Δεν υπάρχει καλύτερος γιατρός από Αυτόν!
Ένα καταπληκτικό κείμενο για την μετάνοια… Ο Ιησούς Χριστός μας καλεί κοντά Του για να μας θεραπεύσει και είναι η μόνη ελπίδα που δεν θα μας απογοητεύσει ποτέ!
~ Όταν πήρα την απόφαση να οδηγηθώ στο Χριστό και στην Εκκλησία Του ήταν γιατί ένιωθα ότι η ψυχή μου νοσούσε τόσο πολύ που είχα φτάσει στο σημείο μηδέν!
Αν δε γινόταν κάτι δραστικό είτε θα τρελαινόμουν είτε θα έκανα ανεπανόρθωτο κακό στον εαυτό μου ή στους άλλους… χρόνια τη σκεφτόμουν αυτή τη στιγμή και αυτή τη λύση, το Χριστό, αλλά όλο με νικούσαν οι κακοί λογισμοί και το ανέβαλλα… ακόμα και την τελευταία στιγμή, ενώ περίμενα να έρθει η σειρά μου να εξομολογηθώ μου ήρθε ο λογισμός ‘ τί δουλειά έχεις εσύ με τους παπάδες; γιατί δεν πας σε έναν ψυχίατρο;’
Πριν προλάβω όμως να επεξεργαστώ αυτό το λογισμό, σήκωσα το κεφάλι μου και το βλέμμα μου καρφώθηκε σε μια εικόνα του ναού απέναντι μου … ‘ ο Ψυχοσώστης’! Ήταν τόσο γλυκός ο Χριστός! Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω Του! Και είπα ‘ εδώ θα μείνω! Αυτός μου έφτιαξε την ψυχή, Αυτός θα μου τη σώσει… μόνο Αυτός!’ Κι όταν εξομολογήθηκα, τόσο πολύ αγάπησα και τον πνευματικό μου! Κι όταν γονάτισα, εμένα που ως τότε κανείς δε με συγχωρούσε, όλοι μόλις ξεσπούσα εξαφανίζονταν, κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να με νιώσει λίγο πιο βαθιά, κανείς εκτός από τη γυναίκα μου, με άγγιξε η χάρη του Θεού και ένιωσα ότι ο Χριστός με συγχώρεσε! Πρώτη φορά ένιωσα την αληθινή Αγάπη και την αληθινή συγχώρεση!
Από τότε έγινα σκλάβος της Αγάπης του Χριστού, γιατί ήμουν νεκρός και αναστήθηκα, τυφλός και είδα, σκλαβωμένος και ελευθερώθηκα! Και είπα ‘ όλη μου τη ζωή θα είμαι ευγνώμων σε Σένα Χριστέ μου! Τί άλλο να ζητήσω; Πρέπει να ζω για να ξεχρεώσω όλα αυτά που μου χάρισες!’ Ήρθε ο Χριστός στην καρδιά μου και ξέχασα την αρρώστια μου γιατί με δέχτηκε όπως ήμουν! Ζούσα για να Τον αγαπώ και αυτή η Αγάπη, η δική Του Αγάπη με θεράπευε οντολογικά χωρίς να το καταλαβαίνω! Κι όταν η Χάρη Του έφυγε, μπορεί να επέστρεψαν τα πάθη, οι ασθένειες, οι πτώσεις, λύγισα, έκανα και κάνω τεράστια λάθη αλλά όπως πριν δεν ήμουν! Γιατί πλέον είχα γνωρίσει το Χριστό!
Η πικρή αλήθεια είναι ότι όχι μόνο δεν έχω ξεχρεώσει αυτά που έκανε για μένα, αλλά έχω χρεωθεί και άλλες άπειρες ευεργεσίες! Ο Κύριος δε μου ζητάει ανταλλάγματα, παρά μόνο την καρδιά μου. Όμως είναι άδικο προς Αυτόν να μην κάνω τίποτα! Παρόλ’ αυτά όμως το νιώθω πως είναι μαζί μου και σιγά σιγά θεραπεύομαι και γίνομαι… κάθε μέρα που βλέπω την εικόνα του Ψυχοσώστη είναι για μένα η πρώτη μέρα με το Χριστό, η μέρα της μετανοίας μου, η έναρξη της θεραπείας μου! Δεν υπάρχει καλύτερος γιατρός από Αυτόν! Και άμισθος βέβαια! Ο Χριστός μας έκανε και συνεχίζει να κάνει τα πάντα για τη θεραπεία και τη σωτηρία της ψυχής μου και του σώματος! Και αν η θεραπεία αποτύχει θα φταίω αποκλειστικά εγώ!
Η θεραπεία μου είναι να είμαι μαζί Του! Δε σκέφτομαι αν θα πάω στον παράδεισο ή στην κόλαση! Σκέφτομαι μόνο να είμαι μαζί Του! Την κόλαση την έζησα πριν Τον γνωρίσω! Τώρα που Τον γνώρισα, αν κρίνει Εκείνος να ξαναζήσω μόνιμα εκεί δίκιο θα έχει! Η διαφορά όμως είναι ότι τώρα και στην κόλαση θα Τον δοξολογώ και θα Του είμαι ευγνώμων και θα έχω την ελπίδα ότι που και που θα έρχεται για λίγο να με βλέπει και αυτό θα είναι μεγάλη παρηγοριά! Γιατί Τον γνωρίζω τώρα πια ποιος είναι και πόσο με αγαπάει! Και ξέρω ότι αν δεν υπήρχε Αυτός, ο Ζωοδότης, να με αγγίξει και να με γιατρέψει, θα ήμουν το πιο δυστυχισμένο πλάσμα πάνω στη γη! (Κ.Δ.Κ.)
Τι σημαίνει μετάνοια;
Μετάνοια σημαίνει ανανέωσις του βαπτίσματος.
Μετάνοια σημαίνει συμφωνία με τον Θεό για νέα ζωή.
Μετανοών σημαίνει αγοραστής της ταπεινώσεως.
Μετάνοια σημαίνει μόνιμος αποκλεισμός κάθε σωματικής παρηγορίας.
Μετάνοια σημαίνει σκέψις αυτοκατακρίσεως, αμεριμνησία για όλα τα άλλα και μέριμνα για την σωτηρία του εαυτού μας.
Μετάνοια σημαίνει θυγατέρα της ελπίδος και αποκήρυξις της απελπισίας.
Μετανοών σημαίνει κατάδικος απηλλαγμένος από αισχύνη.
Μετάνοια σημαίνει συμφιλίωσις με τον Κύριον, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματά μας.
Μετάνοια σημαίνει καθαρισμός της συνειδήσεως.
Μετάνοια σημαίνει θεληματική υπομονή όλων των θλιβερών πραγμάτων.
Μετανοών σημαίνει επινοητής τιμωριών του εαυτού του.
Μετάνοια σημαίνει υπερβολική ταλαιπωρία της κοιλίας (με νηστεία) και κτύπημα της ψυχής με υπερβολική συναίσθησι.
Αγ. Ιωάννης της Κλίμακος
ΟΛΙΓΑ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Η διαστρέβλωση του νοήματος των Χριστουγέννων (π.χ. από την εμπορευματοποίηση της εορτής) από τους ίδιους τους χριστιανούς συνήθως, αποτελεί ένα τραγικό αδιάκοπα επιβεβαιούμενο γεγονός πολλών χρόνων, και μάλιστα από ό,τι φαίνεται θα επιβεβαιώνεται και στα μετέπειτα χρόνια. Κι αυτό γιατί δύσκολα αλλάζουμε οι άνθρωποι, έστω και μετά Χριστόν, κάτι που πολύ καθαρά εξέφρασε ο Κύριος, ιδίως με την προτροπή Του «μή φοβοῦ τό μικρόν ποίμνιον». Οι χριστιανοί, οι αληθινοί και άγιοι, σε κάθε εποχή είναι μάλλον πολύ λίγοι. Υπάρχουν, αλλά δεν τους βρίσκεις στο «σωρό».
Ξεκινώντας με την προϋπόθεση ότι εμείς θέλουμε να ανήκουμε στους λίγους αλλά γνήσιους μαθητές του Κυρίου και τους πιστούς της Εκκλησίας, θα προσπαθήσουμε να δούμε κάποιες όψεις του μυστηρίου της εορτής, της «Μητροπόλεως τῶν ἑορτῶν» κατά τον άγιο Χρυσόστομο, ακολουθώντας τα βασικά πατήματα της ανθρώπινης λογικής, όχι βεβαίως για τη διερεύνηση του μυστηρίου – «οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν – κατά πώς τονίζει πάντοτε η υμνολογία της εορτής – διότι «πίστει μόνῃ τοῦτο δοξάζομεν». Κι αυτά τα πατήματα, όπως μας τα μάθαιναν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας, είναι τα ερωτήματα που θέτουμε όταν επιδιώκουμε να διαλευκάνουμε κάποιο θέμα, ερωτήματα από τα οποία δεν μπορεί να ξεφύγει «οὔτε καί ἡ μᾶλλον πρωτότυπος διάνοια», όπως έγραψε κάποιος σοφός των νεώτερων χρόνων. Ποια είναι αυτά; Τα: ποιος, τι, γιατί, πού, πώς, πότε. Λοιπόν, θα κλιμακώσουμε τη σκέψη μας πάνω στην πίστη του μυστηρίου της εορτής με βάση αυτά, συνεπώς στο τέλος θα νιώσουμε ότι όντως έχουμε προσεγγίσει κάπως σφαιρικά το όλον της εορτής. Το μόνο που θα απομένει είναι η προσωπική ευθύνη του καθενός: εμείς τι κάνουμε πια για να βιώσουμε τις διαστάσεις της εορτής.
1. Το πρώτο ερώτημα: Ποιος εορτάζει τα Χριστούγεννα; Όχι οι εταιρείες παιδικών παιχνιδιών ασφαλώς, όχι η «δέσποινα κοιλία», όχι τα ταξιδιωτικά πρακτορεία, όχι…όχι…όχι…, αλλά ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Οποίος είναι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Και θέλει προσοχή: γιατί λέγοντας ότι σαρκώθηκε ο Θεός, ορισμένοι ανάγουν τη σάρκωση στην Αγία Τριάδα. Όχι λοιπόν η Αγία Τριάδα, αλλά ο ένας της Τριάδος έγινε άνθρωπος. Δεν συμμετέχουν επομένως τα άλλα πρόσωπα στο γεγονός των Χριστουγέννων; Ασφαλώς και μετέχουν, διότι ό,τι γίνεται ως ενέργεια του Θεού είναι κοινή ενέργεια και των τριών υποστάσεων. Μία η φύση του Θεού, τρεις οι υποστάσεις Του, μία και κοινή η ενέργειά Του. «Ὁ Πατήρ δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα». «Ὁ Πατήρ ηὐδόκησεν, ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἡ Παρθένος ἔτεκεν (ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι) Θεόν ἐνανθρωπήσαντα». Ο Υιός και Λόγος του Θεού όμως ενανθρώπησε.
2. Το δεύτερο ερώτημα: Τι συγκεκριμένα εορτάζουμε; Τη γέννηση του Υιού και Λόγου του Θεού ως ανθρώπου «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου». «Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο καί ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (άγ. Ιωάννης Θεολόγος). Μερικές παρατηρήσεις απαραίτητες:
- γίνεται άνθρωπος ο Υιός του Θεού, δηλαδή προσλαμβάνει κάτι που δεν είχε, χωρίς όμως να παύει να είναι αυτό που ήταν. Ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται και άνθρωπος. Γι’ αυτό είναι ο «Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός». Ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, αλλά όχι με την ένοια ενός μυθολογικού «τέρατος», ένα είδος κένταυρου π.χ., αλλά «τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας». (Γιατί η αμαρτία δεν ανήκε στην καθαυτό ανθρώπινη φύση, αποτελεί επιγέννημα λόγω της κακής χρήσης της ελευθερίας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος αμάρτησε, τη συμβουλίᾳ του όφεως ασφαλώς, και έτσι εισήλθε και ο θάνατος στο ανθρώπινο γένος).
- Λέγοντας ότι προσέλαβε ο Υιός του Θεού ανθρώπινη φύση εννοούμε ότι προσέλαβε σώμα και ψυχή – τα βασικά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Οπότε ο Χριστός έχει διπλή φύση, θεία και ανθρώπινη. Όπως το ψάλλει η Εκκλησία μας: «διπλοῦς τήν φύσιν, ἀλλ’ οὐ τήν ὑπόστασιν». Τι σημαίνει αυτό; Το ανθρώπινο του Χριστού εντάσσεται μαζί με τη θεότητά Του στην μία Του προσωπικότητα-υπόσταση, που είναι θεϊκή. Μία η προσωπικότητα του Χριστού, η θεϊκή, διπλή η φύση Του. (Κι αυτό χωρίς να επέλθει καμία σύγχυση ή να κρατηθεί κάποια απόσταση μεταξύ των φύσεων αυτών, όπως το επισημαίνει ο όρος της Δ΄ εν Χαλκηδόνι (451) Οικουμενικής Συνόδου: «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως»). Αποτέλεσμα: Λόγω της μίας Του προσωπικότητας εκχωρεί τις δωρεές της θεότητάς Του και στην ανθρωπότητά Του, γι’ αυτό και ο Χριστός και ως άνθρωπος είναι μοναδικός και ανεπανάληπτος. Με άλλα λόγια, αν θελήσουμε να «απομονώσουμε» τον άνθρωπο Ιησού από τον Υιό και Λόγο του Θεού, δεν θα μπορέσουμε να βρούμε τίποτε. Γιατί δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος Ιησούς μόνος Του. Αυτό ήταν το σφάλμα και η αίρεση του Νεστόριου, ο οποίος προσεγγίζοντας λογικά τον Χριστό, έλεγε ότι υπήρξε πρώτα άνθρωπος Ιησούς και ύστερα ήλθε πάνω του ο Θεός Λόγος. Γι’ αυτό και την Παναγία την χαρακτήριζε όχι Θεοτόκο, αλλά Χριστοτόκο και ανθρωποτόκο. Συμπέρασμα; Η διάσπαση αυτή του Χριστού οδηγούσε στην κατάργηση της σωτηρίας. Αν ο Χριστός δεν είναι Θεός απαρχής και καθ’ ολοκληρίαν πάντοτε, τότε δεν έσωσε τον άνθρωπο, κι αν τυχόν κάποιος σώθηκε, αυτός είναι μόνο ο άνθρωπος Ιησούς (η κεντρική επιχειρηματολογία της Γ΄ εν Εφέσῳ (431) Οικουμενικής Συνόδου).
- Το γεγονός ότι έγινε άνθρωπος ο Θεός πρέπει να το τονίζει κανείς, γιατί το τονίζει η Αγία Γραφή και όλη η Παράδοση και η ζωή της Εκκλησίας. Γιατί; Διότι ο Λόγος του Θεού δεν ήλθε ως παρένθεση στη ζωή του ανθρώπου και του κόσμου, αλλά ήλθε για να μείνει. Κράτησε διαπαντός την ανθρώπινη φύση, την καθάρισε, τη θέωσε, την ύψωσε με την Ανάληψή Του, οπότε η Αγία Τριάδα «φέρει» και το ανθρώπινο πια του Χριστού, (συνεπώς και όλους τους πιστούς που αποδέχτηκαν και πίστεψαν στον Χριστό, δηλαδή βαπτίστηκαν εντασσόμενοι μέσα στην ανθρώπινη φύση Του και γινόμενοι μέλη Του). Η Εκκλησία μας διά στόματος ιδίως του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου επέμεινε πάρα πολύ στην πραγματικότητα της ενσάρκωσης, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε θεώρησε την αλήθεια αυτή ως το βασικό κριτήριο αν κανείς ανήκει πια στον Θεό ή όχι. «Πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι», σημειώνει στην Α΄ Καθολική του επιστολή, όπως και το αντίστροφο: «Πᾶν πνεῦμα ὅ μή ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ οὔκ ἐστι».
Δεν ήταν κάτι εύκολο τούτο: απαρχής υπήρξαν άνθρωποι που ήθελαν μεν να είναι χριστιανοί, αλλά κάτω από τις δικές τους προϋποθέσεις – ό,τι η Εκκλησία μας όριζε και ορίζει ως αίρεση. Αδυνατούσαν να αποδεχτούν ότι ο Θεός έγινε πραγματικά άνθρωπος, δηλαδή πήρε ύλη του κόσμου τούτου. Γιατί; Διότι θεωρούσαν την ύλη και το σώμα ως κάτι κακό (πού να μπορεί να πάει το σκοτισμένο μυαλό τους στη σωτηρία ακόμη και της ύλης;). Επηρεασμένοι από ανατολικές θρησκείες έλεγαν ότι «φάνηκε» ως άνθρωπος, για να απορρίψει έπειτα το «κακό» σώμα και την «κακή» ύλη. Ονομάστηκαν «δοκῆτες», η δε αίρεσή τους «δοκητισμός», από το «δοκῶ», που σημαίνει νομίζω, φαίνομαι.
3. Το τρίτο ερώτημα: γιατί έγινε άνθρωπος; Το ερώτημα τίθεται με διπλή σημασία: της αιτίας της καθόδου του Θεού στον κόσμο, αλλά και του σκοπού. Κι αιτία είναι η άπειρη αγάπη του Θεού: «οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν Του τόν μονογενῆ ἔδωκεν…». Αλλά και ο σκοπός: τον άνθρωπο να τον αποκαταστήσει στην απαρχής δημιουργία του. Μη ξεχνάμε ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ». Με την αμαρτία σκοτείνιασε η εικόνα του Θεού, χάθηκε το καθ’ ομοίωσιν. Με τον Χριστό λοιπόν καθαρίζεται και πάλι η εικόνα του Θεού, ανοίγεται εκ νέου η προοπτική του. Αυτό όμως μόνον πια εν Χριστώ (με προαναγγελία ήδη από την Π. Διαθήκη). Κι αυτή η προοπτική λέγεται αλλιώς θέωση του ανθρώπου. Ο Μ. Αθανάσιος σημειώνει: «ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Και η εκκλησιαστική υμνογραφία θα ψάλει: «Ἄνθρωπος γίνεται Θεός, ἵνα Θεόν τόν ἄνθρωπον ἀπεργάσηται». Τα Χριστούγεννα μηνύουν επομένως το μεγαλείο του ανθρώπου. Κ α ι την αγάπη του Δημιουργού ασφαλώς, αλλά κ α ι το ύψος για το οποίο ήταν πλασμένος ο άνθρωπος. Κι όλα αυτά αποκαλύπτουν το μέγεθος του μυστηρίου – κινούμαστε σε υπέρ φύσιν επίπεδα: ο Θεός γίνεται άνθρωπος, από μία Παρθένο κόρη, περικλεισμένος μάλιστα «σ’ ένα κομμάτι κρέας» (άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)· ο άνθρωπος γίνεται Θεός. Είναι αυτό που ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει: «Ὁμολογουμένως μέγα ἐστίν τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον: Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Γι’ αυτό και είπαμε προηγουμένως ότι δεν είναι η ανθρώπινη λογική που μπορεί να διερευνήσει τα πράγματα, αλλά μόνη η πίστη. Τον Χριστό που έρχεται στον κόσμο ή Τον αποδέχεται κανείς εν πίστει ή Τον απορρίπτει. Μέση λύση δεν υπάρχει («ὁ μή ὤν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστι»).
4. Το τέταρτο ερώτημα: το πού γεννάται. Όχι ως παντοδύναμος Θεός σε κάποιο παλάτι, αλλά «ἐν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας». Δηλαδή στο πιο άσημο και απομακρυσμένο χωριό της Ιουδαίας, και μάλιστα από μία παρθένο κόρη, απλή και άσημη επίσης, αλλά με την απόλυτα για τα ανθρώπινα δεδομένα καθαρή καρδιά. Κι αυτό βεβαίως δείχνει ότι αφενός ο Θεός μας εκτός από αγάπη είναι και η άκρα ταπείνωση (με αποκορύφωση τον Σταυρό Του), αφετέρου ότι τα πιο σπουδαία και σημαντικά πράγματα στον κόσμο διενεργούνται στο χώρο της σιωπής και της αφάνειας, εκεί που αδυνατεί να διεισδύσει η περιέργεια του ανθρώπου, όπως και η όποια θεωρούμενη δική του δύναμη. Κι είναι μια τακτική του Θεού που την βλέπουμε ήδη από την Π. Διαθήκη. (Ας θυμηθούμε το περιστατικό της παρουσίας του Θεού στον προφήτη Ηλία μέσα από την απαλή αύρα, το περιστατικό της κλήσης του Δαυίδ ως χρισμένου βασιλέα, τις συνθήκες κλήσης του Γεδεών ως κριτή του Ιουδαϊκού λαού, που ήταν ο μικρότερος και πιο άσημος της γενιάς του κ.ά.).
5. Το πέμπτο ερώτημα, το πώς, έχει διπλή αναφορά: (α) αναφορά στον ίδιο τον Θεό, γιατί έρχεται «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου», επομένως τονίζει την τριαδικότητα της σάρκωσης του Λόγου του Θεού, αλλά και το μεγαλείο της Παναγίας ως εκπροσώπου της ανθρωπότητας. Και το τελευταίο δείχνει ότι ο Θεός δεν έρχεται στον κόσμο ερήμην του ανθρώπου. Στο πρόσωπο της Παναγίας ερωτάται ο άνθρωπος για τη σωτηρία του. Και η απάντηση είναι θετική. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά Σου». Και (β) αναφορά στον ίδιο τον άνθρωπο, που σχετίζεται με την τοποθέτηση της Παναγίας. Όπως Εκείνη είπε «ναι» στην κίνηση αγάπης του Θεού, το ίδιο «ναι» απαιτείται να πει ο καθένας από εμάς. Χωρίς τη δική μας συγκατάβαση, η σάρκωση του Θεού παραμένει ανενέργητη. Και το δικό μας «ναι» σημαίνει πίστη στον Χριστό ως ένταξη στην Εκκλησία και ως αγώνα για τήρηση των αγίων εντολών του Χριστού. Όπου υπάρχει πιστός χριστιανός μέλος της Εκκλησίας που μετέχει στα μυστήρια και δη στη Θεία Ευχαριστία, κι όπου ταυτοχρόνως αγωνίζεται να τηρεί το θέλημα του Θεού, (η διπλή θεωρούμενη θεία κοινωνία: «ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει κἀγώ ἐν αὐτῷ»· καί «ὁ τηρῶν τάς ἐντολάς αὐτοῦ ἐν Αὐτῷ μένει καί Αὐτός ἐν αὐτῷ»), αυτός ζει τη σάρκωση ως προσωπικό γεγονός, δηλαδή γίνεται κι ο ίδιος μία μικρή Παναγία.
6. Το έκτο ερώτημα: το πότε. Ο προσδιορισμός του πότε «ἐφάνη ὁ Χριστός ὡς ἄνθρωπος ἐπί τῆς γῆς καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη» είναι εύκολος, γιατί έχουμε αρκετά δεδομένα, όχι μόνο από τη γραφίδα των χριστιανών, (ὁ ευαγγελιστής Λουκάς μάλιστα ως επιστήμων ιατρός προσδιορίζει όλες τις χωροχρονικές συντεταγμένες), αλλά και των εκτός της πίστεως. Ιδίως στις ημέρες μας, όπου η έρευνα με την τεχνολογική πρόοδο έχει φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη, η χρονική αποτίμηση είναι παραπάνω από επαρκής, (για να μη μνημονεύσουμε και τις ενορατικές και διορατικές επιβεβαιώσεις των γεγονότων από πολλούς αγίους μας, όπως από τον άγιο Πορφύριο τον καυσοκαλυβίτη που είχε τη χαρισματική δυνατότητα μεταφοράς του τοπικά και χρονικά). Όμως το πότε δεν έχει σημασία μόνο ως προς τον ακριβή προσδιορισμό της ημερομηνίας της Γέννησης του Χριστού, αλλά και ως προς την επιλογή από τον Θεό του χρόνου της φανέρωσής Του ως ανθρώπου. Το γεγονός του ερχομού Του, είπαμε και παραπάνω, είχε ήδη προφητευθεί από την «άχρονη» ώρα της πτώσεως του ανθρώπου στην αμαρτία – το λεγόμενο «πρωτευαγγέλιο», δηλαδή την πρώτη χαρμόσυνη αγγελία περί της ελεύσεώς Του προς σωτηρία του ανθρώπου – και ανανεωνόταν η υπόσχεση αυτή με τη διαρκή αποστολή των προφητών της Π. Διαθήκης τόσο ώστε να θεωρείται όλος ο καιρός της Διαθήκης αυτής γενικώς ως προφητεία και εξαγγελία για τον Μεσσία που θα ερχόταν. Κι ήλθε η «ώρα» της Γέννησής Του με τρόπο που ανέτρεπε μεν όλα τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, εκπλήρωνε όμως τις θεόπνευστες προφητείες.
Γιατί λοιπόν τότε; Διότι προφανώς έκρινε ο Θεός μέσα στην παγγνωσία και παντοδυναμία Του ότι τότε συνέτρεχαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις, τότε δηλαδή οι άνθρωποι ήταν «έτοιμοι» προς αποδοχή Του στον κόσμο. «Ὅτε ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», σημειώνει ο απόστολος Παύλος, «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τόν Υἱόν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν». Και ναι μεν γνωρίζουμε από τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή ότι «ὁ Θεός εἰς τά Ἴδια ἦλθε, ἀλλ’ οἱ Ἴδιοι αὐτόν οὐ παρέλαβον», διότι «ἦν πονηρά αὐτῶν τά ἔργα», όμως υπήρχαν εκείνοι, οι λίγοι έστω, το «λείμμα» (υπόλοιπο) της Π. Διαθήκης, σαν την παιδίσκη Μαριάμ, σαν τους γονείς της Ιωακείμ και Αννα, σαν τον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο και τους γονείς του, σαν τους απλούς βοσκούς, σαν τους αναζητητές της μακρινής Περσίας μάγους-αστρονόμους της εποχής, οι οποίοι όντως ήταν έτοιμοι. Η ετοιμότητα αποδοχής του Χριστού – που καταδεικνύει και το είδος ετοιμότητας της σημερινής εποχής – είναι πάντοτε η ετοιμότητα των λίγων, του «μικρού ποιμνίου», και αυτούς «στοχεύει» πάντοτε ο Θεός μας. Μπορεί διακαώς λόγω της αγάπης Του να αναζητεί και να κυνηγά τους πάντες, όμως γνωρίζει ότι τελικώς οι λίγοι είναι «οἱ ἐκλεκτοί» που ανταποκρίνονται στην κλήση και πρόσκλησή Του. Κι οι λίγοι αυτοί – γινόμαστε κουραστικοί να το επαναλαμβάνουμε – είναι είτε αυτοί που έχουν την απλή καρδιά των βοσκών της Βηθλεέμ, είτε την αγωνιώσα καρδιά των αναζητητών της αλήθειας, που δεν επαναπαύονται στο «φάγωμεν καί πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνῂσκομεν». Το γεγονός βεβαίως ότι η απολογητική της χριστιανικής πίστεως έχει ήδη καταδείξει πως παγκοσμίως και πανθρησκειακώς συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έλευση ενός Μεσσία Σωτήρα την εποχή του Χριστού έρχεται ως επιβεβαιωτικό στοιχείο της παραπάνω αλήθειας. Για τους πιστούς βεβαίως είναι αρκετή η επισήμανση του αποστόλου Παύλου περί «τοῦ πληρώματος τοῦ χρόνου».
Η Εκκλησία μας, θεωρώντας τη σάρκωση του Θεού ως τη βάση της όλης θεολογίας της και τον απόλυτο όρο για να είναι κανείς χριστιανός, την προβάλλει όχι μόνο τα Χριστούγεννα, αλλά καθημερινά. Δεν υπάρχει ημέρα, δεν υπάρχει ακολουθία της Εκκλησίας, που να μην υμνολογείται η σάρκωση, ιδίως μέσα από τα λεγόμενα θεοτοκία. Από την άποψη αυτή τα Χριστούγεννα βιώνονται αενάως και καθημερινώς στην Εκκλησία. Μπορεί να τονίζονται λαμπρώς τις συγκεκριμένες ημέρες της Εορτής, αλλά αν δεν στρέφεται διαρκώς ο νους και η βούληση του χριστιανού στον Χριστό και στον ερχομό Του, μάλλον δεν εορτάζονται με ορθό τρόπο ούτε τις συγκεκριμένες ημέρες.
Ποιὸς ἀγαπάει ἀληθινὰ σήμερα; Βουλγαράκης Ἠλίας
Συνέντευξη μὲ τὸν Καθηγητὴ κ. Ἠλία Βουλγαράκη
ΕΡΩΤΗΣΗ: Πολὺ συχνὰ χρησιμοποιοῦμε τὴ λέξη ἀγάπη στὴν καθημερινή μας ζωή. Τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε;
ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗΣ: Δὲν μπορεῖ κανεὶς ν\’ ἀπαντήσει εὔκολα στὸ ἐρώτημά σας, γιατί δὲν νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχει ἕνας ἑνιαῖος τρόπος ποὺ ἀντιλαμβάνονται τὴν ἀγάπη. Βλέπουμε συχνὰ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ λέξη μὲ τόσο διαφορετικὰ νοήματα. Ἀπὸ τὸ «κάνω ἀγάπη» ποὺ μπορεῖ νὰ δηλώνει ἀκόμη καὶ μία ἀνέραστη σωματικὴ ἐπαφή, ὥς τὴν ἀγάπη σὰν βαθειὰ κοινωνία ἑνὸς ζευγαριοῦ γερόντων, ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ ἔχει κίνητρο τὸ συμφέρον, ἔστω κι ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιοῦμε, ὥς τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση, ἀπὸ τὴν ἀγάπη στὸ Θεὸ γιὰ νὰ εἰσπράξουμε μία ἐλπίζομενη ἀνταπόδοση, ὥς τὴν ἀγάπη ποὺ εἶναι ἕνα καθολικὸ δόσιμο τοῦ ἑαυτοῦ μας σ\’ Αὐτόν, ὑπάρχει τεράστια διαφορά. Συνήθως οἱ ἄνθρωποι συλλογιοῦνται, ζοῦν καὶ μιλοῦν γιὰ τὴν ἀγάπη, βλέποντας μόνο μία της πλευρά, δηλαδὴ μὲ τρόπο ἀποσπασματικό. Ἄλλοτε τὴ βιώνουν ἀρρωστημένα, σὲ μορφὲς ποὺ ἀνήκουν στὴν παθολογία της. Κάποτε, καὶ δὲν εἶναι αὐτὸ καθόλου σπάνιο, τὴ ζοῦν μέσα στὴν πλήρη ἄρνησή της, ποὺ δὲν εἶναι τὸ μίσος ὅπως συνήθως πιστεύουμε, ἀλλὰ ὁ ἐγωισμός.
ΕΡΩΤ.: Σύμφωνα μὲ τὴ χριστιανικὴ θρησκεία, ποιὰ εἶναι ἡ σωστὴ ἔννοια τῆς ἀγάπης;
ΒΟΥΛ: Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δέχεται ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι καθολικὸ φαινόμενο, ποὺ δὲν ἀπαντιέται μόνο στοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ σ\’ αὐτὰ τὰ ζῶα. Δέχεται ἀκόμη ὅτι ὁλόκληρο τὸ σύμπαν εἶναι δημιουργημένο ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ ὅτι λειτουργεῖ, στὴν πιὸ βαθειά του δομή, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους της. Ἡ ἀγάπη εἶναι ὁ ἄξονας γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο περιστρέφεται ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἀκόμη καὶ τὸ κακό, ὅσο κι ἂν φανεῖ αὐτὸ ποὺ λέγω τολμηρό, ὑπακούει στὸ νόμο τῆς ἀγάπης. Κανεὶς δὲν κάνει τὸ κακὸ χωρὶς νὰ ἀποβλέπει στὸ προσωπικό του καλό, δηλαδὴ ἀπὸ μία κίνηση ἀγάπης γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅσο κι ἂν ἡ ἀγάπη αὐτὴ εἶναι διαστροφή. Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία δέχεται, ὅτι τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς πραγματικῆς καὶ σωστῆς ἀγάπης βρίσκεται στὸ Θεό. Ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης τὸ λέγει αὐτό, ὅταν σὲ μία ἐπιστολὴ του γράφει: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστὶ» (Α\’ Ἰωαν. Δ\’ 8). Ἡ ἴδια ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ Θεοῦ φανερώθηκε καὶ φανερώνεται μὲ πολλοὺς τρόπους. Ὁ πιὸ μεγαλειώδης εἶναι ἡ ἀπόφασή Του νὰ στείλει τὸν Υἱόν του στὴ γῆ, ποὺ γίνεται ἄνθρωπος ὅπως καὶ μεῖς, θυσιάζεται, μὲ μοναδικὸ σκοπὸ νὰ σώσει ὅλους τους ἀνθρώπους. Αὐτὴ ἡ ἀνεπανάληπτη χειρονομία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μᾶς διδάσκει, ὅτι ἡ ἀγάπη, στὸ πιὸ βαθύ της νόημα, εἶναι μία ἄρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μία πορεία πρὸς τὸν ἄλλο.
ΕΡΩΤ.: Θὰ λέγαμε, λοιπόν, πὼς ἡ δυσκολία στὴν ἐπικοινωνία μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὴν αἰσθανόμαστε τόσο ἔντονα, ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔλλειψη χριστιανικῆς ἀγάπης;
BΟΥΛ.: Δὲν ἔχω καμμιὰ ἀμφιβολία πάνω σ\’ αὐτό. Ἡ ἔλλειψη ἀγάπης ἤ καλύτερα ἡ διαστροφή της, ποὺ εἶναι ὁ ἐγωισμός, εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κάκου. Ὁ ἐγωισμὸς εἶναι μία μορφὴ ἀγάπης μὲ ἀνάδρομη κατεύθυνση. Ἀντὶ νὰ πορεύεται πρὸς τὸν ἄλλο, ἀναδιπλώνεται στὸν ἑαυτό της. Ἀντὶ νὰ ὁδηγεῖται σὲ μία ἕνωση μὲ τὸν ἄλλο, καταλήγει στὴ διάστροφη μορφή της, τὴν αὐτοένωση, δηλαδὴ τὴ μόνωση. Ἀντὶ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσφέρεται στὸν ἄλλο γιὰ νὰ χαρεῖ μαζί του τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἐπικοινωνίας, ἐκμεταλλεύεται τὸν ἄλλο γιὰ νὰ φτάσει στὴν πλήρη διάσπαση καὶ στὴ μοναξιά. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι αὐτὴ ἡ μοναξιὰ εἶναι ἡ ἀρρώστια τοῦ αἰώνα μας, τὸ μεγάλο τίμημα ποὺ πληρώνουμε γιατί ἀρνηθήκαμε τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη. Κάτι ἐκκλησιαστικὰ κείμενα περιγράφουν τὴν κόλαση σὰν ἕνα τόπο ποὺ οἱ ἄνθρωποι θὰ εἶναι μαζί, ἀλλὰ θὰ στέκονται πλάτη μὲ πλάτη, δηλαδὴ δὲν θὰ μποροῦν νὰ κυττάζονται στὸ πρόσωπο, δὲν θὰ μποροῦν νὰ ἐπικοινωνοῦν. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ἡ μορφὴ αὐτῆς τῆς κολάσεως δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστη.
ΕΡΩΤ.: Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση μεταξὺ ἀγάπης καὶ εὐτυχίας;
BOΥΛ.: Ἡ καθημερινή μας πείρα μᾶς μιλάει γι\’ αὐτό. Ὅσοι, γιὰ κάποιο λόγο νοιώθουν τὸ ὄμορφο αὐτὸ συναίσθημα, καὶ ἔρχονται ἀρκετὲς στιγμὲς ποὺ σχεδὸν ὅλοι τὸ νοιώθουμε εἴτε στὸν ἀληθινὸ ἔρωτα, εἴτε στὴ μητρότητα, εἴτε στὴν πραγματικὴ φιλία, ξέρουμε ὅτι μᾶς γεμίζει χαρά. Κι εἶναι φυσικὸ αὐτὸ γιατί ὁ ἄνθρωπος στὴν οὐσία του εἶναι πλασμένος νὰ ἐπικοινωνεῖ κι ἡ ἀληθινὴ ἐπικοινωνία γίνεται, ὅπως εἴδαμε, μόνο μὲ τὴν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη σοῦ σπάει τὰ δεσμὰ τῆς μοναξιᾶς ὅπου σ\’ ἔκλεισε ὁ ἐγωισμός, σὲ κάνει νὰ λειτουργεῖς καὶ πάλι σωστά, σύμφωνα μὲ τὸν ἀληθινὸ προορισμό σου, σὲ φέρνει σὲ ταυτότητα μὲ τὸν ἀληθινό σου ἑαυτό. Κάθε ὅμως μηχάνημα ἤ κάθε ὄργανο ποὺ λειτουργεῖ σωστὰ καὶ σύμφωνα μὲ τὸν προορισμὸ του εἶναι γαλήνιο. Ἡ γαλήνη αὐτὴ στὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ εὐτυχία. Κι ἐδῶ πρέπει νὰ προσθέσουμε κάτι ἄλλο. Ὅσο ἡ ἀγάπη αὐτὴ ξεμακραίνει ἀπὸ τὸν ἐγωισμό, ὅσο, δηλαδή, γίνεται πιὸ σωστὴ καὶ πιὸ ἀληθινή, τόσο πιὸ ὁλοκληρωτικὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν εὐτυχία.
ΕΡΩΤ.; Μπορεῖτε νὰ μᾶς ἀναφέρετε ἕνα παράδειγμα χριστιανικῆς ἀγάπης;
BOYΛ.: Τὰ παραδείγματα εἶναι ἄφθονα, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν ξέρει κανεὶς πιὸ νὰ πρωτοδιαλέξει. Προτιμῶ, χωρὶς νὰ φύγω ἀπὸ τὸ ἐρώτημά σας, νὰ σᾶς πῶ ὅτι καὶ σ\’ αὐτὴ τὴ χριστιανικὴ ἀγάπη ὑπάρχουν σκαλοπάτια, φέρνω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴ διδασκαλία ἑνὸς ἁγίου, ποὺ προχώρησε πολὺ στὴν ἀγάπη. Ξέρω ὅτι τὰ λεγόμενά του πολλοὺς θὰ ξαφνιάσουν, ἄλλους θὰ ἀναστατώσουν κι ἄλλους θὰ ἐξοργίσουν. Εἶναι ὅμως ταυτόχρονα σίγουρο, ὅτι πολλοὺς ἄλλους θὰ τοὺς ὑποψιάσουν, τὸ λιγότερο, γιὰ τὸ πόσο μακριὰ μπορεῖ νὰ φτάσει κανεὶς μὲ τὴν ἀγάπη. Λέγει. λοιπόν, ὁ ἅγιος Δωρόθεος γιὰ τὶς διαφορετικὲς περιπτώσεις συμπεριφορᾶς μὲ ἀγάπη ἀπέναντι σὲ μία προσβολή, ποὺ γίνεται σ\’ ἕναν ἄνθρωπο. Ὁ πρῶτος δὲν θέλει νὰ ἀντιμιλήσει, ἀλλὰ ἡ συνήθεια τὸν παρασύρει. Ἕνας ἄλλος μὲ περισσότερη ἀγάπη ἀγωνίζεται νὰ μὴν πεῖ τίποτε, ἀλλὰ στενοχωριέται γιὰ τὴν προσβολή. Ἄλλος πιὸ τέλειος δὲν στενοχωριέται γιὰ τὴν προσβολὴ ἀλλὰ γιατί δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ὑποφέρει. Ἄλλος πάλι δὲν προσέχει τὴν προσβολή, ἀλλὰ λυπᾶται γιὰ τὴν ταραχὴ τοῦ ἄλλου. Τέλος ἕνας ἀκόμη πιὸ προχωρημένος στὴν ἀγάπη ἀναζητεῖ νὰ βρεῖ μέσα του τὸ ποσοστὸ τῆς εὐθύνης του γιὰ τὴν ταραχὴ ποὺ δοκιμάζει αὐτὸς ποὺ τὸν πρόσβαλε.
ΕΡΩΤ.: Κι ὅμως πολλὲς φορὲς ἀκοῦμε νὰ λένε ὅτι ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη εἶναι μία ἀδυναμία.
BOYΛ: Τὸ ἔχω κι ἐγὼ ἀκουστά, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ. Εἶναι δυνατὸ νὰ χαρακτηρίζουμε ὡς ἀδυναμία τὴ σωστὴ λειτουργία ἑνὸς ὀργάνου; Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀδυναμία τὸ νὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος σύμφωνα μὲ τὸν προορισμό του. Ἀντίθετα, ἀδυναμία εἶναι ἡ δυσλειτουργία, μὲ ἄλλα λόγια τὸ ἄγχος, ποὺ φέρνει μὲ τὴ σειρὰ του τὰ δῶρα τοῦ σημερινοῦ μας ἀνέραστου πολιτισμοῦ, δηλαδὴ τὶς ψυχώσεις καὶ τὶς νευρώσεις. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ δὲν εἶναι τὸ θύμα. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν εἶναι μία συνεχὴς ὑποχώρηση. Ἡ ἀγάπη εἶναι μία βαθειὰ δύναμη, ποὺ πηγάζει ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ ἰσορροπία. Ἡ δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης σοῦ διώχνει τὸ φόβο ἀπὸ τὴ ζωή σου. Ἔχεις δεῖ κανένα νὰ φοβᾶται αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ; Ἡ ἀγάπη σου δίνει ἀκόμα μία εὐεργετικὴ ὑπεροχή. Αὐτὸ σὲ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν εὐθιξία, ποὺ εἶναι τόσο συνηθισμένο φαινόμενο στοὺς ἀδύνατους.
ΕΡΩΤ.: Θὰ λέγαμε ὅτι τὸ συναίσθημα τῆς ἀγάπης ἐκφράζεται εὐκολώτερα καὶ πιὸ ὁλοκληρωμένα στὸν ἔρωτα;
ΒΟΥΛ.: Ὅσο κι ἂν μπορεῖ νὰ σᾶς ξαφνιάσει αὐτὸ ποὺ θὰ πῶ, εἶναι πάντως ἀλήθεια ὅτι στὰ συγγράμματα τῶν ἀρχαίων ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων χρησιμοποιεῖται πολὺ συχνὰ ἡ λέξη ἔρωτας ἀντὶ γιὰ τὴ λέξη ἀγάπη. Ἕνας μεγάλος ἀσκητής, ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακας, ἔφτασε νὰ πεῖ (καὶ δὲν εἶναι μόνο αὐτὸς ποὺ τὸ εἶπε), ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη στὸ Θεὸ πρέπει νὰ μοιάζει μὲ τὴν μανιασμένη ἀγάπη τοῦ ἐραστῆ γιὰ τὴν ἐρωμένη του. Ταυτόχρονα, ὅμως οἱ ἴδιοι συγγραφεῖς διακρίνουν τὸν ἔρωτα ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Ὁ ἔρωτας ἀναφέρεται καὶ ἀφορᾶ δύο πρόσωπα, ἐνῶ ἡ ἀγάπη εἶναι κάτι πολὺ πιὸ γενικό. Ἄν, συνήθως, χρησιμοποιοῦμε τὸν ἔρωτα γιὰ νὰ πάρουμε μία εἰκόνα τῆς ἀγάπης, εἶναι ἐξίσου ἀλήθεια, ὅτι ὁ ἔρωτας εἶναι στὴν οὐσία του κάτι τὸ πιὸ μερικὸ ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὄχι μόνο σὲ ἔκταση, ἀλλὰ καὶ σὲ ποιότητα. Πολλὲς φορὲς στὸν ἔρωτα ἀγαπᾶμε ἀποσπασματικά. Ὁ ἔρωτας δὲν μπορεῖ νὰ καλύψει ὅλες τὶς περιπτώσεις ἀγάπης, ὅπως τὸν γεμάτο ἀμοιβαία ἀφοσίωση δεσμὸ ἑνὸς γεροντικοῦ ζευγαριοῦ, τὴν ἁπαλὴ ἐμπιστοσύνη τοῦ μικροῦ παιδιοῦ στοὺς γονεῖς του, τὴν ὄμορφη σχέση ποὺ δημιουργεῖ ἡ φιλία. Μεγάλο πράγμα ὁ ἔρωτας στὴ στεγνὴ ἀπὸ συναισθήματα ἐποχή μας, δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι μπορεῖ νὰ φτάσει τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ πλάτος τῆς ἀγάπης.
ΕΡΩΤ.: Εἶναι δυνατὸ νὰ λέμε ὅτι ἀγαπᾶμε ἕνα μόνο πρόσωπο καὶ ν\’ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τοὺς ὑπόλοιπους ἀνθρώπους;
BOYΛ.: Τί θὰ λέγατε γιὰ ἕνα γιὸ ποὺ ἀγαπᾶ τὴ μητέρα του ὥστε νὰ μὴν ἔχει μάτια νὰ δεῖ μία κοπέλλα; Δὲν ἔχει ἡ στάση του αὐτὴ κάτι τὸ ἄρρωστο; Τί θὰ λέγατε πάλι γιὰ ἕνα ἀντρόγυνο, ποὺ τόσο πολὺ ἀγαπιέται, ὥστε νὰ ἀρνιέται νὰ γεννήσει παιδιά, μήπως τοὺς πάρουν μέρος ἀπὸ τὴν μεταξύ τους ἀγάπη; Ὅταν ἡ ἀγάπη κλείνεται καὶ δὲν προσφέρεται πιὸ πέρα, χάνει τὴν ὀξυγόνωσή της καὶ μαραζώνει. Εἶναι, κατὰ βάθος, ἕνας ὁμαδικὸς ἐγωισμός, ποὺ δὲν μένει στὸ τέλος δίχως συνέπειες γι\’ αὐτὴ τὴν ἴδια τὴν ἀγάπη. Ἀκόμα κι αὐτὴ ἡ ἀγάπη στὸ Θεό, ὅταν ἀποκλείει τοὺς ἄλλους, εἶναι ἀπόλυτα ἀπαράδεκτη. Μά, θὰ μοῦ πεῖτε, μπορῶ νὰ ἀγαπῶ ὅλους τους ἀνθρώπους; Κι ἐγώ, μὲ τὴ σειρά μου, θὰ ἔλεγα ὅτι, ὅταν ἕνας μπορέσει νὰ ἀγαπήσει σωστὰ κι ἀληθινὰ ἕναν ἄλλο, ἀνακαλύπτει μέσα του ὅτι, αὐτόματα, ἀγαπάει ὅλον τὸν κόσμο. Τὴν ἀλήθεια αὐτὴ διαπιστώνουμε ἀκόμα καὶ στὸν ἔρωτα. Ὅταν ἡ ψυχὴ τραγουδάει, τὰ μάτια βλέπουν ὅλο τὸν κόσμο διαφορετικά. Μὲ τὸ νὰ λέμε, ὅμως ὅτι ἀγαπᾶμε ὅλους τους ἀνθρώπους, δὲν σημαίνει πὼς πρέπει νὰ φορτωθοῦμε ἐπάνω μας τὴν εὐθύνη γιὰ ὅλους. Ἀρκεῖ ἀκόμα ἕνα κάποιο χαμόγελο, ἕνας ζεστὸς λόγος, ἕνας πρόσχαρος χαιρετισμός, δύο κουβέντες παρηγοριᾶς, μία διάθεση νὰ δώσουμε λίγη προσοχὴ στὸν ἄλλο, μία προθυμία νὰ τὸν ἀκούσουμε, μία στάση φιλικὴ σὲ στιγμὲς ἐντάσεως καὶ ἐκνευρισμοῦ, λίγη περισσότερη ὑπομονὴ ἡ κατανόηση καὶ τόσα ἄλλα.
ΕΡΩΤ.: Ποῦ ὀφείλεται τὸ ὅτι πολλοὶ ἀπὸ μᾶς δὲν μποροῦν νὰ νοιώσουν αὐτὸ τὸ συναίσθημα;
BOYΛ.: Ἀπὸ ὅσα εἴπαμε πιὸ πάνω, θὰ μποροῦσε νὰ δοθεῖ σὰν ἀπάντηση ὅτι δὲν νοιώθουμε τὴν ἀγάπη, γιατί δουλεύουμε στὸν ἐγωισμό. Ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ εἶναι μία ἁπλὴ μετάθεση τοῦ ἐρωτήματος. Γιατί τότε εἴμαστε ἐγωιστές; Φοβοῦμαι ὅτι, γιὰ τὴν ἔκταση ποὺ ἔχει πάρει ὁ ἐγωισμὸς σήμερα, φταίει κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, ἡ ἐποχή μας. Ἐνῶ σήμερα ἔχουμε δώσει τόση ἀξία στὸν ἄνθρωπο, στὶς προσωπικές μας σχέσεις, ἔχει μειωθεῖ ἡ πίστη μας σ\’ αὐτόν. Οἱ ἄνθρωποι μᾶς ἀπογοητεύουν. Δὲν τοὺς ἐμπιστευόμαστε. Ἔτσι, κλεινόμαστε ὁλοένα καὶ περισσότερο στὸν ἑαυτό μας. Ἐμπιστευόμαστε ὁλοένα καὶ περισσότερο στὶς δυνάμεις μας. Εἶναι βαρὺς ὁ κλῆρος τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐξαρτᾶ τὰ πάντα ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Γιατί, ὅμως, χάσαμε τὴν πίστη μας στὸν ἄνθρωπο; Προσωπικὰ δὲν ἔχω ἀμφιβολία, ὅτι αὐτὸ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι χάσαμε τὴν πίστη μας στὸ Θεό. Σκεφθεῖτε γιὰ λίγο αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω. Ἡ ἀπιστία ἤ ἡ ἀμφιβολία βαραίνει πάνω στὴν ὕπαρξή μας. Μᾶς ἀποδυναμώνει τὴν ἐλπίδα. Μᾶς ἀφαιρεῖ τὴ δυνατότητα νὰ χαλαρώσουμε. Εἴμαστε σφιγμένοι. Ἀφοῦ δὲν ἔχουμε κάποιον νὰ ἐνδιαφέρεται γιά μᾶς, αὐτόματα τὸ συναίσθημα τῆς αὐτοσυντηρήσεως μεγαλώνει. Προσπαθοῦμε, στὴν ἀπελπισία μας, νὰ κρατηθοῦμε ἀπ\’ ὅ,τι βροῦμε.
ΕΡΩΤ.: Πῶς μποροῦμε νὰ αἰσθανθοῦμε ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλο; Εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει ἔμφυτο σὲ ὁρισμένους ἤ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ;
BOYΛ.: Ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι προνόμιο ὁρισμένων. Εἶναι κάτι ἔμφυτο στὸν ἄνθρωπο. Ἁπλὴ ἀπόδειξη εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι μας, ἀνεξαιρέτως, ἀπὸ τὴ μία μεριὰ πικραινόμαστε βαθιά, ὅταν δὲν μᾶς ἀγαποῦν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐπιθυμοῦμε ζωηρὰ νὰ μᾶς προσφέρουν ἀγάπη. Ἡ δυσκολία εἶναι νὰ τὴν δείξουμε κι ἐμεῖς. Ἔχω ἀκούσει ἀρκετοὺς νὰ λένε ὅτι «θὰ παντρευτῶ ἀπὸ ἀγάπη κι ὅσο αὐτὴ ὑπάρχει, θὰ κρατήσω τὸ δεσμό μου». Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ παίρνουν, δυστυχῶς τὴν ἀγάπη σὰν κάτι δεδομένο, ποὺ ὑπάρχει ἤ δὲν ὑπάρχει, κι ὄχι σὰν κάτι ποὺ σὲ καλεῖ νὰ τὸ φροντίσεις, νὰ τὸ καλλιεργήσεις καὶ νὰ τὸ ἀναπτύξεις. Ἄν, ὅμως, ἡ ἀγάπη ἔχει ἄμεση σχέση μὲ τὴν εὐτυχία μας, καὶ εἴδαμε ὅτι ἔτσι εἶναι, τότε ἀξίζει τὸν κόπο νὰ παλαίψουμε γι\’ αὐτήν. Πρέπει, ὅμως στὴν προσπάθειά μας, νὰ ξεκινήσουμε σωστά. Ὅπως σὲ κάθε ἀγώνα, ἔτσι καὶ σ\’ αὐτὸν χρειάζεται μία τεχνική. Πρέπει πρῶτα ἀπ\’ ὅλα, νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ ἀγάπη μᾶς συμφέρει. Ἀμφιβάλλουμε γι’αὐτό; Ἂς κάνουμε μία δοκιμή. Ἂς χαλαρώσουμε γιὰ λίγο κι ἂς δείξουμε ἀγάπη. Τὶς περισσότερες φορὲς θὰ τὴν εἰσπράξουμε. Θὰ βροῦμε ἀνταπόκριση. Παρατηροῦμε ἔτσι, ὅτι ὁ κόσμος δὲν εἶναι τόσο κακός, ὅσο φανταζόμαστε. Διαπιστώνουμε ὅτι ἔχει ἀκόμα εὐαισθησία. Ἂν συνεχίσουμε τὸ πείραμα θὰ δοῦμε σιγὰ-σιγὰ ὅτι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀλλάζουν γύρω μας. Στὴν πραγματικότητα, ἔχουμε ἀλλάξει ἐμεῖς. Θέλουμε νὰ προχωρήσουμε πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή; Πρέπει τότε νὰ στρέψουμε τὴν φροντίδα μας μέσα στὸν ἑαυτό μας, γιὰ νὰ καλυτερέψουμε τὴν ποιότητα τῆς ἀγάπης μας. Κι αὐτὸ θὰ γίνεται ὅσο πιὸ πολὺ ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν ἐγωισμό. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα χρειάζεται ἡ ἄσκηση. Κι ἄσκηση δύσκολη, ἀλλὰ καὶ εὐχάριστη. Τὸ πόσο θὰ τραβήξει ἡ ἄσκηση αὐτὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ στόχο ποὺ βάζουμε καὶ ἀπὸ τὴν πίστη μας στὴν ἀξία τῆς ἀγάπης. Καὶ στὴν ἄσκησή μας γιὰ τὴν ἀγάπη ἔχουμε Κάποιον, ποὺ εἶναι πρόθυμος νὰ μᾶς βοηθήσει. Εἶναι Αὐτός, ποὺ τὴν ἔζησε στὴν τέλειά της μορφὴ καὶ μᾶς τὴ δίδαξε μὲ τόσους τρόπους, ἕνας ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶναι τὸ ἀνέβασμά Του πάνω στὸ σταυρό.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)