Εθιμοτυπική επίσκεψη του Πάπα Φραγκίσκου στον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο


Στις 4:00 το απόγευμα πέρασε το κατώφλι της Αρχιεπισκοπής Αθηνών ο Προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, με τη συνοδεία Καρδιναλίων, όπου συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο. Ο Μακαριώτατος τον καλωσόρισε και του ευχήθηκε καλή επιτυχία στους στόχους του ταξιδιού του και η ατμόσφαιρα της Ελλάδας να του δώσει δύναμη. Από την πλευρά του, ο Πάπας Φραγκίσκος εξέφρασε τη χαρά του για τη συνάντηση αυτή, ενώ τόνισε ότι θυμάται και την πρώτη τους συνάντηση στη Λέσβο. Οι δύο Προκαθήμενοι, αφού συνομίλησαν κατ' ιδίαν για μισή ώρα, εν συνεχεία έκαναν προσφώνηση και αντιφώνηση στην Αίθουσα του Θρόνου της Αρχιεπισκοπής. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος μίλησε για τη θεολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ταυτίζει τον θάνατο με την αμαρτία, ενώ ο Χριστός ως αρχηγός της ζωής παρέχει την αιώνια ζωή. Ακόμα, μίλησε για το μεταναστευτικό και για το πώς αγκαλιάσαμε τους μετανάστες, ενώ αναγνώρισε τη μεγάλη προσφορά του Πάπα προς τους πρόσφυγες. Ωστόσο, τόνισε ότι πρέπει να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου μπροστά στη μεγάλη αυτή πρόκληση. Ειδικότερα, όπως ανέφερε, μεταξύ άλλων, ««Πραγματικά, χαίρομαι για την ευαισθησία σας στο προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα. Αναγνωρίζω την μεγάλη προσφορά σας στην ενσωμάτωση και υποδοχή τόσων προσφύγων κατά τα τελευταία έτη. Όμως αισθάνομαι ταυτοχρόνως την ανάγκη να επισημάνω μαζί με σας ότι οφείλουμε να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου μπροστά στη μεγάλη αυτή πρόκληση. Εάν η παγκόσμια κοινότητα, οι ηγέτες των ισχυρών κρατών, οι διεθνείς οργανισμοί δεν λάβουν τολμηρές αποφάσεις, η συνεχώς απειλούμενη παρουσία των απροστάτευτων προσφύγων γυναικών και των παιδιών θα συνεχίζεται αυξανόμενη παγκοσμίως. Τα αυτονόητα δικαιώματα στην παιδεία, τη θρησκευτική ελευθερία, την ισότητα, θα συνεχίσουν να υποσκάπτονται. Αρκετά πια με τα όμορφα λόγια. Οι συνάνθρωποί μας στο Αφγανιστάν θα αναγκαστούν να φύγουν και να εργαλειοποιηθούν από γειτονικές χώρες με πρακτικές όπως η Τουρκία». Στην αντιφώνησή του, ο Ποντίφικας άρχισε την ομιλία του, απόλυτα θεολογική, με τη φράση του Αποστόλου Παύλου «χάρις και ειρήνη από Θεού», που απηύθυνε ο Απόστολος Παύλος προς τους πιστούς της Ρώμης, ενώ βρισκόταν σε ελληνικά χώματα. Ακολούθως, αναφέρθηκε στις «κοινές μας ρίζες, που διέσχισαν τους αιώνες. Οι αποστολικές.». «Είναι υπόγειες, κρυμμένες, συχνά παραμελημένες, αλλά υπάρχουν και στηρίζουν τα πάντα», τόνισε. Κατόπιν, ζήτησε συγγνώμη για τα σφάλματα τόσων καθολικών, για πράξεις και επιλογές προερχόμενες -όπως είπε- μάλλον από τη δίψα για κέρδος και ισχύ, «μάραναν τη μεταξύ μας κοινωνία», πρόσθεσε. Μάλιστα, επισήμανε ότι με ντροπή αναγνωρίζει τα παραπάνω και αισθάνεται «την ανάγκη να ανανεώσει την αίτηση συγγνώμης από τον Θεό και από τους αδελφούς». Εξάλλου, εντυπωσιακή ήταν η αναφορά του στο 'Αγιο Πνεύμα, το οποίο, όπως τόνισε, «μας καλεί σήμερα περισσότερο παρά στο παρελθόν να επουλώσουμε τις πληγές της ανθρωπότητος με το έλαιο της αγάπης». Και συνέχισε: «Ο ίδιος ο Χριστός ζήτησε από τους δικούς του, κατά την ώρα της αγωνίας, την παρηγορία, λέγοντας να μείνουν κοντά του και να προσεύχονται. Η εικόνα του ελαίου μας οδηγεί έτσι στον κήπο των Ελαιών. ‘'Μείνατε ώδε και γρηγορείτε'' (Μκ 14,24), είπε ο Ιησούς. Το αίτημά του προς τους Αποστόλους έγινε στον πληθυντικό. Και σήμερα επιθυμεί να αγρυπνούμε και να προσευχόμεθα: για να φέρουμε στον κόσμο την παρηγορία του Θεού και να θεραπεύσουμε τις πληγωμένες σχέσεις μας χρειάζεται η προσευχή των μεν υπέρ των δε. Είναι απαραίτητο για να φτάσουμε ‘'στην αναγκαία κάθαρση της ιστορικής μνήμης. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, οι μαθητές του Κυρίου, εμψυχωμένοι από την αγάπη, από το θάρρος της αληθείας και από την ειλικρινή θέληση να συγχωρήσει ο ένας τον άλλον και να συμφιλιωθούν, καλούνται να επανεξετάσουν μαζί το οδυνηρό τους παρελθόν και εκείνες τις πληγές που αυτό συνεχίζει δυστυχώς να προκαλεί ακόμη και σήμερα'' ('Αγιος Ιωάννης-Παύλος ο Β' Εγκυκλ. ‘'Ίνα πάντες εν ώσιν'')». Επιπρόσθετα, μίλησε για τους μετανάστες, που «δεν μπορούν να αφεθούν στην αδιαφορία και να θεωρηθούν μόνον ως βάρος για να σηκώσουμε ή, ακόμη χειρότερα, να το μεταβιβάσουμε σε κάποιον άλλο». Στη συνάντηση παρόντες ήταν, μεταξύ άλλων, οι μητροπολίτες Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Δημητριάδος Ιγνάτιος, Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας Γαβριήλ, Φαναρίου Αγαθάγγελος και ο Επίσκοπος Ωρεών Φιλόθεος, καθώς και ο πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής αρχιμανδρίτης Βαρνάβας Θεοχάρης

Ἡ ταπεινοφροσύνη, Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος


Ἂν ἡ ἁμαρτία, ὅταν εἶναι ἑνωμένη μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, τρέχει τόσο γρήγορα στὸ δρόμο τῆς θεϊκῆς εὐσπλαχνίας, ὥστε μπορεῖ νὰ ξεπεράσει καὶ τὴν ἀρετὴ ποὺ τρέχει μὲ ἀλαζονεία, τότε ποῦ δὲ θὰ φτάσει ἡ ἀρετή, ὅταν συνυπάρχει μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη; Ἂν ἐκεῖνοι ποὺ ὁμολογοῦν τὰ ἁμαρτήματά τους, βρίσκουν ἔλεος ἀπὸ τὸν Κύριο, τότε πόσα στεφάνια δὲ θὰ κερδίσουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν πλήρη ἐπίγνωση τῶν ἀγαθῶν τους πράξεων καὶ παραμένουν ταπεινοί; Ἔχεις πραγματοποιήσει ἀναρίθμητα καλὰ ἔργα; Ἔχεις ἀποκτήσει κάθε ἀρετή; Ὅλα αὐτὰ εἶναι μάταια καὶ ἀνώφελα, ἂν δὲ συνοδεύονται ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη. Κανένα, μὰ κανένα κατόρθωμα δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ δίχως αὐτήν. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο μὲ σῶμα καὶ ψυχή, δηλαδὴ μὲ ἕνα στοιχεῖο ὑλικὸ καὶ μὲ ἕνα πνευματικό, εἶναι καὶ τοῦτος: ὅταν κυριεύεται ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία, νὰ ταπεινώνεται ἀπὸ τὴν εὐτέλεια τοῦ φθαρτοῦ σώματος, καὶ ὅταν τοῦ ἔρχεται λογισμὸς ἐξευτελιστικὸς γιὰ τὴ θεόπλαστη φύση του, νὰ ἐνθαρρύνεται ἀπὸ τὴν εὐγένεια τῆς ἀθάνατης ψυχῆς του. Γι’ αὐτὸ εἶναι καλὸ νὰ συλλογιζόμαστε τὴν καταγωγή μας, νὰ θυμόμαστε ἀπὸ τί καὶ πῶς δημιουργηθήκαμε. Ἔβαλε ἀκόμα μέσα μας ὁ Θεὸς μεγάλες δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἀδυναμίες. Ἔτσι, μὲ τὶς δυνάμεις δοξάζεται ἡ δική Του σοφία καὶ μὲ τὶς ἀδυναμίες περιορίζεται ἡ δική μας ὑπερηφάνεια. Μᾶς ἔδωσε, λ.χ., γλώσσα ποὺ μιλάει, ψάλλει, ὑμνεῖ τὸν Κύριο τοῦ σύμπαντος, διηγεῖται τὴν ὡραιότητα τῆς κτίσεως, συζητάει γιὰ τὰ γήινα καὶ τὰ ἐπουράνια, γιὰ τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ αἰώνια. Καὶ ὅλα αὐτά, μολονότι εἶναι ἕνα μικρὸ κομμάτι σάρκας, ποὺ δὲν ἔχει μέγεθος οὔτε δύο δαχτύλων. Γιὰ νὰ μὴ νομίζει, λοιπόν, ἡ γλώσσα πὼς εἶναι κάτι σπουδαῖο καὶ ὑπερηφανεύεται γιὰ τὶς θεόσδοτες ἱκανότητές της, πολλὲς φορές, μὲ θεία παραχώρηση, πληγώνεται ἢ πρήζεται. Ἔτσι μαθαίνει ὅτι ἐνῶ μπορεῖ νὰ μιλάει γιὰ πράγματα ἀθάνατα, ἡ ἴδια εἶναι θνητή· καὶ ἐνῶ ὁ Θεός, τὸν ὁποῖο κηρύσσει, εἶναι παντοδύναμος, ἡ ἴδια εἶναι ἀδύναμη. Μᾶς ἔδωσε ἀκόμα ὁ Πλάστης μας τὸ μάτι, τὸν μικρὸ αὐτὸ βολβό, μὲ τὸν ὁποῖο ἀτενίζουμε ὁλόκληρη τὴν κτίση. Καὶ γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται τὸ μάτι, ἔχοντας τέτοια θαυμαστὴ ἱκανότητα, προσβάλλεται συχνὰ ἀπὸ διάφορες παθήσεις, ποὺ μειώνουν ἢ καὶ ἀποσβήνουν τὴν ὅραση. Ἔτσι μαθαίνει τί εἶναι στὴν πραγματικότητα, μαθαίνει ὅμως καὶ νὰ δοξάζει, μέσω τῆς ὁρατῆς κτίσεως, τὸν Δημιουργό. Σκέψου τώρα, ἂν ὁ ἄνθρωπος μολονότι σέρνει μαζί του τόσες ἀδυναμίες, συχνὰ ξεχνάει τὴν ἐλεεινότητά του καὶ ξεσηκώνεται μὲ θρασύτητα ἐναντίον τοῦ Εὐεργέτη του, μέχρι ποῦ θὰ ἔφτανε ἡ ἔπαρσή του ἂν ἦταν ὁλότελα ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὶς ἀδυναμίες αὐτές; Βάλε λοιπὸν καλὰ στὸ νοῦ σου ἐσὺ ὁ ψηλομύτης, ὅτι ὁ πλησίον σου, ποὺ δὲν καταδέχεσαι οὔτε νὰ τὸν κοιτάξεις, εἶναι κι αὐτὸς ἄνθρωπος ὅμοιος καὶ ἰσότιμος μὲ ἐσένα. Φτωχὸς εἶναι ἐκεῖνος κι ἐσὺ πλούσιος; Ἀγράμματος εἶναι ἐκεῖνος κι ἐσὺ μορφωμένος; Ἄσημος εἶναι ἐκεῖνος κι ἐσὺ ἔνδοξος; Τί σημασία ἔχουν ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσκαιρα καὶ μάταια; Δὲν ἀποτελεῖ καὶ ὁ συνάνθρωπός σου μίαν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ; Γιατί λοιπὸν τὸν περιφρονεῖς; Δὲν καταλαβαίνεις ὅτι στὸ πρόσωπό του περιφρονεῖς τὸν ἴδιο τὸν Θεό; Γιατί δὲν τὸν ἐξυπηρετεῖς, δὲν τὸν περιποιεῖσαι, δὲν τὸν τιμᾶς; Ἐπειδὴ τὸ ξέρω, τὸν θεωρεῖς κατώτερό σου. Καὶ σὲ ρωτάω: Πόσο κατώτεροι ἦταν οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τὸν Χριστό; Ἄνθρωποι αὐτοί, Θεὸς Ἐκεῖνος. Ἀγράμματοι αὐτοί, πάνσοφος Ἐκεῖνος. Πάμφτωχοι αὐτοί, πάμπλουτος Ἐκεῖνος. Κι ὅμως, ὁ Κύριος καταδέχθηκε νὰ πλύνει τὰ πόδια τους. Δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ κάνεις κι ἐσὺ τὸ ἴδιο στοὺς συνανθρώπους σου; Ἀλλὰ μήτε νὰ τὸ ἀκούσεις δὲν μπορεῖς! Ἂν δὲ μιμηθεῖς τὸν Χριστὸ στὴν ταπείνωση, δὲν θὰ ἔχεις θέση κοντά Του στὴ μέλλουσα ζωή. Τὸ αἰώνιο συμφέρον σου, ἑπομένως, ἐπιβάλλει νὰ μὴν ὑπερηφανεύεσαι γιὰ τὰ ἀγαθὰ καὶ τὰ πλούτη σου. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ὅμως καὶ τὸ πρόσκαιρο γήινο συμφέρον σου. Γιατί κανένας ἄνθρωπος δὲν προκαλεῖ τόσο τὸ φθόνο τῶν ἄλλων, ὅσο ὁ πλούσιος. Ὅταν μάλιστα ὁ πλούσιος εἶναι καὶ ὑπερφίαλος, τότε μισεῖται δύο φορές. Ὁ ταπεινός, ἀντίθετα, μετριάζει τὸ μίσος ποὺ αἰσθάνονται γι’ αὐτὸν οἱ ἄλλοι. Ἂν ἐπιπλέον εἶναι ἐλεήμων, κερδίζει καὶ τὴν ἀγάπη τους. Ἔτσι κατέχει μὲ μεγαλύτερη ἀσφάλεια τὰ ὑπάρχοντά του. Τόσο σπουδαία εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη• δὲν μᾶς χαρίζει μόνο τὴν οὐράνια βασιλεία, ἀλλὰ μᾶς ὠφελεῖ καὶ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Ἂς μὴν ὑπερηφανευόμαστε, λοιπόν, οὔτε γιὰ τὸν πλοῦτο μας, οὔτε γιὰ κανένα προτέρημά μας. Ἂς προσπαθήσουμε νὰ κατανοήσουμε τὴν φύση μας, ἂς σκεφτοῦμε τὶς ἁμαρτίες μας, ἂς μάθουμε ποιοὶ πραγματικὰ εἴμαστε. Ἡ αὐτογνωσία θὰ βάλει στὴν ψυχή μας τὴν ταπεινοφροσύνη. Ἐκεῖνος, μάλιστα, ποὺ θεωρεῖ πὼς δὲν ἔχει καμιὰν ἀξία, αὐτὸς εἶναι ποὺ ἔχει γνωρίσει καλὰ τὸν ἑαυτό του. Τίποτα δὲν εἶναι τόσο ἀρεστὸ στὸν Κύριο, ὅσο τὸ ταπεινὸ φρόνημα. «Διδαχθεῖτε ἀπ’τὸ δικό μου παράδειγμα», εἶπε, «γιατί εἶμαι πρᾷος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιὰ» (Ματθ. 11, 29). Καὶ πραγματικά, ἂν δὲν ἦταν ταπεινὸς Ἐκεῖνος, μολονότι Υἱὸς τοῦ μεγάλου Θεοῦ, θὰ διάλεγε ὡς μητέρα μίαν ἄσημη κόρη; Ἂν δὲν ἦταν ταπεινὸς Ἐκεῖνος, ὁ δημιουργός τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου, θὰ κατέβαινε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ; Ἂν δὲν ἦταν ταπεινὸς Ἐκεῖνος, ὁ ἐξουσιαστὴς τοῦ πλούτου ὅλης τῆς κτίσεως, θὰ καταδεχόταν νὰ ξαπλωθεῖ μέσα σὲ ἕνα φτωχικὸ παχνί; Ἂν δὲν ἦταν ταπεινὸς Ἐκεῖνος, ὁ ἀναμάρτητος καὶ ἀθῶος, θὰ μαστιγωνόταν, θὰ χλευαζόταν, θὰ πέθαινε πάνω στὸ σταυρό, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ἔνοχων ἀνθρώπων; Τόσο ταπεινὸς εἶναι, ὥστε θυσιάστηκε γιὰ τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἐμεῖς κάναμε. Τόσο ταπεινὸς εἶναι, ὥστε Θεὸς αὐτός, παρακαλάει καὶ ἱκετεύει ἐμᾶς, τὰ πλάσματά Του, νὰ μετανοήσουμε, γιὰ νὰ μὴν καταστραφοῦμε. Ἔχεις λοιπὸν ταπεινὸ φρόνημα; Μὴ θαυμάζεις τὸν ἑαυτό σου! Σκέψου πόσο χαμηλὰ κατέβηκε ὁ Κύριός σου καὶ τότε ὄχι μόνο δὲ θὰ θαυμάσεις, ἀλλὰ καὶ θὰ περιγελάσεις τὸν ἑαυτό σου. Ἀκόμα κι ἂν ἤσουνα ὁ ταπεινότερος ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, δὲ θὰ εἶχες κάνει τίποτα τὸ σπουδαῖο, μπροστὰ σὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός. Ποιὸ θὰ εἶναι τὸ κέρδος σου, ἄλλωστε, ἂν ἡ ταπεινοφροσύνη σὲ ὁδηγήσει στὴν ὑπερηφάνεια; Καὶ ὅποιος λέει, πὼς εἶναι καλύτερα νὰ κατορθώνουμε μίαν ἀρετὴ καὶ νὰ ὑπερηφανευόμαστε, παρὰ νὰ πέφτουμε σὲ ἕνα ἁμάρτημα καὶ νὰ ταπεινωνόμαστε, αὐτὸς ἀγνοεῖ τὴ ζημιὰ ποὺ προξενεῖ ἡ ἀλαζονεία καὶ τὸ κέρδος ποὺ ἐπιφέρει ἡ ταπεινοφροσύνη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος ποὺ κατορθώνει κάτι καὶ ὑπερηφανεύεται γι’ αὐτό, γρήγορα θὰ πέσει, ὅπως ἔχει ἀποδείξει ἡ πείρα, στὴν ἔσχατη ἀπώλεια. Ἀπεναντίας, ἐκεῖνος ποὺ πέφτει σὲ ἕνα παράπτωμα καὶ ταπεινώνεται ἀπὸ τὴν πτώση του καὶ ἐμπειρότερος γίνεται καὶ γρήγορα ξανασηκώνεται, ἂν βέβαια θέλει, καὶ ἐπανορθώνει τὸ σφάλμα του. Ὡστόσο θὰ μοῦ πεῖτε πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ προχωροῦσαν σταθερὰ στὸν σωστὸ δρόμο πρὶν δοκιμάσουν πειρασμούς, ἔπεσαν σὲ παραπτώματα ὅταν τοὺς βρῆκαν πειρασμοί. Σᾶς ἀπαντῶ, λοιπόν: Ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει καλά, ἂν κάποιος βαδίζει στὸν σωστὸ δρόμο, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν παντογνώστη Κύριο, τὸν δημιουργό μας, ποὺ δὲν ἀγνοεῖ καμία πράξη, κανένα λόγο, κανένα αἴσθημά μας; Γιατί, πολλὲς φορὲς ἄνθρωποι ποὺ ἐμεῖς τοὺς θεωροῦμε χρηστοὺς καὶ ἐνάρετους, εἶναι ἀνήθικοι καὶ ἀνέντιμοι. Ἂς τοὺς ἀφήσουμε, ὅμως αὐτοὺς καὶ ἂς μιλήσουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, ποὺ πραγματικὰ ζοῦν μὲ χρηστότητα. Καὶ ὅλες τὶς ἀρετὲς νὰ ἔχουν ἀποκτήσει, ἂν ἔχουν παραμελήσει τὴ σπουδαιότερη, τὴν ταπεινοφροσύνη, ἐγκαταλείπονται ἀπὸ τὸν Θεό, γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν ἔτσι ὅτι ὅσα κατόρθωσαν δὲν ὀφείλονται στὴ δική τους δύναμη, ἀλλὰ στὴ δική Του χάρη, βοήθεια καὶ προστασία. Γιατί ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πάντα συντρέχει τοὺς πιστοὺς καὶ ταπεινοὺς δούλους Του. Θὰ σᾶς θυμίσω δύο τρία σχετικὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή. Ὅταν ὁ βασιλιὰς τῶν Γεράρων Ἀβιμέλεχ καὶ οἱ Φιλισταῖοι βοσκοὶ ἔδιωξαν ἄδικα τὸν Ἰσαὰκ ἀπὸ τὰ χωράφια του κι ἀπὸ τὰ πηγάδια ποὺ μὲ τόσον κόπο εἶχε ἀνοίξει, αὐτὸς δὲ φέρθηκε μικρόψυχα, δὲν ἀγανάκτησε, δὲ λιποψύχησε, δὲν εἶπε καὶ δὲν σκέφτηκε τίποτα κακὸ μήτε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ τὸν ἀδίκησαν, μήτε γιὰ τὸν Θεό, ποὺ δὲν τὸν ὑπερασπίστηκε. Γι’αὐτὸ ὁ Κύριος τὸν τίμησε καὶ τὸν βοήθησε ὑπερβολικά. Τοῦ φανερώθηκε τὴν ἴδια νύχτα καὶ τοῦ εἶπε «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ πατέρα σου τοῦ Ἀβραάμ. Μὴ φοβᾶσαι. Εἶμαι μαζί σου καὶ θὰ σὲ εὐλογήσω» (Γεν. 26, 24). Σὰν ἄκουσε τὰ λόγια τοῦτα ὁ δίκαιος Ἰσαάκ, παρηγορήθηκε καὶ ἐγκαρδιώθηκε. Ἡ θεϊκὴ ὑπόσχεση δὲν ἄργησε νὰ ἐκπληρωθεῖ. Κοίτα πόση δύναμη ἔχει ἡ ταπείνωση! Ἐκεῖνοι ποὺ πρωτύτερα τὸν εἶχαν διώξει, ἦρθαν τώρα νὰ τὸν συναντήσουν, νὰ τοῦ ζητήσουν συγνώμη καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴ δύναμή του. «Εἴδαμε πιὰ καθαρὰ ὅτι ὁ Κύριος εἶναι μαζί σου», τοῦ εἶπαν (Γεν. 26, 28). Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ εἶναι δυνατότερος ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει τὸν Θεὸ μαζί του; Ἂς δοῦμε τώρα πῶς ταξίδεψε σὲ ξένη γῆ ὁ γιὸς τοῦ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακώβ, ὅταν τὸν καταδίωκε ὁ ἀδελφός του, γιατί μεγάλη ὠφέλεια θὰ ἀποκομίσουμε καὶ ἀπ’ αὐτό. «Καθὼς πήγαινε πρὸς τὴν Χαρράν», λέει ἡ Ἁγία Γραφή, «ἔδυσε ὁ ἥλιος. Καὶ ἀφοῦ πῆρε ἕνα λιθάρι, τὸ ἔβαλε γιὰ προσκέφαλό του καὶ κοιμήθηκε στὸν τόπο ἐκεῖνο» (Γεν. 28, 10-11). Βλέπεις φιλοσοφικὴ διάθεση, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ λόγια; Βλέπεις μεγαλοψυχία καὶ ἁπλότητα σὲ ἕναν νέο ἀπὸ πλούσια οἰκογένεια, ἀναθρεμμένο μὲ κάθε φροντίδα καὶ περιποίηση; Μία πέτρα χρησιμοποίησε γιὰ προσκέφαλο καὶ πάνω στὸ χῶμα πλαγίασε γιὰ νὰ κοιμηθεῖ. Καὶ ἀξιώθηκε νὰ δεῖ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ποὺ τοῦ εἶπε: «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαάκ, τῶν πατέρων σου. Μὴ φοβᾶσαι. Ἐγὼ θὰ εἶμαι μαζί σου καὶ θὰ σὲ προστατεύω σὲ κάθε δρόμο σου, ὅπου κι ἂν πᾶς» (Γεν. 28, 13-15). Ἂν λοιπὸν θέλεις νὰ εἶναι πραγματικὰ μεγάλα τὰ κατορθώματά σου, οὔτε μεγάλα νὰ τὰ θεωρήσεις, οὔτε στὸν ἑαυτό σου νὰ τὰ ἀποδώσεις ποτέ. Πάντα νὰ ὁμολογεῖς ὅτι στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὀφείλονται ὅλα. Ἔτσι κάνεις τὸν Κύριο ὀφειλέτη σου, ὄχι μόνο γιὰ τὰ κατορθώματα, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν εὐγνωμοσύνη, τὴ μετριοφροσύνη, τὴν ταπείνωσή σου. Ἔτσι κερδίζεις καὶ τὴν ἀγάπη, τὴ συμπάθεια, τὴν εὐμένεια τῶν ἀνθρώπων• γιατί κανένας δὲν εἶναι τόσο ἀγαπητὸς καὶ συμπαθητικός, ὅσο ὁ ταπεινός. Ἡ ταπείνωσή σου, ὅμως πρέπει νὰ εἶναι γνήσια καὶ πηγαία, ὄχι ὑποκριτικὴ ἢ ἐπιφανειακή. Νὰ εἶναι ἀμετάπτωτη καὶ νὰ ἐκδηλώνεται ὅμοια σὲ ὅλους, εἴτε φίλοι εἶναι εἴτε ἐχθροί, εἴτε μεγάλοι εἴτε μικροί. Νὰ μὴν ἀποτελεῖ μόνο χαρακτηριστικό τῆς ἐξωτερικῆς σου συμπεριφορᾶς, ἀλλὰ καὶ βίωμα τῆς καρδιᾶς σου. Τὴν ἀληθινὴ ταπεινοφροσύνη, ποὺ εἶναι συνδυασμένη μὲ τὴ διάκριση, μπορεῖ νὰ σοῦ τὴ διδάξει ἕνα περιστατικὸ ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο: «Ὅταν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθητὲς Του ἦρθαν στὴν Καπερναούμ, πλησίασαν τὸν Πέτρο οἱ εἰσπράκτορες τοῦ φόρου γιὰ τὸν ναὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «Ὁ δάσκαλός σας δὲν πληρώνει τὶς δύο δραχμὲς τοῦ φόρου;» (Ματθ. 17, 24). Παρατήρησε ὅτι δὲν τόλμησαν νὰ μιλήσουν στὸν Χριστό, ἀλλὰ στὸν Πέτρο· καὶ σὲ αὐτὸν ὄχι ἐπιθετικά, ἀλλὰ συγκρατημένα. Δὲν κατηγόρησαν τὸν Κύριο. Ἁπλῶς ρώτησαν μὰ συστολή: «Δὲν πληρώνει;». Γιατί δὲν πίστευαν, βέβαια, πὼς ἦταν Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Τὸν σέβονταν ὅμως γιὰ τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε. Τί ἀπάντησε λοιπὸν ὁ Πέτρος; «Ναί, πληρώνει.». Μὰ μόλις μπῆκε στὸ σπίτι, ὅπου ἔμενε, καὶ πρὶν πεῖ τίποτα, τὸν πρόλαβε ὁ παντογνώστης Κύριος καὶ τοῦ εἶπε: «Τί γνώμη ἔχεις, Σίμων; Οἱ βασιλιάδες τῆς γῆς ἀπὸ ποιοὺς εἰσπράττουν φόρους; Ἀπὸ τοὺς δικούς τους γιοὺς ἢ ἀπὸ τοὺς ξένους;». «Ἀπὸ τοὺς ξένους», ἀποκρίθηκε ὁ Πέτρος. «Ἑπομένως οἱ γιοὶ τους ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴν πληρωμὴ τῶν φόρων», συμπέρανε ὁ Ἰησοῦς (Ματθ. 17 ,25-26). Τί ἐννοοῦσε μὲ αὐτό; Ὅτι ἀφοῦ οἱ γιοὶ τῶν ἐπίγειων βασιλιάδων ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴ φορολογία, πολὺ περισσότερο Ἐκεῖνος, ὁ Υἱὸς τοῦ οὐράνιου Βασιλιᾶ καὶ Βασιλιὰς ὁ ἴδιος. Ὡστόσο πρόσθεσε: «Γιὰ νὰ μὴ σκανδαλίσουμε, πάντως, τοὺς εἰσπράκτορες τοῦ φόρου, πήγαινε στὴ θάλασσα, ρίξε τὸ ἀγκίστρι καὶ πάρε τὸ πρῶτο ψάρι ποὺ θὰ βγάλεις· ἄνοιξε τὸ στόμα του καὶ θὰ βρεῖς μέσα ἕνα τετράδραχμο· παρ’ το καὶ δῶσέ τοὺς το, γιὰ μένα καὶ γιὰ σένα» (Μάτθ. 17, 27). Βλέπεις ὅτι δὲν ἀρνεῖται νὰ πληρώσει τὸ φόρο, οὔτε καὶ προστάζει ἁπλὰ τὸν Πέτρο νὰ τὸν πληρώσει. Πληρώνει, ἀφοῦ πρῶτα ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ κάνει. Γιατί; Γιὰ νὰ μὴ σκανδαλιστοῦν οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ μαθητές Του. Δὲν δίνει δηλαδὴ τὸν φόρο σὰν ὑποχρεωμένος σὲ πληρωμή, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀδυναμία ἐκείνων. Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο δὲν τοὺς λέει νὰ δώσουν τὸ φόρο ἀπὸ τὸ ταμεῖο τους; Γιὰ νὰ δείξει καὶ σὲ τούτη τὴν περίσταση ὅτι εἶναι Θεὸς καὶ Κύριος τοῦ σύμπαντος, ὅτι ἐξουσιάζει καὶ τὴ θάλασσα. Προεῖπε, λοιπόν, ὅτι ἀπὸ τὸν βυθό της θὰ πιαστεῖ ἕνα ψάρι, ποὺ θὰ πληρώσει τὸν φόρο. Καὶ πραγματικά, μὲ τὴ βουλὴ καὶ τὸ πρόσταγμά Του, πιάστηκε τὸ ψάρι, ποὺ εἶχε στὸ στόμα του ἕνα τετράδραχμο. Αὐτὸ τὸ νόμισμα προσφέροντάς Του ὡς δῶρο ἡ θάλασσα, ἔδειξε τὴν ὑποταγή της στὸν Δημιουργό της. Ἀλλὰ καὶ ὁ Κύριος ἔδειξε τὴν ταπείνωσή Του, πληρώνοντας φόρο στοὺς εἰσπράκτορες-ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους, ὁ Πλάστης στὰ πλάσματα, ὁ εὐεργέτης στοὺς ὀφειλέτες. Ἂς μὴν ὑπερηφανευόμαστε, λοιπόν, γιὰ τίποτα. Ἂς θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας τιποτένιο. Εἴμαστε ἁμαρτωλοί; Ἂν τὸ παραδεχόμαστε καὶ τὸ ὁμολογοῦμε μὲ συντριβή, ὅπως ὁ τελώνης τῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς, γινόμαστε δίκαιοι. Εἴμαστε δίκαιοι; Ἂν πιστεύουμε ταπεινὰ πὼς εἴμαστε ἁμαρτωλοί, γινόμαστε δύο φορὲς δίκαιοι. Γιατί «ὁ Θεὸς ἐναντιώνεται στοὺς ὑπερήφανους, στοὺς ταπεινοὺς ὅμως δίνει τὴ χάρη Του» (Ἰακ. 4, 6).

Περὶ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως, Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης


Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: ὅταν καλῶς καὶ ἀξίως μεταλαμβάνουν τὸ ἱερὸ καὶ πανάγιο Σῶμα τοῦ Κυρίου μας, αὐτὸ γίνεται ὅπλο γιὰ ὅσους πολεμοῦνται καὶ ἐπαναστροφὴ γιὰ ὅσους ἔχουν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐνδυναμώνει τοὺς ἀσθενεῖς, εὐφραίνει τοὺς ὑγιεῖς, θεραπεύει τὶς ἀσθένειες, διαφυλάσσει τὴν ὑγεία. Μὲ τὴ Θεία Μετάληψη διορθωνόμαστε εὐκολότερα καὶ γινόμαστε περισσότερο μακρόθυμοι καὶ ὑπομονετικοὶ στοὺς πόνους καὶ στὶς θλίψεις. Μᾶς καθιστὰ περισσότερο θερμοὺς στὴν ἀγάπη, λεπτοὺς στὴ γνώση, πρόθυμους στὴν ὑπακοή, ὀξεῖς καὶ γρήγορους στὴν ἐνέργεια τῶν χαρισμάτων. Σὲ ὅσους δὲ δὲν μεταλαμβάνουν συχνὰ συμβαίνουν τὰ ἀντίθετα, ἀφοῦ δὲν εἶναι σφραγισμένοι μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Κυρίου μας. Σφάζεται τότε τὸ Πρόβατο καὶ μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα Του σφραγίζονται ἡ πράξη καὶ ἡ θεωρία, δηλαδὴ ἡ ἕξη καὶ ἡ ἐνέργεια, οἱ παραστάδες τῶν δικῶν μου θυρῶν, τῶν κινήσεων τοῦ νοός. Αὐτὰ ἀνοίγονται καλῶς στὴ θεωρία καὶ κλείνονται πάλι σὰν θύρες ἀπὸ τὴ θεωρία τῶν ὑψηλότερων καὶ ἀκατάληπτων νοημάτων. Ὁ θεῖος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας λέει ὅτι μὲ τὴ θεία Μετάληψη οἱ νοητοὶ κλέφτες, οἱ δαίμονες, δὲν βρίσκουν τὴν ψυχὴ μας ἄδεια, ὥστε νὰ μποῦν σὲ αὐτὴ μέσῳ τῶν αἰσθήσεων. Πρέπει νὰ ἐννοήσεις σὰν θύρα τῆς οἰκίας τὶς αἰσθήσεις. Μέσῳ αὐτῶν εἰσέρχονται στὴν καρδιὰ οἱ εἰκόνες ὅλων τῶν πραγμάτων καὶ χύνεται σὲ αὐτὴν τὸ ἄμετρο πλῆθος τῶν ἐπιθυμιῶν. Ὁ προφήτης Ἰωὴλ ὀνομάζει αὐτὲς τὶς αἰσθήσεις παράθυρα λέγοντας ὅτι ἀπὸ αὐτὰ θὰ μποῦν οἱ κλέφτες, ἐπειδὴ δὲν ἦταν χτισμένα μὲ τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἅγιος Κύριλλος λέει ἀκόμη πὼς μὲ τὴ θεία Κοινωνία καθαριζόμαστε ἀπὸ κάθε ψυχικὴ ἀκαθαρσία καὶ λαμβάνουμε προθυμία καὶ ζέση γιὰ τὶς ἀρετές. Τὸ Τίμιο Αἷμα τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνο μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ κάθε φθορά, ἀλλὰ μᾶς καθαρίζει καὶ ἀπὸ κάθε ἀκαθαρσία ποὺ κρύβεται μέσα στὴν ψυχή μας. Δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ψυχρανθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀμέλεια, ἀλλὰ μᾶς κάνει ζέοντες καὶ θερμοὺς στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἐπισημαίνει: τὰ δάκρυα καὶ ἡ κατάνυξη ἔχουν μεγάλη δύναμη. Πέρα ὅμως ἀπὸ ὅλα μαζί, ἡ ἁγία Κοινωνία ἔχει μεγάλη δύναμη καὶ ὠφέλεια καὶ ἀπὸ ὅ,τι βλέπω εἶσθε πολὺ ἀμελεῖς σὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Δὲν προσέρχεστε στὴ θεία Μετάληψη. Ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι, γιατί σᾶς βλέπω νὰ κοινωνεῖτε μόνο τὴν Κυριακή, ἐνῶ δὲν μεταλαμβάνετε ἂν τελεῖται Λειτουργία κάποια ἄλλη μέρα. Αὐτὰ δὲ σᾶς τὰ λέω, γιὰ νὰ κοινωνεῖτε ἁπλὰ καὶ ὅπως ἔτυχε, δίχως προετοιμασία – ὁ Ἀπόστολος γράφει νὰ δοκιμάζει κανεὶς τὴ συνείδησή του καὶ ἔτσι νὰ τρέφεται ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἄρτο καὶ νὰ πίνει ἀπὸ τὸ θεῖο Ποτήριο. Ὅποιος μεταλαμβάνει ἀνάξια θὰ κατακριθεῖ, ἐπειδὴ δὲ διακρίνει καλά, ὥστε νὰ εὐλαβεῖται τὸ ἅγιο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου. Μὴ γένοιτο. Σᾶς λέω νὰ κοινωνοῦμε συχνά, νὰ καθαρίζουμε ὅσο μποροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας μὲ τὴν ἐπιθυμία μας καὶ τὴν ἀγάπη μας γιὰ τὴ θεία Κοινωνία καὶ ἔτσι καθαροὶ νὰ μεταλαμβάνουμε. Βλέπεις τὸ ἀνερμήνευτο χάρισμα; Ὄχι μόνο πέθανε γιά μᾶς, ἀλλὰ προσέφερε ἀκόμη καὶ τὸν Ἑαυτό Του στὴν ἁγία Τράπεζα γιὰ νὰ Τὸν κοινωνοῦμε. Ἂν λοιπόν, ἀδελφοί μου, πράττουμε ὅπως μᾶς προστάζουν οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ κοινωνοῦμε συχνά, θὰ ἔχουμε συνεργὸ καὶ βοηθὸ σὲ αὐτὴν τὴν ὀλιγοχρόνια ζωὴ τὴ θεία Χάρη. Θὰ ἔχουμε συμβοηθοὺς τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκόμη καὶ τὸν ἴδιο τὸν Δεσπότη τῶν ἀγγέλων. Ἐπιπλέον, θὰ ἀποδιώξουμε μακριὰ μας τοὺς ἐχθρικοὺς δαίμονες, ὅπως λέει καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος (τόμος 13ος, σελ.580-583)• σὰν λιοντάρια ποὺ ἀποπνέουν φωτιά, ἔτσι ἀναχωροῦμε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ ἐκείνη Τράπεζα τῶν Μυστηρίων. Προκαλοῦμε φόβο στὸ διάβολο ἐπειδὴ ἔχουμε μαζί μας ὡς κεφαλὴ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη ποὺ μᾶς ἔδειξε. Αὐτὸ τὸ Αἷμα λαμπρύνει τὴ βασιλικὴ εἰκόνα τῆς ψυχῆς μας, δηλαδὴ τὸ νοῦ μας, τὸ λόγο καὶ τὸ πνεῦμα. Αὐτὸ τὸ Αἷμα γεννᾶ κάλλος καὶ ὑπερθαύμαστη ὡραιότητα. Δὲν ἀφήνει νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἡ εὐγένεια καὶ ἡ λαμπρότητα τῆς ψυχῆς, τὴν ὁποία ποτίζει καὶ τρέφει συνεχῶς. Αὐτὸ τὸ Αἷμα, ὅταν μεταλαμβάνεται ἀξίως, καταδιώκει τοὺς δαίμονες καὶ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ ἐμᾶς, προσκαλεῖ ὅμως τοὺς ἀγγέλους καὶ τὸν Δεσπότη τῶν ἀγγέλων. Αὐτὸ συμβαίνει, ἐπειδὴ οἱ δαίμονες φεύγουν ἀπὸ ὅπου δοῦν τὸ Αἷμα τὸ Δεσποτικό, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι συντρέχουν καὶ βοηθοῦν. Αὐτὸ τὸ Αἷμα εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ψυχῶν μας. Μὲ αὐτὸ χαίρεται ἡ ψυχή, μὲ αὐτὸ καλλωπίζεται, μὲ αὐτὸ θερμαίνεται. Αὐτὸ τὸ Αἷμα κάνει τὸ νοῦ μας περισσότερο λαμπρὸ καὶ ἀπὸ τὴ φωτιὰ καὶ τὴν ψυχή μας πιὸ ὡραία ἀπὸ τὸ χρυσάφι. Ὅσοι μεταλαμβάνουν αὐτὸ τὸ Σῶμα στέκονται μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἀρχαγέλλους καὶ τὶς ἄνω δυνάμεις, ἐπειδὴ εἶναι ἐνδεδυμένοι μὲ τὸ φόρεμα τὸ βασιλικὸ καὶ ἔχουν μαζί τους πνευματικὰ ὅπλα. Ἀκόμη, ὅμως, δὲ σᾶς εἶπα τὸ μεγαλύτερο χάρισμα· ὅσοι μεταλαμβάνουν φοροῦν τὸν ἴδιο τὸν Βασιλέα. Ἀκοῦτε ἀδελφοί μου τί συμφορὲς παθαίνουν ὅσοι δὲν μεταλαμβάνουν συχνὰ καὶ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὰ Μυστήρια; Ἀκοῦτε ὅτι δαιμονίζονται ἢ καὶ μεταμορφώνονται σὲ κάποιο εἶδος ἀλόγων ζώων ὅπως τὰ παλιὰ χρόνια ὁ βασιλιὰς Ναβουχοδονόσορας μεταμορφώθηκε σὲ βόδι; Καὶ δίκαια ὑποφέρουν, διότι ἐνῶ μποροῦν νὰ γίνουν ἀπὸ ἄνθρωποι θεοὶ κατὰ χάρη μὲ τὴ συνεχῆ θεία Κοινωνία, δὲν τὸ θέλουν. Ἀπομακρυνόμενοι ὅμως ἀπὸ τὴ θεία Μετάληψη χάνουν καὶ τὴν ἀνθρώπινη μορφὴ ποὺ ἔχουν, μετασχηματίζονται σὲ ἄλογα ζῶα καὶ παραδίνονται στὴν ἐξουσία τοῦ Σατανᾶ, ὅπως λέει καὶ ὁ ψαλμωδὸς «Ὦ Κύριε, ἰδού, χάνονται ἐντελῶς ἐκεῖνοι ποὺ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν Χάρη Σου» (Ψαλμὸς οβ΄ 27). Μᾶλλον πρέπει νὰ πῶ, ὅτι ἂν αἰφνιδίως ἔρθει ὁ θάνατος σὲ ἐκείνους ποὺ ἀργοποροῦν νὰ μεταλάβουν καὶ τοὺς βρεῖ ἀνέτοιμους χωρὶς τὴ θεία Μετάληψη, τί ἄραγε θὰ γίνουν οἱ ταλαίπωροι; Πῶς θὰ μπορέσουν νὰ διέλθουν μὲ ἐλευθερία τοὺς τελωνάρχες δαίμονες τοῦ ἀέρος; Ποιὸ φόβο καὶ τρόμο θὰ δοκιμάσει ἡ ψυχὴ τους ἐνῶ μποροῦσαν νὰ ἐλευθερωθοῦν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ μὲ τὴ συχνὴ Κοινωνία, ὅπως ἔχει πεῖ ὁ θεῖος Χρυσόστομος; Ἔλεος, Θεέ μου. Ὅσοι μεταλαμβάνουν μὲ καθαρὰ συνείδηση λίγο πρὶν τὸ θάνατό τους τὰ ἄχραντα Μυστήρια, ὅταν πιὰ ἐξέλθει ἡ ψυχή τους, λόγω τῆς χάρης τῆς θείας Κοινωνίας, τοὺς περικυκλώνουν οἱ ἄγγελοι καὶ τοὺς ἀναβιβάζουν στὸν οὐρανό. Καὶ σὺ ἀδελφέ μου, δὲ γνωρίζεις πότε θὰ ἔρθει ὁ θάνατος, σήμερα ἢ αὔριο ἢ αὐτὴ τὴν ὥρα. Πρέπει πάντοτε νὰ εἶσαι κοινωνημένος καὶ ἕτοιμος. Ἂν εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ ζήσεις ἀκόμα, μὲ τὴ χάρη τῆς θείας Κοινωνίας, θὰ περάσεις μία ζωὴ γεμάτη ἀπὸ χαρά, εἰρήνη, ἀγάπη, συνοδευμένη καὶ ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές. Ἐὰν πάλι εἶναι θέλημα Θεοῦ νὰ πεθάνεις, τότε μὲ τὴν ἁγία Κοινωνία θὰ περάσεις ἐλεύθερα ἀπὸ τὰ τελώνια τῶν δαιμόνων ποὺ βρίσκονται στὸν ἀέρα, καὶ θὰ κατοικήσεις μὲ ἀνεκλάλητη χαρὰ στὶς αἰώνιες μονές. Ἀφοῦ μὲ τὴ συχνὴ θεία Μετάληψη εἶσαι ἑνωμένος πάντοτε μὲ τὸν γλυκὺ Ἰησοῦ Χριστό, τὸν παντοδύναμο Βασιλέα, καὶ ἐδῶ θὰ ζήσεις μακαρία ζωὴ καὶ ὅταν πεθάνεις, οἱ δαίμονες θὰ φύγουν μακριά σου ἀστραπιαία, ἐνῶ οἱ ἅγιοι ἄγγελοι θὰ σοῦ ἀνοίξουν τὴν οὐράνια εἴσοδο καὶ θὰ σὲ πέμψουν μὲ συνοδεία ὥς τὸν θρόνο τῆς μακαρίας Τριάδος.

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος : Οι ανέσεις και η χριστιανική ζωή


Μην προσκολλάσαι στην ματαιότητα της παρούσης ζωής. Η αίσθηση της παροδικότητος βοηθάει πολύ στην αποκόλληση της ψυχής από τον μάταιο τούτο κόσμο. «Οι μωροί και οι ανόητοι προτιμούν μάλλον την ενταύθα μικράν ανάπαυση παρά την βασιλείαν των ουρανών, μην γνωρίζοντες, ότι κάλλιον είναι να υποφέρη τις παιδεύσεις εις τον αγώνα παρά να αναπαύεται εις στρωμνήν βασιλικήν και να κατακριθή ως ράθυμος. Υπόμεινον λοιπόν τον κόπον του αγώνος εις τον οποίον εισήλθες, ίνα λάβης παρά του Θεού τον στέφανον. Οι άγιοι εν θλίψεσι εδοκιμάσθησαν εις την αγάπην του Χριστού και όχι δι’ αναπαύσεων». Ώστε λοιπόν να παύσουμε να επιζητούμε τις ανέσεις, που μας προσφέρει ο πολιτισμός; Θα ερωτήσουν πιθανώς μερικοί. Όχι βέβαια, αλλά μέχρις εκεί που δεν γίνεται εμπόδιο στην πνευματική μας ζωή. Οι ανέσεις σαν μία ανάγκη ψυχοσωματική του ανθρώπου αλλά και σαν δώρα και αυτά του Θεού μπορούν να αποβούν ωφέλιμες, εάν χρησιμοποιούνται με ένα πνεύμα εσωτερικής ελευθερίας και δεν καταντούν αυτοσκοπός. Από τη στιγμή όμως που πάμε να αντικαταστήσουμε τον Σταυρό, το σύμβολο της θυσίας, με μία αναπαυτική πολυθρόνα φτιάχνοντας έτσι ένα βολικό Χριστιανισμό κομμένο και ραμμένο στις προτιμήσεις μας, βρισκόμαστε έξω από την γνήσια πνευματικότητα και την παράδοση των Αγίων Πατέρων μας. Και εδώ βρίσκεται ο μεγάλος πειρασμός των Χριστιανών της εποχής μας. Εάν ο Χριστιανισμός σήμερα παρουσιάζεται τόσον χλωμός και χλιαρός, μήπως οφείλεται σε ένα μεγάλο βαθμό στο πνεύμα της καλοπέρασης που μας έχει κυριεύσει; Μία αλήθεια που πρέπει να μας προβληματίσει όσο πικρή κι αν φαίνεται. Πηγή: Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, “Πατερικές Εμπειρίες”. Εκδ.: Ζωή

ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ… ΠΟΙΟΤΗΤΑ!


«Εμείς σαν ατελείς, εκτός από την ποιότητα, έχουμε ανάγκη και από την ποσότητα της προσευχής. Το δεύτερο άλλωστε είναι πρόξενο του πρώτου. «Ο Θεός – λέγει η Γραφή – δίνει προσευχή καθαρή σ’ εκείνον που προσεύχεται, έστω και ρυπαρά, αλλά χωρίς να υπολογίζει κόπο και πόνο (πρβλ. Α΄ Βασ. β΄9)» (Άγιος Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κη΄ 23). Δεν αναιρεί τον εαυτό του ο όσιος. Γιατί ο ίδιος λέει κάπου αλλού «μη ζητάς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθεί ο νους σου, αναζητώντας λόγια…. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στον νου φαντασίες και διάχυση, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου». Και δεν τον αναιρεί, γιατί κάνει τη διάκριση μεταξύ των αρχαρίων, όλων ημών δηλαδή που είμαστε στις απαρχές της πνευματικής ζωής, και των προχωρημένων και τελείων. Για τους τελείους, για εκείνους που πράγματι έχουν αφιερώσει πλήρως και ολοκληρωτικώς τον εαυτό τους στον Θεό, τα πολλά λόγια… βλάπτουν: τους φέρνουν φαντασίες και διάχυση· εκείνο που έχουν ανάγκη είναι η μονολόγιστη κυρίως ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», γιατί έχουν ουσιαστικά ανακραθεί με τον Θεό, έχουν γίνει ένα μαζί Του, συνεπώς ολόκληρη η ζωή τους είναι μία προσευχή. Δηλαδή έχουν φτάσει στο σημείο να μη λένε προσευχές, αλλά να έχουν γίνει οι ίδιοι προσευχή – και η αναπνοή τους και το βλέμμα τους και η στάση τους όλη φανερώνουν Ουρανό. Για εμάς όμως τους αρχαρίους και ατελείς ισχύουν άλλα μέτρα και άλλα σταθμά. Είμαστε προσανατολισμένοι προς την κορυφή, αλλά βλέπουμε ότι πατάμε ακόμη πολλή… γη κι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας! Σαν την καλόγρια εκείνη που μνημόνευε ο άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης, η οποία σαν σε όραμα έβλεπε μεν τους αγίους στην κορυφή ενός βουνού, αλλά όταν θέλησε να τους φτάσει, πιστεύοντας ότι είναι σχεδόν δίπλα της, είδε ότι ο δρόμος της είναι μέσα σε αγκάθια και τριβόλια! Κι έπρεπε να «φτύσει αίμα» κατά τη λαϊκή έκφραση, για να μπορέσει λίγο να προχωρήσει και να ανέβει. Λοιπόν, λέει ο όσιος ότι για εμάς είναι απαραίτητη και η ποσότητα: να επιμένουμε σε πολλές προσευχές και να κοπιάζουμε σ’ αυτές, ξέροντας ότι πολύ συχνά το μυαλό μας θα ξεφύγει. Κι όταν θα έχουμε προχωρήσει με τον τρόπο αυτόν, τότε θα δούμε ότι η ποιότητα θα γίνει και η δική μας αναζήτηση: τα πέντε λόγια που λέει και ο απόστολος (Α΄ Κορ. 14, 19), που θα’ ναι όμως ικανά να ανάψουν το πυρ του Θεού στην ψυχή μας. Είναι λοιπόν μονόδρομος η ορθή ένταξή μας στην εκκλησιαστική ζωή. Το να προσευχόμαστε κατά τον τρόπο της Εκκλησίας σημαίνει ότι προσευχόμαστε με εκείνην την ποσότητα που μας εκβάλλει στην ποιότητα!