Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ Είναι κακό να αντιπαθούμε κάποιους; Αφού δεν ταιριάζουμε…!
Η αντιπάθεια είναι μια εσωτερική κατάσταση. Είτε το δείξουμε είτε όχι, δεν είναι αρεστή στον Θεό που είναι Θεός της Αγάπης και ζητά να αγαπάμε κι εμείς τους άλλους όσο τον εαυτό μας.
Είναι πολύ δύσκολο εξάλλου να αντιπαθείς κάποιον και να μην εξωτερικευθεί κάποια στιγμή με κάποιο λόγο, συμπεριφορά ή ακόμα και μορφασμό του προσώπου.
Είναι αλήθεια ότι δεν ταιριάζουμε με όλους το ίδιο. Ωστόσο, είναι ανάγκη με αγώνα, προσευχή και συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας (εξομολόγηση – Θεία Κοινωνία) να αποβάλλουμε τα αισθήματα αντιπάθειας για τον άλλο. Να προσπαθούμε να ξεχνάμε το πόσο ίσως μας έβλαψε και να ανταποδίδουμε με αγάπη. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, με τη συμβουλή του Πνευματικού, είναι πιθανό να χρειαστεί να απομακρυνθούμε από κάποιο πρόσωπο. Ωστόσο, εσωτερικά δεν θα πρέπει να σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε να το αγαπάμε και να σκεφτόμαστε ότι και αυτός είναι εικόνα του Θεού!
ΣΑΡΚΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ Γιατί η Εκκλησία Επιμένει Τόσο Πολύ στο Θέμα των Σαρκικών Σχέσεων;
Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Εκκλησία είναι κολλημένη στο θέμα του έρωτα. Ότι με αυτά που λέει διώχνει τους ανθρώπους από κοντά της και αποτρέπει τους ανθρώπους από το να την ακούν. Μήπως όμως αυτό το γεγονός αποτελεί απόδειξη ότι η Εκκλησία είναι η Αλήθεια; Μήπως αποδεικνύει, ότι τουλάχιστον δεν αποτελεί ένα δημαγωγικό οργανισμό. Γιατί φυσικά, αν η Εκκλησία ήθελε να «τραβήξει κόσμο» για «να έχει πελατεία», δε θα είχε τόσο άβολες θέσεις σ’ αυτό το θέμα. Διεξοδικά έχει μελετήσει τις σχέσεις των δύο φύλων, ο Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος στο βιβλίο του «Ελεύθεροι από το Γονιδίωμα» της Συνοδικής Επιτροπής Βιοηθικής. Ας του δώσουμε το λόγο:
«Η συγκλίνουσα άποψη των ερμηνευτών πατέρων είναι ότι, αν δε συνέβαινε η πτώση, ο Θεός δε θα δημιουργούσε τα δύο φύλα. Το αρχικό Του σχέδιο ήταν ο άνθρωπος να μοιάζει περισσότερο με τους αγγέλους κι έτσι να πολλαπλασιάζεται, όπως οι άγγελοι, χωρίς την ανάγκη του φύλου. Προγνωρίζοντας όμως ο Θεός την πτώση δημιουργεί προπτωτικά τα δύο φύλα χωρίς να υπάρχει ακόμη στον Αδάμ και την Εύα, η συνειδητοποίηση της σαρκικής τους παχύτητας. Μεταπτωτικά, τα φύλα είναι διαφορετικά. Η ύπαρξή τους και συνεπώς τα ανατομικά και φυσιολογικά τους χαρακτηριστικά ένα σκοπό έχουν: την αύξηση του ανθρώπινου γένους.
Ο αγώνας πλέον του κάθε χριστιανού είναι «η αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους», η επιστροφή στην πρωτόκτιστη δόξα του πρώτου Αδάμ. Ο αγώνας αυτός περνά και μέσα απ’ την απαλλαγή των χαρακτηριστικών της παχύτητας του φύλου. Η απαλλαγή από την μεταπτωτική ζωώδη φύση μας γίνεται μόνο μέσα από την υπέρβαση ή τον εξαγιασμό της σεξουαλικότητας ως συνέπειας της πτώσεως. Αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία μας τόσο σοφά θέτει τις αρετές της παρθενίας, αγνότητας και εγκράτειας τόσο ψηλά και εφιστά την προσοχή του κάθε πιστού στην ανάγκη υπερβάσεως των σεξουαλικών παθών».
Με την αναπαραγωγή εκπληρώνεται το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο. Το γεννητικό μας υλικό επιτελεί το σκοπό της υπάρξεώς του και ο άνθρωπος γίνεται συνδημιουργός του Θεού, ιερουργώντας τη δημιουργία νέων «κατ’ εικόνα» Θεού προσώπων. «Το γεγονός της ανθρώπινης αρχής είναι το κατ’ εξοχήν ιερό γεγονός της ιστορίας του κάθε ανθρώπου και καθιστά τη συζυγική σχέση ιερουργική κίνηση και μυστήριο. Αυτός είναι ο λόγος που απαιτείται για την επιτέλεσή της άλλη μυστηριακή πράξη που βασικά παρέχει την εξουσία και χορηγεί την αρμοδιότητα. Όπως ο ιερέας πριν τη χειροτονία του δεν μπορεί να τελέσει καμιά εκκλησιαστική ιερουργική πράξη, όπως χωρίς να βαπτιστεί κανείς δεν μπορεί να μεταλάβει, έτσι και οι σύζυγοι πριν το γάμο δεν είναι εξουσιοδοτημένοι να συνέλθουν στην ιερή πράξη της σχέσης. Το ένα μυστήριο προϋποθέτει το άλλο.
Ο γάμος δε φτιάχνει μόνο τον άνθρωπο της πτώσεως. Γεννά και τον άνθρωπο της χάριτος. Του δίνει τη δυνατότητα να μοιάσει περισσότερο στο Θεό απ’ όσο βιολογικά το γονιδίωμά του προσιδιάζει προς αυτό των ζώων. Έχει τη δυνατότητα κατά χάριν να μετέχει της θείας φύσεως. Το αυτεξούσιό του μπορεί να μεταβάλει το γονιδίωμά του. Το γονιδίωμα του ανθρώπου είναι ζωικό για να υπενθυμίζει και να ταπεινώνει. Το αυτεξούσιό του είναι θεϊκό για να μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε Θεό, για να επιβεβαιώνει την υπόσχεση του Θεού στον άνθρωπο.»
Εξάλλου, και ο γέροντας Παΐσιος στο βιβλίο του Αθ. Ρακοβαλή «Ο πατήρ Παΐσιος μού είπε», λέει για αυτό το θέμα: «Η σαρκική επιθυμία πάθος είναι! Πηγάζει από το σαρκικό φρόνημα του ανθρώπου. Αν κάποιος είναι πνευματικός άνθρωπος, δεν έχει τέτοιες επιθυμίες. Όχι από ανικανότητα, ότι δεν μπορεί, αλλά λόγω της πνευματικής του κατάστασης δεν επιθυμεί.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν σαρκικό φρόνημα. Αυτό κληρονομείται από τους γονείς. Βλέπεις, αν κανένα παιδάκι έχει γεννηθεί από σαρκικούς γονείς, παιδί ακόμα και έχει τέτοιες επιθυμίες. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα. Γιατρεύεται. Είναι απαλό σαν την τσουκνίδα, δεν έχει σκληρύνει ακόμη να γίνει αγκάθι, και φεύγει εύκολα μ’ έναν καλό πνευματικό, να ‘χει διάκριση όμως να καταλαβαίνει τι είναι τι, γιατί στην αρχή όλα τα φυτά, δύο φυλλαράκια έχουν.
Όλοι οι άνθρωποι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο έχουν σαρκικό φρόνημα. Άλλος ας πούμε είναι 30% πνευματικός, άλλος 40, άλλος 60, το περισσότερο που συνάντησα είναι 75%. Μόνο ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν τελείως πνευματικοί άνθρωποι και γεννήθηκε μετά από προσευχή αυτό το αγιότατο πλασματάκι, η Παναγία.
Χωρίς το φαγητό ο άνθρωπος πεθαίνει ή χωρίς νερό. Χωρίς τα σαρκικά δεν παθαίνει τίποτα. Μόνο ταλαιπωρείται ψυχικά, όπως ταλαιπωρείται και από τα άλλα πάθη· το θυμό, τον εγωισμό, την κενοδοξία, την ανθρωπαρέσκεια. Μετά το γάμο συγχωρείται μόνο για την τεκνογονία ή κατ’ οικονομίαν».
Αυτός είναι ο σκοπός ύπαρξης του φύλου, ένας σκοπός ιερός που δεν μπορεί να υποβαθμίζεται μέσα στη χυδαιότητα των εγωιστικών σχέσεων που συναντάμε σήμερα, αλλά να ασκείται προς υπέρβαση του φύλου και επιστροφή στην «πρωτόκτιστη δόξα του πρώτου Αδάμ». Αλλά κάτι τέτοιο μόνο μέσα στην Εκκλησία και μετέχοντας στη χάρη του Χριστού είναι εφικτό. Το ευχόμαστε.
Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ.Η χαρά και η ειρήνη του Χριστού
Όπως η χαρά, έτσι και η ειρήνη δεν πηγάζει από τα πράγματα του κόσμου. Ο Χριστός βεβαιώνει ότι η ειρήνη του διαφέρει από την ειρήνη του κόσμου (Ιω. 14:27). Η ειρήνη του κόσμου είναι περιορισμένη και εύθραυστη. Βρίσκεται «εντεύθεν των ορίων» του θανάτου. Και η διατήρησή της είναι προβληματική και συμβατική. Αντίθετα η ειρήνη του Χριστού είναι απόλυτη και ακατάλυτη. Υπερβαίνει τον θάνατο. Δεν εξαντλείται σε πολιτική ή κοινωνική συμφιλίωση που στηρίζεται σε συμβατικά σχήματα ή καθεστώτα του κόσμου. Είναι καθολική ειρήνη προσωπικής κοινωνίας και αγάπης. Γι’ αυτό η βίωσή της πραγματοποιείται με σκληρούς πνευματικούς αγώνες και η παρουσία της στην κοινωνική ζωή «δοκιμάζει» την συμβατική ανθρώπινη ειρήνη. Από την άποψη αυτήν ο Χριστός δεν ήρθε να φέρει ειρήνη «αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10:34). Παράλληλα όμως η ειρήνη του Χριστού είναι η μόνη ελπίδα απαλλαγής από την συμβατικότητα και τις διαρκείς διαψεύσεις της κοσμικής ειρήνης.
Σε τελική ανάλυση η ειρήνη και η χαρά αποτελούν γνωρίσματα της καινής κτίσεως. Η πηγή είναι ο Χριστός. Η έλευσή του στον κόσμο είναι ευαγγελισμός χαράς και ειρήνης (Λουκ. 2:10-14). Και το μήνυμά του μετά την Ανάσταση είναι το «χαίρετε» προς τις Μυροφόρες και το «ειρήνη» προς τους Αποστόλους (Ματθ. 28:9. Λουκ. 24:36. Ιω. 20:19·21·26). Η αναζήτηση αυτών των πραγμάτων μακριά από τον Χριστό αποτελεί ματαιοπονία. Ο πόθος του ανθρώπου γι’ αυτά παραμένει ανικανοποίητος και τελικά διαψεύδεται.
Η βίωση της χαράς και της ειρήνης μέσα στον κόσμο έχει εσχατολογική προοπτική. Ο φθαρτός και πρόσκαιρος κόσμος δεν είναι κατάλληλος για την πλήρη φανέρωσή τους. Ο τόπος για την πραγματική ανάδειξή τους είναι η βασιλεία του Θεού. Όπως η βασιλεία του Θεού, έτσι και αυτές θα φανερωθούν στην πληρότητά τους κατά τον μέλλοντα αιώνα. Αλλά και από την άλλη πλευρά, όπως η βασιλεία του Θεού αρχίζει από τον παρόντα αιώνα, έτσι και αυτές αρχίζουν από την παρούσα ζωή. Οι πιστοί καλούνται να εργαστούν δημιουργικά για την βίωση και την προώθησή τους (Α’ Θεσ. 5:13·16. Μαρκ. 9:50). Οι θλίψεις και οι αντιθέσεις του κόσμου δεν αναιρούν την χαρά και την ειρήνη που θεμελιώνονται στον Χριστό. Ο πιστός χαίρεται και ειρηνεύει ως κοινωνός της ζωής του Χριστού (Α’ Θεσ. 5:16. Β’ Κορ. 13:11). Έτσι η χαρά και η ειρήνη του Χριστού εμφανίζονται ταυτοχρόνως ως δεδομένα και ως ζητούμενα, ως παρόντα και ως προσδοκώμενα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η ειρήνη με τις τρεις διαστάσεις της, ως εσωτερική ειρήνη του ανθρώπου, ως ειρήνη με τον Θεό και ως ειρήνη με τον πλησίον, αποτελεί προϋπόθεση και πρωταρχικό αίτημα για την τέλεση της θείας Λειτουργίας (βλ. Ειρηνικά θείας Λειτουργίας). Εξάλλου η χαρά αποτελεί την ατμόσφαιρα της ευχαριστιακής λατρείας και της κοινωνίας με τον αναστάντα Κύριο. Ζώντας ο πιστός την ειρήνη και την χαρά του Χριστού μέσα στον κόσμο μετέχει προκαταβολικά στην βασιλεία του Θεού, που είναι ήδη παρούσα στις καρδιές των πιστών. Η βίωσή τους φανερώνει διατήρηση της κοινωνίας με τον Θεό. Αντίθετα η απουσία τους μαρτυρεί κλονισμό της κοινωνίας αυτής.
Βέβαια όλα στην πνευματική ζωή δεν κερδίζονται εφάπαξ, αλλά προσλαμβάνονται και κατορθώνονται διαρκώς. Δεν υπάρχουν στατικά ως αντικειμενικές καταστάσεις, αλλά καλλιεργούνται με την ενεργοποίηση του ανθρώπου μέσα στην πραγματικότητα της «καινής κτίσεως» που φανέρωσε ο Χριστός στον κόσμο. Ως αδιάπτωτες καταστάσεις αναμένονται στην ασάλευτη βασιλεία του Θεού.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, Κυριακή 21-11-2021
ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ Ο Ἀπόστολος
Προς Εβραίους επιστολή Παύλου (θ΄ 1-7)
Ἀδελφοί, εἶχε μὲν οὖν καὶ ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας τό τε Ἅγιον κοσμικόν· σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται Ἅγια.
Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια Ἁγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ράβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος.
Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Ἀδελφοί, εἶχε καὶ ἡ πρώτη διαθήκη διατάξεις περὶ τῆς λατρείας καὶ γήϊνον ἁγιαστήριον. Κατασκευάσθηκε δηλαδὴ τὸ πρῶτον μέρος τῆς σκηνῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε ἡ λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ οἱ ἄρτοι τῆς προθέσεως, τὸ ὁποῖον λέγεται Ἅγια. Ὕστερα ἀπὸ τὸ δεύτερον καταπέτασμα, ἦτο τὸ μέρος τῆς σκηνῆς, τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο Ἅγια ἁγίων. Ἐκεῖ ὑπῆρχε ἕνα χρυσὸ θυμιατήριον καὶ ἡ κιβωτὸς τῆς διαθήκης, ἡ ὁποία ἦτο ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη σκεπασμένη μὲ χρυσάφι καὶ μέσα σ’ αὐτὴν ἦτο ἡ χρυσὴ στάμνα, ποὺ περιεῖχε τὸ μάννα, ἡ ράβδος τοῦ Ἀαρών, ποὺ εἶχε βλαστήσει, καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης. Ἐπάνω δὲ ἀπὸ τὴν κιβωτὸν ἦσαν ἀπαστράπτοντα Χερουβείμ, τὰ ὁποῖα ἐπεσκίαζαν τὸ ἱλαστήριον. Γι’ αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μιλήσωμεν τώρα λεπτομερῶς.
Ὑπὸ αὐτὴν τὴν διάταξιν, εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς σκηνῆς εἰσέρχονται πάντοτε οἱ ἱερεῖς, ὅταν ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας των, ἀλλ’ εἰς τὸ δεύτερον μέρος μπαίνει μόνον ὁ ἀρχιερεύς, μιὰ φορὰ τὸν χρόνο, καὶ ὄχι χωρὶς αἷμα, τὸ ὁποῖον προσφέρει διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ διὰ τὰς ἐξ ἀγνοίας ἁμαρτίας τοῦ λαοῦ.
Το Ευαγγέλιο: Κατά Λουκάν (ι΄ 38-42, ια΄ 27-28)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά. Γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. Καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ.Ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; Εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται.
Ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς.
Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας.
Αὐτὸς δὲ εἶπε· μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τον καιρό εκείνο, ἐμπῆκε ὁ Ἰησοῦς εἰς ἕνα χωριό. Μία γυναῖκα, ποὺ ὠνομάζετο Μάρθα, τὸν ὑποδέχθηκε εἰς τὸ σπίτι της. Αὐτὴ εἶχε ἀδελφὴν ποὺ ὠνομάζετο Μαρία, ἡ ὁποία ἐκαθότανε κοντὰ εἰς τὰ πόδια τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἄκουε ὅσα ἔλεγε.
Ἀλλ’ ἡ Μάρθα ἦτο ἀπησχολημένη μὲ πολλὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐπλησίασε καὶ εἶπε, «Κύριε, δὲν σὲ μέλει ποὺ ἡ ἀδελφή μου μὲ ἄφησε μόνη μου νὰ ὑπηρετῶ; Πές της λοιπὸν νὰ μὲ βοηθήσῃ».
Ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾶς καὶ ἀνησυχεῖς διὰ πολλὰ πράγματα, ἀλλ’ ἕνα πρᾶγμα εἶναι ἀναγκαῖον. Ἡ Μαρία ἐδιάλεξε τὴν καλὴν μερίδα, ἡ ὁποία δὲν θὰ τῆς ἀφαιρεθῇ».
Ἐνῷ ἔλεγε αὐτά, κάποια γυναῖκα ἀπὸ τὸν κόσμον ἐφώναξε καὶ τοῦ εἶπε, «Μακαρία ἡ κοιλιὰ ποὺ σ’ ἐβάσταξε καὶ οἱ μαστοὶ ποὺ ἐθήλασες».
Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Μακάριοι μᾶλλον εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν φυλάττουν».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)