Τὸ μεγαλεῖο καὶ οἱ εὐθύνες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς
Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς του (2 Κορ. 12.9) ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς λέει ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ τελειώνεται καὶ ἀποκαλύπτεται στὴν ἀσθένεια. Πάντοτε νομίζουμε ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ ἀφοροῦν τὸν καθένα μας ὡς ἄτομο, τὸ κάθε πρόσωπο στὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ παρὰ τὸ εὔθραυστο, παρὰ τὴν ἁμαρτία διότι ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν στιγμὲς κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ λόγος μας εἶναι λόγος ἀληθινὸς καὶ οἱ ἐνέργειές μας ἔργα τῆς ἀλήθειας, ὅτι λέμε καὶ κάνουμε πράγματα πολὺ ἀνώτερα ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἴμαστε ἄξιοι νὰ διακηρύξουμε. Κατὰ περίεργο ὅμως τρόπο αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία: μὲ τρόπο παράδοξο ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα ἀνθρώπων ἄρρωστο καὶ ὅμως ἱκανὸ νὰ γιατρέψει.
Ἡ ἀρρώστια εἶναι κάτι τὸ πραγματικὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία, βρίσκεται στὴν ἁμαρτία τοῦ καθενὸς μας γίνεται φανερὴ στὴν μερικὲς φορὲς καταστρεπτικὴ ἀτέλεια τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας σωμάτων, τῶν ἐνοριῶν ἡ τῶν πιὸ πολυάριθμων ὁμάδων. Καὶ ὅμως μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται σ’ ἐμᾶς παρὰ τὴν ἀδυναμία μας, διὰ μέσου τῆς ἀδυναμίας μας, ἡ ἐκκλησία εὐπαθής, ἁμαρτωλὴ στὰ μέλη της, δίνει ἕνα μήνυμα ἀλήθειας καὶ ζωῆς καὶ κάτι ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ ἕνα μήνυμα: δίνει ζωὴ καὶ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ κοινωνοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ αὐτὸ γιατί ὁ Θεὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο μία ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ πιστεύουν στὸν Κύριο, ποὺ προσπαθοῦν νὰ Τὸν ὑπακοῦνε καὶ οἱ ὁποῖοι μερικὲς φορὲς πλησιάζουν στὸ νὰ εἶναι ἄξιοι τοῦ Κυρίου τους καὶ ἄλλες φορὲς ἀποτυχαίνουν. Ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα στὸ ὁποῖο εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Μέσῳ τῆς ἐνανθρώπησης ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ἔγινε γιὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ πρωτότοκος τῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρόσωπό Του ἀποκαλύπτονται ὅλη ἡ πληρότητα, ὅλο τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ ὡραιότητα καὶ ὅλο τὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ βάθος αὐτὸ εἶναι τόσο μεγάλο ποὺ ὁ ἄνθρωπος νὰ μπορεῖ νὰ χωράει τὴ θεϊκὴ παρουσία.
Ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας ἐνοίκησε στὴ σάρκα μέσῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πληρότητα τῆς θεϊκῆς Του παρουσίας ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργεῖ σπερματικὰ μέσα μας μὲ τὰ μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Κοινωνίας καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀκόμη παρὼν μὲ τὴ ζωοδοτική, ἀναδημιουργικὴ καὶ μεταμορφωτικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ δόθηκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τὴ βραδιά τῆς Ἀνάστασής Του καὶ ποὺ ἔγινε δεκτὴ ἀπ’ ὅλα τὰ μέλη της μέσῳ τῆς δωρεᾶς τοῦ Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους τὴν Πεντηκοστὴ ἡ παρουσία τοῦ Πνεύματος συνεχίζεται μὲ τὴ μετάδοση τῆς ἴδιας δωρεᾶς σ’ ἐμᾶς.
Μέσῳ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δημιουργεῖται μία νέα σχέση ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καὶ τὸ Θεὸ κι ὄχι ἁπλῶς μία σχέση, κάτι περισσότερο: ἐγκεντριζόμαστε στὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, γινόμαστε κλαδιὰ ἑνὸς ἀμπελιοῦ, σὰν ἕνα μπόλι τὸ ὁποῖο παίρνει ζωὴ ἀπὸ τὸ χυμὸ καὶ τὴ δύναμη ἑνὸς δέντρου. Αὐτὸ ποὺ ἀληθεύει γιὰ τὸ Χριστὸ γίνεται ἀληθινὸ καὶ γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ἂν μόνο ἀφήσουμε τὸ Θεὸ νὰ μᾶς ὑπερνικήσει, νὰ μᾶς μεταμορφώσει, νὰ μᾶς σώσει. Μέσα στὴν ὁρατὴ αὐτὴ Ἐκκλησία στὴν ὁποία οἱ ἀπ’ ἔξω βλέπουν τὴν ἀδυναμία μας καὶ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἁμαρτία μας, στὴν ὁποία ὁ καθένας μας ὑποφέρει μὲ τὴ δική του ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητα τοῦ καθενὸς καὶ τῶν πάντων ὑπάρχει μία θεϊκὴ παρουσία καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς ἀνθρωπότητας. Στὸ σύμβολο λοιπὸν τῆς Πίστεως μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ μία ἁγία Ἐκκλησία ἐφ’ ὅσον αὐτὴ διακατέχεται ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.
Εὐπαθεῖς, ἁμαρτωλοί, ἐξακολουθοῦμε νὰ εἴμαστε ἕνα συνάθροισμα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀνήκουν στὸ Θεό, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαλέξει γιὰ Θεὸ τους τὸ Θεὸ ἀντὶ γιὰ ὅλα τὰ εἴδωλα τοῦ κόσμου. Παρὰ τὴν ἀναξιότητά μας ἀποτελοῦμε ἕνα συνάθροισμα ἀνθρώπων ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ὁ ζωντανὸς Θεὸς εἶναι παρὼν καὶ δυναμικὰ δραστήριος στὸν κόσμο. Αὐτὸ βέβαια ἀντὶ νὰ ἐλαττώνει αὐξάνει τὴν εὐθύνη μας διότι ἡ ἁμαρτία μέσα μας ἀποτελεῖ ἐμπόδιο στὴν ἐλεύθερη καὶ ἀποτελεσματικὴ δράση τοῦ Θεοῦ: εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐνεργήσει μέσω μας, γιὰ τὸ ὅτι φέρνουμε ἐμπόδια στὸ δρόμο Του καὶ σκοτίζουμε τὶς βουλὲς Του τὸ ὄνομά Του βλαστημιέται ἐξ αἰτίας μας.
Ὑπάρχουν δυὸ ἀπόψεις τῆς ἁμαρτωλότητάς μας τὶς ὁποῖες ὀφείλουμε νὰ ὑπερνικήσουμε. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ ὑπάρχουν οἱ ἁμαρτίες τὶς ὁποῖες ἐνῶ ἀναγνωρίζουμε ἔχουμε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ μισοῦμε καὶ νὰ ἀπορρίπτουμε, ἔστω καὶ μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴ θέλησή μας. Οἱ ἁμαρτίες αὐτές, ὅσο σκοτεινὲς καὶ ἂν εἶναι ἐξακολουθοῦν νὰ ἀποτελοῦν σημεῖα συνάντησής μας μὲ τὸ Θεό, διότι ὁ Θεὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ σωτηρία μας ὅσο κι ἐμεῖς καὶ πραγματικὰ ἀκόμη περισσότερο.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχει μέσα στὸν καθένα μας καὶ στὴν κάθε ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ἀνήκουν στὸ Χριστὸ μία πιὸ σκοτεινὴ περιοχή: ὑπάρχει ὁ ἀλύτρωτος ἄνθρωπος, ὁ παλιὸς Ἀδὰμ ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ μέσα μας καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἀξιώσεις του γιὰ αὐτονομία, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτὸ του ἀνεπιφύλακτα στὸ Θεὸ καὶ φοβᾶται νὰ πέσει στὰ χέρια τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἄποψη τῆς ζωῆς μᾶς φαίνεται ἀκόμα πιὸ σκοτεινὴ σ’ ἐμᾶς ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς τόπους ἐνοίκησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὡς ἄτομα ἀλλὰ καὶ στὴ θλιβερὴ ἀλληλεγγύη μας μέσα στὴν ἁμαρτία διατηροῦμε τὸ δικαίωμά μας νὰ παραμείνουμε εἰδωλολάτρες, νὰ κρατήσουμε ἔξω ἀπὸ τὸ θεϊκὸ χῶρο κάτι ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς μας τὸ ὁποῖο θεωροῦμε πολύτιμο, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὸ εἶναι θάνατος καὶ φθορά.
Ἡ ἐκκλησία εἶναι πραγματικὰ ἕνα ἄρρωστο σῶμα καὶ παρ’ ὅλον ὅτι μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρει τὴ θεραπεία καὶ τὴ σωτηρία ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ὀφείλει νὰ ρωτήσει τὸν ἑαυτό του: «μέχρι ποιοῦ σημείου ἔχω μετανοήσει γιὰ τὴν ἁμαρτία μου, μέχρι ποιοῦ σημείου ἡ ἁμαρτία μου μὲ στρέφει στὸ Θεὸ μὲ μία κραυγὴ γιὰ σωτηρία καὶ μέχρι ποιοῦ σημείου δὲν εἶναι αὐτὴ μία ἑκούσια ἄρνηση νὰ ἀποδεχτῶ τὸ ζωντανὸ Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ ἀνήκω;» Ἡ τελευταία αὐτὴ εἶναι μία ἀληθινὰ δαιμονικὴ ἀξίωση γιὰ τὸ δικαίωμα νὰ εἴμαστε ὁ ἐαυτὸς μας ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀκόμη παρὰ τὸ Θεό.
Ἂς τὸ σκεφτοῦμε αὐτό. Ὄχι μόνο οἱ προσωπικὲς σχέσεις καὶ οἱ σχέσεις μέσα στὴ Χριστιανικὴ κοινότητα θὰ ἄλλαζαν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ κόσμος θὰ ἄλλαζε ἂν ὅσοι ὀνομάζονται Χριστιανοὶ δεχόντουσαν νὰ Τοῦ ἀνήκουν ἀνεπιφύλακτα, ὄχι μόνο σ’ ἐκεῖνο ποὺ ἤδη εἶναι δικό Του ἀλλὰ καὶ στὰ μύχια ἐκεῖνα τοῦ μυαλοῦ ποὺ πρέπει νὰ ὑποταχτοῦν, νὰ καταστραφοῦν ἀπὸ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ γίνουν κτῆμα τοῦ Θεοῦ.
Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ Είναι κακό να αντιπαθούμε κάποιους; Αφού δεν ταιριάζουμε…!
Η αντιπάθεια είναι μια εσωτερική κατάσταση. Είτε το δείξουμε είτε όχι, δεν είναι αρεστή στον Θεό που είναι Θεός της Αγάπης και ζητά να αγαπάμε κι εμείς τους άλλους όσο τον εαυτό μας.
Είναι πολύ δύσκολο εξάλλου να αντιπαθείς κάποιον και να μην εξωτερικευθεί κάποια στιγμή με κάποιο λόγο, συμπεριφορά ή ακόμα και μορφασμό του προσώπου.
Είναι αλήθεια ότι δεν ταιριάζουμε με όλους το ίδιο. Ωστόσο, είναι ανάγκη με αγώνα, προσευχή και συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας (εξομολόγηση – Θεία Κοινωνία) να αποβάλλουμε τα αισθήματα αντιπάθειας για τον άλλο. Να προσπαθούμε να ξεχνάμε το πόσο ίσως μας έβλαψε και να ανταποδίδουμε με αγάπη. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, με τη συμβουλή του Πνευματικού, είναι πιθανό να χρειαστεί να απομακρυνθούμε από κάποιο πρόσωπο. Ωστόσο, εσωτερικά δεν θα πρέπει να σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε να το αγαπάμε και να σκεφτόμαστε ότι και αυτός είναι εικόνα του Θεού!
ΣΑΡΚΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ Γιατί η Εκκλησία Επιμένει Τόσο Πολύ στο Θέμα των Σαρκικών Σχέσεων;
Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η Εκκλησία είναι κολλημένη στο θέμα του έρωτα. Ότι με αυτά που λέει διώχνει τους ανθρώπους από κοντά της και αποτρέπει τους ανθρώπους από το να την ακούν. Μήπως όμως αυτό το γεγονός αποτελεί απόδειξη ότι η Εκκλησία είναι η Αλήθεια; Μήπως αποδεικνύει, ότι τουλάχιστον δεν αποτελεί ένα δημαγωγικό οργανισμό. Γιατί φυσικά, αν η Εκκλησία ήθελε να «τραβήξει κόσμο» για «να έχει πελατεία», δε θα είχε τόσο άβολες θέσεις σ’ αυτό το θέμα. Διεξοδικά έχει μελετήσει τις σχέσεις των δύο φύλων, ο Μητροπολίτης Μεσογαίας κ. Νικόλαος στο βιβλίο του «Ελεύθεροι από το Γονιδίωμα» της Συνοδικής Επιτροπής Βιοηθικής. Ας του δώσουμε το λόγο:
«Η συγκλίνουσα άποψη των ερμηνευτών πατέρων είναι ότι, αν δε συνέβαινε η πτώση, ο Θεός δε θα δημιουργούσε τα δύο φύλα. Το αρχικό Του σχέδιο ήταν ο άνθρωπος να μοιάζει περισσότερο με τους αγγέλους κι έτσι να πολλαπλασιάζεται, όπως οι άγγελοι, χωρίς την ανάγκη του φύλου. Προγνωρίζοντας όμως ο Θεός την πτώση δημιουργεί προπτωτικά τα δύο φύλα χωρίς να υπάρχει ακόμη στον Αδάμ και την Εύα, η συνειδητοποίηση της σαρκικής τους παχύτητας. Μεταπτωτικά, τα φύλα είναι διαφορετικά. Η ύπαρξή τους και συνεπώς τα ανατομικά και φυσιολογικά τους χαρακτηριστικά ένα σκοπό έχουν: την αύξηση του ανθρώπινου γένους.
Ο αγώνας πλέον του κάθε χριστιανού είναι «η αναμόρφωση του αρχαίου κάλλους», η επιστροφή στην πρωτόκτιστη δόξα του πρώτου Αδάμ. Ο αγώνας αυτός περνά και μέσα απ’ την απαλλαγή των χαρακτηριστικών της παχύτητας του φύλου. Η απαλλαγή από την μεταπτωτική ζωώδη φύση μας γίνεται μόνο μέσα από την υπέρβαση ή τον εξαγιασμό της σεξουαλικότητας ως συνέπειας της πτώσεως. Αυτός είναι ο λόγος που η Εκκλησία μας τόσο σοφά θέτει τις αρετές της παρθενίας, αγνότητας και εγκράτειας τόσο ψηλά και εφιστά την προσοχή του κάθε πιστού στην ανάγκη υπερβάσεως των σεξουαλικών παθών».
Με την αναπαραγωγή εκπληρώνεται το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο. Το γεννητικό μας υλικό επιτελεί το σκοπό της υπάρξεώς του και ο άνθρωπος γίνεται συνδημιουργός του Θεού, ιερουργώντας τη δημιουργία νέων «κατ’ εικόνα» Θεού προσώπων. «Το γεγονός της ανθρώπινης αρχής είναι το κατ’ εξοχήν ιερό γεγονός της ιστορίας του κάθε ανθρώπου και καθιστά τη συζυγική σχέση ιερουργική κίνηση και μυστήριο. Αυτός είναι ο λόγος που απαιτείται για την επιτέλεσή της άλλη μυστηριακή πράξη που βασικά παρέχει την εξουσία και χορηγεί την αρμοδιότητα. Όπως ο ιερέας πριν τη χειροτονία του δεν μπορεί να τελέσει καμιά εκκλησιαστική ιερουργική πράξη, όπως χωρίς να βαπτιστεί κανείς δεν μπορεί να μεταλάβει, έτσι και οι σύζυγοι πριν το γάμο δεν είναι εξουσιοδοτημένοι να συνέλθουν στην ιερή πράξη της σχέσης. Το ένα μυστήριο προϋποθέτει το άλλο.
Ο γάμος δε φτιάχνει μόνο τον άνθρωπο της πτώσεως. Γεννά και τον άνθρωπο της χάριτος. Του δίνει τη δυνατότητα να μοιάσει περισσότερο στο Θεό απ’ όσο βιολογικά το γονιδίωμά του προσιδιάζει προς αυτό των ζώων. Έχει τη δυνατότητα κατά χάριν να μετέχει της θείας φύσεως. Το αυτεξούσιό του μπορεί να μεταβάλει το γονιδίωμά του. Το γονιδίωμα του ανθρώπου είναι ζωικό για να υπενθυμίζει και να ταπεινώνει. Το αυτεξούσιό του είναι θεϊκό για να μεταμορφώνει τον άνθρωπο σε Θεό, για να επιβεβαιώνει την υπόσχεση του Θεού στον άνθρωπο.»
Εξάλλου, και ο γέροντας Παΐσιος στο βιβλίο του Αθ. Ρακοβαλή «Ο πατήρ Παΐσιος μού είπε», λέει για αυτό το θέμα: «Η σαρκική επιθυμία πάθος είναι! Πηγάζει από το σαρκικό φρόνημα του ανθρώπου. Αν κάποιος είναι πνευματικός άνθρωπος, δεν έχει τέτοιες επιθυμίες. Όχι από ανικανότητα, ότι δεν μπορεί, αλλά λόγω της πνευματικής του κατάστασης δεν επιθυμεί.
Όλοι οι άνθρωποι έχουν σαρκικό φρόνημα. Αυτό κληρονομείται από τους γονείς. Βλέπεις, αν κανένα παιδάκι έχει γεννηθεί από σαρκικούς γονείς, παιδί ακόμα και έχει τέτοιες επιθυμίες. Αυτό όμως δεν είναι τίποτα. Γιατρεύεται. Είναι απαλό σαν την τσουκνίδα, δεν έχει σκληρύνει ακόμη να γίνει αγκάθι, και φεύγει εύκολα μ’ έναν καλό πνευματικό, να ‘χει διάκριση όμως να καταλαβαίνει τι είναι τι, γιατί στην αρχή όλα τα φυτά, δύο φυλλαράκια έχουν.
Όλοι οι άνθρωποι, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο έχουν σαρκικό φρόνημα. Άλλος ας πούμε είναι 30% πνευματικός, άλλος 40, άλλος 60, το περισσότερο που συνάντησα είναι 75%. Μόνο ο Ιωακείμ και η Άννα ήταν τελείως πνευματικοί άνθρωποι και γεννήθηκε μετά από προσευχή αυτό το αγιότατο πλασματάκι, η Παναγία.
Χωρίς το φαγητό ο άνθρωπος πεθαίνει ή χωρίς νερό. Χωρίς τα σαρκικά δεν παθαίνει τίποτα. Μόνο ταλαιπωρείται ψυχικά, όπως ταλαιπωρείται και από τα άλλα πάθη· το θυμό, τον εγωισμό, την κενοδοξία, την ανθρωπαρέσκεια. Μετά το γάμο συγχωρείται μόνο για την τεκνογονία ή κατ’ οικονομίαν».
Αυτός είναι ο σκοπός ύπαρξης του φύλου, ένας σκοπός ιερός που δεν μπορεί να υποβαθμίζεται μέσα στη χυδαιότητα των εγωιστικών σχέσεων που συναντάμε σήμερα, αλλά να ασκείται προς υπέρβαση του φύλου και επιστροφή στην «πρωτόκτιστη δόξα του πρώτου Αδάμ». Αλλά κάτι τέτοιο μόνο μέσα στην Εκκλησία και μετέχοντας στη χάρη του Χριστού είναι εφικτό. Το ευχόμαστε.
Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΧΑΡΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ.Η χαρά και η ειρήνη του Χριστού
Όπως η χαρά, έτσι και η ειρήνη δεν πηγάζει από τα πράγματα του κόσμου. Ο Χριστός βεβαιώνει ότι η ειρήνη του διαφέρει από την ειρήνη του κόσμου (Ιω. 14:27). Η ειρήνη του κόσμου είναι περιορισμένη και εύθραυστη. Βρίσκεται «εντεύθεν των ορίων» του θανάτου. Και η διατήρησή της είναι προβληματική και συμβατική. Αντίθετα η ειρήνη του Χριστού είναι απόλυτη και ακατάλυτη. Υπερβαίνει τον θάνατο. Δεν εξαντλείται σε πολιτική ή κοινωνική συμφιλίωση που στηρίζεται σε συμβατικά σχήματα ή καθεστώτα του κόσμου. Είναι καθολική ειρήνη προσωπικής κοινωνίας και αγάπης. Γι’ αυτό η βίωσή της πραγματοποιείται με σκληρούς πνευματικούς αγώνες και η παρουσία της στην κοινωνική ζωή «δοκιμάζει» την συμβατική ανθρώπινη ειρήνη. Από την άποψη αυτήν ο Χριστός δεν ήρθε να φέρει ειρήνη «αλλά μάχαιραν» (Ματθ. 10:34). Παράλληλα όμως η ειρήνη του Χριστού είναι η μόνη ελπίδα απαλλαγής από την συμβατικότητα και τις διαρκείς διαψεύσεις της κοσμικής ειρήνης.
Σε τελική ανάλυση η ειρήνη και η χαρά αποτελούν γνωρίσματα της καινής κτίσεως. Η πηγή είναι ο Χριστός. Η έλευσή του στον κόσμο είναι ευαγγελισμός χαράς και ειρήνης (Λουκ. 2:10-14). Και το μήνυμά του μετά την Ανάσταση είναι το «χαίρετε» προς τις Μυροφόρες και το «ειρήνη» προς τους Αποστόλους (Ματθ. 28:9. Λουκ. 24:36. Ιω. 20:19·21·26). Η αναζήτηση αυτών των πραγμάτων μακριά από τον Χριστό αποτελεί ματαιοπονία. Ο πόθος του ανθρώπου γι’ αυτά παραμένει ανικανοποίητος και τελικά διαψεύδεται.
Η βίωση της χαράς και της ειρήνης μέσα στον κόσμο έχει εσχατολογική προοπτική. Ο φθαρτός και πρόσκαιρος κόσμος δεν είναι κατάλληλος για την πλήρη φανέρωσή τους. Ο τόπος για την πραγματική ανάδειξή τους είναι η βασιλεία του Θεού. Όπως η βασιλεία του Θεού, έτσι και αυτές θα φανερωθούν στην πληρότητά τους κατά τον μέλλοντα αιώνα. Αλλά και από την άλλη πλευρά, όπως η βασιλεία του Θεού αρχίζει από τον παρόντα αιώνα, έτσι και αυτές αρχίζουν από την παρούσα ζωή. Οι πιστοί καλούνται να εργαστούν δημιουργικά για την βίωση και την προώθησή τους (Α’ Θεσ. 5:13·16. Μαρκ. 9:50). Οι θλίψεις και οι αντιθέσεις του κόσμου δεν αναιρούν την χαρά και την ειρήνη που θεμελιώνονται στον Χριστό. Ο πιστός χαίρεται και ειρηνεύει ως κοινωνός της ζωής του Χριστού (Α’ Θεσ. 5:16. Β’ Κορ. 13:11). Έτσι η χαρά και η ειρήνη του Χριστού εμφανίζονται ταυτοχρόνως ως δεδομένα και ως ζητούμενα, ως παρόντα και ως προσδοκώμενα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η ειρήνη με τις τρεις διαστάσεις της, ως εσωτερική ειρήνη του ανθρώπου, ως ειρήνη με τον Θεό και ως ειρήνη με τον πλησίον, αποτελεί προϋπόθεση και πρωταρχικό αίτημα για την τέλεση της θείας Λειτουργίας (βλ. Ειρηνικά θείας Λειτουργίας). Εξάλλου η χαρά αποτελεί την ατμόσφαιρα της ευχαριστιακής λατρείας και της κοινωνίας με τον αναστάντα Κύριο. Ζώντας ο πιστός την ειρήνη και την χαρά του Χριστού μέσα στον κόσμο μετέχει προκαταβολικά στην βασιλεία του Θεού, που είναι ήδη παρούσα στις καρδιές των πιστών. Η βίωσή τους φανερώνει διατήρηση της κοινωνίας με τον Θεό. Αντίθετα η απουσία τους μαρτυρεί κλονισμό της κοινωνίας αυτής.
Βέβαια όλα στην πνευματική ζωή δεν κερδίζονται εφάπαξ, αλλά προσλαμβάνονται και κατορθώνονται διαρκώς. Δεν υπάρχουν στατικά ως αντικειμενικές καταστάσεις, αλλά καλλιεργούνται με την ενεργοποίηση του ανθρώπου μέσα στην πραγματικότητα της «καινής κτίσεως» που φανέρωσε ο Χριστός στον κόσμο. Ως αδιάπτωτες καταστάσεις αναμένονται στην ασάλευτη βασιλεία του Θεού.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)