Προσοχή την ψυχή μας!


Η ψυχή μας είναι εικόνα του Θεού, όταν όμως τη μολύνουμε με αμαρτία, τι κάνουμε τότε; Ρίχνουμε την εικόνα του Θεού στον βόρβορο. Ω ψυχή μας, πόσο σε καταφρονούμε! Ω Θεέ, πώς υπομένεις τέτοια καταφρόνηση! Τιμούμε την εικόνα ενός βασιλιά ή άρχοντα και δεν τιμούμε την ψυχή μας στην οποία χάραξες Εσύ την εικόνα Σου. Τίποτε δεν είναι πολυτιμότερο της ψυχής, και όμως για μία εφήμερη απόλαυση ή για πρόσκαιρη τιμή ή γι’ απόκτηση λίγου πλούτου πωλούμε την ψυχή μας, τον πολύτιμο αυτό θησαυρό. Αν είχαμε πολλές ψυχές θα μας έμενε άλλη, αλλ’ εμείς έχουμε μία και μόνη ψυχή, για την οποία έγιναν τα ουράνια και τα επίγεια, για την οποία κοπιάζει η φύση, κινείται ο ουρανός, λάμπει ο ήλιος, καρποφορεί η γη, γεννιούνται τα φυτά και τα ζώα, και για την οποία κτίστηκε ο Παράδεισος, ετοιμάστηκε η Βασιλεία των ουρανών, η ατελεύτητη μακαριότητα, η απέραντη δόξα και όλα εκείνα τα αγαθά της αιώνιας ζωής «α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α’ Κορ. 2:9). Και αν χάσουμε την ψυχή μας, χάνουμε τα πάντα: και γη και ουρανό, και κόσμο και Παράδεισο, και αυτή την πρόσκαιρη ζωή και την αιώνια. Για να δοκιμάσει ο Θεός την υπομονή του δικαίου Ιώβ, έδωσε άδεια στον Διάβολο να τον πειράξει, να τον ζημιώσει, να τον λυπήσει και να τον βλάψει στα πλούτη του, στα παιδιά του, στην υγεία του, την ψυχή του όμως να μην αγγίξει! «Ιδού πάντα όσα εστίν αυτώ δίδωμί σοι, πλην την ψυχήν αυτού διαφύλαξον». Έγινε φτωχός εν ριπή οφθαλμού ο πλουσιότατος Ιώβ, τα αναρίθμητα ζώα, μικρά και μεγάλα κατακάηκαν, τα ψηλά παλάτια γκρεμίστηκαν από βίαιη πνοή ανέμου, τα παιδιά του σε μια ώρα έλαβαν πρόωρο και αιφνίδιο θάνατο, αυτός φτωχός, έξω από την πόλη πληγιασμένος από το κεφάλι ως τα πόδια, κείτονταν στην κοπριά, την ημέρα να φλογίζεται από τον καύσωνα του ηλίου, τη νύκτα να βασανίζεται από τον παγετό. Ο Ιώβ έχασε τα πάντα. Ο Ιώβ, όχι, δεν έχασε απολύτως τίποτε, διότι δεν έχασε την ψυχή του. Τι λέει; Έχασα τα πλούτη μου; Αλλ’ εγώ γυμνός γεννήθηκα, τι το παράδοξο αν πεθάνω γυμνός; «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί». Έχασα τα παιδιά μου; Αλλά «ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο». Έχασα την υγεία μου; Έτσι άρεσε στον Θεό μου, «ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο». Έχασα τα πάντα, και δεν έχασα τίποτα, διότι η ψυχή μου έμεινε ακέραιη, παρ’ όλες τις δοκιμασίες είμαι δίκαιος ενώπιον του Θεού και γι’ αυτό δοξάζω, ευχαριστώ και ευλογώ το άγιο όνομά Του. «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον!» (Ιώβ κεφ. 1-2) Πόση πρόνοια έχει ο φιλάνθρωπος Κύριος όταν παραχωρεί θλίψεις ή για να μας δοκιμάσει ή για να μας παιδεύσει δίνοντας άδεια στον διάβολο να μας πειράξει, να μας βλάψει σε όλα εκτός από την ψυχή μας! «Την ψυχήν αυτού διαφύλαξον». Να μη βλάψει την ψυχή, τη μονογενή αυτή θυγατέρα του Ιησού Χριστού, την κληρονόμο της Βασιλείας Του, την οποία μάλιστα παραδίδει σε άγγελο φύλακα να τη σκέπει, να τη φυλάγει «από φόβου νυκτερινού, από βέλους πετομένου ημέρας, από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου, από συμπτώματος δαιμονίου μεσημβρινού» (Ψαλ. 90:5-6). Και γιατί; Διότι όλα τα άλλα –λέει ο ιερός Χρυσόστομος– πρώτον, είναι πολλά, και αν λείψει το ένα, μένει το άλλο, «οπότερον τούτο βλαβή, δια του ετέρου την χρείαν παραμυθούμεθα», και δεύτερον, αν τα χάσουμε σήμερα, μπορούμε να τα βρούμε αύριο, όπως τα βρήκε όλα διπλά ο Ιώβ. Η ψυχή όμως είναι μία και αν τη χάσουμε χάθηκαν τα πάντα· «εάν ταύτην απολέσωμεν, εν τίνι βιοτεύσωμεν;» Αν εμείς έχουμε ένα μονάκριβο παιδί, πόση είναι η φροντίδα μας να μη το βλάψει, να μη το πικράνει κανείς, παρά το ότι δεν εξαρτάται από αυτό η σωτηρία μας; Επίσης αν έχουμε έναν πολύτιμο λίθο, τον φυλάμε με πολύ επιμέλεια, παρά το ότι με αυτόν δεν μπορούμε να αγοράσουμε τον Παράδεισο. Την ψυχή μας όμως αν τη χάσουμε σε τίποτα δεν θα ωφεληθούμε, διότι γι’ αυτή ζούμε οι άνθρωποι στον κόσμο και με αυτή ελπίζουμε να ζήσουμε στον Παράδεισο. Αν τη χάσουμε, χάθηκαν τα πάντα, και τότε; «Εάν ταύτην απολέσωμεν, εν τίνι βιοτεύσωμεν;» Της ψυχής μας το μεγάλο προνόμιο είναι ότι είναι αθάνατη. Ο μάταιος και φθαρτός κόσμος με καθετί ωραίο, καλό και πολύτιμο κάποτε θα έχει τέλος. «Παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 7:31). Αργά ή γρήγορα θα έρθει ο θάνατος που σε όλα φέρνει το τέλος. Ό,τι και αν έχουμε στον κόσμο αυτό, όλα ή χάνονται ή εγκαταλείπονται, διότι «πάσα σαρξ ως χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος και το άνθος αυτού εξέπεσε» (Α’ Πέτρ. 1:24), η ψυχή μας μόνο μένει αθάνατη, ζει αιώνια, δεν πεθαίνει ποτέ. Ποιό λοιπόν το όφελος αν κερδίσει ο άνθρωπος τον κόσμο όλο που κάποτε θα τελειώσει, ενώ είναι μεγάλη η ζημία αν χάσει την ψυχή του που μένει στον αιώνα; Αν ο άνθρωπος χάσει την ελευθερία μπορεί να την εξαγοράσει, αν χάσει υγεία είναι δυνατό να θεραπευθεί, αν χάσει και τη ζωή του ακόμη, μπορεί να αναστηθεί, αλλά αν χαθεί η ψυχή δεν υπάρχει εξαγορά. Του Παραδείσου τα κλειδιά ο Θεός τα παρέδωσε σε χέρια ανθρώπων· «καί δώσω σοι –είπε στον Πέτρο και σε όλους τους Αποστόλους– τας κλεις της βασιλείας των ουρανών» (Ματθ. 16:19). Του Άδη τα κλειδιά δεν τα έδωσε σε άνθρωπο, ούτε σε άγγελο, αλλά τα κράτησε ο ίδιος ο Θεός, όπως το λέει στην Αποκάλυψη: «καί έχω τας κλεις του άδου» (Απ. 1:18). Και γιατί τα κλειδιά του Παραδείσου, που είναι το ανάκτορο του Θεού, το βασιλικό παλάτι της δόξας, τα έδωσε σε χέρια ανθρώπων, και τα κλειδιά του Άδη που είναι η φοβερή φυλακή του εξωτέρου σκότους, το βασανιστήριο των κολαζομένων ψυχών, τα κράτησε ο ίδιος ο Θεός, ο Βασιλεύς και Κύριος; Για να μάθουμε ότι σε αυτή τη ζωή, όταν θελήσουμε να ανοίξουμε τον Παράδεισο για να ασφαλίσουμε μέσα εκεί την ψυχή μας, εύκολο είναι να βρούμε τα κλειδιά. Τα έχει παραδώσει σε ανθρώπους εδώ κάτω στη γη, αν τα ζητήσουμε τα βρίσκουμε στα χέρια κάθε πνευματικού πατρός. Αλλά αν έρθει αιφνίδιος ή φυσικός θάνατος και μας βρει ή φορτωμένους από τα βάρη του κόσμου, ή δεμένους με τις αλυσίδες της αμαρτίας και πεθάνουμε αδιόρθωτοι, αμετανόητοι, ανεξομολόγητοι, ακοινώνητοι, πού θα βρούμε τα κλειδιά του Άδη για να ελευθερώσουμε τη φυλακισμένη ψυχή μας; Άνθρωπος δεν τα έχει, άγγελος δεν τα παρέλαβε, τα κρατά ο ίδιος ο Θεός. Ο Κριτής τότε δεν δείχνει έλεος, δεν ανοίγει, διότι κλείστηκε η θύρα. Ελπίδα ελευθερίας δεν υπάρχει, διότι στον Άδη δεν υπάρχει μετάνοια. Αλλά, ψυχή, είσαι το τελειότερο και ωραιότερο πλάσμα, διότι είσαι εικόνα τού Θεού, είσαι το πολυτιμότερο κτήμα, διότι είσαι αθάνατη. Ο εσταυρωμένος Ιησούς, ο Υιός του Θεού του ζώντος, έχυσε το ατίμητο αίμα Του για να σε εξαγοράσει, έδωσε την κολυμβήθρα του αγίου βαπτίσματος για να σε πλύνει, διέταξε άλλο, «δεύτερο βάπτισμα», τη μετάνοια, για να σε καθαρίσει, ετοίμασε την τράπεζα των αχράντων μυστηρίων Του για να σε θρέψει, έκτισε εδώ στον κόσμο Εκκλησία για να σε αγιάσει, εκεί δε Παράδεισο για να ζήσεις με μακαριότητα στους αιώνες των αιώνων. Ό,τι ήταν δυνατό το έκανε η άκρα αγαθότητα και ευσπλαχνία Του για να σώσει τις ψυχές μας, και εμείς κάνουμε ό,τι μας υπαγορεύει η άκρα κακία μας για να τη χάσουμε. Είναι όμως προτιμότερο να χάσουμε καθετί που προσφέρει ο κόσμος και να κερδίσουμε την ψυχή μας· διότι, «τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Ματθ. 16:26). Δημήτριος Παναγόπουλος (Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 16, σελ. 47)

Θεέ μου, γιατί σε εγκατέλειψα;


Μπροστά στο φάσμα της γενικευμένης κρίσης που διερχόμαστε πνευματικής, οικονομικής, οικογενειακής, προσωπικών σχέσεων, έχουμε και την σοβαρότητα του φαινομένου στον άλλοτε πιστό άνθρωπο και την απομάκρυνσή του από το Θεό, σε μία υφιστάμενη πλέον κρίση σχέσεως του ανθρώπου με το Θεό Πατέρα και Δημιουργό μας Σωστά μας είπαν, πως η ουσία της πνευματικής κρίσης είναι η απουσία νοήματος ζωής και ο εγκλωβισμός του ανθρώπου στο ευθύγραμμο παρόν, δηλαδή ο εγκλωβισμός του στο εγωκρατούμενο ένστικτο. Ένα παρόν δίχως μέλλον, χωρίς όραμα, καταδικασμένο στο ανιαρό και μονότονο. Eπόμενο είναι μία απουσία νοήματος της ζωής να την οδηγεί σε κυνήγι ευδαιμονίας, σε αναζήτηση εγωιστικής απόλαυσης. Αυτή η απουσία συνιστά την πιο ριζική προσωπική ανθρώπινη κρίση. Σηματοδοτεί την υπαρξιακή του απουσία με όλες τις τραγικές συνέπειες, την ανικανότητά του να αντισταθεί σε ό,τι τον ευτελίζει. Είναι πολύ σημαντικό να μην ξεχάσουμε πως είμαστε όντα καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή, ό,τι κι αν γίνει, κυνηγάμε να μοιάσουμε σε κάτι. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι κάποιος δυνατός με ηρωϊκές επεμβάσεις θα καθορίσει τις επιλογές μας. Στον κόσμο που ζούμε, οι ήρωες μήτε χαϊδεύουν, μήτε κλαίνε, μήτε συμπονούν. Μόνο κατακτούν. Και τότε ; Ποιός θάναι αυτός ο ήρωας ; Η Εκκλησία δίνει την λύση. Η Εκκλησία είναι ένα σχολείο σχέσεως παιδιών μ’ έναν Πατέρα απύθμενης ταπείνωσης και νικητή κάθε μορφής εξουσίας. Όσο κρατιέται ζωντανή αυτή η εικόνα του Θεού, κρατιέται ζωντανό το όραμα μιας Βασιλείας με πολίτες που έχουν μάθει να ανήκουν και να αγωνίζονται για σκοπούς και όνειρα, που ξεπερνούν τα μικρά και στενά ατομικά τους όρια, το ψέμα και τον πανικό, ότι η ζωή είναι ένα εγώ εξουσίας. Για να τα πούμε τα πράγματα και με τ’ όνομά τους, ας γνωρίζουμε ότι τα παιδιά εν πολλοίς στην πατρίδα μας, είναι είδος εν ανεπαρκεία και μοιραία είδος εν ανεπαρκεία είναι και οι καλοί πατεράδες. Συμβαίνει στα σπίτια, συμβαίνει στην Εκκλησία, συμβαίνει οπουδήποτε. Ο πειρασμός μή νομίζετε ότι καταλαβαίνει από ετικέτες χώρου, μήτε κάν από την ετικέτα “εκκλησία”. Καραδοκεί να μετατρέψει την οποιαδήποτε σχέση, ακόμη και την πιο “πνευματική”, σε σχέση εξουσίας. Καλό είναι όμως να θυμόμαστε ότι δυνατότερη κι από την πιο πικρή “πατρική” προδοσία στη ζωή αυτή στέκει η προσευχή “μη εισενέγκεις ημας εις πειρασμόν” προς τον Πατέρα πατέρων και υιών και μητέρων και θυγατέρων. Τι Του ζητάμε εκείνη την ώρα ; Να μην επιτρέψει ποτέ να ξεχάσουμε να Τον φωνάζουμε Πατέρα μου και να μη τον εγκαταλείψουμε. Μόνο ο Θεός γνωρίζει πόσοι έχασαν το πρόσωπο του επουρανίου Πατέρα εξαιτίας λαθών και αστοχιών κάποιων επιγείων πατέρων. Πόσοι και πόσες δεν αναζήτησαν την….ωριμότητα και τη χειραφέτησή τους μέσα από τη ρήξη με τους προπάτορές τους. Ορφανές γενιές ορφάνεψαν τις επόμενες, μπλεγμένες στο παιχνίδι των ισορροποιών ανάμεσα στις αρχές και τη σχέση, στο δέον και το συναίσθημα, στην εξουσία και την τρυφερότητα. Οδυνηρές πορείες σε δρόμους αδιέξοδους, στρωμένους με τις καλύτερες των προθέσεων. Όποιος όμως συμφιλιώθηκε με τον Θεό-Πατέρα της θυσίας και της αποδοχής του ως παιδιού του Θεού, κράτησε και για το δικό του παιδί ανοιχτό τον δρόμο της συνάντησης με τον Πατέρα όλων μας και ξαναβρήκε και ο ίδιος τον άγγελο των παιδιάστικων χρόνων του, ώριμος πλέον να αποδεχθεί το δώρο της ζωής, έτοιμος να γεννήσει και να αναθρέψει υιούς και θυγατέρες με συνείδηση των ορίων τους, με αξιοπρέπεια και χριστιανική παιδαγώγηση, πολίτες της επερχομένης Βασιλείας. Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας

Χριστούγεννα: ένας ετήσιος σταθμός λύτρωσης για τον άνθρωπο


Οι πιστοί Χριστιανοί βιώνουν στην καρδιά τους την Γέννηση του Θεανθρώπου, ως προσωπική τους θέωση. Οι Πατέρες τόνισαν την αλήθεια ότι «αεί Χριστούγεννα εστί» και «αεί Πάσχα εστί» και «αεί Πεντηκοστή εστί». Η εν Χριστώ ζωή, ως ενότητα του πιστού με τον Χριστό, είναι βίωση της ζωής του Χριστού. Επειδή όμως, ως πεπτωκότες, εύκολα ξεχνούμε και έχουμε ανάγκη πνευματικών σταθμών για μεγαλύτερη πνευματική εμβάθυνση, γι’ αυτό η Εκκλησία διένειμε τους απολυτρωτικούς σταθμούς του έργου του Χριστού σε ολόκληρο το χρόνο. Άλλωστε, η βίωση του Χριστού είναι καθολική, που σημαίνει ότι δεν βιώνουμε το ένα μετά το άλλο τα γεγονότα της ζωής του Χριστού, ούτε βιώνουμε διαδοχικά και σταδιακά τις αρετές, αλλά αυξανόμαστε καθολικά εν Χριστώ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος, Όσοι πιστοί, εκδ. Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)

Η επανεύρεση της χριστιανικής μας ταυτότητας μέσα από το Πνεύμα των Χριστουγέννων


Δεν αναζητούν και, φυσικά, δεν βρίσκουν στα Χριστούγεννα τη γνήσια χριστιανική τους ταυτότητα, το αληθινό χριστιανικό νόημα της ύπαρξής τους, τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Χριστό, που γεννάται εξ ουρανών επί της γης, «ίνα ζωήν έχομεν και περισσόν έχομεν» (Ιω. 10, 10), αλλά να καλύπτονται κάτω από μια φολκλορική καρικατούρα, μιας ανθρωποκατασκευασμένης «γεννήσεως», άσχετης εντελώς με το πνεύμα της χριστιανικής μας πίστεως. Τα Χριστούγεννα, ωστόσο, δεν είναι μια κοσμική εορτή μιας οποιασδήποτε θρησκείας ή ανθρώπινης ιδεολογίας, αλλά είναι η εορτή της Θείας γεννήσεως του «νέου παιδίου», του ενανθρωπήσαντος Θεού, που αποκαλύπτεται, εκ του Πατρός, άνωθεν και φέρνει και εγκαθιδρύει στον κόσμο και στις ψυχές, την Εκκλησία και την πίστη. Καμιά σχέση, επομένως, δεν έχουν τα σύγχρονα φωταγωγημένα, κοσμικά, εμπορικού και ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα Χριστούγεννα με την αληθινή γέννηση του Θεανθρώπου και με την εύρεση της ζωής και της αλήθειας στο πρόσωπό Του. Η ευθύνη της Εκκλησίας και της Θεολογίας τόσο για τη σταδιακή απώλεια του αληθινού νοήματος και πνεύματος των Χριστουγέννων στον κόσμο όσο και για την ανάγκη επανεύρεσης της αλήθειας τους είναι μεγάλη. Διότι, σε καμιά περίπτωση δεν εξυπηρετεί το πνευματικό συμφέρον των Χριστιανών, η συνέχιση ενός παραποιημένου εορτασμού, που αλλοιώνει τη Θεολογία και τη Σωτηρία της Θείας Αποκαλύψεως. Η Εορτή των Χριστουγέννων θα πρέπει να επανέλθει, από το εμπορικό και φολκλορικό της πλαίσιο, στο οντολογικό, εκεί που οι άνθρωποι θα εορτάζουν, όχι ένα ανθρώπινο βρέφος σε μια φάτνη, που εκπροσωπεί ένα φανταστικό και ανύπαρκτο Θεό, αλλά το γεγονός που γεμίζει την ψυχή τους: «εύρομεν την αλήθειαν και γαρ εκ της Παρθένου ετέχθη ο Κύριος». Η γέννηση του Θεανθρώπου αποτελεί σπουδαίο Κεφάλαιο του Μυστηρίου της θείας συγκαταβάσεως του Θεανθρώπου, όπου ο Χριστός έρχεται και γεννάται, «ίνα σώση τον άνθρωπο». Οι Χριστιανοί ευλογούν και αποδέχονται, διά της πίστεως, τον Ερχόμενο Σωτήρα και Λυτρωτή: «Σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις. ο Υιός του Θεού Υιός της Παρθένου γίνεται…». Ο Χριστός, συνεπώς, δεν γεννάται για να ξεφαντώνουν, με εξωτερικές εκδηλώσεις, οι Χριστιανοί μέσα στις ευωχίες, στα ξενύχτια και στις διασκεδάσεις, αλλά για να χαίρονται ψυχικά και να απαντούν πνευματικά, μέσα στο «Φως της γνώσεως», που φωτίζει τις ψυχές και για να αποδέχονται εσωτερικά το νόημα και τις συνέπειες αυτού του πρωτόγνωρου θείου Ερχομού. Οι εξωτερικές φωταγωγίες, τα ξενύχτια και οι στολισμοί καλύπτουν μόνον θρησκευτικές, αλλά μη θεολογικές αντιλήψεις των Χριστουγέννων, που διατηρούν τη Μεγάλη Εορτή της Θείας Απολυτρώσεως στο κέντρο των εγκόσμιων βλέψεων και στοχεύσεων, σύμφωνα με τις φαντασίες και τα φτωχά προσωρινά σχέδια ζωής του καθενός, μακριά, όμως, από τις ψυχές και τις συνειδήσεις. Δυστυχώς, όλο και πιο πολύ, κάποιοι Χριστιανοί, πέφτουν στον πειρασμό να εορτάζουν, τον Χριστό των Χριστουγέννων, όχι ως Υιό του Θεού, αλλά ως ένα κοινωνικό παράγοντα, έναν ανθρώπινο Χριστό, από τον οποίο προσδοκούν και αναμένουν συναισθηματικές μόνον και ανούσιες επικαλύψεις, χωρίς καμιά πνευματική ανάταση. Ωστόσο, το Μυστήριο της Ενανθρωπήσεως είναι το μυστήριο της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο, αποκαλυπτόμενο και νοηματοδοτούμενο, μόνον στο αληθινό πρόσωπο και έργο του Χριστού. Γι αυτό υπάρχει μεγάλη ανάγκη επανόδου της εορτής των Χριστουγέννων, από τις ανθρώπινες παρερμηνείες και αλλοιώσεις, που έχει οδηγηθεί, μέσω του Προτεσταντισμού ή άλλων, δυτικών κυρίως, θρησκευτικών κινημάτων και από τον πειρασμό της εκκοσμίκευσης και του φολκλορισμού, στο Πνεύμα και στο νόημα, που της έχει δώσει η πατροπαράδοτη ορθόδοξη Εκκλησία και πίστη. Ο Απ. Παύλος, ερμηνεύοντας το γεγονός, τονίζει ότι, έως τη Θεία Ενανθρώπηση, στη σχέση Θεού και ανθρώπου, υπήρχε ένα καθεστώς νηπιότητας και κοσμικότητας, ενώ, πλέον, η υιοθεσία, που προσφέρεται την εορτή της Θείας Ενανθρωπήσεως από τον Χριστό προς όλους τους πιστούς, είναι η μεγάλη δύναμη, που τους στρέφει στην αληθινή διάσταση της Θεολογικής δομής της Εορτής, με κέντρο της την Ορθόδοξη θεολογία: «ότε ήμεν νήπιοι, υπὸ τα στοιχεία του κόσμου ήμεν δεδουλωμένοι· ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεὸς τον υιὸν αυτοῦ, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπὸ νόμον, ίνα τους υπὸ νόμον εξαγοράσῃ, ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν» Μετάφραση: (όταν ήμασταν νήπια, ήμασταν υποδουλωμένοι κάτω από τα στοιχεία του κόσμου. Όταν, όμως, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός απέστειλε τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα και που ήταν κάτω από το νόμο, για να εξαγοράσει αυτούς που είναι κάτω από το νόμο, ώστε να λάβουν την υιοθεσία). (Γαλ., 4, 1-7). Βέβαια, σε μια εποχή, που κυριαρχεί στον κόσμο το στοιχείο του Ορθολογισμού και της ύλης, είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή η πίστη για την πνευματική υιοθεσία, που προσφέρει ο ίδιος ο Θεάνθρωπος στον άνθρωπο, κατά τη θεία Αποκάλυψή Του και που υπερβαίνει τη λογική και τη σκέψη. Ωστόσο, στην ορθόδοξη Θεολογία, μόνον η πίστη είναι αυτή που κάνει πιστευτά και αποδεκτά τα απίστευτα, ενώ η λογική αποδέχεται μόνον όσα είναι πιστευτά και αποδείξιμα από τη σκέψη. Γι αυτό ο άνθρωπος, που βασίζεται στη λογική και στη γνώση, φτιάχνει έναν Θεό στα μέτρα του, που μπορεί να τον ελέγχει, να τον οδηγεί και να τον κατευθύνει, σύμφωνα με τις επιθυμίες του, έναν Θεό όσο γίνεται πιο ανθρώπινο, πιο κατανοητό και πιο κοντά στις κοσμικές επιθυμίες και στην ανθρωποκεντρική τους ακολουθία. Είναι ο Θεός της Φιλοσοφίας, της Επιστήμης και του σχολαστικισμού, που δημιουργός του είναι το ανθρώπινο μυαλό. Αυτός, όμως, είναι ένας ψεύτικος Θεός, που δεν έχει καμιά υπόσταση και που τον πιστεύουν για αληθινό Θεό, όσοι δεν δέχτηκαν να λάβουν, να αποδεχτούν και να πιστέψουν την αλήθεια για τον Θεό από τον ίδιο τον Υιό Αυτού, που αποκαλύπτεται εντός της Εκκλησίας. Έτσι, οι άνθρωποι, στο πλαίσιο της αφροσύνης τους, έπλασαν και συνεχίζουν να πλάθουν, στη θέση της πίστεως του αληθινού Θεού, μια θρησκεία ενός ανύπαρκτου Θεού, που δεν είναι ο αποκαλυφθείς εκ Παρθένου Υιός του Θεού, αλλά ένας θρησκευτικός και φανταστικός Θεός. Η πίστη του Χριστού, ωστόσο, βρίσκεται στην πύλη του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας, εντός της εκκλησιαστικής ζωής και εμπειρίας. Είναι μια δύναμη μυστική και ακατανόητη, «υπέρ λόγον και έννοιαν», πέρα από τα δυνατά και τα αδύνατα του λογικού, αφού, «όπου ο Θεός βούλεται, νικάται φύσεως τάξις». Είναι η πίστη που ελευθερώνει από τα σκοτάδια της πλάνης, που βρίσκονται οι άνθρωποι και από τις ματαιότητες του κόσμου, στις οποίες υποτάσσονται, μέσα στα ανώφελα ψαξίματα και διανοήματά τους. Η ανθρώπινη γνώση, που προέρχεται από την ανθρώπινη σοφία, όσο πλούσια και αν φαντάζει, λογικά, λόγω του υλιστικού και ελκυστικού ενδιαφέροντος που προκαλεί, παραμένει πτωχή και άνευρη πνευματικά. Η πίστη, ωστόσο, που έρχεται από τη Θεία σοφία και γνώση, ενέχει θησαυρούς, που δεν τους χωράει ούτε ο ουρανός ούτε η γη. Γι’ αυτό εκείνος που έχει ως στήριγμα στην καρδιά του την ελπίδα της πίστεως δεν στερείται ποτέ τίποτα, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να έχει την αίσθηση και την πεποίθηση ότι, ενώ δεν έχει τίποτα, με την πίστη τα έχει όλα, όπως μαρτυρεί ο Απ. Παύλος: «Ως μηδὲν έχοντες και πάντα κατέχοντες» (Β΄ Κορ. 6, 10). Ηρακλής Ρεράκης, Καθηγητής Παιδαγωγικής-Χριστιανικής Παιδαγωγικής Α.Π.Θ.

Τα Χριστούγεννα δεν είναι παραμύθι...


Πες μας μπαμπά για τα Χριστούγεννα… για την Φάτνη τον Ιωσήφ την Παναγίτσα και το Χριστούλη, τους Μάγους και τ΄ Αστέρι… Πάντα αυτές τις μέρες οι ψυχές μας γλυκαίνουν, ζεσταίνονται, μετράνε αντίστροφα ως το ξημέρωμα των Χριστουγέννων. Θυμόμαστε τα χρόνια που σαν παιδιά καρτερούσαμε τον ερχομό του μικρού Χριστού… που πάντα γεννάται… δεν γεννήθηκε ούτε θα γεννηθεί… Γεννάται. Ο ενεστώς… διαρκείας. Και εμείς ελπίζουμε πως αυτή η διάρκεια πάντα θα μας σκεπάζει, όπως οι γονείς μας όταν μετά το βραδινό παραμύθι σκέπαζαν τα ονείρατά μας και μας σταύρωναν για καληνύχτα. Τα χρόνια κύλησαν και πήραμε και εμείς την θέση τους, εκεί δίπλα σε ένα μικρό κρεβάτι με ένα βιβλίο παραμυθάδων στο χέρι, με μια φωνή ψιθυριστή στο σκοτάδι να διηγείται ό,τι μπορεί να ταξιδέψει στο όμορφο, να γαληνέψει μια παιδική ψυχή στην αγκαλιά του φύλακα Αγγέλου της. Τούτες τις νύχτες τις καρτερικές τα βιβλία των παραμυθάδων ας πάνε στην άκρη. Και οι φωνές μας οι ψιθυριστές ας γίνουν πιστευτές και ας πιάσουν να διηγούνται αυτά που γίνηκαν τότε… Μα αν δεν τα πιστεύουμε εμείς στ΄ αλήθεια πως θα νοιώσουν τις ιερές αλήθειες οι εύφορες παιδικές ψυχές; Αν εμείς δεν ξέρουμε όλες τις ιερές λεπτομέρειες εκείνης της συγκλονιστικής για τον άνθρωπο νύχτας, τι θα διηγηθούμε στα μικρά μας; Πόσοι γνωρίζουμε πως ο Χριστός γεννήθηκε Ξημέρωμα Κυριακής… Πόσοι γνωρίζουμε για το ταξίδι των μάγων μαζί με το αστέρι, τον συμβολισμό των δώρων… την Θεϊκή εμφάνιση στους αγραυλούντες ποιμένες… Ή καλύτερα πόσοι από εμάς πιστεύουμε, ότι όλα αυτά συνέβησαν πρσγματικά και ότι δεν αποτελούν απλά το σενάριο σε μια καλοσκηνοθετημένη σχολική γιορτούλα με τα παιδιά μας να υποδύονται ρόλους μπροστά από τις κάμερες και τις φωτογραφικές μας μηχανές; Απόψε το βράδυ θα διηγηθώ την ιστορία με τον εκ δεξιών ληστή , αυτόν που …λήστεψε τον Παράδεισο με το Μνησθητί μου Κύριε. Είχε συναντήσει την Ιερή Οικογένεια κατά την φυγή της στην Αίγυπτο… μα μόλις αντίκρυσε τον Σωτήρα στην αγκαλιά της Παναγιάς έκανε πίσω και δεν προχώρησε στα σκληρά του σχέδια, λέγοντας πως αν ποτέ ο Θεός κατέβαινε στη γη, θα έπαιρνε την μορφή αυτού του μωρού… Την διάβασα σε έναν λόγο του Αγίου Νικολάου του Βελιμίροβιτς. Αυτήν και πολλές άλλες θαυμαστές αλήθειες εκείνης της λυτρωτικής για το ανθρώπινο γένος Θεϊκής απόφασης… Να κατέβει ο Θεός επί γης και να ανέβει ο άνθρωπος στον ουρανό… Όλα τα βράδια που απομένουν μέχρι το ξημέρωμα της του Χριστού Γεννήσεως, θα θυμάμαι μια τέτοια αληθινή Ιστορία να την λέω ψιθυριστά εκεί δίπλα στις αγγελικές ψυχούλες… Να μην ξεχάσω όμως, κάθε τέτοια αληθινή διήγηση να την ξεκινάω όχι με το Μια φορά και έναν καιρό, μα με την φράση Τω καιρώ εκείνω… Τα Χριστούγεννα δεν είναι παραμύθι …μα η πιο γλυκιά παραμυθία της ανθρώπινης ψυχής… Nώντας Σκοπετέας