ΑΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΟΛΕΜΟΥΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ.« ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για την ελευθερία της Ελλάδας και δεν την παίρνει πίσω» (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης) Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου ΤριάδοςΕΛΛΑΔΑ ΧΩΡΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΜΕΛΕΤΑ ΧΩΡΙΣ ΑΥΓΑ


Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς, Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω To προοίμιο του Συντάγματος απηχεί τα ιδιαίτερα δομικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία συγκροτούν, την ιστορική ταυτότητα ενός λαού ο οποίος οργανώνεται εις τα πλαίσια της εκάστοτε Συνταγματικής εννόμου τάξεως, ως κρατική οντότητα. Το Ελλαδικό Σύνταγμα, είναι ψηφισμένο εις το Όνομα της Αγίας Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδας, εισέτι και σήμερον, άνευ ουδεμίας μεταβολής. Το προοίμιο αυτό, απορρέει από την βαθιά πίστη των εξεγερμένων επαναστατών του Γένους μας οι οποίοι, εκκίνησαν έναν αγώνα, δια το έθνος και την πατρίδα (μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδας), ήτοι «για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία»[1], τούτο δε εξάλλου μαρτυρά και η Σημαία της Επαναστάσεως με το Σταυρό του Ιησού Χριστού να δεσπόζει εν τω μέσω αυτού. Επομένως από ευγνωμοσύνη, ήδη από τα πρώτα Συντάγματα (Επίδαυρος, Άστρος Τροιζήνα), διότι χάριν της συνδρομής του Θεού επετεύχθη το όραμα της Ελεύθερης πατρίδας τα πρώτα Συντάγματα θεσμοθετήθηκαν εις το Όνομα της Αγίας και Ομοουσίου Τριάδας. Παραθέτω την διακήρυξη της ανεξαρτησίας και ελευθερίας του ξεσηκωμένου Γένους : «Το Ελληνικό Έθνος το υπό φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν» Ως εκ τούτου λοιπόν, εξ ιδρύσεως του Ελλαδικού Κράτους, όλα τα Συντάγματα, υπό διάφορες, ιστορικές και πολιτειακές συνθήκες ψηφίστηκαν εις το «Όνομα της Αγίας Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδας», (Σύνταγμα, Επιδαύρου, Άστρους Τροιζήνας 1822, 1823, 1827, επί Βαυαρών, 1832, 1864, 1911, 1952, επί Δημοκρατίας 1975, 1986,2001, 2008, 2019) παρεκτός, δύο Συνταγμάτων, ήτοι του «ηγεμονικού Συντάγματος του 1832» και του «Δημοκρατικού Συντάγματος το 1927» Το μεν «ηγεμονικό Σύνταγμα» ουδέποτε εφαρμόσθηκε, αφού ο Όθων μέχρι και το 1844 άσκησε την εξουσία χωρίς Σύνταγμα, η δε δεύτερη κατάργηση συνδυάστηκε με την κατάργηση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση της αβασίλευτης Δημοκρατίας, επειδή θεωρήθηκε ως ασυμβίβαστη προς την δημοκρατία η οποιαδήποτε αναφορά του Συντάγματος στον Τριαδικό Θεό. Παρεκτός των ως άνω δυσεξήγητων περιόδων, πολιτειακά αντίρροπων, απεφάσισαν αμφότερα, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους την απαλοιφή του προοιμίου, πλην όμως, μετά ταύτα, το δεσπόζον προοίμιο το οποίο συμπυκνώνει και αντανακλά τον πυρήνα της Ελληνο-Ορθοδόξου παραδόσεως, επανέρχεται δριμύτερα, προς όλες τις επακολουθήσασες Συνταγματικές αναθεωρήσεις, άνευ ετέρου τινός, εισέτι και σήμερον, την τελευταία αναθεώρηση του έτους 2019, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη της Συνταγματικής μας παραδόσεως. Οι εξεγερμένοι Έλληνες του Γένους, έθεσαν το προοίμιο αυτό, πέρα την της αυθεντικής τους πίστεως αλλά και την εν γένει προθέσεώς του να θέσουν τα θεμέλια μίας πραγματικής Δημοκρατίας μεταξύ των ανθρώπων, όπως την Δίδαξε ο Ιησού βασισμένη εις την ανιδιοτελή Αγάπη και Δικαιοσύνη. Ειδικότερον δια της μνείας του προοιμίου αυτού, εγκαθιδρύεται η δημοκρατία εις το τρίπτυχο, ελευθερία, ισότητα, Δικαιοσύνη, η οποία συνιστά την πρώτη παγκοσμίως ιδρυτική διακήρυξη περί των ελευθεριών και της Δημοκρατίας, πρόδρομο της ιστορικής «Magna Charta» του Ιωάννη Ακτήμονα το 1215, αλλά του Αποστόλου των Εθνών εις την προς την Γαλάτας επιστολή « ούκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην ούκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ούκ ένι άρσεν και θήλυ πάντες γαρ υμείς έστε εν Χριστώ Ιησού» Ωσαύτως καθίσταται σαφές, ότι είναι υποχρέωση των Ελλήνων να σέβονται το Σύνταγμα και τους Νόμους, όπως ορίζει ως θεμελιώδη υποχρέωση το άρθρο 120 παράγραφος 2 του Συντάγματος το οποίο απευθύνεται προς όλους τους Έλληνες. Το ως άνω άρθρο όπως και ανέφερα διεξοδικά ανωτέρω, σχετίζεται με την αφετηριακή προϋπόθεση γνώσεως, της Συνταγματικής εννόμου τάξεως καθώς και της Συνταγματικής μας παραδόσεώς, τούτο δε, θα έπρεπε, αν και εφόσον δεν πραγματοποιείται σήμερον, εκ της εκπαιδεύσεως, δυνάμει του άρθρου 16 παράγραφος 2 του Συντάγματος, υπό την έννοια ότι μεταξύ των άλλων σκοπών, η παιδεία θα πρέπει να καλλιεργεί την εθνική και θρησκευτική συνείδηση. Το περιεχόμενο του προοιμίου, δεν εξαντλείται απλώς σε μία μνεία περί της θρησκείας ή της πίστεως, τουναντίον αναφαίρεται απεριφράστως εις το Όνομα γης Αγίας Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδας, βάσει του οποίου ψηφίζεται οργανικά το σύνολο των διατάξεων του Συντάγματος. Κατά συνέπεια λοιπόν, τούτο προσδίδει ότι ο χαρακτήρας του Συντάγματός μας ανυπερθέτως καθίσταται Χριστιανικός και δη Ορθόδοξος, άνευ ετέρου τινός, διότι γίνεται μνεία στον πυρήνα της Ορθοδόξου παραδόσεως, θεολογικά και δογματικά, όπως καθορίσθηκαν εις τις Οικουμενικές Συνόδους Είναι πρόδηλο ότι εις την πρώτη και δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο, οι οποίες συνήλθαν, η μεν πρώτη το έτος 325 μ.Χ στην Νίκαια της Βιθυνίας επί Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά του Αρείου, ο οποίος βλασφημούσε τον Θεό πρεσβεύοντας ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν είναι «ομούσιος» με τον Πατέρα και συνεπώς δεν είναι Θεός αληθινός, αλλά κτίσμα και ποίημα και μας παρέδωσε «το κοινόν και εγνωσμένον παρά πάσιν θείον και Ιερόν της Ορθοδόξου ημών Πίστεως Σύμβολον, εν ω τον του Θεού και Λόγον Θεόν αληθινόν ανεκήρυξεν, ομούσιον με τον Πατέρα, ήτοι την αυτήν ουσίαν και φύσιν με Αυτόν έχοντα», η δε Δευτέρα το έτος 381 μ.Χ εις την Κωνσταντινούπολη επί Θεοδοσίου του Μεγάλου, η οποία συμπλήρωσε το Σύμβολον της Πίστεως, το οποίο μας παρέδωσε η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος, με το αναφερόμενο εις το Άγιον Πνεύμα όγδοο, άρθρο του και έτσι ολοκληρώθηκε, το τριαδικό δόγμα της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστεως. Ως εκ τούτου λοιπόν, το ίδιο το Σύνταγμα, θέτει εις περίοπτον και δεσπόζουσα θέση το Τριαδικό δόγμα ως συστατικό στοιχείο της παράδοσης και του πολιτισμού μας, διότι συνιστά έναν διαχρονικό θεματοφύλακα της πορείας του έθνους και της Ορθοδοξίας, σύμφωνα με τις απαρασάλευτες Αρχές και Παραδόσεις του Γένους, το πλέγμα των διαχρονικών αυτών αξιών, συγκεφαλαιώνονται αναλλοίωτες και ανόθευτες εις το Τριαδικό δόγμα της Ορθοδόξου Πίστεώς μας. Η απόλυτη ταύτιση Ορθοδοξίας και Ελληνισμού, διαχρονικά αλλά και ειδικότερα διαφαίνεται, διαρκούσης της υποδουλώσεως του Γένους υπό του Τουρκικού ζυγού, όπου η Εκκλησία, διαφύλαξε την παράδοσή μας, την γλώσσα μας και διατήρησε άσβεστη την φλόγα της ελευθερίας, αναλλοίωτη την ελπίδα της αναγεννήσεως του έθνους μας. Τούτο δε συνάγεται από την αμίμητη φράση του Αρχιστρατήγου του Μωριά Θεόδωρου Κολοκοτρώνη « ο Θεός έβαλε την υπογραφή του για την ελευθερία της Ελλάδας και δεν την παίρνει πίσω», Ο Νικηταράς δε παρομοίασε την μάχη του Ελληνισμού με την αναμέτρηση εις τις Θερμοπύλες και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ζήτησε να αποτραπεί η διχόνοια εις το όνομα της πίστης και της πατρίδας. Εξ αυτού του λόγου εις το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδας, το 1822 της Επιδαύρου, εις την Β’ παράγραφο ανέφερε επί λέξει : « όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδας, πιστεύουν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες» Ως εκ τούτου λοιπόν, όπως προκύπτει αιτιωδώς εκ των ανωτέρω, το Ελληνικό Γένος εξεγέρθηκε δια δύο λόγους αφενός δια την Πίστη του Χριστού την Αγία και αφετέρου δια της Πατρίδας την Ελευθερία. Το προοίμιο του Συντάγματος, δεν έχει απλώς μία εθιμοτυπική ισχύ, επειδή συνιστά μία ρητή μνεία της Συνταγματικής μας παράδοσης η οποία συνδέει αρρήκτως την ζώσα Ορθόδοξη παράδοσή μας απλώς με τον Ελληνισμό κατά την ίδρυση του Ελλαδικού Κράτους, κατά την επανάσταση του 1821 του υποδούλου Γένους μας, αλλά πλήρη νομική και κανονιστική ισχύ, δοθέντος ότι, δημοσιεύεται μαζί με το σύνολο των τροποποιηθέντων διατάξεων εις το φύλο της εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δυνάμει των ως άνω λοιπόν, το προοίμιο, συνιστά μία θεμελιώδη υπερκείμενη αρχή, βάσει της οποίας ψηφίζεται ολόκληρο το Σύνταγμα και δημοσιεύεται εις τον Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, ως εκ τούτου συνιστά οργανικό μέρος της Συνταγματικής εννόμου τάξεως και έχει αυξημένη τυπική ισχύ μη υποκείμενη εις αναθεώρηση, βάσει του άρθρου 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου ναι μεν η προμετωπίδα του Συντάγματος έχει και ιστορικό υπόβαθρο υπό την έννοια «Ιώτα εν και κεραία μίαν», αντανακλά όπως αναλύσαμε ανωτέρω την συνύπαρξη κα συμπόρευση Ελληνισμού και Ορθοδοξίας, όμως κατ’ ουσίαν αποτελεί μία κανονιστική διάταξη, αυξημένης ισχύος ως οργανικό μέρος του Συντάγματος και δη η βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος, μη αναθεωρητέα διότι συνάμα δυνάμει της αυτής ψηφίζονται οι λοιπές διατάξεις του Συντάγματος. Εν κατακλείδι, εμμένουμε εις την ακεραιότητα της Ιστορικής αλήθειας και φρικτωρούμε υπέρ της διαφύλαξης των παραδόσεων μας και των πρωτοτοκίων του Γένους μας, αγωνιζόμενοι άπαντες σιωπηρά, ο καθείς με τον ιδικό του ιδιαίτερο τρόπο Υπέρ Πίστεως και Πατρίδας δια την περιφρούρηση της «μαγιάς» του έθνους μας, ως γνήσιοι αυτόκλητοι θεματοφύλακες της Αγίας Κληρονομιάς μας. Εν συμπεράσματι, Το γε νυν έχον, Νυν, εν παντί και πάντοτε και Υπέρ Πάντων ο Αγών. [1] "....Είναι καιρός να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον και να υψώσωμεν το σημείον, δι ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα και την Ορθόδοξον ημών Πίστην από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν" Αλέξανδρος Υψηλάντης

Ο Ιερός Χρυσόστομος για τον έλεγχο της συνειδήσεως


Για ποιον λόγο ο Θεός έβαλε μέσα στη διάνοιά μας τη συνείδηση, δηλαδή έναν κριτή που αγρυπνά και προσέχει ακατάπαυστα; Διότι δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κανένας δικαστής τόσο άγρυπνος μεταξύ των ανθρώπων, όπως είναι η συνείδησή μας. Καθόσον οι κοσμικοί δικαστές και από χρήματα διαφθείρονται, και από τις κολακείες εξαπατούνται, και πολλά άλλα υπάρχουν που δεν τους αφήνουν να εκφέρουν σωστή κρίση· το δικαστήριο όμως της συνειδήσεως δεν γνωρίζει να υποχωρεί σε τίποτε από αυτά· αλλά και αν δώσεις χρήματα, και αν κολακέψεις, και αν απειλήσεις, και αν οτιδήποτε άλλο κάνεις , θα βγάλει δίκαιη την απόφαση εναντίον των αμαρτωλών λογισμών· και αυτός που έκανε την αμαρτία καταδικάζει ο ίδιος τον εαυτό του, και ας μην τον κατηγορεί κανείς άλλος. Και δεν το κάνει μια ή δύο φορές, αλλά πολλές φορές και σε όλη τη ζωή κάνει το ίδιο· και αν περάσει πολύς χρόνος, ποτέ δεν θα ξεχάσει αυτά που έχουν γίνει, αλλά και όταν γίνεται η αμαρτία και πριν γίνει και αφού γίνει, στέκεται απέναντί μας σαν σφοδρός κατήγορος και μάλιστα μετά τη διάπραξη της αμαρτίας· εφόσον όταν κάνουμε την αμαρτία μεθυσμένοι από την ηδονή, δεν την αισθανόμαστε τόσο· όταν όμως γίνει η αμαρτία και ολοκληρωθεί, τότε μάλιστα, όταν σβήσει όλη η ηδονή, υπεισέρχεται το πικρό κεντρί της μετάνοιας, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στις γυναίκες που έχουν ωδίνες τοκετού· διότι στην περίπτωση εκείνων πριν από τον τοκετό είναι πολύς και αφόρητος ο πόνος και ωδίνες δριμύτατες τις τρυπούν με ανυπόφορους πόνους· αλλά μετά τον τοκετό νιώθουν ανακούφιση, επειδή μαζί με το βρέφος βγήκε έξω και ο πόνος. Όμως εδώ δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά όσο μας περιζώνουν οι ωδίνες και συλλαμβάνουμε τις διεφθαρμένες επιθυμίες, ευφραινόμαστε και χαιρόμαστε· όταν όμως γεννήσουμε το πονηρό παιδί, την αμαρτία, τότε πονούμε, επειδή βλέπουμε το αίσχος που γεννήσαμε, τότε βασανιζόμαστε από την οδύνη πιο φοβερά και από τις γυναίκες που πρόκειται να γεννήσουν. Γι' αυτό, σας παρακαλώ, μη δέχεστε την αμαρτωλή επιθυμία και από την αρχή ακόμη· αλλά και εάν την δεχτούμε να καταπνίξουμε μέσα μας τα σπέρματά της. Εάν όμως η αδιαφορία μας έφτασε και μέχρις εδώ και ολοκληρώθηκε στην πράξη η αμαρτία, να την εξολοθρεύσουμε πάλι με την εξομολόγηση και τα δάκρυα, κατηγορώντας τον εαυτό μας· διότι τίποτε δεν είναι τόσο ολέθριο για την αμαρτία, όσο η κατηγορία και η κατάκριση μαζί με τη μετάνοια και τα δάκρυα. Καταδίκασες την αμαρτία σου; Απέβαλες το φορτίο. Και ποιος τα λέγει αυτά; Ο ίδιος ο Θεός που δικάζει: «Λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς(:Λέγε εσύ πρώτος τις ανομίες σου, αναγνωρίζοντας εν μετανοία αυτές, για να λάβεις δικαίωση και συγχώρηση)»[Ησ.43,26]. Για ποιο λόγο, πες μου, ντρέπεσαι και κοκκινίζεις για τις αμαρτίες σου; Μήπως τις λες σε άνθρωπο, για να σε περιγελάσει; Μήπως τις ομολογείς στον σύνδουλό σου, για να σε διαπομπεύσει; Στον Κύριο, στον προστάτη σου, στον φιλάνθρωπο, στον γιατρό δείχνεις το τραύμα. Μήπως δηλαδή, και αν εσύ δεν το πεις, Εκείνος δεν το γνωρίζει, Αυτός που ασφαλώς και πριν να το κάνεις το γνώριζε; Για ποιο λόγο λοιπόν δεν το λες; Μήπως εξαιτίας της δικής σου κατακρίσεως γίνεται βαρύτερο το αμάρτημα; Ημερότερο γίνεται και ελαφρύτερο. Και γι' αυτό θέλει εσύ να το ομολογήσεις, όχι για να σε τιμωρήσει, αλλά για να σε συγχωρήσει· όχι για να μάθει Αυτός την αμαρτία(πώς δηλαδή να τη μάθει, αφού τη γνωρίζει;), αλλά για να μάθεις εσύ πόσο χρέος σου συγχωρεί. Και θέλει να μάθεις το μέγεθος της χάριτος, για να ζεις ευχαριστώντας, για να είσαι οκνηρότερος προς την αμαρτία και προθυμότερος προς την αρετή. Εάν δεν ομολογήσεις το μέγεθος του χρέους, δεν αναγνωρίζεις το μέγεθος της χάριτος. «Δεν σε αναγκάζω», λέγει, «να έρθεις στο μέσο του θεάτρου και να βρεθείς ανάμεσα σε πολλούς μάρτυρες· σε Εμένα μόνο, κατ’ ιδίαν πες το αμάρτημα, για να σου θεραπεύσω την πληγή και να σε απαλλάξω από τον πόνο». Γι' αυτό έβαλε μέσα μας τη συνείδηση πιο φιλόστοργη και από πατέρα· διότι ο πατέρας, εάν μία φορά ή δύο ή και τρεις ή και δέκα μαλώσει το παιδί και το δει να παραμένει αδιόρθωτο, το εγκαταλείπει και το αποκηρύσσει, το διώχνει από το σπίτι του και το αποκόπτει από την οικογένειά του· η συνείδηση όμως δεν κάνει το ίδιο· αλλά και αν μια φορά και αν δύο, και αν τρεις, και αν μύριες φορές το είπε, και παρακούσεις, πάλι θα το πει, και δεν σταματά μέχρι τελευταίας αναπνοής· αλλά και στο σπίτι, και στη γειτονιά και στο τραπέζι και στην αγορά, και στους δρόμους, και πολλές φορές και στα όνειρα μας παρουσιάζει τα είδωλα και τις παραστάσεις των αμαρτιών μας. Και πρόσεχε τη σοφία του Θεού. Ούτε διαρκή έκανε την κατηγορία της συνειδήσεως (διότι δεν θα αντέχαμε το βάρος, εάν μας κατηγορούσε διαρκώς) ούτε τόσο ασθενή, ώστε να σταματά μετά την πρώτη και τη δεύτερη συμβουλή· διότι, εάν συνέβαινε να μας κεντά κάθε ημέρα και ώρα, θα είχαμε πνιγεί από τη λύπη· και εάν σταματούσε τον έλεγχο μετά την πρώτη και δεύτερη υπόμνηση, δεν θα αποκομίζαμε και πολλή ωφέλεια. Γι'αυτό όρισε βέβαια να είναι διαρκής η επιτίμηση, όχι όμως και συνεχής· διαρκής, για να μην πέσουμε στην αδιαφορία, αλλά να αγρυπνούμε πάντα από την υπενθύμιση όσο θα ζούμε· όχι όμως συνεχής, ούτε αδιάκοπη, για να μην απογοητευόμαστε, αλλά να πάρουμε κάποια άνεση και παρηγορία και να αναπνεύσουμε· διότι, όπως ακριβώς το να μην πονούμε καθόλου για τις αμαρτίες μας είναι ολέθριο και μας γεννά μέσα μας την χειρότερη αναισθησία, έτσι και το να πονούμε διαρκώς και πέρα από το μέτρο είναι επιβλαβές. Πράγματι η υπερβολική θλίψη είχε τη δύναμη να βγάλει τον άνθρωπο, πολλές φορές, από τα λογικά του, να καταπνίξει την ψυχή και να την καταστήσει άχρηστη για όλα τα καλά. Γι' αυτό και όρισε, ώστε ο έλεγχος της συνειδήσεως να γίνεται με διαλείμματα, επειδή είναι υπερβολικά απότομη, και συνηθίζει να κεντά τον αμαρτωλό σφοδρότερα από κάθε κεντρί· διότι, όχι μόνο όταν αμαρτάνουμε εμείς, αλλά και όταν άλλοι πέσουν στις ίδιες αμαρτίες με εμάς, επαναστατεί βίαια και με μεγάλη δύναμη μας καταγγέλλει. Διότι και ο πόρνος και ο μοιχός και ο κλέφτης, όχι μόνο όταν αυτός κατηγορείται, αλλά και όταν ακούει να κατηγορούνται άλλοι, που τόλμησαν τα ίδια, νομίζει ότι ο ίδιος μαστιγώνεται, επειδή κατά τις επιπλήξεις των άλλων θυμάται τη δική του αμαρτία, και ενώ άλλος κατηγορείται, πληγώνεται αυτός που δεν κατηγορείται καθόλου, όταν έχει τολμήσει να κάνει τα ίδια με εκείνον·όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση των κατορθωμάτων, εάν άλλοι εγκωμιάζονται και στεφανώνονται, αυτοί που έχουν κατορθώσει τα ίδια με εκείνους χαίρονται και αγάλλονται, σαν να επαινούνται αυτοί μάλλον παρά εκείνοι. Τι λοιπόν θα υπήρχε αθλιότερο από τον αμαρτωλό, όταν, ενώ οι άλλοι κατηγορούνται, αυτός κρύβεται; Και τι θα ήταν πιο μακάριο από τον ενάρετο, όταν, ενώ οι άλλοι επαινούνται, αυτός χαίρεται και προβαίνει σε εκδηλώσεις ενθουσιασμού, διότι κατά τους επαίνους των άλλων αυτός θυμάται τα δικά του κατορθώματα; Αυτά είναι τα έργα της σοφίας του Θεού, αυτά είναι οι αποδείξεις της υψίστης πρόνοιάς Του. Ο έλεγχος της συνειδήσεως, δηλαδή, είναι σαν κάποια άγκυρα ιερή, που δεν μας αφήνει να καταποντιστούμε στο βυθό της αμαρτίας. Και όχι μόνο κατά τον καιρό που αμαρτάνουμε, αλλά και μετά από την πάροδο πολλών περιόδων ετών γνωρίζει πολλές φορές να μας υπενθυμίζει τις παλιές μας αμαρτίες. Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, όταν κάνουμε κάποιο κακό, ας μην περιμένουμε συμφορές και περιστάσεις, ούτε κινδύνους και δεσμά, αλλά κάθε ώρα και ημέρα να ανανεώνουμε μέσα μας αυτό το δικαστήριο και να προσπαθούμε με κάθε τρόπο να απολογηθούμε στον Θεό, και ούτε οι ίδιοι να αμφισβητούμε την ανάσταση και την κρίση, ούτε τους άλλους όταν τα λένε να τους ανεχόμαστε, αλλά με κάθε τρόπο να τους αποστομώνουμε με όσα έχουμε πει· διότι εάν δεν επρόκειτο να μας ζητηθούν ευθύνες για τις αμαρτίες μας, δεν θα έβαζε μέσα μας ο Θεός ένα τέτοιου είδους δικαστήριο. Αλλά και αυτό είναι απόδειξη της φιλανθρωπίας Του. Επειδή δηλαδή τότε πρόκειται να μας ζητηθεί λόγος για τις αμαρτίες μας, έβαλε μέσα μας αυτόν τον αδιάβλητο δικαστή, ώστε αυτός να μας δικάζει εδώ για τα αμαρτήματά μας και, κάνοντάς μας πιο σώφρονες, να μας απαλλάξει από τη μέλλουσα εκεί κρίση· πράγμα βέβαια που και ο απόστολος Παύλος λέγει: «Εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα(:διότι εάν ανακρίναμε τον εαυτό μας και τον εξετάζαμε με φόβο Θεού πριν προσέλθουμε στη Θεία Κοινωνία, δεν θα καταδικαζόμασταν από τον Θεό με τέτοιες τιμωρίες)»[Α΄Κορ.11,31]. Για να μην τιμωρούμαστε λοιπόν τότε, για να μην είμαστε υπόλογοι για κάτι, καθένας ας εισέλθει στη συνείδησή του, και αφού ξεδιπλώσει τη ζωή του και πλησιάσει με προσοχή όλα τα λάθη που έχει διαπράξει, ας κατηγορήσει την ψυχή του που έκανε αυτά, ας καταδικάσει τους λογισμούς του, ας νιώσει θλίψη, ας στενοχωρήσει τη διάνοιά του, ας τιμωρήσει τον εαυτό του με την παραδοχή των αμαρτιών του, με την ειλικρινή μετάνοια, με δάκρυα, με εξομολόγηση, με νηστεία, με ελεημοσύνη, με εγκράτεια και αγάπη, για να μπορέσουμε με κάθε τρόπο, αφού αποβάλουμε εδώ όλα τα αμαρτήματα, με μεγάλη παρρησία να φύγουμε για εκεί, την οποία εύχομαι όλοι μας να επιτύχουμε, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα ανήκει η δόξα, και συγχρόνως και στο Άγιο Πνεύμα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ[:Β΄Κορ.11,31-33 και 12,1-9] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


«Ὁ Θεὸς καὶ πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ οἶδεν, ὁ ὢν εὐλογητὸς εἰς τοὺς αἰῶνας, ὅτι οὐ ψεύδομαι. ἐν Δαμασκῷ ὁ ἐθνάρχης Ἀρέτα τοῦ βασιλέως ἐφρούρει τὴν Δαμασκηνῶν πόλιν πιάσαι με θέλων, καὶ διὰ θυρίδος ἐν σαργάνῃ ἐχαλάσθην διὰ τοῦ τείχους καὶ ἐξέφυγον τὰς χεῖρας αὐτοῦ (: Θα σας πω πράγματα που ίσως σας φανούν απίστευτα. Αλλά ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι ευλογημένος στους αιώνες, γνωρίζει ότι δεν λέω ψέματα. Στη Δαμασκό ο διοικητής που είχε διορισθεί από τον βασιλιά Αρέτα, φρουρούσε την πόλη των Δαμασκηνών, επειδή ήθελε να με συλλάβει. Κι από κάποιο παράθυρο με κατέβασαν κάτω μέσα σε δικτυωτό καλάθι, μέσα από κάποιο άνοιγμα του τείχους της πόλεως, και ξέφυγα από τα χέρια του)»[Β΄Κορ. 11,31-33]. Γιατί άραγε εδώ δίνει διαβεβαίωση και πιστοποιεί ενώ σε κανένα από τα προηγούμενα δεν το έκανε αυτό; Διότι ίσως αυτό ήταν παλαιότερο και περισσότερο άγνωστο· ενώ εκείνα ήταν γνωστά και σε αυτούς, δηλαδή η μέριμνα των εκκλησιών και όλα τα άλλα. Κοίταξε λοιπόν πόσο μεγάλος ήταν ο πόλεμος, αφού γι΄αυτόν και μόνο φρουρούσε την πόλη. Και όταν λέω πόλεμο, εννοώ τον ζήλο του Παύλου· διότι εάν δεν κινείτο ισχυρός ο πόλεμος εναντίον του, δεν θα προκαλούσε τόση μανία στον εθνάρχη. Αυτά είναι γνωρίσματα ψυχής αποστολικής, το να πάσχει τόσα και να μην κλονίζεται καθόλου, αλλά να υπομένει με γενναιότητα τα όσα πέφτουν επάνω του, και να μην υποχωρεί στους κινδύνους, ούτε να λιποτακτεί. Πρόσεξε λοιπόν εδώ πώς ανέχτηκε να διαφύγει τον κλοιό, αφού τον κατέβασαν από παράθυρο μέσα σε δίχτυ· διότι αν και επιθυμούσε να αποδημήσει από αυτή τη ζωή, αγαπούσε όμως και τη σωτηρία των ανθρώπων. Για τον λόγο αυτόν πολλές φορές και τέτοια σοφιζόταν, συντηρώντας τον εαυτό του για το κήρυγμα· και δεν απόφευγε να χρησιμοποιήσει ούτε κοινά ανθρώπινα τεχνάσματα, όταν το απαιτούσε η περίσταση· τόσο προσεκτικός και άγρυπνος ήταν· διότι όπου μεν ήταν αδύνατο να διαφύγει τα κακά, χρειαζόταν μόνο η επέμβαση της θείας χάριτος· όπου όμως ο πειρασμός ήταν ανάλογος των δυνάμεών του, επινοεί πολλά και ο ίδιος, αλλά αποδίδοντας και εδώ το παν στον Θεό. Και όπως ακριβώς εάν κάποιος σπινθήρας από πυρ το οποίο δεν σβήνει, αφού πέσει στο πέλαγος και αφού επέλθουν σε αυτό πολλά κύματα θα βυθιζόταν και πάλι θα ανερχόταν λαμπερός, έτσι λοιπόν και ο μακάριος Παύλος, άλλοτε μεν θαπτόταν καθώς κινδύνευε, άλλο δε διαφεύγοντάς του, λαμπρότερος ανερχόταν, νικώντας την κακοπάθεια. Αυτή λοιπόν είναι η λαμπρή νίκη, αυτό είναι το τρόπαιο της Εκκλησίας, έτσι κτυπάται ο διάβολος, όταν εμείς πάσχουμε στις δοκιμασίες· διότι όταν εμείς πάσχουμε, κυριεύεται, και πάσχει κακώς όταν θέλει να μας κάνει κακό. Αυτό συνέβαινε και στον Παύλο· και όσο περισσότερο ο διάβολος κατέφερε εναντίον του Παύλου κινδύνους, τόσο περισσότερο ηττάτο· διότι δεν κατασκεύαζε μόνο ένα είδος πειρασμών, αλλά ποικίλους και διαφόρους. Δηλαδή άλλοι περιείχαν κόπο, άλλοι στενοχώρια, άλλοι φόβο, άλλοι οδύνη, άλλοι φροντίδα, άλλοι εντροπή, άλλοι πάλι όλα μαζί· αλλά ο Παύλος νικούσε σε όλους. Και όπως ένας στρατιώτης έχει ολόκληρη την οικουμένη αντίπαλο σε πόλεμο, και ενώ περιστρέφεται μέσα στα τάγματα των εχθρών δεν παθαίνει τίποτε κακό, έτσι και ο Παύλος μόνος μέσα στους βαρβάρους, στους ειδωλολάτρες, ενώ εμφανιζόταν σε όλη τη γη και σε όλη τη θάλασσα, έμενε αδάμαστος. Και όπως ο σπινθήρας όταν πέφτει επάνω σε καλάμι και χόρτο ξηρό μεταθέτει στη δική του φύση τα καιόμενα, έτσι και αυτός επερχόμενος σε όλα, τα πάντα μετέθετε στην αλήθεια, επερχόμενος ως χείμαρρος σε όλα και ανατρέποντας τα εμπόδια. Και σαν αθλητής αυτός, ο οποίος παλεύει, τρέχει, πυγμαχεί ή στρατιώτης μαχόμενος στο τείχος ή πεζός ή στη θάλασσα, έτσι μεταχειριζόταν κάθε είδος μάχης, και άναβε πυρ, και σε όλους απρόσιτος ήταν, με ένα σώμα καταλαμβάνοντας την οικουμένη, με μία γλώσσα μετατρέποντας τους πάντες. Ούτε οι πολλές σάλπιγγες οι οποίες έπεφταν με ορμή επάνω στα τείχη της Ιεριχούς και κατακρήμνιζαν αυτά είχαν τόση δύναμη, όσο η φωνή του Παύλου όταν ηχούσε και κατέρριπτε τα διαβολικά οχυρώματα και μετέθετε τους εχθρούς της πίστεως προς αυτόν. Και όταν συγκέντρωσε πλήθος αιχμαλώτων, αφού όπλισε αυτούς τους ίδιους τους έκανε δικό του στρατό πάλι, και μέσω αυτών νικούσε. Είναι αξιοθαύμαστος ο Δαβίδ ο οποίος κατέβαλε τον Γολιάθ με ένα λίθο μόνο· αλλά εάν εξετάσεις τα κατορθώματα του Παύλου, εκείνο είναι έργο παιδός και όση είναι η απόσταση μεταξύ ποιμένος και στρατηγού, τόση διαφορά θα βρεις· διότι αυτός κατέβαλε τον Γολιάθ όχι ρίπτοντας λίθο, αλλά μόνο ομιλώντας κατέλυε όλη την παράταξη του διαβόλου, ως λέων βρυχώμενος και εκβάλλοντας φλόγα από τη γλώσσα, τόσο ακαταμάχητος ήταν για όλους και παντού μετακινείτο συνεχώς· έτρεξε σε αυτούς, ήλθε σε εκείνους, μετατέθηκε προς αυτούς, μετακινήθηκε προς άλλους, επερχόμενος γρηγορότερα από άνεμο, και σαν μια οικία ή ένα πλοίο κυβερνώντας την οικουμένη ολόκληρη, ανασύροντας τους βυθιζόμενους, στηρίζοντας τους ζαλιζόμενους, παρακινώντας τους ναύτες, καθισμένος επάνω στα σχοινιά, με το να κωπηλατεί, με το να μαζεύει τον ιστό, με το να βλέπει προς τον ουρανό, με το να είναι αυτός τα πάντα, και ναύτης, και κυβερνήτης, και πρωρεύς, και ιστίο και πλοίο, και με το να πάσχει τα πάντα, για να καταλύσει τις συμφορές των άλλων. Και πρόσεξε. Υπέστη ναυάγιο, για να καταπαύσει το ναυάγιο της οικουμένης· έμεινε στον βυθό ένα ημερονύκτιο για να ανασύρει από τον βυθό της πλάνης· υπέμεινε κόπο, για να αναπαύσει τους κοπιώντες· υπέφερε πληγές, για να γιατρέψει όσους πληγώθηκαν από τον διάβολο· έζησε στις φυλακές, για να εκβάλει στο φως όσους κάθονταν στις φυλακές και στο σκοτάδι· κινδύνεψε πολλές φορές να θανατωθεί, για να απαλλάξει από φοβερούς θανάτους· πέντε φορές, σαράντα παρά μία μαστιγώσεις έλαβε, για να ελευθερώσει από τον διάβολο αυτούς που το έκαναν αυτό· ραβδίστηκε για να οδηγήσει υπό τη ράβδο και τη βακτηρία του Χριστού· λιθοβολήθηκε, για να απαλλάξει από την αναισθησία των λίθων· στην ερημιά διατέλεσε, για να εκβάλει από την ερημιά· σε οδοιπορίες για να στηρίξει όσους πλανώνταν και να ανοίξει την οδό η οποία οδηγεί στον ουρανό· στις πόλεις κινδύνεψε, για να δείξει την άνω πόλη· σε πείνα και δίψα, για να απαλλάξει από τη φοβερότερη πείνα· σε γυμνότητα, για να ενδύσει τους ασχημονούντας με τη στολή του Χριστού· στην εξουσία του όχλου, για να απαγάγει τους ευρισκομένους στην εξουσία των δαιμόνων· πυρώθηκε, για να σβήσει τα πεπυρωμένα βέλη του διαβόλου· δέχτηκε να τον κατεβάσουν από το τείχος δια παραθύρου, ώστε από κάτω να στείλει επάνω όσους είχαν ριφθεί χαμηλά. Να πούμε λοιπόν ακόμη, αν και δεν γνωρίζουμε, όσα έπαθε ο Παύλος; Να θυμηθούμε τα αναγκαία τα οποία στερήθηκε; Ακόμη να δούμε αυτόν και γυναίκα και πόλη και ελευθερία και αυτή τη ζωή χιλιάδες φορές να καταφρονεί; Ο μάρτυρας αποθνήσκει μία φορά· εκείνος όμως ο μακάριος με ένα σώμα και μία ψυχή τόσους κινδύνους υπέμεινε, όσοι είναι αρκετοί για να ταράζουν και αδαμάντινη ψυχή· και όσα έπαθαν όλοι οι άγιοι σε τόσα σώματα, τόσα υπέφερε αυτός σε ένα σώμα, αφού εισήλθε στην οικουμένη σαν σε στάδιο και απεκδύθηκε τα πάντα, έτσι στεκόταν με γενναιότητα. Και βεβαίως γνώριζε τους δαίμονες οι οποίοι τον χτυπούσαν. Για τον λόγο αυτόν και αναδείχτηκε λαμπρός ευθύς εξαρχής και διέμεινε ο ίδιος από την αφετηρία μέχρι τέλους· μάλλον δε έκανε και εντονότερο τον διωγμό, όσο πλησίαζε στο βραβείο. Και το πολύ θαυμαστό, ότι ενώ έπασχε και κατόρθωνε τόσα, γνώριζε να ταπεινώνεται πολύ· διότι ακόμη και όταν αναγκάστηκε να διηγηθεί τα κατορθώματά του, σύντομα τα προσπέρασε όλα· αν και θα γέμιζε χιλιάδες βιβλίων, εάν ήθελε να εξαντλήσει το καθένα, εάν έλεγε τις εκκλησίες για τις οποίες μεριμνούσε, εάν διηγείτο για τις φυλακίσεις και τα κατορθώματα κατά τη διάρκειά τους, ή τις άλλες, τις καθημερινές περιπέτειες, τους πολέμους. Αλλά δεν θέλησε. Αυτά λοιπόν και εμείς αφού γνωρίσαμε, ας μάθουμε να ταπεινωνόμαστε και ποτέ να μην καυχιόμαστε για τον πλούτο, ούτε για τα άλλα βιοτικά, αλλά για τις ύβρεις τις οποίες δεχόμαστε για τον Χριστό, και γι’ αυτές μόνο όταν παραστεί ανάγκη. Εάν δεν μας αναγκάζει τίποτε σοβαρό, ούτε αυτές ας μη μνημονεύουμε, για να μην υπερηφανευόμαστε, αλλά ας ενθυμούμαστε μόνο τις αμαρτίες μας· διότι έτσι θα απαλλαγούμε από αυτές εύκολα και θα εξιλεωθούμε στον Θεό και θα επιτύχουμε τη μέλλουσα ζωή, την οποία είθε να επιτύχουμε όλοι, με τη χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα και στο Άγιο Πνεύμα ανήκει δόξα, δύναμη, τιμή τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. ………………………………………………………………………………………………………………………………………………………. ΟΜΙΛΙΑ ΚΖ΄ «Καυχᾶσθαι δὴ οὐ συμφέρει μοι· ἐλεύσομαι γὰρ εἰς ὀπτασίας καὶ ἀποκαλύψεις Κυρίου(:Να σας μιλήσω λοιπόν και για άλλους διωγμούς μου, δεν με συμφέρει να καυχιέμαι. Σταματώ λοιπόν γι' αυτό να μιλώ για τους διωγμούς και τους άλλους κόπους μου. Θα αναφερθώ όμως σε οπτασίες και αποκαλύψεις που μου χάρισε ο Κύριος)»[Β΄Κορ.12,1]. Τι σημαίνει αυτό; Αυτός ο οποίος είπε τόσα, λέγει τώρα «το να καυχιέμαι λοιπόν δεν με συμφέρει», σαν να μην έχει πει τίποτε; Εννοεί όχι σαν να μην έχει πει τίποτε, αλλά επειδή πρόκειται να μεταβεί σε άλλο είδος καυχήσεως, το οποίο δεν έχει μεν τόση αμοιβή, αλλά φαίνεται στους πολλούς ότι τον αναδεικνύει λαμπρότερο, όχι σε εκείνους οι οποίοι εξετάζουν με ακρίβεια, λέγει «το να καυχώμαι λοιπόν δεν είναι συμφέρον μου». Τα μεγάλα δηλαδή καυχήματα είναι αυτά τα οποία απαρίθμησε, οι δοκιμασίες, αλλά έχει και άλλα να πει, τα αναφερόμενα στις αποκαλύψεις, στα απόρρητα μυστήρια. Και γιατί λέγει «δεν είναι συμφέρον μου;». «Για να μην επαρθώ για αφροσύνη», λέγει· Τι λες; Αν δηλαδή δεν τα πεις, δεν τα γνωρίζεις; Αλλά δεν επαιρόμαστε εξίσου όταν τα γνωρίζουμε οι ίδιοι και όταν τα φανερώνουμε και σε άλλους· διότι δεν επαιρόμαστε συνήθως από αυτά τα ίδια τα κατορθώματά μας, αλλά από το να τα γνωρίζουν και να μαρτυρούν γι' αυτά οι πολλοί. Για τον λόγο αυτόν, λοιπόν, λέει, «δεν είναι συμφέρον μου» και «για να μη δημιουργήσω μεγαλύτερη ιδέα για εμένα σε όσους ακούνε». Εκείνοι λοιπόν οι ψευδαπόστολοι έλεγαν για τον εαυτό τους και πράγματα που δεν έγιναν, ενώ αυτός και αυτά που έγιναν αποκρύπτει, και αυτό παρ’ ό,τι υπάρχει τόσο μεγάλη ανάγκη για να τα πει· και λέει: «δεν είναι συμφέρον μου», διδάσκοντας σε όλους να το αποφεύγουν αυτό με μεγάλη επιμέλεια· διότι κανένα κέρδος δεν έχει αυτό το πράγμα, αλλά και βλάβη προξενεί, εάν δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη που να ωφελεί από το ότι οδηγεί σε αυτό. Αφού μίλησε λοιπόν για τους κινδύνους, τους πειρασμούς, τις επιβουλές, τις θλίψεις, τα ναυάγια, έρχεται σε άλλη αιτία καυχήσεως, λέγοντας: «οἶδα ἄνθρωπον ἐν Χριστῷ πρὸ ἐτῶν δεκατεσσάρων· εἴτε ἐν σώματι οὐκ οἶδα, εἴτε ἐκτὸς τοῦ σώματος οὐκ οἶδα, ὁ Θεὸς οἶδεν· ἁρπαγέντα τὸν τοιοῦτον ἕως τρίτου οὐρανοῦ(:γνωρίζω έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε στενή σχέση και επικοινωνία με τον Χριστό. Ο άνθρωπος αυτός πριν από δεκατέσσερα χρόνια αρπάχθηκε και ανυψώθηκε μέχρι τον τρίτο ουρανό, όπου διαμένουν οι αγγελικές δυνάμεις. Δεν γνωρίζω όμως εάν ήταν με το σώμα του την ώρα εκείνη ή ήταν σε έκσταση, έξω από το σώμα του. Ο Θεός ξέρει)»[Β΄Κορ.12,2]. Μεγάλη είναι μεν αυτή η αποκάλυψη. Όμως δεν έγινε αυτή μόνη, αλλά και πολλές άλλες· αυτός όμως εκθέτει μία από τις πολλές· διότι για το ότι ήσαν πολλές, άκουσε τι λέει: «και για να μην υπερηφανεύομαι για τις πολλές αποκαλύψεις». Και όμως, θα πει κανείς, εάν ήθελε να κρύψει αυτές, έπρεπε να μην τις υπαινιχτεί καθόλου, ούτε να πει τίποτε τέτοιο· εάν πάλι ήθελε να τις πει, έπρεπε να τις πει σαφώς. Γιατί λοιπόν ούτε σαφώς μίλησε γι’ αυτές, ούτε σιώπησε; Για να δεις και εδώ ότι χωρίς να θέλει το κάνει αυτό. Για τον λόγο αυτόν και έγραψε για τον χρόνο των δεκατεσσάρων ετών· διότι δεν μνημονεύει τυχαία αυτό, αλλά δείχνοντας ότι αυτός ο οποίος έκρυψε αυτό επί τόσο χρόνο, δεν θα το έλεγε τώρα, εάν δεν ήταν μεγάλη ανάγκη. Αλλά θα σιωπούσε εάν δεν έβλεπε τους αδελφούς να καυχώνται. Και εάν από την αρχή ήταν τέτοιος ο Παύλος, ώστε να αξιωθεί τέτοιας αποκαλύψεως, όταν ακόμη δεν είχε τέτοια κατορθώματα, σκέψου πόσο μέγας έγινε μετά από σαράντα έτη. Κοίταξε πώς και σε αυτό ακόμη ταπεινώνεται με το να πει για τα μεν, για τα δε να ομολογήσει ότι αγνοεί· διότι για το ότι μεν αρπάχτηκε είπε: αλλά είτε με το σώμα είτε εκτός του σώματος, καθόλου, λέει, ότι δεν γνωρίζει. Και όμως ήταν αρκετό αφού είπε για την αρπαγή να σιωπήσει· τώρα όμως ταπεινούμενος προσθέτει και αυτό. Τι λοιπόν; Ή μήπως αρπάχτηκε το σώμα; Αλλά δεν είναι δυνατό να πει κανείς· διότι εάν δεν γνώριζε ο Παύλος ο οποίος και αρπάχτηκε, και έτυχε τόσων και τέτοιων απορρήτων πολύ περισσότερο εμείς. Για το ότι λοιπόν ήταν στον παράδεισο το γνώριζε και ότι ήταν στον τρίτο ουρανό δεν το αγνοούσε· αλλά τον τρόπο δεν γνώριζε με σαφήνεια. Πρόσεχε όμως και αλλού την ταπείνωσή του. Για την πόλη δηλαδή των Δαμασκηνών δίνει διαβεβαίωση, εδώ όμως καθόλου· διότι δεν ήθελε να το αποδείξει αυτό, αλλά μόνο να το πει με υπαινιγμό. Για τον λόγο αυτόν και προσθέτει λέγοντας: «ὑπὲρ τοῦ τοιούτου καυχήσομαι (:για έναν τέτοιο άνθρωπο θα καυχηθώ)»· όχι για να πει ότι κάποιος άλλος αρπάχτηκε, αλλά όσο επιτρεπόταν και ήταν δυνατόν και να πει, και να αποφύγει να πει φανερώς για τον εαυτό του, έτσι συνθέτει τον λόγο· διότι ποια λογική συνέπεια υπήρχε, ενώ μιλούσε για τον εαυτό του, να παρουσιάσει άλλον; Γιατί λοιπόν εξέθεσε αυτό έτσι; Δεν ήταν το ίδιο να πει «αρπάχτηκα» και «γνωρίζω κάποιον ο οποίος αρπάχτηκε»· επίσης το να πει «καυχώμαι για τον εαυτό μου» και «γι΄αυτόν τον άνθρωπο θα καυχηθώ». Εάν πάλι πει κανείς: «και πώς είναι δυνατόν να αρπαγεί χωρίς σώμα;». Διότι αυτό είναι περισσότερο αδύνατο από εκείνο, εάν εξετάζεις αυτά με σκέψεις αμφιβολίας και όχι με πίστη. Γιατί όμως αρπάχτηκε; Για να μη νομίζει αυτός, όπως πιστεύω, ότι έχει κάτι λιγότερο από τους άλλους αποστόλους· διότι επειδή εκείνοι έζησαν μαζί με τον Χριστό, ενώ αυτός καθόλου, για τον λόγο αυτόν άρπαξε και αυτόν σε δόξα. «Εἰς τὸν παράδεισον»· διότι ήταν μεγάλη η φήμη αυτού του τόπου και παντού εξυμνείτο. Για τον λόγο αυτόν έλεγε και ο Χριστός: «ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ (:αληθινά σε βεβαιώνω ότι σήμερα, απ’ τη στιγμή που θα πεθάνουμε, θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο)»[Λουκά 23,43]. «Για έναν τέτοιον άνθρωπο θα καυχηθώ». Γιατί; Εάν δηλαδή άλλος αρπάχτηκε, εσύ γιατί καυχάσαι; Από αυτό είναι φανερό ότι για τον εαυτό του έλεγε αυτά. Εάν πάλι πρόσθεσε «ὑπὲρ δὲ ἐμαυτοῦ οὐ καυχήσομαι(:για τον εαυτό μου όμως δεν θα καυχηθώ)», τίποτε άλλο δεν εννοεί, παρά ότι «εάν δεν είναι ανάγκη, τίποτε τέτοιο δεν θα πω τυχαία και αβασάνιστα»· ή για να καλύψει πάλι αυτό που είπε, όσο ήταν δυνατό. Για το ότι επίσης όλος ο λόγος για τον εαυτό του έγινε, μαρτυρούν και τα επόμενα· διότι πρόσθεσε λέγοντας: «ἐὰν γὰρ θελήσω καυχήσασθαι, οὐκ ἔσομαι ἄφρων· ἀλήθειαν γὰρ ἐρῶ(:μόνο για τις ασθένειές μου αυτές, θα καυχηθώ, κι όχι για τις επιτυχίες και τη δράση μου· διότι εάν θελήσω και γι’ αυτό να καυχηθώ, δεν θα είμαι άμυαλος και ανόητος, επειδή θα πω την αλήθεια)» [Β΄Κορ.12,6]. Πώς λοιπόν προηγουμένως έλεγες: «Ὄφελον ἀνείχεσθέ μου μικρὸν τῇ ἀφροσύνῃ(:μακάρι να δείχνατε ανοχή σε κάποια μικρή ανοησία που θα κάνω με το να σας διηγηθώ τα όσα ο Κύριος κατόρθωσε μέσα από εμένα)»[Β΄Κορ.11,1] και «ὃ λαλῶ οὐ λαλῶ κατὰ Κύριον, ἀλλ᾿ ὡς ἐν ἀφροσύνῃ(:εκείνο που θα πω επαινώντας τον εαυτό μου, δεν θα το πω ως δούλος ταπεινός του Κυρίου, αλλά θα το πω σαν να έγινα άμυαλος και ανόητος)»[Β΄Κορ.11,17], ενώ εδώ: «αλλά και εάν θελήσω να καυχηθώ, δεν θα είμαι ανόητος, διότι θα πω την αλήθεια»[Β΄Κορ.12,6]; Όχι για την καύχηση, αλλά για το ψεύδεσθαι· διότι εάν το να καυχάσαι προέρχεται από αφροσύνη, πόσο μάλλον το να ψεύδεσαι; Ως προς αυτό λοιπόν λέει «δεν θα είμαι ανόητος». Για τον λόγο αυτόν και πρόσθεσε: «φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ (:δυσκολεύομαι όμως να καυχηθώ, για να μη μου λογαριάσει κανείς τίποτε περισσότερο από εκείνο που βλέπει ή ακούει από εμένα)». Αυτή είναι η αναντίρρητη αιτία· διότι και θεούς νόμισαν αυτούς για το μέγεθος των θαυμάτων· διότι όπως στα φυσικά στοιχεία δημιούργησε ο Θεός και από τα δύο είδη, και ασθενή και λαμπρά, και αυτό αφενός μεν για να δείξει τη δύναμή Του, αφετέρου δε, για να εμποδίσει την πλάνη των ανθρώπων, έτσι λοιπόν και εδώ και θαυμαστοί ήσαν και ασθενείς οι απόστολοι, ώστε με αυτά τα έργα να διδάσκονται οι άπιστοι· διότι εάν με το να εμφανίζουν τους εαυτούς τους θαυμαστούς μόνο, χωρίς να δείχνουν κανένα σημείο αδυναμίας, εξαπατούσαν δια του λόγου τους πολλούς, ώστε να μην υποπτευθούν τίποτε περισσότερο για την αλήθεια περί αυτών, όχι μόνο δεν θα επιτελούσαν το έργο τους, αλλά και το αντίθετο θα επιτύγχαναν· διότι η αποποίηση όσων δεν ανήκαν σε αυτούς, που γινόταν δια των λόγων, φάνηκε ότι γινόταν μάλλον από ταπεινοφροσύνη, και έκανε ώστε περισσότερο να θαυμαστούν αυτοί. Για τον λόγο αυτόν και έμπρακτα αποδεικνυόταν η αδυναμία τους. Αυτό θα δει κανείς και στους ανθρώπους που έζησαν την περίοδο της Παλαιάς Διαθήκης· διότι και ο Ηλίας ήταν θαυμαστός, αλλά νικήθηκε κάποτε από τη δειλία· και ο Μωυσής ήταν μέγας, αλλά και αυτός από το ίδιο πάθος λιποτάκτησε. Και αυτά τα πάθαιναν, επειδή απομακρυνόταν ο Θεός και επέτρεπε να φανερωθεί η ασθένεια της ανθρώπινης φύσεως· διότι εάν όταν τους εξήγαγε από τη δουλεία έλεγαν «πού είναι ο Μωυσής;», τι δεν θα έλεγαν εάν τους εισήγαγε; Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος λέει: «Φείδομαι δὲ μή τις εἰς ἐμὲ λογίσηται ὑπὲρ ὃ βλέπει με ἢ ἀκούει τι ἐξ ἐμοῦ(:δυσκολεύομαι όμως να καυχηθώ, για να μη μου λογαριάσει κανείς τίποτε περισσότερο από εκείνο που βλέπει ή ακούει από εμένα)»[Β΄Κορ.12,6]. Δεν λέγει «μήπως πει», αλλά «για να μη με θεωρήσει μεγαλύτερο από αυτήν την αξία». Ώστε και από εδώ είναι φανερό, ότι γι΄αυτόν γινόταν ο λόγος. Για τον λόγο αυτόν και στην αρχή έλεγε: «Το να καυχώμαι λοιπόν δεν είναι συμφέρον μου»· δεν θα το έλεγε αυτό, εάν επρόκειτο να πει για άλλον όσα είπε. Διότι για ποιο λόγο δεν συμφέρει να καυχάται για άλλον; Όμως ο ίδιος ήταν εκείνος ο οποίος αξιώθηκε αυτά· για τον λόγο αυτόν και προσθέτει λέγοντας: «Καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῶν ἀποκαλύψεων ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι, ἐδόθη μοι σκόλοψ τῇ σαρκί, ἄγγελος σατᾶν, ἵνα με κολαφίζῃ ἵνα μὴ ὑπεραίρωμαι(:και εξαιτίας των πολλών και μεγάλων αποκαλύψεων, επέτρεψε ο Θεός και μου δόθηκε αγκαθωτό ξύλο στο σώμα, αρρώστια αθεράπευτη, άγγελος του σατανά, για να με χτυπά στο πρόσωπο και να με ταλαιπωρεί για να μην υπερηφανεύομαι)»[Β΄Κορ.12,7]. Τι λες; Αυτός ο οποίος θεωρούσε ως τίποτε την επίγεια βασιλεία και τη γέεννα για τον πόθο του Χριστού, είναι δυνατόν να λογάριαζε σαν κάτι αξιόλογο την τιμή των πολλών, ώστε να κινδυνεύει να υπερηφανευτεί, και να έχει ανάγκη διαρκώς από χαλινό; Διότι δεν είπε, «ἵνα με κολαφίσῃ(:για να με ραπίσει)», αλλά, «ἵνα με κολαφίζῃ(:για να με ραπίζει)». Και ποιος θα μπορούσε να το πει αυτό; Τι σημαίνουν λοιπόν τα λόγια του αυτά; Όταν ανακαλύψουμε ποιο είναι το αγκάθι και ποιος ο «ἄγγελος σατᾶν», τότε θα πούμε και αυτό. Ορισμένοι βέβαια είπαν ότι επήλθε σε αυτόν κεφαλαλγία από τον διάβολο· αλλά μη γένοιτο. Διότι δεν ήταν δυνατόν να παραδοθεί στα χέρια του διαβόλου το σώμα του Παύλου, όταν βεβαίως ο ίδιος ο διάβολος σε ένα πρόσταγμα και μόνο υπάκουε στον Παύλο, και έθετε στον διάβολο νόμους και όρους, όταν παρέδωσε εκείνον που πόρνευε σε καταστροφή της σαρκός· και δεν τόλμησε αυτός να υπερβεί αυτούς τους όρους[βλ.Α΄Κορ.5,1-5: «Ὄλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία, καὶ τοιαύτη πορνεία, ἥτις οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται, ὥστε γυναῖκά τινα τοῦ πατρὸς ἔχειν. καὶ ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστέ, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας! ἐγὼ μὲν γὰρ ὡς ἀπὼν τῷ σώματι, παρὼν δὲ τῷ πνεύματι, ἤδη κέκρικα ὡς παρὼν τὸν οὕτω τοῦτο κατεργασάμενον,ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ συναχθέντων ὑμῶν καὶ τοῦ ἐμοῦ πνεύματος σὺν τῇ δυνάμει τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ(:Είναι σε όλους γνωστό και διαδεδομένο ότι επικρατεί ανάμεσά σας μια περίπτωση πορνείας και μάλιστα τέτοιου είδους πορνεία που ούτε μεταξύ των ειδωλολατρών δεν αναφέρεται, ώστε κάποιος από εσάς να έχει τη γυναίκα του πατέρα του, τη μητριά του δηλαδή. Και εσείς, αντί να ντρέπεστε γι' αυτό, εξακολουθείτε να είστε φαντασμένοι και φουσκωμένοι για τη σοφία σας, και δεν κηρύξατε μάλλον πένθος επίσημο και γενικό, για να εκδιώξει ο Θεός από την εκκλησιαστική σας κοινότητα εκείνον που έκανε την πράξη αυτή! Η ευθύνη πέφτει ολόκληρη επάνω σας. Διότι εγώ, καθώς απουσιάζω βέβαια σωματικά, είμαι όμως παρών στην Κόρινθο με τον νου και την καρδιά μου, έχω πλέον κρίνει και καταδικάσει σαν να ήμουν παρών τον αναίσχυντο αυτόν που έκανε τη μισητή αυτή πράξη. Και τώρα, αφού συναχθούμε στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εσείς και εγώ παρών ανάμεσά σας πνευματικά μαζί με τη δύναμη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ας παραδώσουμε τον άνθρωπο αυτόν στον σατανά, αποκόπτοντάς τον από την Εκκλησία, για να τιμωρηθεί και να κολαστεί σκληρά το σώμα του και να συνετιστεί με την παιδαγωγία αυτή, ώστε να σωθεί έτσι η ψυχή του την ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου Ιησού)». Τι σημαίνουν λοιπόν τα λόγια του αυτά; «Σατάν» στη γλώσσα των Εβραίων λέγεται ο αντικείμενος, ο αντίπαλος· και στο τρίτο βιβλίο των «Βασιλειῶν» έτσι ονόμασε η Γραφή τους αντιπάλους, και όταν διηγείται για τον Σολομώντα, λέγει: «οὐχ ἦν Σατάν ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ(:Δεν υπήρχε κάποιος αντίπαλος κατά τους χρόνους αυτού)»[Γ΄Βασ. 5,4], δηλαδή αντίπαλος, ο οποίος να διεξάγει πόλεμο ή να ενοχλεί[πρβ. και Γ΄Βασ.11,14]. Αυτό λοιπόν το οποίο εννοεί ο Παύλος είναι το εξής: «δεν επέτρεψε ο Θεός να προχωρήσει το κήρυγμα, για να ταπεινώνει το δικό μας φρόνημα, αλλά επέτρεψε στους εχθρούς να επιτίθενται σε εμάς»· διότι αυτό μεν ήταν ικανό να ταπεινώσει το φρόνημα, εκείνο όμως, δηλαδή το νόσημα της κεφαλαλγίας, όχι. «Ἂγγελον σατανᾶ» λοιπόν λέγει τον Αλέξανδρο τον χαλκουργό, όσους βρίσκονταν γύρω από τον Υμέναιο και τον Φιλητό, όλους όσοι αντέκειντο στο κήρυγμα και φιλονικούσαν μαζί του και τον πολεμούσαν, όσους τον ενέκλεισαν σε φυλακή, όσους τον έδειραν, όσους τον έδιωξαν· επειδή έκαναν τα θελήματα του Σατανά. Όπως ακριβώς λοιπόν ονομάζει υιούς του διαβόλου τους Ιουδαίους, επειδή επιθυμούσαν όσα ο διάβολος ήθελε, έτσι και «άγγελο του Σατανά» ονομάζει όποιον αντιτίθεται στο κήρυγμα. Αυτό λοιπόν σημαίνει η φράση: «Μου δόθηκε ένα αγκάθι, άγγελος του Σατανά, για να με ραπίζει», όχι ότι ο Θεός τούς οπλίζει αυτούς τους αντικείμενους, μη γένοιτο, ούτε κολάζει, ούτε τιμωρεί τους δικούς Του εργάτες, αλλά επιτρέπει και αφήνει μέχρι ενός σημείου. «Ὑπὲρ τούτου τρὶς τὸν Κύριον παρεκάλεσα ἵνα ἀποστῇ ἀπ᾿ ἐμοῦ(:για τον πειρασμό αυτόν τρεις φορές παρακάλεσα τον Κύριο να μου τον απομακρύνει)»[Β΄Κορ. 12,8]· δηλαδή πολλές φορές. Και αυτό είναι σημείο μεγάλης ταπεινοφροσύνης, το να μην κρύψει ότι δεν υπέφερε τις επιβουλές, ότι απόκαμνε και προσευχόταν για να απαλλαγεί. «Καὶ εἴρηκέ μοι· ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου· ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται(:Αλλά ο Κύριος μού είπε: ‘’Σου είναι αρκετή η χάρη που σου δίνω· διότι η δύναμή μου αναδεικνύεται τέλεια, όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με την ενίσχυσή μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά’’)». Δηλαδή: «σου είναι αρκετό ότι ανασταίνεις νεκρούς, ότι θεραπεύεις τυφλούς, ότι καθαρίζεις λεπρούς, ότι στα άλλα θαυματουργείς· μη ζητείς και το να μην κινδυνεύεις και να μην έχεις ανάγκη και το να κηρύττεις χωρίς δυσχέρειες. Αλλά πονάς και στενοχωριέσαι μήπως νομιστεί ότι αυτό οφείλεται σε δική μου αδυναμία, το ότι δηλαδή είναι πολλοί αυτοί που σε επιβουλεύονται και σε δέρνουν και σε διώκουν και σε μαστιγώνουν; Αυτό ακριβώς λοιπόν αποδεικνύει την δύναμή μου». «Διότι η δύναμή Του», λέγει ο Κύριος, «φανερώνεται τέλεια εκεί όπου υπάρχει αδυναμία»· «όταν, ενώ διώκεστε, επικρατείτε στους διώκτες, όταν ενώ σας κατατρέχουν, νικάτε αυτούς που σας κατατρέχουν, όταν ενώ είστε φυλακισμένοι, τρέπετε σε φυγή αυτούς που σας φυλάκισαν. Μη ζητείς λοιπόν τα περιττά». Βλέπεις πως άλλη αιτία εκθέτει ο Παύλος και άλλη ο Θεός; Δηλαδή αυτός μεν λέγει: «για να μην υπερηφανεύομαι, μου δόθηκε αγκάθι», ενώ ο Θεός λέγει ότι είπε ότι επιτρέπει αυτό για να δείξει τη δύναμή Του. «Όχι μόνο περιττό πράγμα, ζητείς λοιπόν, αλλά πράγμα το οποίο επιπλέον θα φανεί ότι επισκιάζει τη δύναμή μου». Διότι το «σου είναι αρκετή η χάρη μου», αυτό δηλώνει, ότι δεν χρειάζεται να προστεθεί τίποτε άλλο, αλλά ότι το παν έχει ολοκληρωθεί. Ώστε και από εδώ είναι φανερό ότι δεν εννοεί κάποια κεφαλαλγία· διότι βεβαίως δεν κήρυτταν ενώ ήσαν άρρωστοι· διότι δεν μπορούσαν να κηρύττουν, ενώ ασθενούσαν. Αλλά εννοεί ότι ενώ κατατρέχονταν και ενώ καταδιώκονταν(οι Απόστολοι), επικρατούσαν σε όλους. «Επειδή λοιπόν αυτά άκουσα από τον Θεό», λέγει: «ἥδιστα οὖν μᾶλλον καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου, ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ(:Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχιέμαι περισσότερο στις ασθένειές μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού)». Διότι για να μην καταπέσουν, επειδή εκείνοι οι ψευδαπόστολοι καυχώνταν για τα αντίθετα, και ενώ αυτοί βρίσκονταν σε διωγμούς, δείχνει ότι για τον λόγο αυτόν λαμπρότερος γίνεται και έτσι περισσότερο διαλάμπει η δύναμη του Θεού, και είναι άξια καυχήσεως όσα γίνονται. Για τον λόγο αυτόν λέγει: «Πολύ ευχαρίστως λοιπόν θα καυχηθώ». «Όλα αυτά τα οποία απαρίθμησα ή και αυτό που είπα τώρα, ότι μου δόθηκε αγκάθι, δεν τα είπα επειδή λυπούμαι, αλλά επειδή είμαι υπερήφανος γι΄ αυτά και για να ελκύσω περισσότερη δύναμη από τον Θεό». Για τον λόγο αυτόν και προσθέτει: «για να κατασκηνώσει σε εμένα η δύναμη του Χριστού». Εδώ και κάτι άλλο υπαινίσσεται, ότι όσο εντονότεροι γίνονταν οι πειρασμοί, τόσο και τα δώρα της χάριτος αυξάνονταν και επέμεναν. «Διὸ εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ· ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι(:Γι'αυτό ευφραίνομαι στις ασθένειες, στους χλευασμούς, στις ανάγκες, στους διωγμούς, στις στενοχώριες, όταν τα υποφέρω όλα αυτά για τη δόξα του Χριστού· διότι όταν με τις θλίψεις και τις περιπέτειες φαίνομαι εξαιρετικά ασθενής, τότε είμαι δυνατός· διότι τότε μου δίνει ο Θεός περισσότερη χάρη)»[Β΄Κορ. 12,10]. Για ποιες ασθένειες λοιπόν «εὐδοκεῖς»; Πες μου. «Εὐδοκῶ ἐν ἀσθενείαις, ἐν ὕβρεσιν, ἐν ἀνάγκαις, ἐν διωγμοῖς, ἐν στενοχωρίαις, ὑπὲρ Χριστοῦ(:ευφραίνομαι στις ασθένειες, στους χλευασμούς, στις ανάγκες, στους διωγμούς, στις στενοχώριες, όταν τα υποφέρω όλα αυτά για τη δόξα του Χριστού)». Είδες πώς αποκάλυψε τώρα αυτό σαφέστατα; Διότι λέγοντας το είδος της ασθένειας, δεν είπε πυρετούς ή κάποιον τέτοιο παροξυσμό ή άλλη νόσο σωματική, αλλά ύβρεις, διωγμούς, ταλαιπωρίες. Είδες ψυχή ευγνώμονα; Επιθυμεί να απαλλαγεί από τις δυστυχίες· όταν όμως άκουσε από τον Θεό, ότι δεν πρέπει να γίνει αυτό, όχι μόνο δεν λυπήθηκε διότι δεν εισακούστηκε στην προσευχή, αλλά και ευχαριστήθηκε. Για τον λόγο αυτόν έλεγε «εὐδοκῶ(:είμαι ευχαριστημένος, ευφραίνομαι)», «χαίρομαι, επιθυμώ να υβρίζομαι, να διώκομαι, να ταλαιπωρούμαι για τον Χριστό». Αυτά επίσης τα έλεγε και για να καταστέλλει εκείνους τους ψευδαπόστολους, και για να ενισχύει τα φρονήματα των πιστών, για να μην ντρέπονται για τα παθήματα του Παύλου· διότι είναι αρκετή η διδασκαλία για να τους κάνει λαμπρότερους από όλους. Έπειτα εκθέτει και άλλη αιτία: «ὅταν γὰρ ἀσθενῶ, τότε δυνατός εἰμι(:Διότι όταν με τις θλίψεις και τις περιπέτειες φαίνομαι εξαιρετικά ασθενής, τότε είμαι δυνατός. Διότι τότε μου δίνει ο Θεός περισσότερη χάρη)»[Β΄Κορ.12,10]. «Τι απορείς, αφού η δύναμη του Θεού τότε φαίνεται; Και εγώ τότε είμαι δυνατός». Διότι τότε περισσότερο επερχόταν η χάρη· «ὅτι καθὼς περισσσεύει τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς, οὕτω διὰ Χριστοῦ περισσεύει καὶ ἡ παράκλησις ἡμῶν(:Τον δοξάζουμε λοιπόν και Τον ευχαριστούμε, διότι όπως πάρα πολλά είναι τα παθήματα και οι θλίψεις που πάσχουμε σαν τον Χριστό και για τη δόξα Του, έτσι υπεράφθονη είναι και η παρηγοριά που δεχόμαστε διαμέσου του Χριστού)». [Β΄Κορ.1,5]. Όπου υπάρχει δοκιμασία, εκεί υπάρχει και παρηγορία· όπου παρηγορία εκεί και χάρις. Όταν λοιπόν ρίχτηκε μέσα στη φυλακή, τότε έκανε εκείνα τα θαύματα· όταν ναυάγησε και παρασύρθηκε στη βάρβαρη χώρα, τόσο περισσότερο δοξάστηκε. Όταν εισήλθε στο δικαστήριο δεμένος, τότε νίκησε και τον δικαστή. Έτσι γινόταν και στην Παλαιά Διαθήκη· στις δοκιμασίες ανθούσαν και αναδεικνύονταν περισσότερο οι δίκαιοι. Έτσι οι τρεις παίδες, έτσι ο Δανιήλ και ο Μωυσής και ο Ιωσήφ· όλοι από τους πειρασμούς αναδείχτηκαν λαμπρότεροι και αξιώθηκαν μεγάλων βραβείων· διότι τότε καθαίρεται η ψυχή, όταν θλίβεται για τον Θεό· τότε λαμβάνει μεγαλύτερη βοήθεια, επειδή έχει ανάγκη περισσότερης συμμαχίας και είναι άξια περισσότερης χάριτος. Και πριν από την τελική ανταπόδοση που φυλάσσεται γι΄αυτόν από τον Θεό, καρπώνεται μεγάλα αγαθά καθώς γίνεται πεπαιδευμένη· διότι και την υπερηφάνεια αφαιρεί και την ραθυμία εξολοθρεύει τελείως η θλίψη, και εγκαρδιώνει για την υπομονή· ξεσκεπάζει την ευτέλεια των ανθρωπίνων πραγμάτων και εισάγει στην ψυχή πολλή γνώση και παίδευση· διότι στη θλίψη υποχωρούν όλα τα πάθη, φθόνος, ζήλος, επιθυμία, κυριαρχία, έρως χρημάτων και σωμάτων, αλαζονεία, υπερηφάνεια, θυμός, όλο το υπόλοιπο πλήθος αυτών των νοσημάτων. ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

Η διεθνής κοινή γνώμη για την εθνική μας επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940.


Η σημερινή ημέρα, αγαπητοί μου αδελφοί, της 28ης Οκτωβρίου, είναι για μας τους Έλληνες ημέρα εθνικής χαράς και ευγνωμοσύνης προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Ημέρα χαράς, διότι με την βοήθεια και σκέπη της Υπερμάχου Στραγητού, της κυρίας Θεοτόκου, η μικρή Ελλάδα νίκησε το τότε πανίσχυρο κράτος της φασιστικής Ιταλίας. Για τον λόγο αυτό η Εκκλησία της Ελλάδος μετέθεσε την εορτή της Αγίας Σκέπης από την 1η Οκτωβρίου που ήταν πριν, στην 28η Οκτωβρίου. Οι Έλληνες φαντάροι μας, καθώς πολεμούσαν στο μέτωπο, πάνω στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου, έβλεπαν την Παναγία μας, (όπως οι ίδιοι μαρτυρούν και ομολογούν), να τους σκεπάζει, να τους εμψυχώνει και να τους προστατεύει από τον εχθρό. Δεν χωράει αμφιβολία, ότι η ένδοξη νίκη των Ελλήνων το 40 αποτελεί ένα θαύμα της Παναγίας. Στα κρίσιμα εκείνα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, εμπιστεύθηκαν τον αγώνα τους στα χέρια της. Δεν είχαν στη διάθεσή τους τα σύγχρονα πολεμικά όπλα, που διέθεταν οι Ιταλοί. Είχαν όμως ως ισχυρό εφόδιο μέσα στην καρδιά τους τη θερμή πίστη προς τον Χριστό και την Παναγία. Καθημερινά γέμιζαν οι ναοί της Ελλάδος και έψαλλαν οι πιστοί την Παράκληση της Παναγίας και ζητούσαν να υπερασπιστεί το δίκαιό τους. Χάρη στη Σκέπη της Παναγίας μας οι στρατιώτες έπαιρναν θάρρος, περιφρονούσαν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονταν στις σιδερόφρακτες στρατιές του άξονα με τέτοιο ηρωισμό, που όλοι οι λαοί τους θαύμαζαν. Οι ίδιοι οι φαντάροι που πολέμησαν στο μέτωπο μαρτυρούν και ομολογούν τις θαυμαστές επεμβάσεις της Παναγίας. Από κάποιον διάλογο ενός συντάκτου του περιοδικού «ΖΩΗ» της εποχής εκείνης, που δημοσιεύτηκε την 1η Φεβρουαρίου 1941, με τραυματίες πολέμου στο θάλαμο ενός Νοσοκομείου, μαθαίνουμε τα εξής: Ένας τραυματίας φαντάρος δήλωσε: «Εκεί πάνω, κύριε, έχουμε γίνει άλλοι άνθρωποι. Να το ξέρετε. Να το λέτε παντού. Είμαστε τα παιδιά της Παναγίας. Η Μεγαλόχαρη είναι μάνα και προστάτιδά μας». Ένας άλλος νεαρός τραυματίας είπε: «Εγώ δεν ήμουν θρήσκος. Δεν πίστευα σε θαύματα. Η γριά μάνα μου θυμιάτιζε τα βραδάκια το εικόνισμα της Παναγίας κι εγώ μέσα μου την κορόϊδευα. Αλλά τώρα, αν μου τα πει άλλος αυτά, θα τον θεωρήσω εχθρό μου. Σας μιλάω ίσια. Αυτά που είδα εκεί πάνω στην Αλβανία, δεν είναι ένα θαύμα, είναι χίλια θαύματα. Κάθε ύψωμα που παίρνουμε, είναι ένα θαύμα. Κάθε μάχη, κάθε εξόρμηση δική μας, ένα θαύμα. Κάθε μέρα πολέμου που περνά, ένα μεγάλο θαύμα. Ο Θεός είναι μαζί μας…». Οι ελληνίδες μητέρες της εποχής εκείνης, αληθινές μπουμπουλίνες, με ηρωϊκό φρόνημα και καύχηση μιλούσαν για τους συζύγους και τα παιδιά τους, που πήγαν στο μέτωπο να πολεμήσουν. Έλεγε μια από αυτές: «Έχασα τον σύζυγό μου. Ευλογητός ο Θεός. Ο μεγαλύτερος γιος μου σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι. Ευλογητός ο Θεός! Ο δεύτερος γιος μου, δεκατετραετής την ηλικία, μάχεται μαζί με τους Έλληνες και πιθανώς να βρει ένδοξο θάνατο. Ευλογητός ο Θεός! Υπό την σκιά του Σταυρού θα χυθεί επίσης το αίμα μου. Ευλογητός ο Θεός! Αλλά θα νικήσουμε, ή θα παύσουμε να ζούμε. Θα έχουμε όμως την παρηγοριά, ότι δεν αφήσαμε πίσω μας δούλους Έλληνες. Στην τότε εφημερίδα «Πρωΐα», δημοσιεύτηκε μια επιστολή, μάνας χήρας από τα Μέγαρα, που μόλις είχε λάβει τον πολεμικό σταυρό ανδρείας του σκοτωμένου γιού της. Έγραφε η νέα Μπουμπουλίνα: «Ο Δημητρός μου, ο μοναχογιός μου, προστάτης των τριών κοριτσιών μου, έπεσε υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Χαλάλι της πατρίδος ο Δημητρός μου. Ας ήταν να πέθαινα κι εγώ πολεμώντας μαζί του. Ζήτω η Ελλάς». Μεγάλοι ηγέτες της εποχής εκείνης επεσήμαναν, αναγνώρισαν και διεκήρυξαν τον σπάνιο ηρωϊσμό των στρατιωτών μας στην εποποιία του 40: Ο αιμοσταγής δικτάτορας Αδόλφος Χίτλερ εδήλωσε: «Χάριν της ιστορικής αλήθειας πρέπει να επιβεβαιώσω, ότι μόνον οι Έλληνες, απ’ όλους τους αντιπάλους, που μας αντιμετώπισαν πολέμησαν με το μεγαλύτερο θάρρος και περισσότερο αψήφησαν τον θάνατο». Ο τότε πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Ουΐστον Τσώρτσιλ ομολόγησε: «Η λέξη ηρωϊσμός φοβάμαι ότι δεν αποδίδει στο ελάχιστο τις πράξεις αυτοθυσίας των Ελλήνων, οι οποίες ήταν ο καθοριστικός παράγοντας για την νικηφόρα έκβαση της κοινής προσπάθειας των εθνών κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για την ανθρώπινη ελευθερία και την αξιοπρέπεια. Εάν δεν ήταν η ανδρεία των Ελλήνων και το θάρρος τους, η έκβαση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα ήταν ακαθόριστη. Μέχρι τώρα συνηθίζαμε να λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες. Τώρα θα λέμε ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες». Ο τότε σοβιετικός ηγέτης Ιωσήφ Στάλιν πρόσθεσε: «Όταν νικήσουμε θα μπούμε στην Βουλγαρία ως τιμωροί, στην Γιουγκοσλαβία ως ελευθερωτές και στην Ελλάδα ως προσκυνητές…». Ο τότε Ρώσος στρατηγός Ζούκοφ ομολόγησε: «Εάν οι Ρώσοι κατόρθωσαν να προβάλλουν αντίσταση στην είσοδο της Μόσχας, για να σταματήσουν και να αποτρέψουν τον γερμανικό χείμαρρο, το οφείλουν στους Έλληνες, οι οποίοι καθυστέρησαν τις γερμανικές μεραρχίες την ώρα που θα μπορούσαν να μας κάνουν να γονατίσουμε». Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός της Μόσχας μετέδιδε: «Πολεμήσατε άοπλοι εναντίον πανόπλων και νικήσατε. Μικροί εναντίον μεγάλων και επικρατήσατε. Δεν ήταν δυνατόν να γίνει αλλιώς, διότι είστε Έλληνες. Κερδίσαμε χρόνο για να αμυνθούμε. Ως Ρώσοι και ως άνθρωποι σας ευγνωμονούμε». Ο Γάλλος στρατηγός και πολιτικός Σαρλ Ντε Γκώλ διεκήρυξε: «Είμαι ανίκανος να δώσω το κατάλληλο εύρος της ευγνωμοσύνης που αισθάνομαι για την ηρωϊκή αντίσταση του λαού και των ηγετών της Ελλάδος». Το αμερικανικό Κογκρέσο στις 3 Απριλίου του 1941 διεκήρυσσε: «Η γενναία θυσία του λαού, αυτού του μικρού σχετικά κράτους, για το δικαίωμα να ζούμε χωρίς επεμβάσεις από δικτατορικά καθεστώτα, προκαλεί τον σεβασμό και τον θαυμασμό όλων των εθνών, που αγαπούν την ελευθερία». Αλλά και σήμερα, αδελφοί μου, πρέπει να προστρέξουμε στη Σκέπη της Παναγίας μας, με προσευχές και δάκρυα, για να σωθεί η αγαπημένη μας πατρίδα. Οι σημερινοί επίδοξοι κατακτητές μας, οι σκοτεινές δυνάμεις της Νέας Τάξεως Πραγμάτων, που προωθούν τα διεθνή Σιωνιστικά κέντρα της Νέας Εποχής, που κρατούν στα χέρια τους το διεθνές κεφάλαιο, δεν ήλθαν με όπλα, με άρματα και με αεροπλάνα, για να μας υποδουλώσουν και να πάρουν τη γη μας. Σήμερα οι εισβολείς χρησιμοποιούν άλλα μέσα, για να κατακτήσουν τα εδάφη μας. Χρησιμοποιούν τον οικονομικό αποκλεισμό, δημιουργούν υπέρογκα χρέη, προσπαθούν να διαλύσουν την παιδεία μας, να ξηλώσουν το ιερό θεσμό της οικογενείας, να γκρεμίσουν τα ιερά και τα όσια, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις μας. Παράλληλα έχουν εξαπολύσει, φανερά πλέον και απροκάλυπτα, έναν ανελέητο διωγμό εναντίον της Εκκλησίας. Προσπαθούν με κάθε τρόπο, να αντιστρατευτούν στο έργο της, να προβάλλουν ποικίλα εμπόδια, να περιθωριοποιήσουν τον πνευματικό και κοινωνικό της ρόλο. Με μία σωρεία αντιχριστιανικών και αντεθνικών νόμων, επιδιώκουν να αποχριστιανοποιήσουν το λαό μας και να αλλοιώσουν την εθνική μας ιστορία, προβάλλοντας στα κανάλια νέο τρόπο ζωής χωρίς Χριστό και Ελλάδα. Ωστόσο για το κατάντημα αυτό, στο οποίο φθάσαμε, έχουμε και εμείς μεγάλο μερίδιο ευθύνης. Οι ρίζες του κακού βρίσκονται στην απομάκρυνσή μας από τον Θεό και την Εκκλησία. Στο ότι περιφρονήσαμε τις αιώνιες αρχές και αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσής μας, που συγκροτούν και συνέχουν όλο το οικοδόμημα του εθνικού και κοινωνικού μας βίου, ενώ παράλληλα ανυψώσαμε ως υπέρτατες αξίες στη ζωή μας το χρήμα και τις ηδονές. Όμως, παρά την τραγικότητα της καταστάσεως, δεν πρέπει να απελπιστούμε. Καιρός να ανανήψουμε έστω και τώρα, την ενδεκάτη ώρα, χωρίς αναβολή. Ο λόγος του αποστόλου Παύλου «ώρα ημάς ήδη εξ’ ύπνου εγερθήναι» (Ρωμ.13,11) είναι ιδιαίτερα επίκαιρος στην παρούσα περίσταση. Καιρός να μετανοήσουμε. Να ομολογήσουμε με συντριβή την αποστασία μας και να κάνουμε στροφή 180 μοιρών. Καιρός να επιστρέψουμε όπως ο άσωτος υιός της παραβολής στον Κύριο, να επιστρέψουμε στη ζωή της Εκκλησίας, και ως πρόσωπα και ως Έθνος. Με εκτενείς δεήσεις και προσευχές, με αγρυπνίες και λιτανείες. Να παραδεχθούμε τα λάθη μας και να αρχίσουμε την διόρθωση. Να αναλάβουμε ο καθένας τις ευθύνες του. Να επαναξιολογήσουμε και να εγκολπωθούμε τον πνευματικό και εθνικό μας πλούτο, την πνευματική μας κληρονομιά. Να εμπνευσθούμε από την ένδοξη εθνική μας ιστορία, από τα ηρωϊκά κατορθώματα των προγόνων μας. Να κλείσουμε τα αυτιά μας στην στοχευμένη εθνομηδενιστική ιδεολογία της Νέας Εποχής, που προβάλλεται από τα ΜΜΕ. Και τέλος καλούμαστε, να παρακαλέσουμε εκτενώς τον Κύριο, να αναδείξει ικανούς ηγέτες, πολιτικούς και εκκλησιαστικούς με πίστη και αγάπη προς την Εκκλησία, με νουν Χριστού, ανθρώπους της αρετής, αληθινούς πατριώτες. Μόνον τότε μπορούμε να ελπίζουμε σε ανάκαμψη και ανάσταση της Πατρίδος μας. Μόνον έτσι θα μπορέσει και πάλι να μεγαλουργήσει και να γράψει νέες σελίδες δόξης.

Της Αγίας Σκέπης της Θεοτόκου +28 Οκτωβρίου


Η Παναγία είναι η Σκέπη του κόσμου! Στενός ο σύνδεσμος Πατρίδος και θρησκείας Η Σκέπη των χριστιανών!!! Η Παναγία, ἀγαπητοί μου, τῆς ὁποίας τὴν Σκέπη ἑορτάζουμε, εἶνε πρόσωπο ἱ­ερό. Ἀλλ᾿ ὅπως ὁ Υἱός της ἔγινε «σημεῖον ἀντιλεγό­μενον» (Λουκ. 2,34), ἔτσι καὶ ἐκείνη ποὺ τὸν φιλο­ξένησε στοὺς ἁγίους κόλπους της ὡς ἄνθρωπο. Μετὰ τὸν Χριστὸ ἡ Παναγία εἶνε σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Ἄλλοι τὴν ὑβρίζουν καπηλικώτατα, τὴ βλα­­σφημοῦν, τὴν περιφρονοῦν, ἄλλοι ὅμως τὴν ἀ­γαποῦν, τὴ σέβονται, τὴν τιμοῦν, τὴν ὑψώ­νουν ὣς τὰ οὐράνια. Οἱ πα­πικοὶ ἔφθασαν ἀκόμη καὶ στὴν αἵρεσι τῆς «Μαριολατρίας», δηλα­δὴ νὰ τὴ λατρεύσουν ὡς θεά, ὅπως ἔκαναν γιὰ ἄλλες γυναῖκες οἱ ἀρ­χαῖοι πρόγονοί μας. Ἡ Ὀρ­θόδοξος Ἐκ­κλησία ἀπέχει καὶ ἀπ’ τοὺς προτεστάντες ποὺ τὴ θεωροῦν ὡς ἁ­πλῆ γυναῖ­­κα, καὶ ἀπ’ τοὺς φράγκους ποὺ τὴν ἔχουν σχε­δὸν θεοποιήσει μὲ τελετὲς καὶ ἀγάλ­ματα. Οἱ ὀρθόδοξοι ἀκολουθοῦμε τὴ μέση καὶ βασιλι­κὴ ὁδό· τὴν τιμοῦμε ὑπεράνω ὅ­λων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλ’ ὄχι ὡς Θεόν. Ἀπὸ κα­ταβολῆς μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου δὲ θὰ γεν­νηθῇ ἄλλο λογικὸ κτίσμα σὰν αὐτήν. Εἶνε ἡ «ἁ­γία ἁγίων μείζων» (Ἀκάθ. ὕμν. Ψ), ὑπερ­ά­νω τῶν ἁγί­ων ἀνδρῶν παλαιᾶς καὶ καινῆς δια­θήκης, ὑπερ­άνω πατριαρχῶν καὶ προφητῶν, ὑ­περάνω τοῦ τι­μίου Προδρόμου, ὑπεράνω πατέ­ρων καὶ μαρτύρων καὶ ὁσίων, ὑπεράνω ―προ­χω­ροῦμε― καὶ ἀγ­­γέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Ναί, ἀλ­λὰ Θεὸς δὲν εἶνε. Θεὸς ἕνας εἶνε, ὁ Κύρι­ος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χρι­στός. Ὅπως στὸν οὐρανὸ ―λέ­νε οἱ πατέρες― ὑ­­π­άρχει ἕνας ἥλιος, μία σελήνη καὶ πολλὰ ἄστρα, ἔτσι στὸν πνευματικὸ οὐρανὸ τῆς Ἐκκλησίας ἥλι­­ος πνευματικὸς ἄδυτος εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, σελήνη – πανσέληνος ἡ Παναγία, καὶ ἑκατομμύρια ἄστρα οἱ ἅγιοι. «Οὐρανὸς πολύ­φωτος ἡ ἐκκλησία ἀνεδείχθη…» (κοντ. 13ης Σεπτ.) Τιμοῦμε λοιπὸν τὴν Παναγία μας. Καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας σχέσεώς της μὲ τὸν Κύριο ἡ­μῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὴν ἔχουμε μεσίτρια. Ἐ­κείνη προσεύχεται διαρκῶς στὸ Χριστὸ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴ Γραφὴ «πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη» (Ἰακ. 5, 16), πολὺ περισσότερο «ἰσχύει δέησις μη­τρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου» (Μ. Ἀπόδ.). Ἡ Παναγία εἶνε ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοτόκος, ἀλλὰ καὶ ἡ μητέρα ὅλων τῶν Χριστι­ανῶν, «ἡ γλυκειά μας μάνα». Γι’ αὐτὸ καθένας, ὅποιος κι ἂν εἶνε καὶ σὲ ὅποια περίστασι κι ἂν βρεθῇ, ἐκείνην φωνάζει. Ἡ Παναγία εἶνε ζωντανή. Ζῇ καὶ βασιλεύει, καὶ κάνει θαύματα, εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων. Μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν παρρησία της, ἑλκύει τὸ ἔ­λεος τοῦ Θεοῦ. Τὰ θαύματά της εἶνε πολλά. Ἕνα βιβλίο, ποὺ γνώρισε μεγάλη κυκλοφο­­ρία στὴν τουρκοκρατία, εἶνε ἡ «Ἁ­μαρτωλῶν Σω­τηρία». Ἦ­ταν τρόπον τινὰ τὸ ἀ­ναγνωστικὸ τῶν ὑ­ποδούλων καὶ ἡ μελέτη του γέννησε ἥρωες. Ὑποδεικνύει στοὺς ἁμαρτωλοὺς πῶς νὰ ζήσουν γιὰ νὰ σωθοῦν. Ὑπῆρχε στὰ σπίτια τῶν Χριστια­νῶν. Τὸ διάβαζα κ’ ἐγὼ μικρὸς στὸ πατρικό μου κ᾽ ἔκλαιγα ἀπὸ συγκίνησι. Τὸ βιβλίο αὐτὸ σὲ εἰδικὸ μέρος ἐξ­ι­στορεῖ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ ἡ Παναγία. Ἐγὼ θὰ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας δύο θαύματα, ἕνα παλαιὸ καὶ ἕνα νεώτερο. * * * Ποιό εἶνε τὸ παλαιό; Συνέβη στὴν Κωνσταν­τινούπολι στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος, ἐπὶ τῆς βα­σιλείας Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Ἀγαρηνοὶ πολιορ­κοῦσαν τὴ Βασιλεύουσα. Ὁ στρατὸς ἄ­γρυ­πνος φρουροῦσε τὰ τείχη. Καὶ ὁ λαὸς ὅ­λος ἔκανε ἀ­γρυπνία μὲ δάκρυα στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Εἶ­χαν περάσει πλέον τὰ μεσάνυ­χτα. Καὶ τότε ἔ­γινε τὸ θαῦμα. Εἶνε αὐτὸ τοῦ ὁ­ποίου τὴν ἐπέτειο ἑορτάζουμε σήμερα. Σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ ναοῦ προσευχόταν μαζὶ μὲ ὅλους κ’ ἕ­νας ἀσκη­τής, ὁ ὅσι­ος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Αἴ­φνης τί ἔγινε; Μὲ τὴν κε­ραία τῆς πίστεως, ποὺ εἶχε ἐ­κεῖνος, εἶδε ἕ­να ὅραμα θαυμάσιο. Ἀπὸ τὰ οὐ­ράνια μέσα σὲ φῶς κατέβαινε ἡ Παναγία μας συνοδευομένη ἀπὸ ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Ἦλθε στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, εἰσ­ῆλ­θε ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσ­οδο, στάθηκε μπροστὰ στὴν ὡραία πύλη, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ δεήθηκε ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Ἔπειτα ἀ­φαίρεσε ἀ­πὸ τὴν ἁγία κεφα­λή της τὸ μαν­τήλι ποὺ φοροῦ­σε ―τότε ὅ­λες οἱ γυναῖκες φοροῦ­σαν μαν­τήλι―, ἅπλωσε αὐ­τὸ τὸ κάλυμμά της, τὸ μαφόριον ὅπως λε­γόταν, καὶ σκέπασε μ’ αὐτὸ τὸ λαό, μικροὺς καὶ μεγάλους, τὸ στρα­τὸ καὶ τοὺς ἄρχοντας, ὅλη τὴν Πόλι, καὶ τέλος ἀπεχώρησε ἐπιστρέφοντας πάλι στοὺς οὐρανούς. Τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἀνδρέ­ας, τὸ ἐπιβε­βαίωσε καὶ ὁ μαθητής του ἅγιος Ἐπιφάνιος ποὺ ἦταν δίπλα του. Ἡ εἴδησις μετεδόθη καὶ ἔδωσε δύναμι στοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς πόλεως. Τὴν ἐπέτειο λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ θαύματος ἑ­ορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἁγία Σκέπη, μία ἀπὸ τὶς θεομητορικὲς ἑορτές. Ἴσως ὅμως κάποιος σκεφθῇ· ―Αὐτὰ συν­έ­βαιναν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς λέω, ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ ἡ Παναγία τὸ ἐπανέλα­βε καὶ στὶς ἡμέρες μας. Πότε; Στὶς 28 Ὀκτωβρί­ου 1940. Ὅσοι ἤμεθα αὐτόπται, αὐτήκοοι καὶ συντελεσταὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων, ἔχου­με αἴσθησι τοῦ μεγαλείου. Τί ἔγινε τότε; Ἤχησαν οἱ σειρῆνες, σήμαναν οἱ καμπάνες, σάλπισαν οἱ σάλπιγγες. Τί ἦταν ἐκεῖνο! Μοναδικὸ φαινόμενο. Ἔφευγαν οἱ νέοι πρόθυμοι γιὰ τὸ μέτωπο, σὰ νὰ πήγαιναν σὲ γάμο. Ἔπαλλαν ἀπὸ ἐν­θουσιασμὸ γιὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Πορεύονταν ἐν καιρῷ νυκτός, μὲ τὰ πόδια, χωρὶς αὐ­το­κίνητα. Ἔσπευδαν νὰ δώσουν τὸ παρών. Ἂν τοὺς ἔψαχνες, εἶχαν ὅλοι σταυρουδάκι στὸ λαι­μὸ καὶ στὸ πορτοφόλι τὴν εἰ­κόνα τῆς ὑπεραγί­ας Θεοτόκου, ποὺ χάρισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρύ­σανθος μαζὶ μὲ τὴν εὐχή του. Καὶ πήγαιναν ἀ­πὸ κορυ­φὴ σὲ κορυφή. Καὶ πῆραν τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου καὶ τὰ ἕνωσαν μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Εἶπαν τὸ «ΟΧΙ» ἐκεῖ­νο, τὸ πανελλήνιο, ποὺ ἔ­μεινε στὴν ἱστορία, γιατὶ ἔχει τόση ἀξία ὅση καὶ τὸ«Μολὼν λαβέ» τοῦ Λεωνίδα. Ὅσοι ὑπηρέτησαν τότε ὡς στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, θυμοῦν­ται ὅτι, ὅταν κατελήφθη ὁ Μοράβας, μπαίνον­τας στὴν Κορυτσά, οἱ στρατιῶτες μας ὅλοι, ὅ­πως ἦταν ἱδρωμένοι καὶ σκονισμένοι, πῆγαν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ γονυπετεῖς αὐ­τοὶ καὶ ὁ λαὸς τῆς πόλεως ἔψαλαν ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ φωνὴ «Τῇ ὑ­περμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Κι ὅταν κα­τελάμβαναν μιὰ ψηλὴ κορυ­φὴ καὶ ὕ­ψωναν τὴν ἑλληνικὴ σημαία, πάλι «Τῇ ὑ­περμά­χῳ Στρα­τηγῷ…» ἔψαλλαν. Καὶ κάτι ἄλ­λο θαυμαστό, ποὺ ἔμαθα· ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀσκηταί, ποὺ ἔγιναν μοναχοὶ ἀκριβῶς δι­ότι ὡς στρα­τιῶται καὶ ἀξιωματικοὶ εἶδαν τὸ θαῦ­μα τῆς Παναγίας, εἶδαν πάνω στὶς ψηλὲς κορυ­φὲς τὴν ἴδια τὴν Παναγία μας. Τὴν εἶδαν, ὅπως τὴν εἶ­δε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἀσκητὴς στὸ ναὸ τῶν Βλαχερῶν. Ὤ ἡμέρες δόξης τότε, ποὺ τὸ ἔθνος μας προκάλεσε τὸν παγκόσμιο θαυμασμό!… * * * Ἱερὸ πρόσωπο ἡ Παναγία μας. Καὶ πρέπει νὰ τιμᾶται. Τιμᾶται ὅμως; Ὤ, ἐδῶ μοῦ ἔρχεται νὰ κλάψω. Δὲν ἔχουμε κράτος χριστιανικό. Ἂν εἴχαμε, στὴν Ἑλλάδα δὲν θ’ ἀκουγόταν οὔτε μιὰ βλαστήμια τῆς Παναγίας. Τώρα, ἂν τολμήσῃς καὶ βρίσῃς τὴ γυναῖ­κα τοῦ προέδρου τῆς δημοκρατίας ἢ τὸν ἴδιο ἢ τὸν πρωθυπουργὸ ἢ τὸν ἀρχηγὸ κάποιου κόμματος, πᾷς δυὸ χρόνια φυλακή. Δὲν εἴμεθα ἀναρχικοὶ οὔτε συνιστοῦμε ἀπειθαρχία. Εἴμεθα νομοταγεῖς. Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν πῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ποὺ ἐξελέγησαν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, εἶνε μὲν ἄξια τιμῆς, ἀλλὰ μπρο­στὰ στὸ Χριστὸ καὶ μπροστὰ στὴν Παναγία ―ἐὰν πιστεύουμε― εἶνε πελώρια μηδενικά. Ἐν τούτοις βλέπεις τὸ δικαστὴ καί, ὅταν ἀκούσῃ ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν Παναγία, γελάει ἐπὶ τῆς ἕδρας του. Ἂν ἀκούσῃ, ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν κυρία προέδρου δημοκρατίας, ἄ τότε πέφτει τιμωρία!…. Νά ἡ ἁμαρτία μας· παύσαμε νὰ λατρεύουμε τὸ Θεὸ καὶ Πατέρα καὶ νὰ τιμοῦμε τὴν Παναγία, καὶ κάναμε Θεὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιγείων ἀρχόντων. Βλαστημοῦν δυστυχῶς οἱ Ἕλληνες. Εἴμεθα τὸ πλέον βλάσφημο κράτος. Κ᾽ ἔπειτα ἀποροῦ­με γιατί γίνεται σεισμός. Κ᾽ ἐγὼ ἀπορῶ πῶς δὲν ἔπεσαν ἀκόμη καὶ τ’ ἀστέρια ἀπὸ τὸν οὐ­ρανὸ νὰ μᾶς κατακαύσουν. Ἀλλὰ ἵλεως γενοῦ, Κύριε. Ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ κακό. Δὲν ἁμαρτάνει μόνο αὐτὸς ποὺ βλαστημάει· ἁμαρτάνεις κ᾽ ἐσὺ ποὺ τὸν ἀκοῦς ἀδιάφορος. Ὁ Πλάτων εἶπε ὅτι «τῆς Ἑλλάδος ὑβριζομένης οὐδείς πρέπει νὰ μένῃ ἀπαθής». Κ’ ἐμεῖς λέμε· τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἱερῶν προσώπων ὑβριζομένων, oφείλεις ―ἂν πιστεύῃς― νὰ διαμαρτυρηθῇς, ὅπως τοὐλάχιστον θὰ διεμαρτύρεσο ἐὰν κάποιος ἔλεγε τὴ μητέρα σου πόρνη. Τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· «Ἂν ὑβρίσῃς τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν βλαστημήσῃς Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ». Τελειώνω, ἀγαπητοί μου, μὲ μία θερμὴ προτροπή. Κανείς μὰ κανείς νὰ μὴν ἀνεχώμεθα νὰ βλαστημάῃ τὰ θεῖα στὸν τόπο μας. Ἂς δημιουρ­γηθοῦν ἀντιβλασφημικὲς ὁμάδες, ὥστε ὁ κάθε βλάσφημος νὰ φιμώνεται. Καὶ τότε πᾶν στόμα καὶ πᾶσα γλῶσσα θὰ ὑμνῇ τὴν Παναγία Παρθένο εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.