Άγιος Ισαάκ ο Σύρος : Οι ανέσεις και η χριστιανική ζωή
Μην προσκολλάσαι στην ματαιότητα της παρούσης ζωής.
Η αίσθηση της παροδικότητος βοηθάει πολύ στην αποκόλληση της ψυχής από τον μάταιο τούτο κόσμο.
«Οι μωροί και οι ανόητοι προτιμούν μάλλον την ενταύθα μικράν ανάπαυση παρά την βασιλείαν των ουρανών, μην γνωρίζοντες, ότι κάλλιον είναι να υποφέρη τις παιδεύσεις εις τον αγώνα παρά να αναπαύεται εις στρωμνήν βασιλικήν και να κατακριθή ως ράθυμος.
Υπόμεινον λοιπόν τον κόπον του αγώνος εις τον οποίον εισήλθες, ίνα λάβης παρά του Θεού τον στέφανον. Οι άγιοι εν θλίψεσι εδοκιμάσθησαν εις την αγάπην του Χριστού και όχι δι’ αναπαύσεων».
Ώστε λοιπόν να παύσουμε να επιζητούμε τις ανέσεις, που μας προσφέρει ο πολιτισμός; Θα ερωτήσουν πιθανώς μερικοί. Όχι βέβαια, αλλά μέχρις εκεί που δεν γίνεται εμπόδιο στην πνευματική μας ζωή.
Οι ανέσεις σαν μία ανάγκη ψυχοσωματική του ανθρώπου αλλά και σαν δώρα και αυτά του Θεού μπορούν να αποβούν ωφέλιμες, εάν χρησιμοποιούνται με ένα πνεύμα εσωτερικής ελευθερίας και δεν καταντούν αυτοσκοπός.
Από τη στιγμή όμως που πάμε να αντικαταστήσουμε τον Σταυρό, το σύμβολο της θυσίας, με μία αναπαυτική πολυθρόνα φτιάχνοντας έτσι ένα βολικό Χριστιανισμό κομμένο και ραμμένο στις προτιμήσεις μας, βρισκόμαστε έξω από την γνήσια πνευματικότητα και την παράδοση των Αγίων Πατέρων μας. Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος πειρασμός των Χριστιανών της εποχής μας.
Εάν ο Χριστιανισμός σήμερα παρουσιάζεται τόσον χλωμός και χλιαρός, μήπως οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό στο πνεύμα της καλοπέρασης που μας έχει κυριεύσει;
Μία αλήθεια που πρέπει να μας προβληματίσει όσο πικρή κι αν φαίνεται.
Πηγή: Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, “Πατερικές Εμπειρίες”. Εκδ.: Ζωή
ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ… ΠΟΙΟΤΗΤΑ!
«Εμείς σαν ατελείς, εκτός από την ποιότητα, έχουμε ανάγκη και από την ποσότητα της προσευχής. Το δεύτερο άλλωστε είναι πρόξενο του πρώτου. «Ο Θεός – λέγει η Γραφή – δίνει προσευχή καθαρή σ’ εκείνον που προσεύχεται, έστω και ρυπαρά, αλλά χωρίς να υπολογίζει κόπο και πόνο (πρβλ. Α΄ Βασ. β΄9)» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κη΄ 23).
Δεν αναιρεί τον εαυτό του ο όσιος. Γιατί ο ίδιος λέει κάπου αλλού «μη ζητάς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθεί ο νους σου, αναζητώντας λόγια…. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στον νου φαντασίες και διάχυση, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου». Και δεν τον αναιρεί, γιατί κάνει τη διάκριση μεταξύ των αρχαρίων, όλων ημών δηλαδή που είμαστε στις απαρχές της πνευματικής ζωής, και των προχωρημένων και τελείων. Για τους τελείους, για εκείνους που πράγματι έχουν αφιερώσει πλήρως και ολοκληρωτικώς τον εαυτό τους στον Θεό, τα πολλά λόγια… βλάπτουν: τους φέρνουν φαντασίες και διάχυση· εκείνο που έχουν ανάγκη είναι η μονολόγιστη κυρίως ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», γιατί έχουν ουσιαστικά ανακραθεί με τον Θεό, έχουν γίνει ένα μαζί Του, συνεπώς ολόκληρη η ζωή τους είναι μία προσευχή. Δηλαδή έχουν φτάσει στο σημείο να μη λένε προσευχές, αλλά να έχουν γίνει οι ίδιοι προσευχή – και η αναπνοή τους και το βλέμμα τους και η στάση τους όλη φανερώνουν Ουρανό.
Για εμάς όμως τους αρχαρίους και ατελείς ισχύουν άλλα μέτρα και άλλα σταθμά. Είμαστε προσανατολισμένοι προς την κορυφή, αλλά βλέπουμε ότι πατάμε ακόμη πολλή… γη κι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας!
Σαν την καλόγρια εκείνη που μνημόνευε ο άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης, η οποία σαν σε όραμα έβλεπε μεν τους αγίους στην κορυφή ενός βουνού, αλλά όταν θέλησε να τους φτάσει, πιστεύοντας ότι είναι σχεδόν δίπλα της, είδε ότι ο δρόμος της είναι μέσα σε αγκάθια και τριβόλια! Κι έπρεπε να «φτύσει αίμα» κατά τη λαϊκή έκφραση, για να μπορέσει λίγο να προχωρήσει και να ανέβει. Λοιπόν, λέει ο όσιος ότι για εμάς είναι απαραίτητη και η ποσότητα: να επιμένουμε σε πολλές προσευχές και να κοπιάζουμε σ’ αυτές, ξέροντας ότι πολύ συχνά το μυαλό μας θα ξεφύγει. Κι όταν θα έχουμε προχωρήσει με τον τρόπο αυτόν, τότε θα δούμε ότι η ποιότητα θα γίνει και η δική μας αναζήτηση: τα πέντε λόγια που λέει και ο απόστολος (Α΄ Κορ. 14, 19), που θα’ ναι όμως ικανά να ανάψουν το πυρ του Θεού στην ψυχή μας.
Είναι λοιπόν μονόδρομος η ορθή ένταξή μας στην εκκλησιαστική ζωή. Το να προσευχόμαστε κατά τον τρόπο της Εκκλησίας σημαίνει ότι προσευχόμαστε με εκείνην την ποσότητα που μας εκβάλλει στην ποιότητα!
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ΠΟΣΟ ΜΙΚΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΙΣ ΤΕΡΑΣΤΙΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ Συνάντηση με τον ζωντανό Θεό
Χρόνος είναι ο τόπος της συνάντησής μας με το Θεό. Αυτό σημαίνει πως μπορώ να συναντηθώ με τον Θεό της αγάπης όσο βρίσκομαι μέσα στα όρια του χρόνου. Πώς όμως θα γίνει αυτό, δεδομένου ότι ο Θεός μου βρίσκεται έξω από τα ασφυκτικά όρια του χωροχρόνου;
Πολλές θρησκείες και πολλά φιλοσοφικά συστήματα, ανάμεσά τους και οι Αρχαίοι μας πρόγονοι, υποστήριξαν πως η συνάντηση με τον Θεό πραγματοποιείται στον «χώρο» του Θεού.
Έτσι ο άνθρωπος λένε ότι οφείλει να εκστασιαστεί από την πραγματικότητά του, να ανέλθει νοερά στον χώρο εκείνο που υπάρχει ο Θεός. Βεβαίως ο άνθρωπος δεν θα πραγματοποιήσει αυτή την «ανάβαση» με όλο τον εαυτό του.
Δεν μπορεί να ακολουθήσει το σώμα και η ύλη αυτή την «ανοδική» πορεία ούτε βέβαια και τα συναισθήματα, τα όνειρα και άλλα παρόμοια «ευτελή» σκιρτήματα της καρδιάς.
Κατά συνέπεια η συνάντηση Θεού και Ανθρώπου σε αυτή την προοπτική δεν είναι συνάντηση Θεού και Ανθρώπου αλλά μυστικιστική και εσωτεριστική επαφή Θεού και κάποιου τμήματός του Ανθρώπου.
Στην Ορθόδοξη Παράδοση και Πρακτική αυτή η μέθοδος είναι ανεφάρμοστη. Ο Άνθρωπος αδυνατεί να συναντήσει τον Θεό με αυτό τον τρόπο. Ο Θεός όμως, διαπιστώνοντας την αδυναμία του Ανθρώπου για ανάβαση, αναλαμβάνει προσωπική κατάβαση μέχρι την εσχατιά των ανθρωπίνων συνθηκών.
Με άλλα λόγια η συνάντηση Θεού και Ανθρώπου πραγματοποιείται όχι επειδή ο Άνθρωπος ανεβαίνει αλλά επειδή ο Θεός κατεβαίνει και γίνεται όμοιος με τον Άνθρωπο.
Αφού η κίνηση του Θεού για την πραγματοποίηση της συνάντησης είναι καθοδική και η κίνηση του ανθρώπου για να συναντήσει τον Θεό οφείλει να είναι κίνηση προς τα κάτω. Όσο ο άνθρωπος ταπεινώνει τον εαυτό του και αναγνωρίζει την αμαρτία του, τόσο πιο αισθητά και δυναμικά συναντιέται με τον Θεό που κατεβαίνει προς τα κάτω για να συναντήσει τον άνθρωπο.
Όχι λοιπόν εγωιστική δήθεν ανάβαση προς τον τόπο του Θεού αλλά ταπεινή και ρεαλιστική κατάβαση προς την μεταπτωτική κατάσταση του ανθρώπου με ταυτόχρονη αναγνώριση της αμαρτολότητας μας. Αυτή η κίνηση του πνεύματος και του σώματος μας ικανώνει για πραγματική και ολοκληρωτική συνάντηση με τον Θεό της αγάπης.
Μένει τώρα εν ολίγοις να εξετάσουμε το σκοπό και τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης. Η συνάντηση με τον Θεό σώζει τον Άνθρωπο από την φθορά και τον θάνατο και του μεταδίδει ζωή άλλης τάξεως, αληθινή και μέννουσα εις τον αιώνα.
Αυτό όμως δεν πραγματοποιείται στα ασφυκτικά όρια του χωροχρόνου αλλά σε εκείνο το επίπεδο ύπαρξης που ζει ο Θεός. Είπαμε όμως ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανέβει στο επίπεδο του Θεού γι’ αυτό και ο Θεός κατεβαίνει στο ανθρώπινο επίπεδο, σαρκώνεται, γίνεται άνθρωπος όμοιος κατά πάντα με εμάς εκτός αμαρτίας.
Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο ο Άνθρωπος ανεβαίνει στο επίπεδο του Θεού επειδή ο Θεός τον συναντά πεσμένο κάτω και στοργικά τον ανεβάζει, σηκώνοντάς τον στους ώμους Του. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία δυνατότητα και ικανότητα αυτοθέωσης, αυτοεξέλιξης αυτοπραγμάτωσης και αυτοσωτηρίας.
Τα πάντα τα πραγματοποιεί η αγάπη του Θεού στους ανθρώπους που Τον εμπιστεύονται και Τον αφήνουν να διαφεντεύει στη ζωή τους.
Αυτές οι σκέψεις δεν αποτελούν θεωρίες και ευσεβείς πόθους αλλά ζωντανή εμπειρία που πηγάζει από την λειτουργική ζωή και την μετοχή στα Άγια Μυστήρια της Εκκλησίας μας.
Μέσα στην ατμόσφαιρα των Ιερών Μυστηρίων ο Άνθρωπος βιώνει υπαρκτικά την ζωή του σε δύο επίπεδα, στο επίπεδο της γης και στο επίπεδο του ουρανού, στο επίπεδο του χρόνου και στο επίπεδο της αιωνιότητας της ταυτόχρονα.
Εν κατακλείδι η συνάντηση με τον Θεό πραγματοποιείται με την μετοχή μας στα Μυστήρια της Εκκλησίας και ασκητικά με την ταπεινή κατάβαση του φρονήματος σε αντίθεση με την αλαζονική περιρέουσα ατμόσφαιρα των ανθρώπων του αιώνος τούτου του απατεώνος.
Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28-11-2021 (ΙΓ' Λουκά)
Το Αποστολικό Ανάγνωσμα
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Προς Εφεσίους (β΄ 4-10)
Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει, διὰ τὴν πολλὴν ἀγάπην αὐτοῦ ἣν ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἵνα ἐνδείξηται ἐν τοῖς αἰῶσι τοῖς ἐπερχομένοις τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς χάριτος αὐτοῦ ἐν χρηστότητι ἐφ' ἡμᾶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Τῇ γὰρ χάριτί ἐστε σεσωσμένοι διὰ τῆς πίστεως· καὶ τοῦτο οὐκ ἐξ ὑμῶν, Θεοῦ τὸ δῶρον, οὐκ ἐξ ἔργων, ἵνα μή τις καυχήσηται.
Αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμε.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Ἀδελφοί, ὁ Θεός, ἐπειδὴ εἶναι πλούσιος εἰς εὐσπλαγχνίαν ἕνεκα τῆς πολλῆς ἀγάπης μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς ἀγάπησε, ἂν καὶ ἤμαστε νεκροὶ ἕνεκα τῶν παραπτωμάτων, μᾶς ἐζωοποίησε μαζὶ μὲ τὸν Χριστόν, – διὰ χάριτος εἶσθε σωσμένοι –, καὶ μᾶς ἀνέστησε μαζὶ καὶ μᾶς ἐκάθησε μαζὶ εἰς τὰ ἐπουράνια ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διὰ νὰ δείξῃ εἰς τοὺς μέλλοντας αἰῶνας τὸν ὑπερβολικὸν πλοῦτον τῆς χάριστός του εἰς καλωσύνην ποὺ ἔδειξε σ’ ἐμᾶς διὰ τοῦ Χριστοῦ Ἰησοῦ. Διότι διὰ τῆς χάριτος εἶσθε σωσμένοι διὰ τῆς πίστεως καὶ αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ δῶρον, ὄχι ἀπὸ ἔργα, διὰ νὰ μὴ μπορῇ κανεὶς νὰ καυχηθῇ.
Διότι εἴμεθα δικό του ἔργον, δημιουργηθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ δι’ ἔργα ἀγαθά, τὰ ὁποία ὁ Θεὸς προετοίμασε, διὰ νὰ ἀποτελέσουν τὸν τρόπον τῆς ζωῆς μας.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Κατά Λουκάν (ιη΄ 18 - 27)
Τῷ καιρῷ εκείνω, ἄρχων τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ λέγων· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. Τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου. Ὁ δὲ εἶπε· ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.
Ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἔτι ἕν σοι λείπει· πάντα ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ διάδος πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι. Ὁ δὲ ἀκούσας ταῦτα περίλυπος ἐγένετο· ἦν γὰρ πλούσιος σφόδρα. Ἰδὼν δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς περίλυπον γενόμενον εἶπε· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰσελεύσονται εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ! Εὐκοπώτερον γάρ ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ραφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.
Εἶπον δὲ οἱ ἀκούσαντες· καὶ τίς δύναται σωθῆναι; Ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.
Ἀπόδοση στη νεοελληνική:
Τον καιρό εκείνο, κάποιος ἄρχων προσῆλθε στον Ἰησοῦ και τὸν ἐρώτησε, «Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω διὰ νὰ κληρονομήσω ζωήν αἰώνιον;» Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε, «Γιατὶ μὲ ὀνομάζεις ἀγαθόν; Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ μόνος ὁ Θεός. Τὰς ξέρεις τὰς ἐντολάς, Νὰ μὴ μοιχεύσῃς, νὰ μὴ φονεύσῃς, νὰ μὴ κλέψῃς, νὰ μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου». Ἐκεῖνος δὲ εἶπε, «ὅλα αὐτὰ τὰ ἐφύλαξα ἀπὸ τὴν νεανικήν μου ἡλικίαν».
Ὅταν ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς εἶπε, «Ἕνα ἀκόμη σοῦ λείπει· πώλησε ὅλα ὅσα ἔχεις καὶ μοίρασέ τα εἰς τοὺς πτωχοὺ;καὶ θὰ ἔχῃς θησαυρὸν εἰς τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἔλα, ἀκολούθησέ με». Ἀλλ’ αὐτὸς ὅταν τὸ ἄκουσε, ἐλυπήθηκε πολύ, διότι ἤτανε πολὺ πλούσιος. Ὅταν ὁ Ἰησοῦς τὸν εἶδε τόσον λυπημένον, εἶπε, «Πόσον δύσκολον εἶναι δι’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα νὰ μποῦν εἰς τῆν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι εὐκολώτερον νὰ περάσῃ μιὰ καμήλα ἀπὸ τὴν τρύπα μιᾶς βελόνας παρὰ νὰ μπῇ ἕνας πλούσιος εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».
Ἐκεῖνοι ποὺ τὸ ἄκουσαν εἶπαν, Τότε ποιός μπορεῖ νὰ σωθῇ;». Αὐτὸς δὲ εἶπε, «Εκεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατα εἰς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι δυνατὰ εἰς τὸν Θεόν».
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)