Τι νόημα έχει μια ζωή που τελειώνει στον θάνατο;


Από το νέο βιβλίο "ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΑ" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εν Πλω Δεν υπάρχει τίποτε που να είναι πιο σίγουρο στη ζωή́ μας από το ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε. Δεν κρατάμε τίποτε πιο σταθερά στα χεριά μας όσο τον θάνατό́ μας. Για τίποτε άλλο δεν είμαστε τόσο βέβαιοι, όσο για το ότι θα πεθάνουμε. Και για τίποτε άλλο δεν είμαστε τόσο αβέβαιοι, όσο για την ώρα που θα έλθει. Και ξέρουμε όλοι μας ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη ώρα. Τι είναι ο θάνατος; Είναι η άρνηση της ζωής. Όταν ο Θεός είπε στον πρώτο άνθρωπο ότι τη μέρα που θα δοκιμάσει από́ τον καρπό αυτού του δέντρου θα πεθάνει, δεν τον απειλούσε. Του φανέρωνε τα σύνορα της ζωής. Του έλεγε απλά́ ότι δεν υπάρχει ζωή́ έξω από τον Θεό́. Όπως λέμε σε ένα παιδάκι: «Παιδί μου, μη δοκιμάσεις να βγεις έξω από την ταράτσα, γιατί θα πέσεις και θα σκοτωθείς». Δεν το απειλούμε, απλά του φανερώνουμε τη φύση των πραγμάτων, τη δύναμη της βαρύτητας. Έτσι ακριβώς και με τον Αδάμ. Ποιο ήταν το νόημα της εντολής; Ο άνθρωπος πλάστηκε ελεύθερος. Έπρεπε, λοιπόν, ελεύθερα να αποφασίσει αν θα ακολουθούσε τη ζωή της αυτονομίας ή τη ζωή της κοινωνίας. Ο άνθρωπος τι έκανε; Ακολούθησε την οδό της αυτονομίας. Προσέξτε κάτι. Γιατί έπλασε ο Θεός τον άνθρωπο; Για να ζήσει. Για να θεωθεί. Τι του υπόσχεται ο διάβολος; Να θεωθεί! Δεν του υποσχέθηκε άλλο προορισμό αλλά διαφο- ρετικό δρόμο, τον δρόμο της αυτονομίας. Εκείνος ακολούθησε αυτόν τον δρόμο με αποτέλεσμα την πτώση. Η πτώση δεν είναι μια ηθική πτώση επειδή παραβίασε μια εντολή. Έχει οντολογικές συνέπειες. Η πτώση είναι είσοδος στη χώρα του πόνου, της φθοράς, της αρρώστιας, του θανάτου τελικά. Εκεί μπαίνει ο άνθρωπος. Γιατί; Διότι ουσιαστικά αυτονομείται απ ̓ τη ζωή και την πηγή της ζωής. Ο Θεός σέβεται απόλυτα την ελευθερία του πλάσματός Του. Γι ̓ αυτό κι όταν μπαίνει στη ζωή του ανθρώπου, μπαίνει μ ̓ αυτόν τον τρόπο: με το να ανακαινίζει την ανθρώπινη φύση αλλά να αφήνει την πρωτοβουλία στο κάθε ανθρώπινο πρόσωπο. Με την Ενανθρώπηση του Χριστού, μας χαρίστηκε μια άλλη φύση, η θεανθρώπινη, που όταν την κάνουμε δική μας, με τη συμμετοχή μας στη ζωή του Χριστού, έχουμε τη δυνατότητα να υπερβούμε τη θνητότητα και τη φθαρτότητα. Πριν την έλευση του Κυρίου και να θέλαμε να σωθούμε, δεν μπορούσαμε. Τώρα μπορούμε. Ο φυσικός θάνατος, όπως μας λέει ο λόγος του Θεού, δεν δόθηκε στον άνθρωπο ως τιμωρία αλλά ως ευλογία. Ο Θεός επέτρεψε τη διάλυση του φθαρτού «ἵνα μή τό κακόν ἀθάνατον γένηται». Ποιο θα ήταν το κακό που θα παρέμενε αθάνατο; Η παράλογη ζεύξη ενός θνητού κι ενός αθάνατου. Θέλετε να το δείτε αυτό στην πράξη; Σκεφθείτε έναν άνθρωπο άρρωστο, να υποφέρει, να πονάει, να λιώνει, αλλά να μην πεθαίνει. Θα υπήρχε χειρότερη κόλαση γι ̓ αυτόν; Αλλά και για τους δικούς του ακόμα. Σκεφθείτε έναν υγιή ακόμα, που γερ- νάει, γερνάει, γερνάει –αυτό σημαίνει φθορά– αλλά δεν πεθαίνει. Θα έφθανε στο σημείο να μην μπορεί να σηκώσει το βάρος της ύπαρξής του. Γιατί δεν μπορεί να συνυπάρχει η φθορά με την αφθαρσία. Ο άνθρωπος έχει θνητό σώμα αλλά αθάνατη ψυχή. Η ψυχή του ανθρώπου είναι άφθαρτη, ακριβώς γιατί είναι η πνοή του Θεού, γιατί χάρη στη δύναμη της Ανάστασης του Χριστού είναι έξω από τον θάνατο. Ο θάνατος συνεχίζει να υπάρχει και μετά την Ανάσταση, ώστε το φθαρτό που κουβαλάμε να ντυθεί την αφθαρσία. Δεν ξέρω αν θυμάστε ένα τροπάριο της Μ. Παρασκευής: «Διά θανάτου τό θνητόν, διά ταφῆς τό φθαρτόν μεταβάλλεις, ἀφθαρτίζεις γάρ θεοπρεπέστατα, ἀπαθανατίζων τό πρόσλημμα» (β ́ τροπάριο Ε ́ Ωδής, όρθρος Μ. Σαββάτου). Ποιο είναι το πρόσλημμα; Η ανθρώπινη φύση μας. Τι το κάνει; Tο απαθανατίζει. Πώς; Με τον θάνατο νικά το θνητό. Διότι κατεβαίνει ο ίδιος ο Θεός στον θάνατο. Γιατί κατεβαίνει στον θάνατο; O θάνατος είναι ο χώρος του δικού μας παράλογου. Αν ο θάνατος είναι το τέρμα της ζωής μας, τότε ξέρετε τι είναι η ζωή; Είναι ένας χώρος όπου το άσκοπο και το ανόητο συναγωνίζονται καθημερινά. Δηλαδή το χωρίς νόημα. Και τον αγώνα ποιος τον κερδίζει; Tο τραγικό! Ακριβώς, λοιπόν, σ ̓ αυτή την αλογία ο Χριστός κατεβαίνει. Πώς κατεβαίνει όμως; Όχι μόνο ως Θεός. Αλλά ως άνθρωπος. Μπαίνει στον χώρο του δικού μας θανάτου. Και εκεί έρχεται να συγκρουστεί ουσιαστικά με τον θάνατο. Μέχρι την εποχή του Χριστού, όσες φορές ο θάνατος και ο άνθρωπος συγκρούστηκαν, νίκησε ο θάνατος. Θυμάστε το ποίημα του Διγενή Ακρίτα; Ο Διγενής είναι ο δυνατός. Έχει παλέψει και έχει νικήσει τους πάντες. Μέχρι την ώρα που θα παλέψει με τον θάνατο στα μαρμαρένια αλώνια. Τότε για μια ακόμη φορά ο θάνατος θα νικήσει. Για πρώτη φορά ο Διγενής θα νικηθεί. Τι εκφράζει ουσιαστικά αυτό το ποίημα; Ότι ουσιαστικά, όσο δυνατός κι αν είναι ο άνθρωπος, ο θάνατος είναι πιο δυνατός από τον άνθρωπο. Όλα αυτά όμως, μέχρι την εποχή του Χριστού. Ο Χριστός, όπως και ο Διγενής, θα κατεβεί στον θάνατο. Και μάλιστα, είναι πολύ όμορφα τα τροπάρια του Μ. Σαββάτου το πρωί, που «ζωγραφίζουν» αυτό το γεγονός μέσα από ύμνους. «Σήμερον ὁ ᾅδης στένων βοᾷ», λέει. Ο Άδης στενάζει, υποφέρει. «Με συνέφερε να μη δεχθώ στα σπλάγχνα μου τον γιο της Μαρίας. Άδειασε τους τάφους ο καρφωμένος πάνω στον σταυρό. Εγώ τον δέχθηκα σαν έναν απ ̓ τους νεκρούς κι Αυτός μου κατάργησε τη δύναμη». Έτσι, λοιπόν, ο Χριστός κατεβαίνει στον θάνατο για δικό μας λογαριασμό. Για να συγκρουστεί με τον δικό μας θάνατο. Και τελικά με την Ανάστασή Του καταργεί και τον θάνατο και τον «τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου». Και έτσι πλέον, όπως λέει ο υμνωδός, ο Άδης βλέπει ότι Αυτόν που δέχθηκε στα σπλάγχνα του σαν κάποιον απ ̓ τους νεκρούς μπήκε μέσα σαν μια βόμβα, θα λέγαμε, που τίναξε στον αέρα τον θάνατο και το κράτος του θανάτου. Η Ανάσταση του Χριστού είναι η δική μας νίκη απέναντι στον θάνατο. Και μάλιστα δεν ξέρω αν έχετε παρατηρήσει κάτι. Πολλοί άνθρωποι που συνήθως δεν πάνε τον υπόλοιπο χρόνο στην εκκλησία, το βράδυ του Μ. Σαββάτου, με μια λαμπάδα στο χέρι, τρέχουν στα προαύλια των εκκλησιών. Επειδή είμαι λίγο πειραχτήρι, μερικές φορές κάποιους τους πειράζω. Θυμάμαι λοιπόν, κάποιον που κουβεντιάζαμε και μου λέει ότι «εγώ δεν πιστεύω στον Θεό» κ.λπ. Βέβαια εγώ του λέω: «Είναι πρόβλημά σου. Ο Θεός δεν ήρθε για να φτιάξει οπαδούς. Αν εσύ Τον επιλέγεις ή όχι, είναι δική σου ελευθερία. Και δική σου ευθύνη. Όχι πρόβλημα δικό μου». Βλέπω λοιπόν, ανοίγοντας την πόρτα του κελλιού μου να πάω στην εκκλησία, στις 11 το βράδυ, αυτόν τον άνθρωπο με την οικογένειά του, με τα καλά τους ρούχα, με τις λαμπάδες στο χέρι. Οπότε –σημειώστε ότι τον γνωρίζω από παιδί– μου λέει: «Πάτερ, καλή Ανάσταση, χρόνια πολλά!». Του λέω χαμογελώντας: «Ευχαριστώ πάρα πολύ, αλλά έχω μια απορία. Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ απόψε;». Εκείνος τα έχασε λίγο. Λέω: «Εδώ απόψε οι χριστιανοί γιορτάζουν την Ανάσταση του Χριστού. Εσύ γιατί ήλθες;». Τα ̓χασε λιγάκι. Μου λέει: «Για το έθιμο...». Λέω: «Γιατί δεν έρχεσαι και τα Χριστούγεννα;». Τον χτύπησα στην πλάτη χαμογελώντας και του λέω: «Δεν ήλθες! Σε έφερε!». Ποιος τον έφερε, αυτόν και πολλούς άλλους; Η κραυγή της ανθρώπινής μας ύπαρξης, που συνει- δητοποιεί από τα βάθη της ότι εκείνη τη νύχτα δόθηκε και κερδήθηκε η μεγαλύτερη μάχη των αιώνων. Η μάχη ανάμεσα στη ζωή και στον θάνα- το. Ο άνθρωπος θέλει να ζήσει. Ζητάει τη ζωή και γι ̓ αυτό έλκεται, σπρώχνεται από μια ακατανίκητη δύναμη, γιατί ξέρει ότι αυτό που θα ακουστεί σε λίγη ώρα –το «Χριστός Ἀνέστη»– τον αφορά άμε- σα και προσωπικά. Όχι στην επιφάνεια της ζωής του αλλά στο βάθος και στη ρίζα. Και γι ̓ αυτό ο άνθρωπος ασυνείδητα, σπρωγμένος από μια μυστική εσωτερική δύναμη –που ίσως δεν την καταλαβαίνει κιόλας– πολλές φορές πηγαίνει στην Εκκλησία, να σταθεί έστω απέξω, έστω για λίγο... Η Ανάσταση του Χριστού είναι η μοναδική αναίρεση του θανάτου. Δεν θα είχε όμως, καμιά σημασία αυτή η Ανάσταση αν ο Χριστός δεν ήταν τέλειος άνθρωπος. Γι ̓ αυτό το «Χριστός Ἀνέστη», σημαίνει ότι ο άνθρωπος αναστήθηκε, νίκησε τον θάνατο. Από τότε υπάρχει η χώρα των ζώντων. Είναι το Σώμα του Χριστού, η Εκκλησία, στην οποία «θάνατος οὐκέτι κυριεύει». Ο Χριστός δεν μας έφερε μια ιδεολογία ή μια θρησκεία. Οι θρησκείες είναι όλες ανθρώπινα κατασκευάσματα. Πολύ σημαντικά όμως, γιατί δείχνουν ότι ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να ζήσει χωρίς τον Θεό. Γιατί; Γιατί ο Θεός είναι δομι- κό στοιχείο του ανθρώπου. Η σάρκωση του Θεού αυτό φανερώνει. Τι σημαίνει δομικό στοιχείο; Κάθε κτίριο έχει μια ορισμένη δομή. Αν κάποιο στοιχείο της δομής του αλλοιωθεί, θα πέσει. Έτσι, λοιπόν, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό δεν είναι ποτέ, μα ποτέ θρησκευτικό πρόβλημα. Είναι καθαρά ανθρωπολογικό πρόβλημα. Είναι πρόβλη- μα υγείας και σωτηρίας του ανθρώπου. Ξέρετε τι θα πει το ρήμα «σώζομαι»; Γίνομαι σώος, γίνομαι ακέραιος. Αυτή είναι η ερμηνεία του. Κι είναι πάρα πολύ σημαντικό μερικές φορές να βλέπουμε την ουσία των λέξεων. Πώς μας σώζει ο Θεός; Δεν μας σώζει από κάτι. Είναι ο ίδιος ο Σωτήρας μας. Γιατί; Γιατί καθώς κοινωνεί με τη δική μας φύση την ξανακάνει οντολογικά ακέραια. Διότι όταν ο άνθρωπος δεν είναι οντολογικά ακέ- ραιος, τότε ζει την τραγικότητα που ζούμε σήμερα. Σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που είναι ανίκανοι να αγαπήσουν, να χαρούν, να αληθεύουν, να είναι δίκαιοι. Όλοι μας αναγνωρίζουμε την αξία των αρετών. Γιατί δεν τις κάνουμε πραγματικότητα; Διότι πολλές φορές είμαστε οντολογικά ανάπηροι να κάνουμε το καλό, είμαστε εγωκεντρικοί. Τι είναι ο εγωισμός; Είναι ο καρκίνος της ψυχής. Ο ανώμαλος πολλαπλασιασμός του «εγώ» μας, της αγάπης στον εαυτό μας, που τελικά μας πνίγει, μας απομονώνει από τους άλλους, μας κάνει να βλέπουμε στα πρόσωπα των άλλων τον εχθρό μας και την κόλασή μας. Ουσιαστικά πολλές φορές μέσα στη ζωή μας κουβαλάμε τον θάνατο. Έχουμε επιλέξει τον θάνα- το σαν τρόπο ζωής. Ο Χριστός είπε: «Μη φοβάστε αυτούς που μπορούν να σας σκοτώσουν το σώμα, αλλά αυτούς που μπορεί να καταστρέψουν και να σκοτώσουν την ψυχή σας» (Ματθ. 10,28). Και ουσιαστικά, σε πολλές περιπτώσεις αυτό που συναντάμε γύρω μας είναι η δυσωδία μιας πεθα- μένης ψυχής. Επιτρέψτε μου ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Ήλθε κάποτε ένας άνθρωπος να μιλήσουμε. Είχε πολλά άσχημα πράγματα στη ζωή του. Όταν τελείωσε όλα αυτά, του έκανα ένα πολύ αφελές ερώτημα, που τον έκανε να αντιδράσει και λίγο επιθετικά. Του λέω: «Πάτε καθόλου εκκλησία;». Μου απάντησε: «Θέλετε να σας πω την αλή-θεια; Δεν αισθάνομαι καν την ανάγκη να πάω». Του λέω: «Το κατάλαβα, γι ̓ αυτό σας ρώτησα». Μου λεει: «Τι καταλάβατε;». Του λέω: «Αν σας πω, θα παρεξηγηθείτε;». «Όχι», μου λέει και με κοίταξε περίεργος. Του λέω: «Είστε ένα πτώμα. Αν χαϊδέψεις έναν πεθαμένο, θα καταλάβει τίποτε;». Μου απαντά: «Όχι». «Κι αν τον τσιμπήσεις μ ̓ ένα καρφί;». Μου λέει: «Ούτε και τότε». «Αν του ρίξεις ένα ποτήρι καυτό νερό, θα αντιδράσει;». «Όχι». «Κι αν είναι παγωμένο;». «Ούτε και τότε». «Αυτό είσαστε», κατέληξα. «Διότι η ψυχή του ανθρώπου είναι πλασμένη απ ̓ τον Θεό και ζητάει τον Θεό». Η μεγαλύτερη απόδειξη ότι υπάρχει ακριβώς αυτός ο Θεός δεν είναι κανένα άλλο επιχείρημα παρά μόνο ένα: Ότι η θρησκευτική πίστη είναι διαχρονική και έχει την ίδια ηλικία με την ιστορία του ανθρώπινου γένους. Η πολλαπλότητα των θρη- σκειών ένα πράγμα σημαίνει. Ότι ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να ζήσει χωρίς Θεό. Και όσοι κάνουν το λάθος να λένε ότι ένας φόβος για τον Θεό μάς κάνει να είμαστε πιστοί, οι άνθρωποι αυτοί διαπράττουν αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν «ύβρη». Δηλαδή να θεωρείς ότι από την αρχή της Δημιουργίας του κόσμου μέχρι σήμερα υπήρξαν ένα σωρό ανόητοι κι εσύ είσαι ο έξυπνος... Ο Χριστός δεν έρχεται για να ιδρύσει μια ακόμη θρησκεία, αλλά την Εκκλησία. Το λέει ο Ίδιος στους μαθητές Του. Τους ρώτησε τι γνώμη είχαν για Εκείνον οι άνθρωποι. Κι εκείνοι του απάντησαν ότι κάποιοι έλεγαν ότι είναι ο Ηλίας, ο Ιερεμίας κ.λπ. Κι Εκείνος τους ρώτησε τι γνώμη είχαν οι ίδιοι για Εκείνον. Οπότε ο Πέτρος τού απάντησε: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζωντανού Θεού» (Ματθ. 16,16). Και ο Κύριος του είπε: «Εσύ μεν είσαι ο Πέτρος, αλλά σε αυτή την πέτρα –στην αλήθεια δηλαδή ότι ήταν ο αληθινός Υιός του Θεού– θα οικοδομήσω την Εκκλησία». Και συνέχισε: «καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,18). Έτσι, λοιπόν, η Εκκλησία και οι πύλες του Άδη φαίνονται πλέον να έρχονται κοντά. Αυτή η αναμέτρηση του Χριστού στον Άδη και τελικά η Ανάσταση του Χριστού προσδιορίζει τη νίκη του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο. Από εδώ και πέρα, μετά την Ανάσταση του Κυρίου, είναι δική μας επιλογή αν θα ζήσουμε ή αν θα πεθάνουμε. Για τους δούλους του Θεού δεν υπάρχει θάνατος. Όταν εκδημούμε από το σώμα μας, επιδημούμε προς τον Θεό και αυτή η επιδημία είναι ανάπαυση και χαρά. Είναι μια μετανάστευση. Τι μας λέει το Ευαγγέλιο στη νεκρώσιμη ακολουθία; «Αυτός που πιστεύει σε μένα κι αν πεθάνει, θα ζήσει» (Iω. 11,25). Δηλαδή ότι ο θάνατος είναι ουσιαστικά ένα πέρασμα από αυτή τη χώρα σε μια άλλη χώρα. Έτσι τον ζει η Εκκλησία στα εκατομμύρια των αγίων της, αλλά και στα πρόσωπα όλων των ανθρώπων. Ο θάνατος έχει νικηθεί. Το θέμα είναι αν θέλουμε να είμαστε μέτοχοι αυτής της ζωής που νίκησε τον θάνατο… † ΠΑΥΛΟY, MHTΡ. ΣΙΣΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΣΙΑΤΙΣΤΗΣ ΓΕΝΝΗΜΕΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΑΡΑ

Σοφές συμβουλές προς όλους…


Το να γνωρίζουμε την πονηρία των ανθρώπων, δηλαδή το κακό που κάνουν οι άλλοι, μικρό ή μεγάλο, μας αλλοιώνει την λογική, μας εξασθενίζει τις δυνάμεις μας, διότι δεν συμμαρτυρεί με τον Θεό. Τελικά έχουμε αδιαλείπτως έναν πειρασμό μπροστά μας. Γι’ αυτό δεν πρέπει να θέλουμε να μαθαίνουμε, να γνωρίζουμε τί κάνει ο άλλος. Αν έρθουν αν μου μιλήσουν για άλλους, θα τους κλείσω το στόμα ή θα σηκωθώ να φύγω. Και αν κάποιος έρθει να μου πει τον πόνο του, θα του πω, δεν έχεις Γέροντα; στον Γέροντά σου να μιλήσεις. Και αν μου απαντήσει ότι δεν έχει, θα του πω: Να βρεις! Εγώ δεν είμαι Πνευματικός… πήγαινε να βρεις έναν Πνευματικό που θα μπορεί να σε παρακολουθεί. Ξέφυγε δηλαδή εσύ την αμαρτία του άλλου. Όσο μένεις άτρωτος από τα κακά του άλλου, τον βοηθάς. Διότι , μόλις ο άλλος σου πει κάτι κακό, αμέσως ξεπέφτει στα μάτια σου και μειώνεται η αγάπη σου, όσο και αν νομίζεις ότι τον βοηθάς. Έτσι είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Καταστρέφεται όλως διόλου η αγάπη μας και προς τον Θεόν και προς τους ανθρώπους, εφ’ όσον αναμειγνυόμεθα στην ιδιωτική ζωή τους. Αυτή είναι υπόθεση μόνο του αρμοδίου προσώπου και ποτέ εμού του μοναχού ή λαϊκού. Το να αγαθοποιώ όσους με κακοποιούν, με οδηγεί στην ειρήνη. Διότι όλοι οι άνθρωποι τελικώς μας βάζουν προσκόμματα. Με έναν λόγο, με ένα βλέμμα, με το περπάτημά τους, με την χαρά τους, με την λύπη τους, παρεμβαίνουν στην πορεία μας. γι’ αυτό χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και αντιδράσωμε στα προσκόμματα που μας βάζουν και διασαλευθή η ειρήνη του νου και της καρδιάς μας, μήπως δηλαδή προκαλέσωμε τον χωρισμό από τον Θεόν. Χρειάζεται φόβος και τρόμος, μην τυχόν και περιφρονήσω τον αδελφό μου, μην τυχόν νομίζω ότι αυτός είναι υπεύθυνος για τις συμφορές μου, διότι αυτό είναι ξεπεσμός μου από τον Θεόν. Ο άγιος Ισαάκ τονίζει: «Ουδέποτε φταίει ο άλλος για κάποιο παράπτωμα, πάντοτε φταις εσύ». Δεν σου φταίει ο άλλος επειδή εσύ κουράσθηκες, αμάρτησες, δυσπίστησες, αλλοιώθηκες. Βλέπεις κάποιον να τρώη με τα χέρια του και αγανακτείς. Αυτό δείχνει σαφώς ότι δεν άρχισες ακόμη την πνευματική σου ζωή. Η άσκησίς σου είναι στα προοίμια. Για να μπορέσης να ξεπεράσης αυτούς του σκοπέλους, να αγαθοποιής όποιον σε κακοποιεί. Σκόρπα, όσο μπορείς, αγαθότητα. Είσαι στον κόσμο; Μπορείς να του βρεις δουλεία. Είναι στο μοναστήρι; Εάν σε καταρασθή, να τον ευλογήσης, εάν σε χτυπήση από την δεξιά σιαγώνα, να του πης, χτύπα με και από την άλλη. Δείξε την αγάπη σου, ανάλογα με το πώς σου ανοίγει δρόμο ο ίδιος ο Θεός. Όμως διαρκώς συμβαίνουν στην ζωή μας απρόοπτα. Έρχεσαι στο μοναστήρι για να βρης πνευματική ζωή, και συναντάς κακούς. Είναι απρόοπτο. Ζητάς κελλί από την πλευρά του μοναστηριού που δεν έχει υγρασία, το αποκτάς, διαπιστώνει όμως ότι η θάλασσα σου προκαλεί αλλεργία, οπότε δεν μπορείς να χαρής ούτε την ημέρα ούτε την νύχτα. Αμέσως θα σου πη ο λογισμός, σήκω να φύγης. Είναι απρόοπτο. Σε πλησιάζω με την ιδέα ότι είσαι καλός άνθρωπος και βλέπω ότι είσαι ανάποδος. Απρόοπτο. Παρουσιάζονται συνεχώς απρόοπτα ενώπιόν μας, διότι έχομε θέλημα και επιθυμίες. Τα απρόοπτα είναι αντίθετα προς το θέλημα και την επιθυμία μας, γι’ αυτό και μας φαίνονται απρόοπτα, στην ουσία όμως δεν είναι. Διότι άνθρωπος που αγαπά τον Θεόν προσδοκά τα πάντα και λέγει πάντοτε «γενηθήτω το θέλημά σου». Θα έρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον». Επειδή αυτά κοστίζουν στην σαρκικότητά μας, γι’ αυτό εμείς τα βλέπομε ως απρόοπτα. Για να μην ταράσσεσαι λοιπόν κάθε φορά και στεναχωριέσαι, για να μην αγωνιάς και προβληματίζεσαι, να τα περιμένης όλα, να μπορής να υπομένης ό,τι έρχεται. Πάντα να λες, καλώς ήλθες αρρώστια, καλώς ήλθες αποτυχία, καλώς ήλθες μαρτύριο. Αυτό φέρνει την πραότητα, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υπάρχη καμία πνευματική ζωή. Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου Λόγοι Ασκητικοί-Περί Αρετών

Προσοχή την ψυχή μας!


Η ψυχή μας είναι εικόνα του Θεού, όταν όμως τη μολύνουμε με αμαρτία, τι κάνουμε τότε; Ρίχνουμε την εικόνα του Θεού στον βόρβορο. Ω ψυχή μας, πόσο σε καταφρονούμε! Ω Θεέ, πώς υπομένεις τέτοια καταφρόνηση! Τιμούμε την εικόνα ενός βασιλιά ή άρχοντα και δεν τιμούμε την ψυχή μας στην οποία χάραξες Εσύ την εικόνα Σου. Τίποτε δεν είναι πολυτιμότερο της ψυχής, και όμως για μία εφήμερη απόλαυση ή για πρόσκαιρη τιμή ή γι’ απόκτηση λίγου πλούτου πωλούμε την ψυχή μας, τον πολύτιμο αυτό θησαυρό. Αν είχαμε πολλές ψυχές θα μας έμενε άλλη, αλλ’ εμείς έχουμε μία και μόνη ψυχή, για την οποία έγιναν τα ουράνια και τα επίγεια, για την οποία κοπιάζει η φύση, κινείται ο ουρανός, λάμπει ο ήλιος, καρποφορεί η γη, γεννιούνται τα φυτά και τα ζώα, και για την οποία κτίστηκε ο Παράδεισος, ετοιμάστηκε η Βασιλεία των ουρανών, η ατελεύτητη μακαριότητα, η απέραντη δόξα και όλα εκείνα τα αγαθά της αιώνιας ζωής «α οφθαλμός ουκ είδε, και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» (Α’ Κορ. 2:9). Και αν χάσουμε την ψυχή μας, χάνουμε τα πάντα: και γη και ουρανό, και κόσμο και Παράδεισο, και αυτή την πρόσκαιρη ζωή και την αιώνια. Για να δοκιμάσει ο Θεός την υπομονή του δικαίου Ιώβ, έδωσε άδεια στον Διάβολο να τον πειράξει, να τον ζημιώσει, να τον λυπήσει και να τον βλάψει στα πλούτη του, στα παιδιά του, στην υγεία του, την ψυχή του όμως να μην αγγίξει! «Ιδού πάντα όσα εστίν αυτώ δίδωμί σοι, πλην την ψυχήν αυτού διαφύλαξον». Έγινε φτωχός εν ριπή οφθαλμού ο πλουσιότατος Ιώβ, τα αναρίθμητα ζώα, μικρά και μεγάλα κατακάηκαν, τα ψηλά παλάτια γκρεμίστηκαν από βίαιη πνοή ανέμου, τα παιδιά του σε μια ώρα έλαβαν πρόωρο και αιφνίδιο θάνατο, αυτός φτωχός, έξω από την πόλη πληγιασμένος από το κεφάλι ως τα πόδια, κείτονταν στην κοπριά, την ημέρα να φλογίζεται από τον καύσωνα του ηλίου, τη νύκτα να βασανίζεται από τον παγετό. Ο Ιώβ έχασε τα πάντα. Ο Ιώβ, όχι, δεν έχασε απολύτως τίποτε, διότι δεν έχασε την ψυχή του. Τι λέει; Έχασα τα πλούτη μου; Αλλ’ εγώ γυμνός γεννήθηκα, τι το παράδοξο αν πεθάνω γυμνός; «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί». Έχασα τα παιδιά μου; Αλλά «ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλετο». Έχασα την υγεία μου; Έτσι άρεσε στον Θεό μου, «ως τω Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο». Έχασα τα πάντα, και δεν έχασα τίποτα, διότι η ψυχή μου έμεινε ακέραιη, παρ’ όλες τις δοκιμασίες είμαι δίκαιος ενώπιον του Θεού και γι’ αυτό δοξάζω, ευχαριστώ και ευλογώ το άγιο όνομά Του. «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον!» (Ιώβ κεφ. 1-2) Πόση πρόνοια έχει ο φιλάνθρωπος Κύριος όταν παραχωρεί θλίψεις ή για να μας δοκιμάσει ή για να μας παιδεύσει δίνοντας άδεια στον διάβολο να μας πειράξει, να μας βλάψει σε όλα εκτός από την ψυχή μας! «Την ψυχήν αυτού διαφύλαξον». Να μη βλάψει την ψυχή, τη μονογενή αυτή θυγατέρα του Ιησού Χριστού, την κληρονόμο της Βασιλείας Του, την οποία μάλιστα παραδίδει σε άγγελο φύλακα να τη σκέπει, να τη φυλάγει «από φόβου νυκτερινού, από βέλους πετομένου ημέρας, από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου, από συμπτώματος δαιμονίου μεσημβρινού» (Ψαλ. 90:5-6). Και γιατί; Διότι όλα τα άλλα –λέει ο ιερός Χρυσόστομος– πρώτον, είναι πολλά, και αν λείψει το ένα, μένει το άλλο, «οπότερον τούτο βλαβή, δια του ετέρου την χρείαν παραμυθούμεθα», και δεύτερον, αν τα χάσουμε σήμερα, μπορούμε να τα βρούμε αύριο, όπως τα βρήκε όλα διπλά ο Ιώβ. Η ψυχή όμως είναι μία και αν τη χάσουμε χάθηκαν τα πάντα· «εάν ταύτην απολέσωμεν, εν τίνι βιοτεύσωμεν;» Αν εμείς έχουμε ένα μονάκριβο παιδί, πόση είναι η φροντίδα μας να μη το βλάψει, να μη το πικράνει κανείς, παρά το ότι δεν εξαρτάται από αυτό η σωτηρία μας; Επίσης αν έχουμε έναν πολύτιμο λίθο, τον φυλάμε με πολύ επιμέλεια, παρά το ότι με αυτόν δεν μπορούμε να αγοράσουμε τον Παράδεισο. Την ψυχή μας όμως αν τη χάσουμε σε τίποτα δεν θα ωφεληθούμε, διότι γι’ αυτή ζούμε οι άνθρωποι στον κόσμο και με αυτή ελπίζουμε να ζήσουμε στον Παράδεισο. Αν τη χάσουμε, χάθηκαν τα πάντα, και τότε; «Εάν ταύτην απολέσωμεν, εν τίνι βιοτεύσωμεν;» Της ψυχής μας το μεγάλο προνόμιο είναι ότι είναι αθάνατη. Ο μάταιος και φθαρτός κόσμος με καθετί ωραίο, καλό και πολύτιμο κάποτε θα έχει τέλος. «Παράγει γαρ το σχήμα του κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 7:31). Αργά ή γρήγορα θα έρθει ο θάνατος που σε όλα φέρνει το τέλος. Ό,τι και αν έχουμε στον κόσμο αυτό, όλα ή χάνονται ή εγκαταλείπονται, διότι «πάσα σαρξ ως χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου, εξηράνθη ο χόρτος και το άνθος αυτού εξέπεσε» (Α’ Πέτρ. 1:24), η ψυχή μας μόνο μένει αθάνατη, ζει αιώνια, δεν πεθαίνει ποτέ. Ποιό λοιπόν το όφελος αν κερδίσει ο άνθρωπος τον κόσμο όλο που κάποτε θα τελειώσει, ενώ είναι μεγάλη η ζημία αν χάσει την ψυχή του που μένει στον αιώνα; Αν ο άνθρωπος χάσει την ελευθερία μπορεί να την εξαγοράσει, αν χάσει υγεία είναι δυνατό να θεραπευθεί, αν χάσει και τη ζωή του ακόμη, μπορεί να αναστηθεί, αλλά αν χαθεί η ψυχή δεν υπάρχει εξαγορά. Του Παραδείσου τα κλειδιά ο Θεός τα παρέδωσε σε χέρια ανθρώπων· «καί δώσω σοι –είπε στον Πέτρο και σε όλους τους Αποστόλους– τας κλεις της βασιλείας των ουρανών» (Ματθ. 16:19). Του Άδη τα κλειδιά δεν τα έδωσε σε άνθρωπο, ούτε σε άγγελο, αλλά τα κράτησε ο ίδιος ο Θεός, όπως το λέει στην Αποκάλυψη: «καί έχω τας κλεις του άδου» (Απ. 1:18). Και γιατί τα κλειδιά του Παραδείσου, που είναι το ανάκτορο του Θεού, το βασιλικό παλάτι της δόξας, τα έδωσε σε χέρια ανθρώπων, και τα κλειδιά του Άδη που είναι η φοβερή φυλακή του εξωτέρου σκότους, το βασανιστήριο των κολαζομένων ψυχών, τα κράτησε ο ίδιος ο Θεός, ο Βασιλεύς και Κύριος; Για να μάθουμε ότι σε αυτή τη ζωή, όταν θελήσουμε να ανοίξουμε τον Παράδεισο για να ασφαλίσουμε μέσα εκεί την ψυχή μας, εύκολο είναι να βρούμε τα κλειδιά. Τα έχει παραδώσει σε ανθρώπους εδώ κάτω στη γη, αν τα ζητήσουμε τα βρίσκουμε στα χέρια κάθε πνευματικού πατρός. Αλλά αν έρθει αιφνίδιος ή φυσικός θάνατος και μας βρει ή φορτωμένους από τα βάρη του κόσμου, ή δεμένους με τις αλυσίδες της αμαρτίας και πεθάνουμε αδιόρθωτοι, αμετανόητοι, ανεξομολόγητοι, ακοινώνητοι, πού θα βρούμε τα κλειδιά του Άδη για να ελευθερώσουμε τη φυλακισμένη ψυχή μας; Άνθρωπος δεν τα έχει, άγγελος δεν τα παρέλαβε, τα κρατά ο ίδιος ο Θεός. Ο Κριτής τότε δεν δείχνει έλεος, δεν ανοίγει, διότι κλείστηκε η θύρα. Ελπίδα ελευθερίας δεν υπάρχει, διότι στον Άδη δεν υπάρχει μετάνοια. Αλλά, ψυχή, είσαι το τελειότερο και ωραιότερο πλάσμα, διότι είσαι εικόνα τού Θεού, είσαι το πολυτιμότερο κτήμα, διότι είσαι αθάνατη. Ο εσταυρωμένος Ιησούς, ο Υιός του Θεού του ζώντος, έχυσε το ατίμητο αίμα Του για να σε εξαγοράσει, έδωσε την κολυμβήθρα του αγίου βαπτίσματος για να σε πλύνει, διέταξε άλλο, «δεύτερο βάπτισμα», τη μετάνοια, για να σε καθαρίσει, ετοίμασε την τράπεζα των αχράντων μυστηρίων Του για να σε θρέψει, έκτισε εδώ στον κόσμο Εκκλησία για να σε αγιάσει, εκεί δε Παράδεισο για να ζήσεις με μακαριότητα στους αιώνες των αιώνων. Ό,τι ήταν δυνατό το έκανε η άκρα αγαθότητα και ευσπλαχνία Του για να σώσει τις ψυχές μας, και εμείς κάνουμε ό,τι μας υπαγορεύει η άκρα κακία μας για να τη χάσουμε. Είναι όμως προτιμότερο να χάσουμε καθετί που προσφέρει ο κόσμος και να κερδίσουμε την ψυχή μας· διότι, «τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίση τον κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Ματθ. 16:26). Δημήτριος Παναγόπουλος (Από το περιοδικό «Όσιος Φιλόθεος της Πάρου» 16, σελ. 47)

Θεέ μου, γιατί σε εγκατέλειψα;


Μπροστά στο φάσμα της γενικευμένης κρίσης που διερχόμαστε πνευματικής, οικονομικής, οικογενειακής, προσωπικών σχέσεων, έχουμε και την σοβαρότητα του φαινομένου στον άλλοτε πιστό άνθρωπο και την απομάκρυνσή του από το Θεό, σε μία υφιστάμενη πλέον κρίση σχέσεως του ανθρώπου με το Θεό Πατέρα και Δημιουργό μας Σωστά μας είπαν, πως η ουσία της πνευματικής κρίσης είναι η απουσία νοήματος ζωής και ο εγκλωβισμός του ανθρώπου στο ευθύγραμμο παρόν, δηλαδή ο εγκλωβισμός του στο εγωκρατούμενο ένστικτο. Ένα παρόν δίχως μέλλον, χωρίς όραμα, καταδικασμένο στο ανιαρό και μονότονο. Eπόμενο είναι μία απουσία νοήματος της ζωής να την οδηγεί σε κυνήγι ευδαιμονίας, σε αναζήτηση εγωιστικής απόλαυσης. Αυτή η απουσία συνιστά την πιο ριζική προσωπική ανθρώπινη κρίση. Σηματοδοτεί την υπαρξιακή του απουσία με όλες τις τραγικές συνέπειες, την ανικανότητά του να αντισταθεί σε ό,τι τον ευτελίζει. Είναι πολύ σημαντικό να μην ξεχάσουμε πως είμαστε όντα καθ’ ομοίωσιν, δηλαδή, ό,τι κι αν γίνει, κυνηγάμε να μοιάσουμε σε κάτι. Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε ότι κάποιος δυνατός με ηρωϊκές επεμβάσεις θα καθορίσει τις επιλογές μας. Στον κόσμο που ζούμε, οι ήρωες μήτε χαϊδεύουν, μήτε κλαίνε, μήτε συμπονούν. Μόνο κατακτούν. Και τότε ; Ποιός θάναι αυτός ο ήρωας ; Η Εκκλησία δίνει την λύση. Η Εκκλησία είναι ένα σχολείο σχέσεως παιδιών μ’ έναν Πατέρα απύθμενης ταπείνωσης και νικητή κάθε μορφής εξουσίας. Όσο κρατιέται ζωντανή αυτή η εικόνα του Θεού, κρατιέται ζωντανό το όραμα μιας Βασιλείας με πολίτες που έχουν μάθει να ανήκουν και να αγωνίζονται για σκοπούς και όνειρα, που ξεπερνούν τα μικρά και στενά ατομικά τους όρια, το ψέμα και τον πανικό, ότι η ζωή είναι ένα εγώ εξουσίας. Για να τα πούμε τα πράγματα και με τ’ όνομά τους, ας γνωρίζουμε ότι τα παιδιά εν πολλοίς στην πατρίδα μας, είναι είδος εν ανεπαρκεία και μοιραία είδος εν ανεπαρκεία είναι και οι καλοί πατεράδες. Συμβαίνει στα σπίτια, συμβαίνει στην Εκκλησία, συμβαίνει οπουδήποτε. Ο πειρασμός μή νομίζετε ότι καταλαβαίνει από ετικέτες χώρου, μήτε κάν από την ετικέτα “εκκλησία”. Καραδοκεί να μετατρέψει την οποιαδήποτε σχέση, ακόμη και την πιο “πνευματική”, σε σχέση εξουσίας. Καλό είναι όμως να θυμόμαστε ότι δυνατότερη κι από την πιο πικρή “πατρική” προδοσία στη ζωή αυτή στέκει η προσευχή “μη εισενέγκεις ημας εις πειρασμόν” προς τον Πατέρα πατέρων και υιών και μητέρων και θυγατέρων. Τι Του ζητάμε εκείνη την ώρα ; Να μην επιτρέψει ποτέ να ξεχάσουμε να Τον φωνάζουμε Πατέρα μου και να μη τον εγκαταλείψουμε. Μόνο ο Θεός γνωρίζει πόσοι έχασαν το πρόσωπο του επουρανίου Πατέρα εξαιτίας λαθών και αστοχιών κάποιων επιγείων πατέρων. Πόσοι και πόσες δεν αναζήτησαν την….ωριμότητα και τη χειραφέτησή τους μέσα από τη ρήξη με τους προπάτορές τους. Ορφανές γενιές ορφάνεψαν τις επόμενες, μπλεγμένες στο παιχνίδι των ισορροποιών ανάμεσα στις αρχές και τη σχέση, στο δέον και το συναίσθημα, στην εξουσία και την τρυφερότητα. Οδυνηρές πορείες σε δρόμους αδιέξοδους, στρωμένους με τις καλύτερες των προθέσεων. Όποιος όμως συμφιλιώθηκε με τον Θεό-Πατέρα της θυσίας και της αποδοχής του ως παιδιού του Θεού, κράτησε και για το δικό του παιδί ανοιχτό τον δρόμο της συνάντησης με τον Πατέρα όλων μας και ξαναβρήκε και ο ίδιος τον άγγελο των παιδιάστικων χρόνων του, ώριμος πλέον να αποδεχθεί το δώρο της ζωής, έτοιμος να γεννήσει και να αναθρέψει υιούς και θυγατέρες με συνείδηση των ορίων τους, με αξιοπρέπεια και χριστιανική παιδαγώγηση, πολίτες της επερχομένης Βασιλείας. Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας

Χριστούγεννα: ένας ετήσιος σταθμός λύτρωσης για τον άνθρωπο


Οι πιστοί Χριστιανοί βιώνουν στην καρδιά τους την Γέννηση του Θεανθρώπου, ως προσωπική τους θέωση. Οι Πατέρες τόνισαν την αλήθεια ότι «αεί Χριστούγεννα εστί» και «αεί Πάσχα εστί» και «αεί Πεντηκοστή εστί». Η εν Χριστώ ζωή, ως ενότητα του πιστού με τον Χριστό, είναι βίωση της ζωής του Χριστού. Επειδή όμως, ως πεπτωκότες, εύκολα ξεχνούμε και έχουμε ανάγκη πνευματικών σταθμών για μεγαλύτερη πνευματική εμβάθυνση, γι’ αυτό η Εκκλησία διένειμε τους απολυτρωτικούς σταθμούς του έργου του Χριστού σε ολόκληρο το χρόνο. Άλλωστε, η βίωση του Χριστού είναι καθολική, που σημαίνει ότι δεν βιώνουμε το ένα μετά το άλλο τα γεγονότα της ζωής του Χριστού, ούτε βιώνουμε διαδοχικά και σταδιακά τις αρετές, αλλά αυξανόμαστε καθολικά εν Χριστώ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος, Όσοι πιστοί, εκδ. Ιεράς Μονής Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)