Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28-11-2021 (ΙΓ' Λουκά)
Το Αποστολικό Ανάγνωσμα
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Προς Εφεσίους (β΄ 4-10)
Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ' ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται.
Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμε.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Ἀδελφοί, ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος εἰς εὐσπλαγχνίαν ἕνεκα τῆς πολλῆς ἀγάπης μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς ἀγάπησε, ἂν καὶ ἤμαστε νεκροὶ ἕνεκα τῶν παραπτωμάτων, μᾶς ἐζωοποίησε μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, – διὰ χάριτος εἶσθε σωσμένοι –, καὶ μᾶς ἀνέστησε μαζὶ καὶ μᾶς ἐκάθησε μαζὶ εἰς τὰ ἐπουράνια ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διὰ νὰ δείξῃ εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας τὸν ὑπερβολικὸν πλοῦτον τῆς χάριστός του εἰς καλωσύνην ποὺ ἔδειξε σ’ ἐμᾶς διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ. Διότι διὰ τῆς χάριτος εἶσθε σωσμένοι διὰ τῆς πίστεως καὶ αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ δῶρον, ὄχι ἀπὸ ἔργα, διὰ νὰ μὴ μπορῇ κανεὶς νὰ καυχηθῇ.
Διότι εἴμεθα δικό του ἔργον, δημιουργηθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ δι’ ἔργα ἀγαθά, τὰ ὁποία ὁ Θεὸς προετοίμασε, διὰ νὰ ἀποτελέσουν τὸν τρόπον τῆς ζωῆς μας.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Κατά Λουκάν (ιη΄ 18 - 27)
Τῷ καιρῷ εκείνω, ἄρχων τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.
Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. Ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! Εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.
Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι; Ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τον καιρό εκείνο, κάποιος ἄρχων προσῆλθε στον Ἰησοῦ και τὸν ἐρώτησε, «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω διὰ νὰ κληρονομήσω ζωήν αἰώνιον;» Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Γιατὶ μὲ ὀνομάζεις ἀγαθόν; Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ μόνος ὁ Θεός. Τὰς ξέρεις τὰς ἐντολάς, Νὰ μὴ μοιχεύσῃς, νὰ μὴ φονεύσῃς, νὰ μὴ κλέψῃς, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε, «ὅλα αὐτὰ τὰ ἐφύλαξα ἀπὸ τὴν νεανικήν μου ἡλικίαν».
Ὅταν ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε, «Ἕνα ἀκόμη σοῦ λείπει· πώλησε ὅλα ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα εἰς τοὺς πτωχοὺ;καὶ θὰ ἔχῃς θησαυρὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔλα, ἀκολούθησέ με». Ἀλλ’ αὐτὸς ὅταν τὸ ἄκουσε, ἐλυπήθηκε πολύ, διότι ἤτανε πολὺ πλούσιος. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε τόσον λυπημένον, εἶπε, «Πόσον δύσκολον εἶναι δι’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα νὰ μποῦν εἰς τῆν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι εὐκολώτερον νὰ περάσῃ μιὰ καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπα μιᾶς βελόνας παρὰ νὰ μπῇ ἕνας πλούσιος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
Ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἄκουσαν εἶπαν, Τότε ποιός μπορεῖ νὰ σωθῇ;». Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Εκεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατα εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ εἰς τὸν Θεόν».
Δίκοπο μαχαίρι η Θεία Κοινωνία!
Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού δεν ενεργούν όπως τα φάρμακα. Όταν πάρεις ένα φάρμακο, ό,τι κι αν κάνεις, είτε είσαι ξαπλωμένος είτε κινείσαι, είτε το θέλεις είτε δεν το θέλεις, το φάρμακο θα ενεργήσει μέσα σου και θα κάνει αυτό που μπορεί να κάνει. Αν είναι, π.χ., ένα αναισθητικό, δεν θα έχεις αίσθηση του πόνου.
Εδώ όμως δεν είναι έτσι. Είμαστε άξιοι, δεν είμαστε άξιοι, Σώμα Χριστού και Αίμα Χριστού παίρνουμε. Όταν όμως η ύπαρξή μας δεν είναι δοσμένη στη θεία Κοινωνία –δοσμένη όχι απλώς θεωρητικά αλλά στην πράξη· εκείνος ο οποίος δίνεται στον Χριστό, αγωνίζεται να κάνει το θέλημα του Χριστού, τις εντολές του– η θεία Κοινωνία βέβαια έρχεται μέσα μας ως θεία Κοινωνία, όμως δεν κάνει καλό αλλά κακό.
Αυτό το ξεκαθαρίζει ο απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή. Όχι απλώς εφιστά την προσοχή των Κορινθίων στο να κοινωνούν αξίως, γιατί αλλιώς δεν θα ωφεληθούν, αλλά τονίζει και την άλλη πλευρά, ότι δηλαδή κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει κανείς, όταν αναξίως εσθίει το Σώμα του Χριστού και πίνει το Αίμα του Χριστού. Και φθάνει ο απόστολος Παύλος να τους πει: «Πολλοί σ’ εσάς είναι άρρωστοι και πεθαίνουν αρκετοί, επειδή δεν κοινωνείτε, όπως πρέπει να κοινωνήσετε» (Α’ Κορ. 11:29-30).
Η θεία Κοινωνία λοιπόν είναι δίκοπο μαχαίρι. Εάν δεν κοινωνεί κανείς έτοιμος, έτσι όπως πρέπει, η θεία Ευχαριστία αντί να τον ωφελεί, θα τον βλάπτει. Γενικώς, θα μπορούσαμε να πούμε, εάν θέλουμε να έχουμε σχέση με τον Θεό όχι υποκριτικά αλλά ειλικρινά και το επιθυμούμε βαθιά μέσα μας, τότε αυτή η σχέση είναι δίκοπο μαχαίρι. Ειδικότερα βέβαια η σχέση μας με τη θεία Κοινωνία είναι δίκοπο μαχαίρι αλλά και η όλη σχέση με τον Θεό.
Είπαμε, νομίζω, και άλλη φορά ότι όσοι είναι αδιάφοροι, κακώς, κάκιστα
κάνουν. Οι άλλοι που πραγματικά από μέσα μας θέλουμε να πιστεύουμε στον Θεό, θέλουμε να αγαπούμε τον Θεό, θέλουμε να ζούμε κατά το θέλημά του, και ειλικρινά, τίμια συμμορφωνόμαστε προς αυτό, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός μπορεί να επιτρέπει να παθαίνουμε μερικά πράγματα, και μέσα από αυτά συνέχεια θα μας προχωρεί και συνέχεια θα μας αγιάζει. Όσοι από μας κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε και είμαστε οκνηροί, λίγο ψυχροί και βραδυκίνητοι, και όχι τόσο τίμιοι, όμως στο βάθος πιστεύουμε στον Θεό και θέλουμε να είμαστε με τον Θεό, πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός μπορεί να αφήσει να πάθουμε ορισμένα πράγματα, για να ταρακουνηθούμε, να ξυπνήσουμε και να συνέλθουμε. Ας το έχουμε αυτό υπ’ όψιν. (Γι’ αυτό συμβαίνει καμιά φορά το εξής: ενόσω κανείς είναι μακριά από τον Θεό, περνάει λίγο καλύτερα, και όταν πλησιάσει τον Θεό, τότε του έρχονται χειρότερα τα πράγματα.)
Επαναλαμβάνω, ακόμη και σ’ εκείνον που είναι ειλικρινέστατος με τον Θεό και μέρα νύχτα αγωνίζεται να κάνει το θέλημα του Θεού, μπορεί ο Θεός, ως Θεός που είναι, να βλέπει ότι χρειάζεται να του συμβούν μερικά πράγματα, ακριβώς για να γίνει πιο ταπεινός, πιο αληθινός, πιο πιστός, για να εξαρτηθεί πιο πολύ από τον Θεό και να μην πάρει η όλη σχέση του με τον Θεό χαρακτήρα συμφεροντολογικό, αλλά να μπορεί να λέει: «Θεέ μου, ό,τι κι αν πάθω, ό,τι κι αν μου συμβεί, εφόσον βρήκα εσένα, μένω μαζί σου».
Ακόμη λοιπόν και σ’ αυτόν που, όπως είπαμε, είναι ειλικρινέστατος με τον Θεό –όπως είναι οι άγιοι– μπορεί να έρχονται κάποια παθήματα. Αυτά όμως συμβαίνουν κυρίως σ’ αυτούς οι οποίοι από το ένα μέρος κάνουν ότι είναι του Θεού –αλλιώς δεν θα συνέβαιναν– και από το άλλο μέρος δεν συμμορφώνονται στην πράξη με αυτά που θέλει ο Θεός.
Γενικότερα λοιπόν είναι δίκοπο μαχαίρι η σχέση με τον Θεό και ειδικότερα η θεία Κοινωνία. Όχι απλώς να κοινωνούμε. Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, και να γίνονται όλα όπως θέλει ο Θεός. Τουλάχιστον να έχει ο άνθρωπος μέσα του μετάνοια, ταπείνωση, συναίσθηση, φόβο Θεού και να μην ξεθαρρεύει. Αλλιώς, αντί να του κάνει καλό η θεία Κοινωνία, θα του κάνει κακό. Χρειάζεται να βρούμε τη χρυσή τομή σε όλα, να βρούμε το μέτρο σε όλα, και να μην κάνουμε όπως μας έρχεται, όπως νομίζουμε ή όπως ακούμε από δω και από κει.
Από το ένα μέρος, να κοινωνούμε όσο γίνεται συχνότερα, αλλά από το άλλο μέρος, μετά φόβου και τρόμου, με πολλή προσοχή, ελέγχοντας τον εαυτό μας μήπως βιαζόμαστε, μήπως κάνουμε κατάχρηση, μήπως έφυγε ο φόβος από την ψυχή μας, μήπως την πήραμε τη θεία Κοινωνία απλώς όπως τα χαπάκια. Δεν είναι έτσι.
Ακόμη και ο γιατρός όταν δίνει φάρμακα, βλέπει στην πράξη τι γίνεται. Εάν το φάρμακο που δίνει ωφελεί, θα πει στον άρρωστο: «Συνέχισε το φάρμακο». Όταν όμως δει ότι δεν ωφελεί, θα προβληματισθεί και βέβαια θα ενεργήσει κατά περίπτωση. Υποθέτω ότι υπάρχουν περιπτώσεις που ένα φάρμακο δεν ωφελεί κάποιον και δεν ενεργεί έτσι όπως το περίμενε ο γιατρός, επειδή ο οργανισμός του δεν το δέχεται. Ενώ ένας άλλος οργανισμός το δέχεται, συνεργάζεται καλύτερα με το φάρμακο, και έχει αποτελέσματα.
Καλή είναι η θεία Κοινωνία. Φάρμακο αθανασίας είναι η θεία Κοινωνία. Αλλά εάν ο οργανισμός σου δεν τη δέχεται, με την έννοια ότι δεν είναι καθόλου ο οργανισμός σου έτοιμος προς αυτή την κατεύθυνση, εάν η όλη στάση σου δεν είναι τέτοια, που να δείχνει ότι πράγματι η ψυχή σου περιμένει τη θεία Κοινωνία, τότε παίρνεις τη θεία Κοινωνία, όμως αντί να σου κάνει καλό, σου κάνει κακό, ενώ εξακολουθεί να είναι θεία Κοινωνία.
Δεν μπορεί κανείς να κοινωνεί, και η ζωή του να συνεχίζεται έτσι σαν να μην κοινώνησε, και απλώς να έχει τη σκέψη, που μερικές φορές είναι εγωιστική, ότι «εγώ κοινώνησα, εγώ κοινωνώ συχνά». Και έτσι, έχει κανείς απλώς μια ικανοποίηση αυτάρεσκη και εγωιστική. Η ωφέλεια θα φανεί στην όλη ζωή. Θα σε βοηθήσει η θεία Κοινωνία να δεις πιο πολύ την όλη αμαρτωλότητά σου, να είσαι πιο ταπεινός, πιο μετανοημένος. Θα σε βοηθήσει η θεία Κοινωνία να δεις πόσο μάταιος είναι ο κόσμος και πόσο μάταια είναι τόσα πράγματα που μας δένουν, που μας αιχμαλωτίζουν, και να πιστέψεις πιο πολύ στον Χριστό, να ελπίσεις στον Χριστό και να τον αγαπήσεις.
Αν δεν φέρνει κάποια τέτοια αποτελέσματα η θεία Κοινωνία, τότε κάτι δεν πάει καλά μ’ εσένα. Η θεία Κοινωνία εξακολουθεί να είναι σε όλους θεία Κοινωνία. Πώς το Σώμα του Χριστού μέσα σου δεν φέρνει μια κάποια αλλοίωση, μια κάποια αλλαγή, μια κάποια ωφέλεια; Η στάση η δική σου δεν είναι σωστή· δεν συνεργάζεσαι και δεν ανταποκρίνεσαι προς τη χάρη του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, για να έλθει το καλό.
Τὸ μεγαλεῖο καὶ οἱ εὐθύνες τῆς χριστιανικῆς ζωῆς
Σὲ μία ἀπὸ τὶς ἐπιστολὲς του (2 Κορ. 12.9) ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς λέει ὅτι ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ τελειώνεται καὶ ἀποκαλύπτεται στὴν ἀσθένεια. Πάντοτε νομίζουμε ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ ἀφοροῦν τὸν καθένα μας ὡς ἄτομο, τὸ κάθε πρόσωπο στὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτεται ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ παρὰ τὸ εὔθραυστο, παρὰ τὴν ἁμαρτία διότι ὅλοι γνωρίζουμε ὅτι ὑπάρχουν στιγμὲς κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ λόγος μας εἶναι λόγος ἀληθινὸς καὶ οἱ ἐνέργειές μας ἔργα τῆς ἀλήθειας, ὅτι λέμε καὶ κάνουμε πράγματα πολὺ ἀνώτερα ἀπ’ αὐτὸ ποὺ εἴμαστε καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖο εἴμαστε ἄξιοι νὰ διακηρύξουμε. Κατὰ περίεργο ὅμως τρόπο αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν Ἐκκλησία: μὲ τρόπο παράδοξο ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα ἀνθρώπων ἄρρωστο καὶ ὅμως ἱκανὸ νὰ γιατρέψει.
Ἡ ἀρρώστια εἶναι κάτι τὸ πραγματικὸ μέσα στὴν Ἐκκλησία, βρίσκεται στὴν ἁμαρτία τοῦ καθενὸς μας γίνεται φανερὴ στὴν μερικὲς φορὲς καταστρεπτικὴ ἀτέλεια τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας σωμάτων, τῶν ἐνοριῶν ἡ τῶν πιὸ πολυάριθμων ὁμάδων. Καὶ ὅμως μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται σ’ ἐμᾶς παρὰ τὴν ἀδυναμία μας, διὰ μέσου τῆς ἀδυναμίας μας, ἡ ἐκκλησία εὐπαθής, ἁμαρτωλὴ στὰ μέλη της, δίνει ἕνα μήνυμα ἀλήθειας καὶ ζωῆς καὶ κάτι ἀκόμη περισσότερο ἀπὸ ἕνα μήνυμα: δίνει ζωὴ καὶ κάνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ κοινωνοῦν μὲ τὴν ἀλήθεια καὶ αὐτὸ γιατί ὁ Θεὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας.
Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι μόνο μία ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ πιστεύουν στὸν Κύριο, ποὺ προσπαθοῦν νὰ Τὸν ὑπακοῦνε καὶ οἱ ὁποῖοι μερικὲς φορὲς πλησιάζουν στὸ νὰ εἶναι ἄξιοι τοῦ Κυρίου τους καὶ ἄλλες φορὲς ἀποτυχαίνουν. Ἡ ἐκκλησία εἶναι ἕνα σῶμα στὸ ὁποῖο εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Μέσῳ τῆς ἐνανθρώπησης ὁ Γιὸς τοῦ Θεοῦ ὁ ὁποῖος ἔγινε γιὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ πρωτότοκος τῆς Ἐκκλησίας. Στὸ πρόσωπό Του ἀποκαλύπτονται ὅλη ἡ πληρότητα, ὅλο τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ ὡραιότητα καὶ ὅλο τὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ βάθος αὐτὸ εἶναι τόσο μεγάλο ποὺ ὁ ἄνθρωπος νὰ μπορεῖ νὰ χωράει τὴ θεϊκὴ παρουσία.
Ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας ἐνοίκησε στὴ σάρκα μέσῳ τῆς ἐνανθρώπησης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ πληρότητα τῆς θεϊκῆς Του παρουσίας ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργεῖ σπερματικὰ μέσα μας μὲ τὰ μυστήρια τοῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Κοινωνίας καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἀκόμη παρὼν μὲ τὴ ζωοδοτική, ἀναδημιουργικὴ καὶ μεταμορφωτικὴ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ δόθηκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τὴ βραδιά τῆς Ἀνάστασής Του καὶ ποὺ ἔγινε δεκτὴ ἀπ’ ὅλα τὰ μέλη της μέσῳ τῆς δωρεᾶς τοῦ Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους τὴν Πεντηκοστὴ ἡ παρουσία τοῦ Πνεύματος συνεχίζεται μὲ τὴ μετάδοση τῆς ἴδιας δωρεᾶς σ’ ἐμᾶς.
Μέσῳ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δημιουργεῖται μία νέα σχέση ἀνάμεσα σ’ ἐμᾶς καὶ τὸ Θεὸ κι ὄχι ἁπλῶς μία σχέση, κάτι περισσότερο: ἐγκεντριζόμαστε στὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, γινόμαστε κλαδιὰ ἑνὸς ἀμπελιοῦ, σὰν ἕνα μπόλι τὸ ὁποῖο παίρνει ζωὴ ἀπὸ τὸ χυμὸ καὶ τὴ δύναμη ἑνὸς δέντρου. Αὐτὸ ποὺ ἀληθεύει γιὰ τὸ Χριστὸ γίνεται ἀληθινὸ καὶ γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς ἂν μόνο ἀφήσουμε τὸ Θεὸ νὰ μᾶς ὑπερνικήσει, νὰ μᾶς μεταμορφώσει, νὰ μᾶς σώσει. Μέσα στὴν ὁρατὴ αὐτὴ Ἐκκλησία στὴν ὁποία οἱ ἀπ’ ἔξω βλέπουν τὴν ἀδυναμία μας καὶ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἁμαρτία μας, στὴν ὁποία ὁ καθένας μας ὑποφέρει μὲ τὴ δική του ἁμαρτωλότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητα τοῦ καθενὸς καὶ τῶν πάντων ὑπάρχει μία θεϊκὴ παρουσία καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς ἀνθρωπότητας. Στὸ σύμβολο λοιπὸν τῆς Πίστεως μποροῦμε νὰ μιλοῦμε γιὰ μία ἁγία Ἐκκλησία ἐφ’ ὅσον αὐτὴ διακατέχεται ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ.
Εὐπαθεῖς, ἁμαρτωλοί, ἐξακολουθοῦμε νὰ εἴμαστε ἕνα συνάθροισμα ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἀνήκουν στὸ Θεό, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαλέξει γιὰ Θεὸ τους τὸ Θεὸ ἀντὶ γιὰ ὅλα τὰ εἴδωλα τοῦ κόσμου. Παρὰ τὴν ἀναξιότητά μας ἀποτελοῦμε ἕνα συνάθροισμα ἀνθρώπων ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων ὁ ζωντανὸς Θεὸς εἶναι παρὼν καὶ δυναμικὰ δραστήριος στὸν κόσμο. Αὐτὸ βέβαια ἀντὶ νὰ ἐλαττώνει αὐξάνει τὴν εὐθύνη μας διότι ἡ ἁμαρτία μέσα μας ἀποτελεῖ ἐμπόδιο στὴν ἐλεύθερη καὶ ἀποτελεσματικὴ δράση τοῦ Θεοῦ: εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐνεργήσει μέσω μας, γιὰ τὸ ὅτι φέρνουμε ἐμπόδια στὸ δρόμο Του καὶ σκοτίζουμε τὶς βουλὲς Του τὸ ὄνομά Του βλαστημιέται ἐξ αἰτίας μας.
Ὑπάρχουν δυὸ ἀπόψεις τῆς ἁμαρτωλότητάς μας τὶς ὁποῖες ὀφείλουμε νὰ ὑπερνικήσουμε. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ ὑπάρχουν οἱ ἁμαρτίες τὶς ὁποῖες ἐνῶ ἀναγνωρίζουμε ἔχουμε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ μισοῦμε καὶ νὰ ἀπορρίπτουμε, ἔστω καὶ μὲ τὴν πρόθεση καὶ τὴ θέλησή μας. Οἱ ἁμαρτίες αὐτές, ὅσο σκοτεινὲς καὶ ἂν εἶναι ἐξακολουθοῦν νὰ ἀποτελοῦν σημεῖα συνάντησής μας μὲ τὸ Θεό, διότι ὁ Θεὸς ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴ σωτηρία μας ὅσο κι ἐμεῖς καὶ πραγματικὰ ἀκόμη περισσότερο.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχει μέσα στὸν καθένα μας καὶ στὴν κάθε ὁμάδα ἀνθρώπων ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ἀνήκουν στὸ Χριστὸ μία πιὸ σκοτεινὴ περιοχή: ὑπάρχει ὁ ἀλύτρωτος ἄνθρωπος, ὁ παλιὸς Ἀδὰμ ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ μέσα μας καὶ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐγκαταλείψει τὶς ἀξιώσεις του γιὰ αὐτονομία, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ παραδώσει τὸν ἑαυτὸ του ἀνεπιφύλακτα στὸ Θεὸ καὶ φοβᾶται νὰ πέσει στὰ χέρια τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ ἄποψη τῆς ζωῆς μᾶς φαίνεται ἀκόμα πιὸ σκοτεινὴ σ’ ἐμᾶς ὡς μέλη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς τόπους ἐνοίκησης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὡς ἄτομα ἀλλὰ καὶ στὴ θλιβερὴ ἀλληλεγγύη μας μέσα στὴν ἁμαρτία διατηροῦμε τὸ δικαίωμά μας νὰ παραμείνουμε εἰδωλολάτρες, νὰ κρατήσουμε ἔξω ἀπὸ τὸ θεϊκὸ χῶρο κάτι ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς μας τὸ ὁποῖο θεωροῦμε πολύτιμο, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὸ εἶναι θάνατος καὶ φθορά.
Ἡ ἐκκλησία εἶναι πραγματικὰ ἕνα ἄρρωστο σῶμα καὶ παρ’ ὅλον ὅτι μὲ τὴ δύναμη καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρει τὴ θεραπεία καὶ τὴ σωτηρία ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ὀφείλει νὰ ρωτήσει τὸν ἑαυτό του: «μέχρι ποιοῦ σημείου ἔχω μετανοήσει γιὰ τὴν ἁμαρτία μου, μέχρι ποιοῦ σημείου ἡ ἁμαρτία μου μὲ στρέφει στὸ Θεὸ μὲ μία κραυγὴ γιὰ σωτηρία καὶ μέχρι ποιοῦ σημείου δὲν εἶναι αὐτὴ μία ἑκούσια ἄρνηση νὰ ἀποδεχτῶ τὸ ζωντανὸ Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ ἀνήκω;» Ἡ τελευταία αὐτὴ εἶναι μία ἀληθινὰ δαιμονικὴ ἀξίωση γιὰ τὸ δικαίωμα νὰ εἴμαστε ὁ ἐαυτὸς μας ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀκόμη παρὰ τὸ Θεό.
Ἂς τὸ σκεφτοῦμε αὐτό. Ὄχι μόνο οἱ προσωπικὲς σχέσεις καὶ οἱ σχέσεις μέσα στὴ Χριστιανικὴ κοινότητα θὰ ἄλλαζαν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ κόσμος θὰ ἄλλαζε ἂν ὅσοι ὀνομάζονται Χριστιανοὶ δεχόντουσαν νὰ Τοῦ ἀνήκουν ἀνεπιφύλακτα, ὄχι μόνο σ’ ἐκεῖνο ποὺ ἤδη εἶναι δικό Του ἀλλὰ καὶ στὰ μύχια ἐκεῖνα τοῦ μυαλοῦ ποὺ πρέπει νὰ ὑποταχτοῦν, νὰ καταστραφοῦν ἀπὸ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ γίνουν κτῆμα τοῦ Θεοῦ.
Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ Είναι κακό να αντιπαθούμε κάποιους; Αφού δεν ταιριάζουμε…!
Η αντιπάθεια είναι μια εσωτερική κατάσταση. Είτε το δείξουμε είτε όχι, δεν είναι αρεστή στον Θεό που είναι Θεός της Αγάπης και ζητά να αγαπάμε κι εμείς τους άλλους όσο τον εαυτό μας.
Είναι πολύ δύσκολο εξάλλου να αντιπαθείς κάποιον και να μην εξωτερικευθεί κάποια στιγμή με κάποιο λόγο, συμπεριφορά ή ακόμα και μορφασμό του προσώπου.
Είναι αλήθεια ότι δεν ταιριάζουμε με όλους το ίδιο. Ωστόσο, είναι ανάγκη με αγώνα, προσευχή και συμμετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας (εξομολόγηση – Θεία Κοινωνία) να αποβάλλουμε τα αισθήματα αντιπάθειας για τον άλλο. Να προσπαθούμε να ξεχνάμε το πόσο ίσως μας έβλαψε και να ανταποδίδουμε με αγάπη. Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, με τη συμβουλή του Πνευματικού, είναι πιθανό να χρειαστεί να απομακρυνθούμε από κάποιο πρόσωπο. Ωστόσο, εσωτερικά δεν θα πρέπει να σταματήσουμε να αγωνιζόμαστε να το αγαπάμε και να σκεφτόμαστε ότι και αυτός είναι εικόνα του Θεού!
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)