσουμε». Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Μόσχας μετέδιδε: «Πολεμήσατε άοπλοι εναντίον πανόπλων και νικήσατε. Μικροί εναντίον μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν ήταν δυνατόν να γίνει αλλιώς, διότι είστε Έλληνες. Κερδίσαμε χρόνο για να αμυνθούμε. Ως Ρώσοι και ως άνθρωποι σας ευγνωμονούμε». Ο Γάλλος στρατηγός και πολιτικός Σαρλ Ντε Γκώλ διεκήρυξε: «Είμαι ανίκανος να δώσω το κατάλληλο εύρος της ευγνωμοσύνης που αισθάνομαι για την ηρωϊκή αντίσταση του λαού και των ηγετών της Ελλάδος». Το αμερικανικό Κογκρέσο στις 3 Απριλίου του 1941 διεκήρυσσε: «Η γενναία θυσία του λαού, αυτού του μικρού σχετικά κράτους, για το δικαίωμα να ζούμε χωρίς επεμβάσεις από δικτατορικά καθεστώτα, προκαλεί τον σεβασμό και τον θαυμασμό όλων των εθνών, που αγαπούν την ελευθερία».
Αλλά και σήμερα, αδελφοί μου, πρέπει να προστρέξουμε στη Σκέπη της Παναγίας μας, με προσευχές και δάκρυα, για να σωθεί η αγαπημένη μας πατρίδα. Οι σημερινοί επίδοξοι κατακτητές μας, οι σκοτεινές δυνάμεις της Νέας Τάξεως Πραγμάτων, που προωθούν τα διεθνή Σιωνιστικά κέντρα της Νέας Εποχής, που κρατούν στα χέρια τους το διεθνές κεφάλαιο, δεν ήλθαν με όπλα, με άρματα και με αεροπλάνα, για να μας υποδουλώσουν και να πάρουν τη γη μας. Σήμερα οι εισβολείς χρησιμοποιούν άλλα μέσα, για να κατακτήσουν τα εδάφη μας. Χρησιμοποιούν τον οικονομικό αποκλεισμό, δημιουργούν υπέρογκα χρέη, προσπαθούν να διαλύσουν την παιδεία μας, να ξηλώσουν το ιερό θεσμό της οικογενείας, να γκρεμίσουν τα ιερά και τα όσια, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις μας. Παράλληλα έχουν εξαπολύσει, φανερά πλέον και απροκάλυπτα, έναν ανελέητο διωγμό εναντίον της Εκκλησίας. Προσπαθούν με κάθε τρόπο, να αντιστρατευτούν στο έργο της, να προβάλλουν ποικίλα εμπόδια, να περιθωριοποιήσουν τον πνευματικό και κοινωνικό της ρόλο. Με μία σωρεία αντιχριστιανικών και αντεθνικών νόμων, επιδιώκουν να αποχριστιανοποιήσουν το λαό μας και να αλλοιώσουν την εθνική μας ιστορία, προβάλλοντας στα κανάλια νέο τρόπο ζωής χωρίς Χριστό και Ελλάδα.
Ωστόσο για το κατάντημα αυτό, στο οποίο φθάσαμε, έχουμε και εμείς μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Οι ρίζες του κακού βρίσκονται στην απομάκρυνσή μας από τον Θεό και την Εκκλησία. Στο ότι περιφρονήσαμε τις αιώνιες αρχές και αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσής μας, που συγκροτούν και συνέχουν όλο το οικοδόμημα του εθνικού και κοινωνικού μας βίου, ενώ παράλληλα ανυψώσαμε ως υπέρτατες αξίες στη ζωή μας το χρήμα και τις ηδονές.
Όμως, παρά την τραγικότητα της καταστάσεως, δεν πρέπει να απελπιστούμε. Καιρός να ανανήψουμε έστω και τώρα, την ενδεκάτη ώρα, χωρίς αναβολή. Ο λόγος του αποστόλου Παύλου «ώρα ημάς ήδη εξ’ ύπνου εγερθήναι» (Ρωμ.13,11) είναι ιδιαίτερα επίκαιρος στην παρούσα περίσταση. Καιρός να μετανοήσουμε. Να ομολογήσουμε με συντριβή την αποστασία μας και να κάνουμε στροφή 180 μοιρών. Καιρός να επιστρέψουμε όπως ο άσωτος υιός της παραβολής στον Κύριο, να επιστρέψουμε στη ζωή της Εκκλησίας, και ως πρόσωπα και ως Έθνος. Με εκτενείς δεήσεις και προσευχές, με αγρυπνίες και λιτανείες. Να παραδεχθούμε τα λάθη μας και να αρχίσουμε την διόρθωση. Να αναλάβουμε ο καθένας τις ευθύνες του. Να επαναξιολογήσουμε και να εγκολπωθούμε τον πνευματικό και εθνικό μας πλούτο, την πνευματική μας κληρονομιά. Να εμπνευσθούμε από την ένδοξη εθνική μας ιστορία, από τα ηρωϊκά κατορθώματα των προγόνων μας. Να κλείσουμε τα αυτιά μας στην στοχευμένη εθνομηδενιστική ιδεολογία της Νέας Εποχής, που προβάλλεται από τα ΜΜΕ. Και τέλος καλούμαστε, να παρακαλέσουμε εκτενώς τον Κύριο, να αναδείξει ικανούς ηγέτες, πολιτικούς και εκκλησιαστικούς με πίστη και αγάπη προς την Εκκλησία, με νουν Χριστού, ανθρώπους της αρετής, αληθινούς πατριώτες. Μόνον τότε μπορούμε να ελπίζουμε σε ανάκαμψη και ανάσταση της Πατρίδος μας. Μόνον έτσι θα μπορέσει και πάλι να μεγαλουργήσει και να γράψει νέες σελίδες δόξης.
Της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου +28 Οκτωβρίου
Η Παναγία είναι η Σκέπη του κόσμου!
Στενός ο σύνδεσμος Πατρίδος και θρησκείας
Η Σκέπη των χριστιανών!!!
Η Παναγία, ἀγαπητοί μου, τῆς ὁποίας τὴν Σκέπη ἑορτάζουμε, εἶνε πρόσωπο ἱερό. Ἀλλ᾿ ὅπως ὁ Υἱός της ἔγινε «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2,34),
ἔτσι καὶ ἐκείνη ποὺ τὸν φιλοξένησε στοὺς ἁγίους κόλπους της ὡς ἄνθρωπο. Μετὰ τὸν Χριστὸ ἡ Παναγία εἶνε σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Ἄλλοι τὴν ὑβρίζουν καπηλικώτατα, τὴ βλασφημοῦν, τὴν περιφρονοῦν, ἄλλοι ὅμως τὴν ἀγαποῦν, τὴ σέβονται, τὴν τιμοῦν, τὴν ὑψώνουν ὣς τὰ οὐράνια. Οἱ παπικοὶ ἔφθασαν ἀκόμη καὶ στὴν αἵρεσι τῆς «Μαριολατρίας», δηλαδὴ νὰ τὴ λατρεύσουν ὡς θεά, ὅπως ἔκαναν γιὰ ἄλλες γυναῖκες οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπέχει καὶ ἀπ’ τοὺς προτεστάντες ποὺ τὴ θεωροῦν ὡς ἁπλῆ γυναῖκα, καὶ ἀπ’ τοὺς φράγκους ποὺ τὴν ἔχουν σχεδὸν θεοποιήσει μὲ τελετὲς καὶ ἀγάλματα. Οἱ ὀρθόδοξοι ἀκολουθοῦμε τὴ μέση καὶ βασιλικὴ ὁδό· τὴν τιμοῦμε ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλ’ ὄχι ὡς Θεόν. Ἀπὸ καταβολῆς μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου δὲ θὰ γεννηθῇ ἄλλο λογικὸ κτίσμα σὰν αὐτήν. Εἶνε ἡ «ἁγία ἁγίων μείζων» (Ἀκάθ. ὕμν. Ψ), ὑπεράνω τῶν ἁγίων ἀνδρῶν παλαιᾶς καὶ καινῆς διαθήκης, ὑπεράνω πατριαρχῶν καὶ προφητῶν, ὑπεράνω τοῦ τιμίου Προδρόμου, ὑπεράνω πατέρων καὶ μαρτύρων καὶ ὁσίων, ὑπεράνω ―προχωροῦμε― καὶ ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Ναί, ἀλλὰ Θεὸς δὲν εἶνε. Θεὸς ἕνας εἶνε, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὅπως στὸν οὐρανὸ ―λένε οἱ πατέρες― ὑπάρχει ἕνας ἥλιος, μία σελήνη καὶ πολλὰ ἄστρα, ἔτσι στὸν πνευματικὸ οὐρανὸ τῆς Ἐκκλησίας ἥλιος πνευματικὸς ἄδυτος εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, σελήνη – πανσέληνος ἡ Παναγία, καὶ ἑκατομμύρια ἄστρα οἱ ἅγιοι. «Οὐρανὸς πολύφωτος ἡ ἐκκλησία ἀνεδείχθη…» (κοντ. 13ης Σεπτ.)
Τιμοῦμε λοιπὸν τὴν Παναγία μας. Καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας σχέσεώς της μὲ τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὴν ἔχουμε μεσίτρια. Ἐκείνη προσεύχεται διαρκῶς στὸ Χριστὸ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴ Γραφὴ «πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη» (Ἰακ. 5, 16), πολὺ περισσότερο «ἰσχύει δέησις μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου» (Μ. Ἀπόδ.).
Ἡ Παναγία εἶνε ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοτόκος, ἀλλὰ καὶ ἡ μητέρα ὅλων τῶν Χριστιανῶν, «ἡ γλυκειά μας μάνα». Γι’ αὐτὸ καθένας, ὅποιος κι ἂν εἶνε καὶ σὲ ὅποια περίστασι κι ἂν βρεθῇ, ἐκείνην φωνάζει.
Ἡ Παναγία εἶνε ζωντανή. Ζῇ καὶ βασιλεύει, καὶ κάνει θαύματα, εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων. Μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν παρρησία της, ἑλκύει τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Τὰ θαύματά της εἶνε πολλά.
Ἕνα βιβλίο, ποὺ γνώρισε μεγάλη κυκλοφορία στὴν τουρκοκρατία, εἶνε ἡ «Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία». Ἦταν τρόπον τινὰ τὸ ἀναγνωστικὸ τῶν ὑποδούλων καὶ ἡ μελέτη του γέννησε ἥρωες. Ὑποδεικνύει στοὺς ἁμαρτωλοὺς πῶς νὰ ζήσουν γιὰ νὰ σωθοῦν. Ὑπῆρχε στὰ σπίτια τῶν Χριστιανῶν. Τὸ διάβαζα κ’ ἐγὼ μικρὸς στὸ πατρικό μου κ᾽ ἔκλαιγα ἀπὸ συγκίνησι. Τὸ βιβλίο αὐτὸ σὲ εἰδικὸ μέρος ἐξιστορεῖ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ ἡ Παναγία.
Ἐγὼ θὰ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας δύο θαύματα, ἕνα παλαιὸ καὶ ἕνα νεώτερο.
* * *
Ποιό εἶνε τὸ παλαιό; Συνέβη στὴν Κωνσταντινούπολι στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος, ἐπὶ τῆς βασιλείας Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Ἀγαρηνοὶ πολιορκοῦσαν τὴ Βασιλεύουσα. Ὁ στρατὸς ἄγρυπνος φρουροῦσε τὰ τείχη. Καὶ ὁ λαὸς ὅλος ἔκανε ἀγρυπνία μὲ δάκρυα στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Εἶχαν περάσει πλέον τὰ μεσάνυχτα. Καὶ τότε ἔγινε τὸ θαῦμα. Εἶνε αὐτὸ τοῦ ὁποίου τὴν ἐπέτειο ἑορτάζουμε σήμερα. Σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ ναοῦ προσευχόταν μαζὶ μὲ ὅλους κ’ ἕνας ἀσκητής, ὁ ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Αἴφνης τί ἔγινε; Μὲ τὴν κεραία τῆς πίστεως, ποὺ εἶχε ἐκεῖνος, εἶδε ἕνα ὅραμα θαυμάσιο. Ἀπὸ τὰ οὐράνια μέσα σὲ φῶς κατέβαινε ἡ Παναγία μας συνοδευομένη ἀπὸ ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Ἦλθε στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, εἰσῆλθε ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδο, στάθηκε μπροστὰ στὴν ὡραία πύλη, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ δεήθηκε ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Ἔπειτα ἀφαίρεσε ἀπὸ τὴν ἁγία κεφαλή της τὸ μαντήλι ποὺ φοροῦσε ―τότε ὅλες οἱ γυναῖκες φοροῦσαν μαντήλι―, ἅπλωσε αὐτὸ τὸ κάλυμμά της, τὸ μαφόριον ὅπως λεγόταν, καὶ σκέπασε μ’ αὐτὸ τὸ λαό, μικροὺς καὶ μεγάλους, τὸ στρατὸ καὶ τοὺς ἄρχοντας, ὅλη τὴν Πόλι, καὶ τέλος ἀπεχώρησε ἐπιστρέφοντας πάλι στοὺς οὐρανούς. Τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἀνδρέας, τὸ ἐπιβεβαίωσε καὶ ὁ μαθητής του ἅγιος Ἐπιφάνιος ποὺ ἦταν δίπλα του. Ἡ εἴδησις μετεδόθη καὶ ἔδωσε δύναμι στοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς πόλεως. Τὴν ἐπέτειο λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ θαύματος ἑορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἁγία Σκέπη, μία ἀπὸ τὶς θεομητορικὲς ἑορτές.
Ἴσως ὅμως κάποιος σκεφθῇ· ―Αὐτὰ συνέβαιναν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς λέω, ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ ἡ Παναγία τὸ ἐπανέλαβε καὶ στὶς ἡμέρες μας. Πότε; Στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1940. Ὅσοι ἤμεθα αὐτόπται, αὐτήκοοι καὶ συντελεσταὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων, ἔχουμε αἴσθησι τοῦ μεγαλείου. Τί ἔγινε τότε; Ἤχησαν οἱ σειρῆνες, σήμαναν οἱ καμπάνες, σάλπισαν οἱ σάλπιγγες. Τί ἦταν ἐκεῖνο! Μοναδικὸ φαινόμενο. Ἔφευγαν οἱ νέοι πρόθυμοι γιὰ τὸ μέτωπο, σὰ νὰ πήγαιναν σὲ γάμο. Ἔπαλλαν ἀπὸ ἐνθουσιασμὸ γιὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Πορεύονταν ἐν καιρῷ νυκτός, μὲ τὰ πόδια, χωρὶς αὐτοκίνητα. Ἔσπευδαν νὰ δώσουν τὸ παρών. Ἂν τοὺς ἔψαχνες, εἶχαν ὅλοι σταυρουδάκι στὸ λαιμὸ καὶ στὸ πορτοφόλι τὴν εἰκόνα τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ χάρισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος μαζὶ μὲ τὴν εὐχή του. Καὶ πήγαιναν ἀπὸ κορυφὴ σὲ κορυφή. Καὶ πῆραν τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου καὶ τὰ ἕνωσαν μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Εἶπαν τὸ «ΟΧΙ» ἐκεῖνο, τὸ πανελλήνιο, ποὺ ἔμεινε στὴν ἱστορία, γιατὶ ἔχει τόση ἀξία ὅση καὶ τὸ«Μολὼν λαβέ» τοῦ Λεωνίδα. Ὅσοι ὑπηρέτησαν τότε ὡς στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, θυμοῦνται ὅτι, ὅταν κατελήφθη ὁ Μοράβας, μπαίνοντας στὴν Κορυτσά, οἱ στρατιῶτες μας ὅλοι, ὅπως ἦταν ἱδρωμένοι καὶ σκονισμένοι, πῆγαν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ γονυπετεῖς αὐτοὶ καὶ ὁ λαὸς τῆς πόλεως ἔψαλαν ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ φωνὴ «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Κι ὅταν κατελάμβαναν μιὰ ψηλὴ κορυφὴ καὶ ὕψωναν τὴν ἑλληνικὴ σημαία, πάλι «Τῇ ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ…» ἔψαλλαν. Καὶ κάτι ἄλλο θαυμαστό, ποὺ ἔμαθα· ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀσκηταί, ποὺ ἔγιναν μοναχοὶ ἀκριβῶς διότι ὡς στρατιῶται καὶ ἀξιωματικοὶ εἶδαν τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας, εἶδαν πάνω στὶς ψηλὲς κορυφὲς τὴν ἴδια τὴν Παναγία μας. Τὴν εἶδαν, ὅπως τὴν εἶδε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἀσκητὴς στὸ ναὸ τῶν Βλαχερῶν. Ὤ ἡμέρες δόξης τότε, ποὺ τὸ ἔθνος μας προκάλεσε τὸν παγκόσμιο θαυμασμό!…
* * *
Ἱερὸ πρόσωπο ἡ Παναγία μας. Καὶ πρέπει νὰ τιμᾶται. Τιμᾶται ὅμως;
Ὤ, ἐδῶ μοῦ ἔρχεται νὰ κλάψω. Δὲν ἔχουμε κράτος χριστιανικό. Ἂν εἴχαμε, στὴν Ἑλλάδα δὲν θ’ ἀκουγόταν οὔτε μιὰ βλαστήμια τῆς Παναγίας. Τώρα, ἂν τολμήσῃς καὶ βρίσῃς τὴ γυναῖκα τοῦ προέδρου τῆς δημοκρατίας ἢ τὸν ἴδιο ἢ τὸν πρωθυπουργὸ ἢ τὸν ἀρχηγὸ κάποιου κόμματος, πᾷς δυὸ χρόνια φυλακή. Δὲν εἴμεθα ἀναρχικοὶ οὔτε συνιστοῦμε ἀπειθαρχία. Εἴμεθα νομοταγεῖς. Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν πῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ποὺ ἐξελέγησαν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, εἶνε μὲν ἄξια τιμῆς, ἀλλὰ μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ μπροστὰ στὴν Παναγία ―ἐὰν πιστεύουμε― εἶνε πελώρια μηδενικά. Ἐν τούτοις βλέπεις τὸ δικαστὴ καί, ὅταν ἀκούσῃ ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν Παναγία, γελάει ἐπὶ τῆς ἕδρας του. Ἂν ἀκούσῃ, ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν κυρία προέδρου δημοκρατίας, ἄ τότε πέφτει τιμωρία!…. Νά ἡ ἁμαρτία μας· παύσαμε νὰ λατρεύουμε τὸ Θεὸ καὶ Πατέρα καὶ νὰ τιμοῦμε τὴν Παναγία, καὶ κάναμε Θεὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιγείων ἀρχόντων.
Βλαστημοῦν δυστυχῶς οἱ Ἕλληνες. Εἴμεθα τὸ πλέον βλάσφημο κράτος. Κ᾽ ἔπειτα ἀποροῦμε γιατί γίνεται σεισμός. Κ᾽ ἐγὼ ἀπορῶ πῶς δὲν ἔπεσαν ἀκόμη καὶ τ’ ἀστέρια ἀπὸ τὸν οὐρανὸ νὰ μᾶς κατακαύσουν.
Ἀλλὰ ἵλεως γενοῦ, Κύριε. Ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ κακό. Δὲν ἁμαρτάνει μόνο αὐτὸς ποὺ βλαστημάει· ἁμαρτάνεις κ᾽ ἐσὺ ποὺ τὸν ἀκοῦς ἀδιάφορος. Ὁ Πλάτων εἶπε ὅτι «τῆς Ἑλλάδος ὑβριζομένης οὐδείς πρέπει νὰ μένῃ ἀπαθής». Κ’ ἐμεῖς λέμε· τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἱερῶν προσώπων ὑβριζομένων, oφείλεις ―ἂν πιστεύῃς― νὰ διαμαρτυρηθῇς, ὅπως τοὐλάχιστον θὰ διεμαρτύρεσο ἐὰν κάποιος ἔλεγε τὴ μητέρα σου πόρνη. Τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· «Ἂν ὑβρίσῃς τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν βλαστημήσῃς Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ».
Τελειώνω, ἀγαπητοί μου, μὲ μία θερμὴ προτροπή. Κανείς μὰ κανείς νὰ μὴν ἀνεχώμεθα νὰ βλαστημάῃ τὰ θεῖα στὸν τόπο μας. Ἂς δημιουργηθοῦν ἀντιβλασφημικὲς ὁμάδες, ὥστε ὁ κάθε βλάσφημος νὰ φιμώνεται. Καὶ τότε πᾶν στόμα καὶ πᾶσα γλῶσσα θὰ ὑμνῇ τὴν Παναγία Παρθένο εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
Η επίδραση της χριστιανικής πίστεως στους αγωνιστές για τη ελευθερία της Πατρίδας
Καθώς εορτάζουμε τα (200) χρόνια από την ηρωϊκή Επανάσταση των Ελλήνων κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για την ελευθερία μας από τον βαρύτατο τουρκικό ζυγό αλλά και καθώς πλησιάζουμε στον ετήσιο εορτασμό του έπους του ’40, σκεφτήκαμε να αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο στην τεράστια επίδραση της Ορθόδοξης χριστιανικής μας πίστεως στην καλλιέργεια αλλά και στη διατήρηση του υψηλού ηρωικού φρονήματος των Ελλήνων αγωνιστών.
Το φρόνημα αυτό, ως γνωστό, επηρέαζε συνεχώς την ένταση, τον ενθουσιασμό και την έκβαση του υπέρ της ελευθερίας αγώνα, γενικά, αλλά και κάθε μάχης ή σύρραξης με τον εχθρό, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επικρατήσει να λέγεται στο εξής, όχι πως «οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες», αλλά «πως οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».
Η ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία, κατά βάση, εύχεται και ενισχύει, με κάθε πνευματικό της μέσο, την επικράτηση τόσο της εσωτερικής ειρήνης όσο και της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου, ζητώντας στις προσευχές της από τον Θεό να προστατεύει τον λαό Του από επιθετικούς πολέμους (επέλευσιν βαρβάρων και επιδρομάς εθνών) αλλά και από εμφύλιους πολέμους.
Αναγκάζεται, όμως, να ανέχεται, να στηρίζει και να ευλογεί, «κατ’ οικονομίαν», ως «έλαττον κακό», τους απελευθερωτικούς και αμυντικούς πολέμους, στους οποίους ο λαός της συμμετέχει, αναγκαστικά, καταδυναστευόμενος ή προκαλούμενος, προκειμένου να ανακτήσει ή να υπερασπίσει την ελευθερία της Πατρίδας.
Έτσι, ο ιερός κλήρος συμμετέχει πάντοτε στους αμυντικούς πολέμους και βρίσκεται στο πλευρό των αγωνιστών.
Μάλιστα, ο Μ. Αθανάσιος αναφέρει για τις απώλειες (φόνους) αντιπάλων κατά τις πολεμικές συρράξεις: «Φονεύειν ουκ έξεστιν, αλλ’ εν πολέμοις αναιρείν τους αντιπάλους και έννομον και επαίνου άξιον. Ώστε το αυτό κατά τι μεν και κατά καιρόν ουκ έξεστι, κατά τι δε και ευκαίρως αφίεται και συγκεχώρηται».
Το «έννομον και επαίνου άξιον», βέβαια, δεν εκφράζει τη χριστιανική πίστη, αλλά την Πολιτεία, στις ανάγκες της οποίας, ο λαός του Θεού -που είναι ο ίδιος λαός με τον λαό της Πολιτείας- είναι παρών για να υπερασπίσει τα ιερά και τα όσια του γένους.
Στην ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και ο 13ος Κανόνας του Μ. Βασιλείου, ο οποίος τονίζει πως οι φόνοι που γίνονται στους πολέμους δεν καταλογίζονται ως φόνοι.
Ταυτόχρονα, όμως, επειδή η χριστιανική πίστη δεν δικαιώνει ούτε τον πόλεμο αλλά, προπαντός, ούτε τον φόνο, σε όσους φονεύουν στον πόλεμο επιβάλλει τριετή αποχή από την θεία Κοινωνία.
Οι αμυντικοί ή απελευθερωτικοί πόλεμοι, ωστόσο, στην ιστορία της Ρωμιοσύνης ήταν πολλοί και πάντοτε είχαν, όχι μόνο πολιτικό αλλά και θρησκευτικό χαρακτήρα, αφού οι εχθροί της πολιτείας ήταν και εχθροί της χριστιανικής πίστεως.
Γι’ αυτό, άλλωστε, οι σχετικοί ύμνοι της Εκκλησίας εύχονται και αιτούνται νίκες των βασιλέων (κυβερνητών, εκπροσώπων του λαού) εναντίον των βαρβάρων εισβολέων και διαφύλαξη του πολιτεύματος, διά του Σταυρού του Χριστού: «Σώσον, Κύριε, τον Λαόν Σου κι ευλόγησον την κληρονομίαν Σου, νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος και το σον φυλάττων, δια του Σταυρού Σου, πολίτευμα».
Τα όπλα, επομένως, ευλογούνται από την Εκκλησία για τη συμμετοχή των αμυνομένων υπέρ βωμών και εστιών, υπέρ της Ελευθερίας και της ανεξαρτησίας της χώρας, από κάθε επίδοξο εχθρό, που επιδιώκει την υποδούλωσή της.
Η ορθόδοξη Εκκλησία, ακόμη, ενώ εύχεται για την ειρήνη, ευλογεί, διαχρονικά, τους τίμιους και ένδοξους αμυντικούς και απελευθερωτικούς αγώνες και τις ηρωικές θυσίες των αγωνιστών, «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία», ευχόμενη, «εν ενί στώματι και μια καρδία», υπέρ της άνωθεν ειρήνης, της βοήθειας του ευσεβούς ημών Έθνους και της ευοδώσεως και ενισχύσεως του φιλοχρίστου ημών Στρατού.
Ο ιερός Κλήρος, μαζί με την Παναγία, τον Άγιο Δημήτριο και όλους τους αγίους, οπλισμένος με τον θώρακα της πίστεως, βρισκόταν πάντοτε, αγέρωχος, από την περίοδο της Τουρκοκρατίας έως και τους αγώνες του ’40, σε όλες τις μάχες που διεξάγονταν σε όλη τη χώρα, δίπλα στους ηρωικούς αγωνιστές και ενέπνεαν, ενθάρρυναν, εμψύχωναν, ενίσχυαν και τόνωναν το φρόνημά τους.
Αμέτρητα είναι τα θεία σημεία, τα θαύματα, οι οπτασίες και, γενικά, τα εξ’ Ουρανού μηνύματα που έβλεπαν και βίωναν οι αγωνιστές, αγωνιζόμενοι τον αγώνα του δικαίου, της ειρήνης και της ελευθερίας, που κάποιοι εχθροί ήθελαν και σκόπευαν να τους αφαιρέσουν.
Χιλιάδες είναι οι διηγήσεις των μαχητών, για τα «μεγάλα κατορθώματα της πίστεως» και τις θαυματουργικές επεμβάσεις του Θεού, που μαρτυρούν ότι στις κρίσιμες στιγμές, άλλαζαν την έκβαση πολλών μαχών και έφερναν την επιτυχία, τη σωτηρία και τη νίκη -ανέλπιστα- στην ελληνική πλευρά.
Ο Απ. Παύλος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «οι άγιοι πάντες, διὰ πίστεως, κατηγωνίσαντο βασιλείας…, έφυγον στόματα μαχαίρας, εγενήθησαν ισχυροὶ εν πολέμω, παρεμβολάς έκλιναν αλλοτρίων. Τοιγαρούν και ημείς, τοσούτον έχοντες περικείμενον ημίν νέφος μαρτύρων, όγκον αποθέμενοι πάντα και την ευπερίστατον αμαρτίαν, δι’ υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα, αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγὸν και τελειωτὴν Ιησούν (Μετάφραση: Οι άγιοι Πάντες με την πίστη κατατρόπωσαν βασίλεια, διέφυγαν τη σφαγή, έγιναν, από αδύνατοι, ισχυροί στον πόλεμο, έτρεψαν σε φυγή εχθρικά στρατεύματα… Έχοντας λοιπόν γύρω μας τόσο μεγάλη στρατιά Μαρτύρων, ας τινάξουμε από πάνω μας κάθε φορτίο και την αμαρτία, που εύκολα μας εμπλέκει κι ας τρέχουμε με υπομονή το αγώνισμα του δύσκολου δρόμου που έχουμε μπροστά μας. Ας έχουμε τα μάτια μας προσηλωμένα στον Ιησού, που μας έδωσε την πίστη, την οποία και τελειοποιεί) (Εβρ. ια’ 33-ιβ’ 2).
Όλοι γνωρίζουμε ότι πολλούς από τους απελευθερωτικούς πολέμους και τα επαναστατικά κινήματα, για τη λύτρωση των Ελλήνων, από τη δουλεία των Οθωμανών αλλά και πολλές από τις αντιστασιακές επιχειρήσεις κατά των Γερμανών και των Ιταλών κατακτητών του 1940, είχαν την ευλογία και τη στήριξη Επισκόπων, Μονών και Κληρικών.
Η Εκκλησία, επίσης, βοηθούσε τους αγωνιστές, διά της τονώσεως και ενισχύσεως της πίστεώς τους, να υπερβούν τον φόβο και την απειλή του θανάτου, που καραδοκούσε σε κάθε πολεμική σύρραξη.
Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που δεν φορούσαν τον Σταυρό και δεν ξεκινούσαν τις ατέλειωτες μάχες με μια εκ βαθέων προσευχή στον Χριστό, στην Παναγία και στους Αγίους, που τους πρόσφερε θάρρος, προστασία, υπομονή και ψυχική δύναμη.
Έχουμε, επίσης, πολλούς στρατιωτικούς αγίους, όπως ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Δημήτριος, οι Άγιοι Θεόδωροι, Στρατηλάτης και ο Τήρων, ο Άγιος Μηνάς και άλλοι, οι οποίοι μας έδειξαν τον δρόμο, αφού οι ίδιοι αγωνίστηκαν και πετύχαιναν, με τη βοήθεια του Θεού, τις νίκες τους κατά των τυράννων και των εχθρών της πίστεως και της πατρίδας.
Πολλοί αυτοκράτορες, επίσης, όπως ο Μέγας Κωνσταντίνος, ενθαρρύνθηκαν, στον αγώνα κατά των αντιπάλων, μέσα από θείες οπτασίες. Είναι γνωστό το όραμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου την παραμονή της κρίσιμης μάχης. Μέσα στο καταμεσήμερο είδε στον ουρανό έναν φωτεινό Σταυρό, περικυκλωμένο από αστέρια και με τη φράση: «Εν Τούτω Νίκα», δηλαδή, με αυτόν τον Σταυρό, να νικάς.
Ωστόσο, η χριστιανική πίστη δεν θέλει τον Χριστιανό φιλοπόλεμο αλλά φιλειρηνιστή. Ο Απ. Παύλος αναφέρει: «Αν είναι δυνατόν, με όλους τους ανθρώπους να ειρηνεύετε, όσο εξαρτάται από σας» (Ρωμ. ιβ' 18).
Όταν, όμως, δέχεται επίθεση η Πατρίδα και κινδυνεύει και η εξωτερική και η εσωτερική ελευθερία, ο Χριστιανός δεν μπορεί να επιλέγει την ομόνοια και την ειρήνη, αλλά τη δικαιοσύνη και την αλήθεια.
Φωτεινό παράδειγμα έδωσε ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, ο οποίος, το 1940, που η Ελλάδα δέχτηκε την δόλια επίθεση της Ιταλίας, απέστειλε άμεσα στον ελληνικό λαό το Διάγγελμα της Ιεράς Συνόδου, που εξέφραζε και τόνιζε το χριστιανικό χρέος: «… Όλα τα τέκνα της Πατρίδος, ευπειθή εις τα κελεύσματα Αυτής και του Θεού, θα σπεύσουν, εν μια ψυχή και καρδία, να αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της ελευθερίας και τιμής και θα συνεχίσουν, ούτω, την, απ’ αιώνων πολλών, αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και θα προτιμήσουν τον ωραίον θάνατον από την άσχημον ζωήν της δουλείας …»
Η εθνική ταυτότητα στην Ελλάδα του 2040
Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων
Άρχισε η συζήτηση για την Ελλάδα του 2040. Όπως ανακοίνωσε η κ. Γιάννα Αγγελοπούλου διεξάγεται ήδη η σχετική επιστημονική μελέτη στο πλαίσιο της Επιτροπής για τον εορτασμό του 1821. Πιστεύω ότι η συζήτηση για τις μελλοντικές εξελίξεις πρέπει να λάβει υπ’ όψιν της την επιβίωση της ελληνικής και ορθόδοξης ταυτότητάς μας επί Τουρκοκρατίας, αλλά και τις απόψεις σοβαρών διεθνολόγων οι οποίοι προβλέπουν την υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης.
Με πυξίδα αλάνθαστη τα διδάγματα του 1821 ο Ελληνισμός πρέπει σήμερα να επιδείξει πνεύμα αντίστασης και όχι υποταγής απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα, η οποία εκφράζεται με τον Νέο Οθωμανισμό του Ερντογάν. Με δημοκρατική υπευθυνότητα και με σωστή -ὀχι αποδομητική -διδασκαλία της Ιστορίας μας.
Ακούμε από πολλούς την ένσταση ότι τα έθνη και οι εθνικές ταυτότητες θα ισοπεδωθούν από την παγκοσμιοποίηση. Προσωπικά πιστεύω ότι μόνον ο Θεός ορίζει τις νομοτέλειες στη ζωή μας. Τα ανθρώπινα αλλάζουν εύκολα, έρχονται και παρέρχονται. Για την παγκοσμιοποίηση έχουμε την παραδοχή και από σοβαρούς μελετητές των διεθνών εξελίξεων ότι μπορεί να ανατραπεί ή να παραμείνει στάσιμη και να μην ισοπεδώσει τα έθνη και τα εθνικά κράτη.
Το 1993 ο διάσημος Αμερικανός πολιτειολόγος Φράνσις Φουκουγιάμα με το βιβλίο του «Το τέλος της Ιστορίας και ο τελευταίος Άνθρωπος» προέβλεπε την επικράτηση της οικονομικής και πολιτιστικής παγκοσμιοποίησης και την διάδοση του αμερικανικού πολιτικού και οικονομικού προτύπου σε όλον τον κόσμο. Τώρα αναθεωρεί τις απόψεις του. Με το βιβλίο του «Ταυτότητα» ζητεί συγγνώμην και δέχεται ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι νομοτέλεια και ότι πέραν από την οικονομία υπάρχουν δυνάμεις που κινούν τα έθνη, όπως είναι η εθνική ταυτότητα, ο πολιτισμός, η θρησκεία, Το μήνυμα του νέου βιβλίου του είναι ότι τα έθνη θα συνεχίσουν να βασίζονται στη γλωσσική και θρησκευτική ταυτότητά τους. Και τονίζει ότι αυτό είναι καλό, αρκεί να σεβόμαστε τη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, δηλαδή να μην συνδέεται η θρησκευτική πίστη με αυταρχισμό και φανατισμό.
Είναι χαρακτηριστική η συνηγορία του Φουκουγιάμα, πρώην θεωρητικού της παγκοσμιοποίησης, υπέρ των εθνικών κρατών. Γράφει σχετικά στο βιβλίο του για τη Ταυτότητα:
«Η ιδέα ότι τα κράτη είναι παρωχημένα και ότι θα πρέπει να αντικατασταθούν από διεθνείς φορείς πάσχει, διότι κανένας δεν κατάφερε να σκεφθεί μία καλή μέθοδο ώστε αυτοί οι διεθνείς φορείς να υπόκεινται σε δημοκρατική λογοδοσία. Η λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών εξαρτάται από κοινές νόρμες, από κοινές προοπτικές και εν τέλει από κοινή κουλτούρα, και όλα αυτά μπορεί να υπάρχουν στο επίπεδο ενός εθνικού κράτους, αλλά δεν υπάρχουν διεθνώς».
Την ίδια πρόβλεψη για την υποχώρηση της παγκοσμιοποίησης και για την επιβίωση των εθνικών κρατών και των εθνικών ταυτοτήτων κάνει και ο Έλληνας Καθηγητής της Γεωπολιτικής σε γαλλικά πανεπιστήμια Γεώργιος Πρεβελάκης, Γράφει σχετικά στο κείμενό του που δημοσιεύεται ως επίλογος στο βιβλίο “Σύνορα” του Αλέξανδρου Μαλλιά:
«Η εθνική κλίμακα θα παραμείνει ως υποδομή του παγκοσμίου συστήματος. Από ορισμένες απόψεις θα ενισχυθεί…… Ταυτοχρόνως η «υπαρκτή» παγκοσμιοποίηση, χωρίς να εξαφανιστεί τελείως, θα υποχρεωθεί να υποχωρήσει. Ένα τόσο ευρύ διασυνδεδεμένο σύστημα δεν είναι βιώσιμο. Αυτό απέδειξαν διαδοχικά η οικονομική κρίση του 2008 και η υγειονομική του 2020».
Άρθρο στα ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ, 23.10.2021
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)