Άγιος Ισαάκ ο Σύρος : Οι ανέσεις και η χριστιανική ζωή


Μην προσκολλάσαι στην ματαιότητα της παρούσης ζωής. Η αίσθηση της παροδικότητος βοηθάει πολύ στην αποκόλληση της ψυχής από τον μάταιο τούτο κόσμο. «Οι μωροί και οι ανόητοι προτιμούν μάλλον την ενταύθα μικράν ανάπαυση παρά την βασιλείαν των ουρανών, μην γνωρίζοντες, ότι κάλλιον είναι να υποφέρη τις παιδεύσεις εις τον αγώνα παρά να αναπαύεται εις στρωμνήν βασιλικήν και να κατακριθή ως ράθυμος. Υπόμεινον λοιπόν τον κόπον του αγώνος εις τον οποίον εισήλθες, ίνα λάβης παρά του Θεού τον στέφανον. Οι άγιοι εν θλίψεσι εδοκιμάσθησαν εις την αγάπην του Χριστού και όχι δι’ αναπαύσεων». Ώστε λοιπόν να παύσουμε να επιζητούμε τις ανέσεις, που μας προσφέρει ο πολιτισμός; Θα ερωτήσουν πιθανώς μερικοί. Όχι βέβαια, αλλά μέχρις εκεί που δεν γίνεται εμπόδιο στην πνευματική μας ζωή. Οι ανέσεις σαν μία ανάγκη ψυχοσωματική του ανθρώπου αλλά και σαν δώρα και αυτά του Θεού μπορούν να αποβούν ωφέλιμες, εάν χρησιμοποιούνται με ένα πνεύμα εσωτερικής ελευθερίας και δεν καταντούν αυτοσκοπός. Από τη στιγμή όμως που πάμε να αντικαταστήσουμε τον Σταυρό, το σύμβολο της θυσίας, με μία αναπαυτική πολυθρόνα φτιάχνοντας έτσι ένα βολικό Χριστιανισμό κομμένο και ραμμένο στις προτιμήσεις μας, βρισκόμαστε έξω από την γνήσια πνευματικότητα και την παράδοση των Αγίων Πατέρων μας. Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος πειρασμός των Χριστιανών της εποχής μας. Εάν ο Χριστιανισμός σήμερα παρουσιάζεται τόσον χλωμός και χλιαρός, μήπως οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό στο πνεύμα της καλοπέρασης που μας έχει κυριεύσει; Μία αλήθεια που πρέπει να μας προβληματίσει όσο πικρή κι αν φαίνεται. Πηγή: Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, “Πατερικές Εμπειρίες”. Εκδ.: Ζωή

ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ… ΠΟΙΟΤΗΤΑ!


«Εμείς σαν ατελείς, εκτός από την ποιότητα, έχουμε ανάγκη και από την ποσότητα της προσευχής. Το δεύτερο άλλωστε είναι πρόξενο του πρώτου. «Ο Θεός – λέγει η Γραφή – δίνει προσευχή καθαρή σ’ εκείνον που προσεύχεται, έστω και ρυπαρά, αλλά χωρίς να υπολογίζει κόπο και πόνο (πρβλ. Α΄ Βασ. β΄9)» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κη΄ 23). Δεν αναιρεί τον εαυτό του ο όσιος. Γιατί ο ίδιος λέει κάπου αλλού «μη ζητάς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθεί ο νους σου, αναζητώντας λόγια…. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στον νου φαντασίες και διάχυση, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου». Και δεν τον αναιρεί, γιατί κάνει τη διάκριση μεταξύ των αρχαρίων, όλων ημών δηλαδή που είμαστε στις απαρχές της πνευματικής ζωής, και των προχωρημένων και τελείων. Για τους τελείους, για εκείνους που πράγματι έχουν αφιερώσει πλήρως και ολοκληρωτικώς τον εαυτό τους στον Θεό, τα πολλά λόγια… βλάπτουν: τους φέρνουν φαντασίες και διάχυση· εκείνο που έχουν ανάγκη είναι η μονολόγιστη κυρίως ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», γιατί έχουν ουσιαστικά ανακραθεί με τον Θεό, έχουν γίνει ένα μαζί Του, συνεπώς ολόκληρη η ζωή τους είναι μία προσευχή. Δηλαδή έχουν φτάσει στο σημείο να μη λένε προσευχές, αλλά να έχουν γίνει οι ίδιοι προσευχή – και η αναπνοή τους και το βλέμμα τους και η στάση τους όλη φανερώνουν Ουρανό. Για εμάς όμως τους αρχαρίους και ατελείς ισχύουν άλλα μέτρα και άλλα σταθμά. Είμαστε προσανατολισμένοι προς την κορυφή, αλλά βλέπουμε ότι πατάμε ακόμη πολλή… γη κι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας! Σαν την καλόγρια εκείνη που μνημόνευε ο άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης, η οποία σαν σε όραμα έβλεπε μεν τους αγίους στην κορυφή ενός βουνού, αλλά όταν θέλησε να τους φτάσει, πιστεύοντας ότι είναι σχεδόν δίπλα της, είδε ότι ο δρόμος της είναι μέσα σε αγκάθια και τριβόλια! Κι έπρεπε να «φτύσει αίμα» κατά τη λαϊκή έκφραση, για να μπορέσει λίγο να προχωρήσει και να ανέβει. Λοιπόν, λέει ο όσιος ότι για εμάς είναι απαραίτητη και η ποσότητα: να επιμένουμε σε πολλές προσευχές και να κοπιάζουμε σ’ αυτές, ξέροντας ότι πολύ συχνά το μυαλό μας θα ξεφύγει. Κι όταν θα έχουμε προχωρήσει με τον τρόπο αυτόν, τότε θα δούμε ότι η ποιότητα θα γίνει και η δική μας αναζήτηση: τα πέντε λόγια που λέει και ο απόστολος (Α΄ Κορ. 14, 19), που θα’ ναι όμως ικανά να ανάψουν το πυρ του Θεού στην ψυχή μας. Είναι λοιπόν μονόδρομος η ορθή ένταξή μας στην εκκλησιαστική ζωή. Το να προσευχόμαστε κατά τον τρόπο της Εκκλησίας σημαίνει ότι προσευχόμαστε με εκείνην την ποσότητα που μας εκβάλλει στην ποιότητα!

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΠΟΣΟ ΜΙΚΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΙΣ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ Συνάντηση με τον ζωντανό Θεό


Χρόνος είναι ο τόπος της συνάντησής μας με το Θεό. Αυτό σημαίνει πως μπορώ να συναντηθώ με τον Θεό της αγάπης όσο βρίσκομαι μέσα στα όρια του χρόνου. Πώς όμως θα γίνει αυτό, δεδομένου ότι ο Θεός μου βρίσκεται έξω από τα ασφυκτικά όρια του χωροχρόνου; Πολλές θρησκείες και πολλά φιλοσοφικά συστήματα, ανάμεσά τους και οι Αρχαίοι μας πρόγονοι, υποστήριξαν πως η συνάντηση με τον Θεό πραγματοποιείται στον «χώρο» του Θεού. Έτσι ο άνθρωπος λένε ότι οφείλει να εκστασιαστεί από την πραγματικότητά του, να ανέλθει νοερά στον χώρο εκείνο που υπάρχει ο Θεός. Βεβαίως ο άνθρωπος δεν θα πραγματοποιήσει αυτή την «ανάβαση» με όλο τον εαυτό του. Δεν μπορεί να ακολουθήσει το σώμα και η ύλη αυτή την «ανοδική» πορεία ούτε βέβαια και τα συναισθήματα, τα όνειρα και άλλα παρόμοια «ευτελή» σκιρτήματα της καρδιάς. Κατά συνέπεια η συνάντηση Θεού και Ανθρώπου σε αυτή την προοπτική δεν είναι συνάντηση Θεού και Ανθρώπου αλλά μυστικιστική και εσωτεριστική επαφή Θεού και κάποιου τμήματός του Ανθρώπου. Στην Ορθόδοξη Παράδοση και Πρακτική αυτή η μέθοδος είναι ανεφάρμοστη. Ο Άνθρωπος αδυνατεί να συναντήσει τον Θεό με αυτό τον τρόπο. Ο Θεός όμως, διαπιστώνοντας την αδυναμία του Ανθρώπου για ανάβαση, αναλαμβάνει προσωπική κατάβαση μέχρι την εσχατιά των ανθρωπίνων συνθηκών. Με άλλα λόγια η συνάντηση Θεού και Ανθρώπου πραγματοποιείται όχι επειδή ο Άνθρωπος ανεβαίνει αλλά επειδή ο Θεός κατεβαίνει και γίνεται όμοιος με τον Άνθρωπο. Αφού η κίνηση του Θεού για την πραγματοποίηση της συνάντησης είναι καθοδική και η κίνηση του ανθρώπου για να συναντήσει τον Θεό οφείλει να είναι κίνηση προς τα κάτω. Όσο ο άνθρωπος ταπεινώνει τον εαυτό του και αναγνωρίζει την αμαρτία του, τόσο πιο αισθητά και δυναμικά συναντιέται με τον Θεό που κατεβαίνει προς τα κάτω για να συναντήσει τον άνθρωπο. Όχι λοιπόν εγωιστική δήθεν ανάβαση προς τον τόπο του Θεού αλλά ταπεινή και ρεαλιστική κατάβαση προς την μεταπτωτική κατάσταση του ανθρώπου με ταυτόχρονη αναγνώριση της αμαρτολότητας μας. Αυτή η κίνηση του πνεύματος και του σώματος μας ικανώνει για πραγματική και ολοκληρωτική συνάντηση με τον Θεό της αγάπης. Μένει τώρα εν ολίγοις να εξετάσουμε το σκοπό και τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης. Η συνάντηση με τον Θεό σώζει τον Άνθρωπο από την φθορά και τον θάνατο και του μεταδίδει ζωή άλλης τάξεως, αληθινή και μέννουσα εις τον αιώνα. Αυτό όμως δεν πραγματοποιείται στα ασφυκτικά όρια του χωροχρόνου αλλά σε εκείνο το επίπεδο ύπαρξης που ζει ο Θεός. Είπαμε όμως ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανέβει στο επίπεδο του Θεού γι’ αυτό και ο Θεός κατεβαίνει στο ανθρώπινο επίπεδο, σαρκώνεται, γίνεται άνθρωπος όμοιος κατά πάντα με εμάς εκτός αμαρτίας. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ο Άνθρωπος ανεβαίνει στο επίπεδο του Θεού επειδή ο Θεός τον συναντά πεσμένο κάτω και στοργικά τον ανεβάζει, σηκώνοντάς τον στους ώμους Του. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία δυνατότητα και ικανότητα αυτοθέωσης, αυτοεξέλιξης αυτοπραγμάτωσης και αυτοσωτηρίας. Τα πάντα τα πραγματοποιεί η αγάπη του Θεού στους ανθρώπους που Τον εμπιστεύονται και Τον αφήνουν να διαφεντεύει στη ζωή τους. Αυτές οι σκέψεις δεν αποτελούν θεωρίες και ευσεβείς πόθους αλλά ζωντανή εμπειρία που πηγάζει από την λειτουργική ζωή και την μετοχή στα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας μας. Μέσα στην ατμόσφαιρα των Ιερών Μυστηρίων ο Άνθρωπος βιώνει υπαρκτικά την ζωή του σε δύο επίπεδα, στο επίπεδο της γης και στο επίπεδο του ουρανού, στο επίπεδο του χρόνου και στο επίπεδο της αιωνιότητας της ταυτόχρονα. Εν κατακλείδι η συνάντηση με τον Θεό πραγματοποιείται με την μετοχή μας στα Μυστήρια της Εκκλησίας και ασκητικά με την ταπεινή κατάβαση του φρονήματος σε αντίθεση με την αλαζονική περιρέουσα ατμόσφαιρα των ανθρώπων του αιώνος τούτου του απατεώνος.

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28-11-2021 (ΙΓ' Λουκά)


Το Αποστολικό Ανάγνωσμα ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Προς Εφεσίους (β΄ 4-10) Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ' ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται. Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμε. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Ἀδελφοί, ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος εἰς εὐσπλαγχνίαν ἕνεκα τῆς πολλῆς ἀγάπης μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς ἀγάπησε, ἂν καὶ ἤμαστε νεκροὶ ἕνεκα τῶν παραπτωμάτων, μᾶς ἐζωοποίησε μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, – διὰ χάριτος εἶσθε σωσμένοι –, καὶ μᾶς ἀνέστησε μαζὶ καὶ μᾶς ἐκάθησε μαζὶ εἰς τὰ ἐπουράνια ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διὰ νὰ δείξῃ εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας τὸν ὑπερβολικὸν πλοῦτον τῆς χάριστός του εἰς καλωσύνην ποὺ ἔδειξε σ’ ἐμᾶς διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ. Διότι διὰ τῆς χάριτος εἶσθε σωσμένοι διὰ τῆς πίστεως καὶ αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ δῶρον, ὄχι ἀπὸ ἔργα, διὰ νὰ μὴ μπορῇ κανεὶς νὰ καυχηθῇ. Διότι εἴμεθα δικό του ἔργον, δημιουργηθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ δι’ ἔργα ἀγαθά, τὰ ὁποία ὁ Θεὸς προετοίμασε, διὰ νὰ ἀποτελέσουν τὸν τρόπον τῆς ζωῆς μας. ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Κατά Λουκάν (ιη΄ 18 - 27) Τῷ καιρῷ εκείνω, ἄρχων τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου. Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. Ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! Εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν. Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι; Ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Τον καιρό εκείνο, κάποιος ἄρχων προσῆλθε στον Ἰησοῦ και τὸν ἐρώτησε, «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω διὰ νὰ κληρονομήσω ζωήν αἰώνιον;» Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Γιατὶ μὲ ὀνομάζεις ἀγαθόν; Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ μόνος ὁ Θεός. Τὰς ξέρεις τὰς ἐντολάς, Νὰ μὴ μοιχεύσῃς, νὰ μὴ φονεύσῃς, νὰ μὴ κλέψῃς, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε, «ὅλα αὐτὰ τὰ ἐφύλαξα ἀπὸ τὴν νεανικήν μου ἡλικίαν». Ὅταν ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε, «Ἕνα ἀκόμη σοῦ λείπει· πώλησε ὅλα ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα εἰς τοὺς πτωχοὺ;καὶ θὰ ἔχῃς θησαυρὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔλα, ἀκολούθησέ με». Ἀλλ’ αὐτὸς ὅταν τὸ ἄκουσε, ἐλυπήθηκε πολύ, διότι ἤτανε πολὺ πλούσιος. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε τόσον λυπημένον, εἶπε, «Πόσον δύσκολον εἶναι δι’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα νὰ μποῦν εἰς τῆν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι εὐκολώτερον νὰ περάσῃ μιὰ καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπα μιᾶς βελόνας παρὰ νὰ μπῇ ἕνας πλούσιος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἄκουσαν εἶπαν, Τότε ποιός μπορεῖ νὰ σωθῇ;». Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Εκεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατα εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ εἰς τὸν Θεόν».

Δίκοπο μαχαίρι η Θεία Κοινωνία!


Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού δεν ενεργούν όπως τα φάρμακα. Όταν πάρεις ένα φάρμακο, ό,τι κι αν κάνεις, είτε είσαι ξαπλωμένος είτε κινείσαι, είτε το θέλεις είτε δεν το θέλεις, το φάρμακο θα ενεργήσει μέσα σου και θα κάνει αυτό που μπορεί να κάνει. Αν είναι, π.χ., ένα αναισθητικό, δεν θα έχεις αίσθηση του πόνου. Εδώ όμως δεν είναι έτσι. Είμαστε άξιοι, δεν είμαστε άξιοι, Σώμα Χριστού και Αίμα Χριστού παίρνουμε. Όταν όμως η ύπαρξή μας δεν είναι δοσμένη στη θεία Κοινωνία –δοσμένη όχι απλώς θεωρητικά αλλά στην πράξη· εκείνος ο οποίος δίνεται στον Χριστό, αγωνίζεται να κάνει το θέλημα του Χριστού, τις εντολές του– η θεία Κοινωνία βέβαια έρχεται μέσα μας ως θεία Κοινωνία, όμως δεν κάνει καλό αλλά κακό. Αυτό το ξεκαθαρίζει ο απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή. Όχι απλώς εφιστά την προσοχή των Κορινθίων στο να κοινωνούν αξίως, γιατί αλλιώς δεν θα ωφεληθούν, αλλά τονίζει και την άλλη πλευρά, ότι δηλαδή κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει κανείς, όταν αναξίως εσθίει το Σώμα του Χριστού και πίνει το Αίμα του Χριστού. Και φθάνει ο απόστολος Παύλος να τους πει: «Πολλοί σ’ εσάς είναι άρρωστοι και πεθαίνουν αρκετοί, επειδή δεν κοινωνείτε, όπως πρέπει να κοινωνήσετε» (Α’ Κορ. 11:29-30). Η θεία Κοινωνία λοιπόν είναι δίκοπο μαχαίρι. Εάν δεν κοινωνεί κανείς έτοιμος, έτσι όπως πρέπει, η θεία Ευχαριστία αντί να τον ωφελεί, θα τον βλάπτει. Γενικώς, θα μπορούσαμε να πούμε, εάν θέλουμε να έχουμε σχέση με τον Θεό όχι υποκριτικά αλλά ειλικρινά και το επιθυμούμε βαθιά μέσα μας, τότε αυτή η σχέση είναι δίκοπο μαχαίρι. Ειδικότερα βέβαια η σχέση μας με τη θεία Κοινωνία είναι δίκοπο μαχαίρι αλλά και η όλη σχέση με τον Θεό. Είπαμε, νομίζω, και άλλη φορά ότι όσοι είναι αδιάφοροι, κακώς, κάκιστα κάνουν. Οι άλλοι που πραγματικά από μέσα μας θέλουμε να πιστεύουμε στον Θεό, θέλουμε να αγαπούμε τον Θεό, θέλουμε να ζούμε κατά το θέλημά του, και ειλικρινά, τίμια συμμορφωνόμαστε προς αυτό, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός μπορεί να επιτρέπει να παθαίνουμε μερικά πράγματα, και μέσα από αυτά συνέχεια θα μας προχωρεί και συνέχεια θα μας αγιάζει. Όσοι από μας κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε και είμαστε οκνηροί, λίγο ψυχροί και βραδυκίνητοι, και όχι τόσο τίμιοι, όμως στο βάθος πιστεύουμε στον Θεό και θέλουμε να είμαστε με τον Θεό, πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός μπορεί να αφήσει να πάθουμε ορισμένα πράγματα, για να ταρακουνηθούμε, να ξυπνήσουμε και να συνέλθουμε. Ας το έχουμε αυτό υπ’ όψιν. (Γι’ αυτό συμβαίνει καμιά φορά το εξής: ενόσω κανείς είναι μακριά από τον Θεό, περνάει λίγο καλύτερα, και όταν πλησιάσει τον Θεό, τότε του έρχονται χειρότερα τα πράγματα.) Επαναλαμβάνω, ακόμη και σ’ εκείνον που είναι ειλικρινέστατος με τον Θεό και μέρα νύχτα αγωνίζεται να κάνει το θέλημα του Θεού, μπορεί ο Θεός, ως Θεός που είναι, να βλέπει ότι χρειάζεται να του συμβούν μερικά πράγματα, ακριβώς για να γίνει πιο ταπεινός, πιο αληθινός, πιο πιστός, για να εξαρτηθεί πιο πολύ από τον Θεό και να μην πάρει η όλη σχέση του με τον Θεό χαρακτήρα συμφεροντολογικό, αλλά να μπορεί να λέει: «Θεέ μου, ό,τι κι αν πάθω, ό,τι κι αν μου συμβεί, εφόσον βρήκα εσένα, μένω μαζί σου». Ακόμη λοιπόν και σ’ αυτόν που, όπως είπαμε, είναι ειλικρινέστατος με τον Θεό –όπως είναι οι άγιοι– μπορεί να έρχονται κάποια παθήματα. Αυτά όμως συμβαίνουν κυρίως σ’ αυτούς οι οποίοι από το ένα μέρος κάνουν ότι είναι του Θεού –αλλιώς δεν θα συνέβαιναν– και από το άλλο μέρος δεν συμμορφώνονται στην πράξη με αυτά που θέλει ο Θεός. Γενικότερα λοιπόν είναι δίκοπο μαχαίρι η σχέση με τον Θεό και ειδικότερα η θεία Κοινωνία. Όχι απλώς να κοινωνούμε. Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, και να γίνονται όλα όπως θέλει ο Θεός. Τουλάχιστον να έχει ο άνθρωπος μέσα του μετάνοια, ταπείνωση, συναίσθηση, φόβο Θεού και να μην ξεθαρρεύει. Αλλιώς, αντί να του κάνει καλό η θεία Κοινωνία, θα του κάνει κακό. Χρειάζεται να βρούμε τη χρυσή τομή σε όλα, να βρούμε το μέτρο σε όλα, και να μην κάνουμε όπως μας έρχεται, όπως νομίζουμε ή όπως ακούμε από δω και από κει. Από το ένα μέρος, να κοινωνούμε όσο γίνεται συχνότερα, αλλά από το άλλο μέρος, μετά φόβου και τρόμου, με πολλή προσοχή, ελέγχοντας τον εαυτό μας μήπως βιαζόμαστε, μήπως κάνουμε κατάχρηση, μήπως έφυγε ο φόβος από την ψυχή μας, μήπως την πήραμε τη θεία Κοινωνία απλώς όπως τα χαπάκια. Δεν είναι έτσι. Ακόμη και ο γιατρός όταν δίνει φάρμακα, βλέπει στην πράξη τι γίνεται. Εάν το φάρμακο που δίνει ωφελεί, θα πει στον άρρωστο: «Συνέχισε το φάρμακο». Όταν όμως δει ότι δεν ωφελεί, θα προβληματισθεί και βέβαια θα ενεργήσει κατά περίπτωση. Υποθέτω ότι υπάρχουν περιπτώσεις που ένα φάρμακο δεν ωφελεί κάποιον και δεν ενεργεί έτσι όπως το περίμενε ο γιατρός, επειδή ο οργανισμός του δεν το δέχεται. Ενώ ένας άλλος οργανισμός το δέχεται, συνεργάζεται καλύτερα με το φάρμακο, και έχει αποτελέσματα. Καλή είναι η θεία Κοινωνία. Φάρμακο αθανασίας είναι η θεία Κοινωνία. Αλλά εάν ο οργανισμός σου δεν τη δέχεται, με την έννοια ότι δεν είναι καθόλου ο οργανισμός σου έτοιμος προς αυτή την κατεύθυνση, εάν η όλη στάση σου δεν είναι τέτοια, που να δείχνει ότι πράγματι η ψυχή σου περιμένει τη θεία Κοινωνία, τότε παίρνεις τη θεία Κοινωνία, όμως αντί να σου κάνει καλό, σου κάνει κακό, ενώ εξακολουθεί να είναι θεία Κοινωνία. Δεν μπορεί κανείς να κοινωνεί, και η ζωή του να συνεχίζεται έτσι σαν να μην κοινώνησε, και απλώς να έχει τη σκέψη, που μερικές φορές είναι εγωιστική, ότι «εγώ κοινώνησα, εγώ κοινωνώ συχνά». Και έτσι, έχει κανείς απλώς μια ικανοποίηση αυτάρεσκη και εγωιστική. Η ωφέλεια θα φανεί στην όλη ζωή. Θα σε βοηθήσει η θεία Κοινωνία να δεις πιο πολύ την όλη αμαρτωλότητά σου, να είσαι πιο ταπεινός, πιο μετανοημένος. Θα σε βοηθήσει η θεία Κοινωνία να δεις πόσο μάταιος είναι ο κόσμος και πόσο μάταια είναι τόσα πράγματα που μας δένουν, που μας αιχμαλωτίζουν, και να πιστέψεις πιο πολύ στον Χριστό, να ελπίσεις στον Χριστό και να τον αγαπήσεις. Αν δεν φέρνει κάποια τέτοια αποτελέσματα η θεία Κοινωνία, τότε κάτι δεν πάει καλά μ’ εσένα. Η θεία Κοινωνία εξακολουθεί να είναι σε όλους θεία Κοινωνία. Πώς το Σώμα του Χριστού μέσα σου δεν φέρνει μια κάποια αλλοίωση, μια κάποια αλλαγή, μια κάποια ωφέλεια; Η στάση η δική σου δεν είναι σωστή· δεν συνεργάζεσαι και δεν ανταποκρίνεσαι προς τη χάρη του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, για να έλθει το καλό.