Η επανεύρεση της χριστιανικής μας ταυτότητας μέσα από το Πνεύμα των Χριστουγέννων


Δεν αναζητούν και, φυσικά, δεν βρίσκουν στα Χριστούγεννα τη γνήσια χριστιανική τους ταυτότητα, το αληθινό χριστιανικό νόημα της ύπαρξής τους, τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό, που γεννάται εξ ουρανών επί της γης, «ίνα ζωήν έχομεν και περισσόν έχομεν» (Ιω. 10, 10), αλλά να καλύπτονται κάτω από μια φολκλορική καρικατούρα, μιας ανθρωποκατασκευασμένης «γεννήσεως», άσχετης εντελώς με το πνεύμα της χριστιανικής μας πίστεως. Τα Χριστούγεννα, ωστόσο, δεν είναι μια κοσμική εορτή μιας οποιασδήποτε θρησκείας ή ανθρώπινης ιδεολογίας, αλλά είναι η εορτή της Θείας γεννήσεως του «νέου παιδίου», του ενανθρωπήσαντος Θεού, που αποκαλύπτεται, εκ του Πατρός, άνωθεν και φέρνει και εγκαθιδρύει στον κόσμο και στις ψυχές, την Εκκλησία και την πίστη. Καμιά σχέση, επομένως, δεν έχουν τα σύγχρονα φωταγωγημένα, κοσμικά, εμπορικού και ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα Χριστούγεννα με την αληθινή γέννηση του Θεανθρώπου και με την εύρεση της ζωής και της αλήθειας στο πρόσωπό Του. Η ευθύνη της Εκκλησίας και της Θεολογίας τόσο για τη σταδιακή απώλεια του αληθινού νοήματος και πνεύματος των Χριστουγέννων στον κόσμο όσο και για την ανάγκη επανεύρεσης της αλήθειας τους είναι μεγάλη. Διότι, σε καμιά περίπτωση δεν εξυπηρετεί το πνευματικό συμφέρον των Χριστιανών, η συνέχιση ενός παραποιημένου εορτασμού, που αλλοιώνει τη Θεολογία και τη Σωτηρία της Θείας Αποκαλύψεως. Η Εορτή των Χριστουγέννων θα πρέπει να επανέλθει, από το εμπορικό και φολκλορικό της πλαίσιο, στο οντολογικό, εκεί που οι άνθρωποι θα εορτάζουν, όχι ένα ανθρώπινο βρέφος σε μια φάτνη, που εκπροσωπεί ένα φανταστικό και ανύπαρκτο Θεό, αλλά το γεγονός που γεμίζει την ψυχή τους: «εύρομεν την αλήθειαν και γαρ εκ της Παρθένου ετέχθη ο Κύριος». Η γέννηση του Θεανθρώπου αποτελεί σπουδαίο Κεφάλαιο του Μυστηρίου της θείας συγκαταβάσεως του Θεανθρώπου, όπου ο Χριστός έρχεται και γεννάται, «ίνα σώση τον άνθρωπο». Οι Χριστιανοί ευλογούν και αποδέχονται, διά της πίστεως, τον Ερχόμενο Σωτήρα και Λυτρωτή: «Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις. ο Υιός του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται…». Ο Χριστός, συνεπώς, δεν γεννάται για να ξεφαντώνουν, με εξωτερικές εκδηλώσεις, οι Χριστιανοί μέσα στις ευωχίες, στα ξενύχτια και στις διασκεδάσεις, αλλά για να χαίρονται ψυχικά και να απαντούν πνευματικά, μέσα στο «Φως της γνώσεως», που φωτίζει τις ψυχές και για να αποδέχονται εσωτερικά το νόημα και τις συνέπειες αυτού του πρωτόγνωρου θείου Ερχομού. Οι εξωτερικές φωταγωγίες, τα ξενύχτια και οι στολισμοί καλύπτουν μόνον θρησκευτικές, αλλά μη θεολογικές αντιλήψεις των Χριστουγέννων, που διατηρούν τη Μεγάλη Εορτή της Θείας Απολυτρώσεως στο κέντρο των εγκόσμιων βλέψεων και στοχεύσεων, σύμφωνα με τις φαντασίες και τα φτωχά προσωρινά σχέδια ζωής του καθενός, μακριά, όμως, από τις ψυχές και τις συνειδήσεις. Δυστυχώς, όλο και πιο πολύ, κάποιοι Χριστιανοί, πέφτουν στον πειρασμό να εορτάζουν, τον Χριστό των Χριστουγέννων, όχι ως Υιό του Θεού, αλλά ως ένα κοινωνικό παράγοντα, έναν ανθρώπινο Χριστό, από τον οποίο προσδοκούν και αναμένουν συναισθηματικές μόνον και ανούσιες επικαλύψεις, χωρίς καμιά πνευματική ανάταση. Ωστόσο, το Μυστήριο της Ενανθρωπήσεως είναι το μυστήριο της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο, αποκαλυπτόμενο και νοηματοδοτούμενο, μόνον στο αληθινό πρόσωπο και έργο του Χριστού. Γι αυτό υπάρχει μεγάλη ανάγκη επανόδου της εορτής των Χριστουγέννων, από τις ανθρώπινες παρερμηνείες και αλλοιώσεις, που έχει οδηγηθεί, μέσω του Προτεσταντισμού ή άλλων, δυτικών κυρίως, θρησκευτικών κινημάτων και από τον πειρασμό της εκκοσμίκευσης και του φολκλορισμού, στο Πνεύμα και στο νόημα, που της έχει δώσει η πατροπαράδοτη ορθόδοξη Εκκλησία και πίστη. Ο Απ. Παύλος, ερμηνεύοντας το γεγονός, τονίζει ότι, έως τη Θεία Ενανθρώπηση, στη σχέση Θεού και ανθρώπου, υπήρχε ένα καθεστώς νηπιότητας και κοσμικότητας, ενώ, πλέον, η υιοθεσία, που προσφέρεται την εορτή της Θείας Ενανθρωπήσεως από τον Χριστό προς όλους τους πιστούς, είναι η μεγάλη δύναμη, που τους στρέφει στην αληθινή διάσταση της Θεολογικής δομής της Εορτής, με κέντρο της την Ορθόδοξη θεολογία: «ότε ήμεν νήπιοι, υπὸ τα στοιχεία του κόσμου ήμεν δεδουλωμένοι· ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεὸς τον υιὸν αυτοῦ, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπὸ νόμον, ίνα τους υπὸ νόμον εξαγοράσῃ, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν» Μετάφραση: (όταν ήμασταν νήπια, ήμασταν υποδουλωμένοι κάτω από τα στοιχεία του κόσμου. Όταν, όμως, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός απέστειλε τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα και που ήταν κάτω από το νόμο, για να εξαγοράσει αυτούς που είναι κάτω από το νόμο, ώστε να λάβουν την υιοθεσία). (Γαλ., 4, 1-7). Βέβαια, σε μια εποχή, που κυριαρχεί στον κόσμο το στοιχείο του Ορθολογισμού και της ύλης, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή η πίστη για την πνευματική υιοθεσία, που προσφέρει ο ίδιος ο Θεάνθρωπος στον άνθρωπο, κατά τη θεία Αποκάλυψή Του και που υπερβαίνει τη λογική και τη σκέψη. Ωστόσο, στην ορθόδοξη Θεολογία, μόνον η πίστη είναι αυτή που κάνει πιστευτά και αποδεκτά τα απίστευτα, ενώ η λογική αποδέχεται μόνον όσα είναι πιστευτά και αποδείξιμα από τη σκέψη. Γι αυτό ο άνθρωπος, που βασίζεται στη λογική και στη γνώση, φτιάχνει έναν Θεό στα μέτρα του, που μπορεί να τον ελέγχει, να τον οδηγεί και να τον κατευθύνει, σύμφωνα με τις επιθυμίες του, έναν Θεό όσο γίνεται πιο ανθρώπινο, πιο κατανοητό και πιο κοντά στις κοσμικές επιθυμίες και στην ανθρωποκεντρική τους ακολουθία. Είναι ο Θεός της Φιλοσοφίας, της Επιστήμης και του σχολαστικισμού, που δημιουργός του είναι το ανθρώπινο μυαλό. Αυτός, όμως, είναι ένας ψεύτικος Θεός, που δεν έχει καμιά υπόσταση και που τον πιστεύουν για αληθινό Θεό, όσοι δεν δέχτηκαν να λάβουν, να αποδεχτούν και να πιστέψουν την αλήθεια για τον Θεό από τον ίδιο τον Υιό Αυτού, που αποκαλύπτεται εντός της Εκκλησίας. Έτσι, οι άνθρωποι, στο πλαίσιο της αφροσύνης τους, έπλασαν και συνεχίζουν να πλάθουν, στη θέση της πίστεως του αληθινού Θεού, μια θρησκεία ενός ανύπαρκτου Θεού, που δεν είναι ο αποκαλυφθείς εκ Παρθένου Υιός του Θεού, αλλά ένας θρησκευτικός και φανταστικός Θεός. Η πίστη του Χριστού, ωστόσο, βρίσκεται στην πύλη του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, εντός της εκκλησιαστικής ζωής και εμπειρίας. Είναι μια δύναμη μυστική και ακατανόητη, «υπέρ λόγον και έννοιαν», πέρα από τα δυνατά και τα αδύνατα του λογικού, αφού, «όπου ο Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις». Είναι η πίστη που ελευθερώνει από τα σκοτάδια της πλάνης, που βρίσκονται οι άνθρωποι και από τις ματαιότητες του κόσμου, στις οποίες υποτάσσονται, μέσα στα ανώφελα ψαξίματα και διανοήματά τους. Η ανθρώπινη γνώση, που προέρχεται από την ανθρώπινη σοφία, όσο πλούσια και αν φαντάζει, λογικά, λόγω του υλιστικού και ελκυστικού ενδιαφέροντος που προκαλεί, παραμένει πτωχή και άνευρη πνευματικά. Η πίστη, ωστόσο, που έρχεται από τη Θεία σοφία και γνώση, ενέχει θησαυρούς, που δεν τους χωράει ούτε ο ουρανός ούτε η γη. Γι’ αυτό εκείνος που έχει ως στήριγμα στην καρδιά του την ελπίδα της πίστεως δεν στερείται ποτέ τίποτα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει την αίσθηση και την πεποίθηση ότι, ενώ δεν έχει τίποτα, με την πίστη τα έχει όλα, όπως μαρτυρεί ο Απ. Παύλος: «Ως μηδὲν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (Β΄ Κορ. 6, 10). Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παιδαγωγικής-Χριστιανικής Παιδαγωγικής Α.Π.Θ.

Τα Χριστούγεννα δεν είναι παραμύθι...


Πες μας μπαμπά για τα Χριστούγεννα… για την Φάτνη τον Ιωσήφ την Παναγίτσα και το Χριστούλη, τους Μάγους και τ΄ Αστέρι… Πάντα αυτές τις μέρες οι ψυχές μας γλυκαίνουν, ζεσταίνονται, μετράνε αντίστροφα ως το ξημέρωμα των Χριστουγέννων. Θυμόμαστε τα χρόνια που σαν παιδιά καρτερούσαμε τον ερχομό του μικρού Χριστού… που πάντα γεννάται… δεν γεννήθηκε ούτε θα γεννηθεί… Γεννάται. Ο ενεστώς… διαρκείας. Και εμείς ελπίζουμε πως αυτή η διάρκεια πάντα θα μας σκεπάζει, όπως οι γονείς μας όταν μετά το βραδινό παραμύθι σκέπαζαν τα ονείρατά μας και μας σταύρωναν για καληνύχτα. Τα χρόνια κύλησαν και πήραμε και εμείς την θέση τους, εκεί δίπλα σε ένα μικρό κρεβάτι με ένα βιβλίο παραμυθάδων στο χέρι, με μια φωνή ψιθυριστή στο σκοτάδι να διηγείται ό,τι μπορεί να ταξιδέψει στο όμορφο, να γαληνέψει μια παιδική ψυχή στην αγκαλιά του φύλακα Αγγέλου της. Τούτες τις νύχτες τις καρτερικές τα βιβλία των παραμυθάδων ας πάνε στην άκρη. Και οι φωνές μας οι ψιθυριστές ας γίνουν πιστευτές και ας πιάσουν να διηγούνται αυτά που γίνηκαν τότε… Μα αν δεν τα πιστεύουμε εμείς στ΄ αλήθεια πως θα νοιώσουν τις ιερές αλήθειες οι εύφορες παιδικές ψυχές; Αν εμείς δεν ξέρουμε όλες τις ιερές λεπτομέρειες εκείνης της συγκλονιστικής για τον άνθρωπο νύχτας, τι θα διηγηθούμε στα μικρά μας; Πόσοι γνωρίζουμε πως ο Χριστός γεννήθηκε Ξημέρωμα Κυριακής… Πόσοι γνωρίζουμε για το ταξίδι των μάγων μαζί με το αστέρι, τον συμβολισμό των δώρων… την Θεϊκή εμφάνιση στους αγραυλούντες ποιμένες… Ή καλύτερα πόσοι από εμάς πιστεύουμε, ότι όλα αυτά συνέβησαν πρσγματικά και ότι δεν αποτελούν απλά το σενάριο σε μια καλοσκηνοθετημένη σχολική γιορτούλα με τα παιδιά μας να υποδύονται ρόλους μπροστά από τις κάμερες και τις φωτογραφικές μας μηχανές; Απόψε το βράδυ θα διηγηθώ την ιστορία με τον εκ δεξιών ληστή , αυτόν που …λήστεψε τον Παράδεισο με το Μνησθητί μου Κύριε. Είχε συναντήσει την Ιερή Οικογένεια κατά την φυγή της στην Αίγυπτο… μα μόλις αντίκρυσε τον Σωτήρα στην αγκαλιά της Παναγιάς έκανε πίσω και δεν προχώρησε στα σκληρά του σχέδια, λέγοντας πως αν ποτέ ο Θεός κατέβαινε στη γη, θα έπαιρνε την μορφή αυτού του μωρού… Την διάβασα σε έναν λόγο του Αγίου Νικολάου του Βελιμίροβιτς. Αυτήν και πολλές άλλες θαυμαστές αλήθειες εκείνης της λυτρωτικής για το ανθρώπινο γένος Θεϊκής απόφασης… Να κατέβει ο Θεός επί γης και να ανέβει ο άνθρωπος στον ουρανό… Όλα τα βράδια που απομένουν μέχρι το ξημέρωμα της του Χριστού Γεννήσεως, θα θυμάμαι μια τέτοια αληθινή Ιστορία να την λέω ψιθυριστά εκεί δίπλα στις αγγελικές ψυχούλες… Να μην ξεχάσω όμως, κάθε τέτοια αληθινή διήγηση να την ξεκινάω όχι με το Μια φορά και έναν καιρό, μα με την φράση Τω καιρώ εκείνω… Τα Χριστούγεννα δεν είναι παραμύθι …μα η πιο γλυκιά παραμυθία της ανθρώπινης ψυχής… Nώντας Σκοπετέας

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΩΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


Δεν υπάρχει ανώτερο πράγμα απ’ αυτό που λέγεται μετάνοια και εξομολόγηση. Αυτό το μυστήριο είναι η προσφορά της αγάπης του Θεού στον άνθρωπο. Μ’ αυτό τον τέλειο τρόπο απαλλάσεται ο άνθρωπος απ’ το κακό, Πηγαίνομε, εξομολογούμαστε, αισθανόμαστε τη συνδιαλλαγή μετά του Θεού, έρχεται η χαρά μέσα μας, φεύγει η ενοχή. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει αδιέξοδο Δεν υπάρχει αδιέξοδο γιατί υπάρχει ο εξομολόγος, που έχει την χάρι να συγχωρεί. Μεγάλο πράγμα ο πνευματικός! … Κάθε μέρα σκέπτομαι ότι αμαρτάνω, αλλά επιθυμώ ό,τι μου συμβαίνει να το κάνω προσευχή και να μην το κλείνω μέσα μου. Η αμαρτία κάνει τον άνθρωπο πολύ μπερδεμένο ψυχικά. Το μπέρδεμα δεν φεύγει με τίποτα. Μόνο με το φως του Χριστού γίνεται το ξεμπέρδεμα. Την πρώτη κίνηση την κάνει ο Χριστός. «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες …». Μετά εμείς οι άνθρωποι αποδεχόμαστε αυτό το φως με την αγαθή μας προαίρεση, που την εκφράζομε με την αγάπη μας απέναντί Του, με την προσευχή, με τα μυστήρια, Για να μετανοήσει η ψυχή πρέπει να ξυπνήσει. Εκεί στο ξύπνημα αυτό, γίνεται το θαύμα της μετανοίας. Κι εδώ βρίσκεται η προαίρεση του ανθρώπου. Το ξύπνημα, όμως, δεν έγκειται μόνο στον άνθρωπο, Ο άνθρωπος μόνος δεν μπορεί. Επεμβαίνει ο Θεός. Τότε έρχεται η θεία χάρις. Χωρίς την χάρι δεν μπορεί να μετανοήσει ο άνθρωπος. Η αγάπη του Θεού θα κάνει το παν, Μπορεί να μεταχειρισθεί κάτι μια ασθένεια ή κάτι άλλο, εξαρτάται για να φέρει τον άνθρωπο σε μετάνοια. Άρα η μετάνοια δια της θείας χάριτος κατορθούται. Απλά και απαλά εμείς θα κάνουμε μία κίνηση προς τον Θεό κι από κει και πέρα έρχεται η χάρις, Μπορεί να μου πείτε, «Τότε με την χάρι γίνονται όλα». Αυτό είναι ένα λεπτό σημείο. Γίνεται κι εδώ εκείνο ακριβώς που λέω, Δεν μπορούμε ν’ αγαπήσομε τον Θεό, αν ο Θεός δεν μας αγαπήσει… Το ίδιο συμβαίνει και με τη μετάνοια. Δεν μπορούμε να μετανοήσουμε, αν ο Κύριος δεν μας δώσει μετάνοια... Και αυτό ισχύει για τα πάντα. Δηλαδή ισχύει το Γραφικό: «Χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν». Αν δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για να εγκύψει μέσα μας ο Χριστός, μετάνοια δεν έρχεται, Οι προϋποθέσεις είναι η ταπείνωση, η αγάπη, η προσευχή, οι μετάνοιες, ο κόπος για τον Χριστό. Αν δεν είναι το συναίσθημα αγνό, αν δεν υπάρχει απλότητα, αν η ψυχή έχει ιδιοτέλεια, δεν έρχεται η θεία χάρις, Συμβαίνει τότε να πηγαίνομε να εξομολογούμαστε, αλλά να μην αισθανόμαστε ανακούφιση. Η μετάνοια είναι πολύ λεπτό πράγμα. Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Η μετάνοια μας αγιάζει. Δεν ευθύνεται μονάχα ο άνθρωπος για τα παραπτώματά του. Τα λάθη, οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι μόνο προσωπικά βιώματα του εξομολογουμένου. Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει μέσα του και τα βιώματα των γονέων του και ειδικά της μητέρας, δηλαδή το πώς ζούσε η μητέρα του, όταν τον κυοφορούσε, αν στενοχωριόταν, τι έκανε, αν κουραζόταν το νευρικό της σύστημα, αν είχε χαρά, αν είχε θλίψη, αν είχε μελαγχολία. Έ, όλο το νευρικό σύστημα το δικό της επηρέασε το νευρικό σύστημα του εμβρύου της. Οπότε όταν γεννηθεί το παιδί και μεγαλώσει, παίρνει μέσα του και τα βιώματα της μητέρας του, δηλαδή άλλου ανθρώπου. Υπάρχει, όμως, ένα μυστικό. Υπάρχει κάποιος τρόπος ν’ απαλλαγεί ο άνθρωπος απ’ αυτό το κακό. Ο τρόπος αυτός είναι η γενική εξομολόγηση, η οποία γίνεται με την χάρι του Θεού, Πολλές φορές έχω μεταχειρισθή αυτή τη γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ’ αυτό. Την ώρα που τα λέεις στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει απ’ όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές διότι την ώρα που τα λες ο εξομολόγος εύχεται θερμά στον Κύριο για την απαλλαγή σου, Όλ’ αυτά που μου έλεγε τα παρακολουθούσα όχι απλώς με προσοχή, αλλά «έβλεπα» μέσα στον ψυχικό της κόσμο την επίδραση της προσευχής. Την παρακολουθούσα μέσα στην ψυχή της κι «έβλεπα» ότι πήγαινε χάρις μέσα της, όπως την εκοίταζα εγώ. Διότι στον πνευματικό υπάρχει χάρις και στον παπά υπάρχει χάρις, Το καταλαβαίνετε; Δηλαδή ενώ εξομολογείται ο άνθρωπος, ο ιερέας προσεύχεται γι’ αυτόν. Συγχρόνως, έρχεται η χάρις και τον ελευθερώνει απ’ τα ψυχικά τραύματα, που για χρόνια τον βασανίζουν, χωρίς να γνωρίζει την αιτία τους. Ώ, αυτά τα πιστεύω πολύ! Όλοι οι πνευματικοί οι εξομολόγοι έχουν αυτή την χάρι κι όταν εύχονται την εκπέμπουν ως αγωγοί!! την ευχή του να ΄χουμε και τη μνήμη του βίου και των λόγων του

Περί λογισμών


Από τους πονηρούς λογισμούς πού πολεμούν τον άνθρωπο, τρεις είναι οι πιο σκληροί: της απιστίας, της βλασφημίας και της πορνείας. Για να κοπάσει αυτός ο πόλεμος, πρέπει πρώτα να γνωρίζεις πότε αμαρτάνεις και πότε όχι: Δεν αμαρτάνεις όταν ο νους, η βούλησις, δεν συγκατατίθεται στους λογισμούς, πολύ περισσότερο όταν τους αποστρέφεσαι η τους περιφρονεί. Αμαρτάνεις, κάποτε και θανάσιμα, όταν ο νους αυτοπροαίρετα συγκρατεί τους λογισμούς και η καρδιά ηδύνεται και ευχαριστείται μ΄αυτούς. Όποιος πολεμιέται από πονηρούς λογισμούς και δεν τους αποδέχεται, ταράσσεται όμως νομίζοντας ότι αμάρτησε, αυτός είναι μικρόψυχος, εμπαίζεται από τον διάβολο και δεν γνωρίζει να διακρίνει μεταξύ προσβολής και συγκαταθέσεως. Μη παραξενεύεσαι πού οι ίδιοι λογισμοί φέρνουν μαζί τους και θάνατο και ζωή, αιώνιο θάνατο η αιώνια ζωή. Σ΄εκείνον πού τους αποδέχεται προκαλούν θάνατο. Σ΄εκείνον πού τους αποστρέφεται και τους πολεμά χαρίζουν ζωή, και αυξάνουν τον μισθό του στον ουρανό. Συμβαίνει κάποτε να έρχονται λογισμοί απιστίας η βλασφημίας κατά του Θεού, της Υπεραγίας Θεοτόκου η των αγίων. Καμιά φορά, αντικρίζοντας τα άχραντα και Θεία Μυστήρια η τις άγιες εικόνες, πέφτουν επάνω σου σαν μαύρο σύννεφο βλάσφημες σκέψεις. Περιφρόνησε αυτούς τους λογισμούς. Αδιαφόρησε. Μην ανησυχής και μη θλίβεσαι, γιατί έτσι χαροποιής τον διάβολο. Του αρκεί να σε βλέπει θλιμμένο και συγχυσμένο, αν δεν κατορθώσει κάτι χειρότερο. Θα επαυξήσει τότε τους λογισμούς σου, για να εξουθενώσει τελείως τη συνείδησή σου. Όταν όμως σε δει να περιφρονείς τους βλάσφημους λογισμούς, θα απομακρυνθεί ντροπιασμένος. Πρόσεξε, και θα διαπιστώσεις ότι και τα τρία είδη των λογισμών γεννιούνται συχμνά από την κατάκριση. Μην κατακρίνης τον αδελφό σου και θα καταφέρεις γενναίο πλήγμα στους πονηρούς λογισμούς. Επειδή όμως ο πόλεμος των λογισμών ταλαιπωρεί συνήθως τους υπερηφάνους και φθονερούς, ο πιό σίγουρος τρόπος για να απαλλαγείς απ΄αυτόν είναι να καλλιεργήσεις μέσα σου την ταπείνωση και την ακακία. Οι άγιοι Πατέρες διδάσκουν και υποδεικνύουν τα μέσα και τους τρόπους πού θα χρησιμοποιήσεις για νικήσεις τους λογισμούς και να καταισχύνης τους δαίμονες πού τους σπέρνουν μέσα σου: Να τους φανερώνεις στον πνευματικό σου με την εξομολόγηση. Να προσεύχεσαι στον Κύριο με θέρμη, αναθέτοντας σ΄Εκείνον την ασθένειά σου και ομολογώντας την αδυναμία σου. Να καλλιεργείς μέσα σου τη συντριβή του νου, την αυτομεμψία και, γενικά, ταπεινό φρόνημα. Ν΄αγαπήσεις τη νηστεία, πού θανατώνει προ παντώς τους σαρκικούς λογισμούς. Ν΄αγαπήσεις τους σωματικούς κόπους και μόχθους, πού ταπεινώνουν το σώμα και πνίγουν μέσα στον ιδρώτα σου τις πανουργίες των δαιμόνων. Να ζεις συνέχεια με τη μνήμη του θανάτου και της φοβερής κρίσεως του Θεού. Ν΄αντιπαραθέτεις στους ρυπαρούς λογισμούς άλλους λογισμούς, υγιείς και θεάρεστους. Τέλος, αν είσαι δυνατός, περιφρόνησε και περιγέλασε τους λογισμούς, κι ύστερα προσπέρασέ τους τους αδιάφορα. Ο τελευταίος αυτός τρόπος εξευτελίζει τους δαίμονες. Αγίου Δημητρίου του Ροστώφ “Πνευματικό Αλφάβητο” Εκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 19-12-2021 (Πρό των Χριστουγέννων)


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Προς Εβραίους (ια΄ 9-10, 24-26, 32-40) Ἀδελφοί, (9-10) Πίστει παρῴκησεν Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. (24-26) Πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. (32-40) Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τούς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Ἀδελφοί, (9-10) Μὲ τὴν πίστιν κατῴκησε ὁ Ἀβραὰμ εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας σὰν ξένος σὲ μιὰ ξένη χώρα, ζῶν σὲ σκηνές, μαζὶ μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν συγκληρονόμοι τῆς ἰδίας ὑποσχέσεως, διότι ἐπερίμενε τὴν πόλιν, ἡ ὁποία εἶχε στερεὰ θεμέλια καὶ τῆς ὁποίας ἀρχιτέκτων καὶ δημιουργὸς εἶναι ὁ Θεός. (24-26) Μὲ τὴν πίστιν ὁ Μωϋσῆς, ὅταν ἐμεγάλωσε, ἀρνήθηκε νὰ ὀνομάζεται υἱὸς τῆς θυγατρὸς τοῦ Φαραώ, διότι ἐπροτίμησε μᾶλλον νὰ ὑποφέρῃ μαζὶ μὲ τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ παρὰ νὰ ἔχῃ τὴν πρόσκαιρη ἀπόλαυση ἁμαρτωλῶν πραγμάτων. Ἐθεώρησε μεγαλύτερον πλοῦτον ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Χριστοῦ, καθ’ ὅσον ἀπέβλεπε εἰς τὴν ἀνταπόδοσιν. (32-40) Καὶ τί ἀκόμη νὰ πῶ; Δὲν μοῦ ἐπιτρέπει ὁ χρόνος νὰ σᾶς διηγηθῶ διὰ τὸν Γεδεών, τὸν Βαράκ, τὸν Σαμψών, τὸν Ἰεφθάε, τὸν Δαυΐδ καὶ Σαμουὴλ καὶ τοὺς προφήτας, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν πίστιν ἀνέτρεψαν βασίλεια, ἔκαναν ἔργα δικαιοσύνης, ἐπέτυχαν τὴν πραγματοποίησιν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβησαν τὴν δύναμιν φωτιᾶς, διέφυγαν τὴν σφαγήν, ἔγιναν ἀπὸ ἀδύνατοι δυνατοί, ἔγιναν ἰσχυροὶ σὲ καιρὸν πολέμου, ἔτρεψαν εἰς φυγὴν παρατάξεις τῶν ἐχθρῶν. Γυναῖκες ἔλαβαν τοὺς νεκρούς των δι’ ἀναστάσεως, ἄλλοι δὲ ἐβασανίσθησαν καὶ δὲν ἐδέχθησαν νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι, διὰ νὰ ἐπιτύχουν μίαν ἄλλην καλυτέραν ἀνάστασιν. Ἄλλοι ἐδοκιμάσθησαν μὲ ἐμπαιγμοὺς καὶ μαστίγωσιν, ἀκόμη δὲ καὶ μὲ δεσμὰ καὶ φυλακήν. Ἐλιθοβολήθησαν, ἐπριονίσθησαν, ὑπέστησαν πολλὰς δοκιμασίας, ἐθανατώθησαν μὲ μάχαιραν, περιπλανῶντο φοροῦντες δέρματα προβάτων καὶ δέρματα αἰγῶν, ἐστεροῦντο, ὑπέφεραν θλίψεις καὶ κακουχίας, (ἄνθρωποι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο ἄξιος ὁ κόσμος), ἐπλανῶντο σὲ ἐρήμους καὶ σὲ βουνὰ, σὲ σπήλαια καὶ σὲ τρύπες τῆς γῆς. Ὅλοι αὐτοί, ἂν καὶ εἶχαν καλὴν μαρτυρίαν διὰ τὴν πίστιν τους, δὲν ἔλαβαν ὅ,τι εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός, διότι εἶχε ὁ Θεὸς προβλέψει κάτι καλύτερον ἀναφορικῶς μ’ ἐμᾶς διὰ νὰ μὴ φθάσουν ἐκεῖνοι εἰς τὴν τελειότητα χωρὶς ἐμᾶς. ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Κατά Ματθαίον (α΄1-25) Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ, υἱοῦ Ἀβραάμ. Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ, Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών, Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί, Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυῒδ τὸν βασιλέα. Δαυῒδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου, Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ροβοάμ, Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά, Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν, Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν, Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν, Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος. Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ, Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ, Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ, Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραάμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες. Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. Μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν. Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυῒδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου. Τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός. Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Βιβλίο τῆς ἱστορίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Δαυὶδ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Ἀβραάμ. Ὁ Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, ὁ Ἰσαὰκ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, ὁ Ἰακὼβ ἐγέννησε τὸν Ἰούδα καὶ τοὺς ἀδεφλούς του, ὁ Ἰούδας ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἀπὸ τὴν Θαμάρ, ὁ Φαρὲς ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, ὁ Ἐσρὼμ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ, ὁ Ἀρὰμ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, ὁ Ἀμιναδὰβ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, ὁ Ναασσὼν ἐγέννησε τὸν Σαλμών, ὁ Σαλμὼν ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἀπὸ τὴν Ραχάβ, ὁ Βοὸζ ἐγέννησε τὸν Ὠβήδ ἀπὸ τὴν Ρούθ, ὁ Ὠβὴδ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί, ὁ Ἰεσσαὶ ἐγέννησε τὸν Δαυΐδ τὸν βασιλέα. Ὁ Δαυὶδ ὁ βασιλεύς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἀπὸ τὴν σύζυγον τοῦ Οὐρία, ὁ Σολομὼν ἐγέννησε τὸν Ροβοάμ, ὁ Ροβοὰμ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, ὁ Ἀβιὰ ἐγέννησε τὸν Ἀσά, ὁ Ἀσὰ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, ὁ Ἰωσαφὰτ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, ὁ Ἰωρὰμ ἐγέννησε τὸν Ὀζιάν, ὁ Ὀζίας ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, ὁ Ἰωάθαμ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, ὁ Ἄχαζ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν, ὁ Ἐζεκίας ἐγέννησε τὸν Μανασσῆν, ὁ Μανασσῆς ἐγέννησε τὸν Ἀμών, ὁ Ἀμὼν ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν, ὁ Ἰωσίας ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφούς του κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς αἰχμαλωσίας εἰς τὴν Βαβυλῶνα. Μετὰ δὲ τὴν αἰχμαλωσίαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα ὁ Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, ὁ Σαλαθιὴλ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ, ὁ Ζοροβάβελ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, ὁ Ἀβιοὺδ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, ὁ Ἐλιακεὶμ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ, ὁ Ἀζὼρ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, ὁ Σαδὼκ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, ὁ Ἀχεὶμ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ, ὁ Ἐλιοὺδ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, ὁ Ἐλεάζαρ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, ὁ Ματθὰν ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, ὁ Ἰακὼβ ἐγέννησε τὸν Ἰωσήφ, τὸν ἄνδρα τῆς Μαρίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐγεννήθη ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποίος λέγεται Χριστός. Ὅλαι λοιπὸν αἱ γενεαὶ ἀπὸ τοῦ Ἀβραὰμ μέχρι τοῦ Δαυΐδ εἶναι γενεαὶ δεκατέσσερις καὶ ἀπὸ τοῦ Δαυΐδ μέχρι τῆς αἰχμαλωσίας εἰς τὴν Βαβυλῶνα εἶναι γενεαὶ δεκατέσσερις καὶ ἀπὸ τῆς αἰχμαλωσίας εἰς τὴν Βαβυλῶνα μέχρι τοῦ Χριστοῦ εἶναι γενεαὶ δεκατέσσερις. Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις ἔγινε κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἀφοῦ ἡ μητέρα του Μαρία ἀρραβωνιάσθηκε μὲ τὸν Ἰωσήφ, ἔμεινε ἔγκυος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου πρὶν νὰ συνευρεθοῦν. Ὁ ἄνδρας της, ὁ Ἰωσήφ, ἐπειδὴ ἦτο δίκαιος καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὴν ἐκθέσῃ, ἐσκέφθηκε νὰ τὴν διώξῃ κρυφά. Καὶ ἐνῷ ἔτσι ἐσκέπτετο, ἄγγελος τοῦ Κυρίου τοῦ παρουσιάσθηκε εἰς τὸ ὄνειρόν του καὶ τοῦ εἶπε, «Ἰωσήφ, υἱὲ τοῦ Δαυΐδ, μὴ φοβηθῇς νὰ πάρῃς μαζί σου τὴν Μαριάμ, τὴν γυναῖκα σου, διότι ἐκεῖνο ποὺ ἐγεννήθηκε μέσα της προέρχεται ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον. Θὰ γεννήσῃ δὲ υἱὸν, τὸν ὁποῖον θὰ ὀνομάσῃς Ἰησοῦν, διότι αὐτὸς θὰ σώσῃ τὸν λαόν του ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας του». Ὅλα αὐτὰ ἔγιναν διὰ νὰ ἐκπληρωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Κύριον διὰ τοῦ προφήτου, «Ἰδοὺ ἡ παρθένος θὰ συλλάβη καὶ θὰ γεννήσῃ υἱὸν καὶ θὰ τὸν ὀνομάσουν Ἐμμανουήλ», τὸ ὁποῖον μεταφραζόμενον σημαίνει, «Μαζί μας εἶναι ὁ Θεός». Ὅταν ὁ Ἰωσὴφ ἐξύπνησε, ἔκανε ὅπως τὸν διέταξε ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου, ἐπῆρε δηλαδὴ τὴν γυναῖκα του μαζί του· καὶ δὲν εἶχε καμίαν σχέσιν μαζί της μέχρις ὅτου ἐγέννησε τὸν υἱόν της τὸν πρωτότοκον καὶ τὸν ὠνόμασεν Ἰησοῦ.