Ο χρόνος – η ευκαιρία του ανθρώπου


Είναι άραγε ο χρόνος μια τραγική παράμετρος στη ζωή του ανθρώπου; Κάθε πρωτοχρονιά συνήθως στρέφουμε τον νου μας στον αποκαλούμενο «καινούργιο χρόνο», αποφεύγοντας να σκεφτούμε το αυτονόητο, πως κάθε νέα χρονιά μας φέρνει ακόμη πιο κοντά στο αναπόφευκτο τέρμα της ζωής μας. Είναι τελικά ο χρόνος φίλος ή εχθρός, ευλογία ή κατάρα; Ο τρόπος που μετράμε τον χρόνο είναι αναγκαίος για τη ζωή μας σε αυτόν το κόσμο, αλλά είναι και τεχνητός, ένα ανθρώπινο επιτήδευμα. Όμως, κάθε αρχή του χρόνου είναι μια ευκαιρία να κάνουμε έναν απολογισμό πνευματικό, μια καινούργια αρχή στη ζωή μας. Από την αρχή της δημιουργίας η Γραφή μιλάει για τον χρόνο, «εγένετο εσπέρα και εγένετο πρωί ημέρα μια»1. Ασφαλώς ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να είναι φυλακισμένος στον χρόνο, αλλά για αιωνιότητα. Οι άγγελοι δημιουργήθηκαν μέσα στην αιωνιότητα, και γι’ αυτό η πτώση του Εωσφόρου είναι αμετάκλητη, επειδή αμάρτησε μέσα στην αιωνιότητα. Για τον άνθρωπο, ο χρόνος φανερώνει τη φιλανθρωπία του Θεού διότι η αγαθή πρόνοιά Του τον έπλασε μέσα στον χώρο και τον χρόνο, για να μπορέσει να εκμεταλλευθεί «την τρεπτότητα του χρόνου», για την οποία μιλούν οι φιλόσοφοι, και να έχει τη δυνατότητα να μετανοήσει. «Η στιγμή δεν πιάνεται»∙ μέχρι να την ονομάσουμε παρόν έγινε ήδη παρελθόν. Αυτή η τρεπτότητα του χρόνου είναι όμως ευλογία για τον άνθρωπο, γιατί του δίνει την ευκαιρία να αλλάξει προς το καλό και να οικοδομήσει στην καρδιά του πνευματική κατάσταση. Με την έννοια αυτή, ο χρόνος γίνεται ένα άλλο δέντρο της γνώσεως του καλού ή του κακού. Ο χρόνος της ζωής μας παίρνει αξία και νόημα όχι κατά τον αριθμό των ετών μας, αλλά κατά το μέτρο που τον αξιοποιούμε σε βάθος. Αν προσέξετε, στα αναγνώσματα στις εορτές των οσίων λέγεται ότι το αληθινά τίμιον γήρας εξαρτάται από το αν ο άνθρωπος ζει με σωφροσύνη και έχει ακηλίδωτο βιο. Ο δίκαιος «τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς»2, δηλαδή η ζωή του έφθασε στο πλήρωμά της, «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού»3. Ο απόστολος Παύλος μας προτρέπει να εξαγοράσουμε τον χρόνο της ζωής μας, γιατί οι μέρες είναι πονηρές4, και ο ίδιος Απόστολος μας δείχνει τον τρόπο με τον οποίο επιτελείται αυτή η εξαγορά, όταν εντέλλεται στους Εφεσίους «πληρούσθε εν πνεύματι (Αγίω)»5. Πολύ συχνά ακούμε τους ανθρώπους να λένε «πόσο χρόνο έχασα στη ζωή μου!». Δυστυχώς μεγαλώνουμε με τα πρότυπα του κόσμου, και δεν γνωρίζουμε πως να χειριστούμε το μεγάλο δώρο που λέγεται χρόνος στη ζωή μας. Στο σκοτάδι της άγνοιας οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τον χρόνο στρεφόμενοι νοσταλγικά στο παρελθόν, που δεν τους ανήκει πλέον. Άλλοτε ο εχθρός τους οδηγεί σε απόγνωση, θυμίζοντάς τους όλες τις αποτυχίες του παρελθόντος. Άλλοι μεταθέτουν τον νου τους στο μέλλον μέσω της φαντασίας. Είναι τραγικό που ο άνθρωπος τείνει να παρατηρεί στους άλλους τα σημάδια του χρόνου πολύ πιο εύκολα απ’ ότι στον εαυτό του. Θέλει συνεχώς να αποφύγει τη φθαρτότητα που φέρνει ο χρόνος, σαν να είναι αθάνατος στη γη. Αλλά ο χρόνος και ο θάνατος ήλθαν ως πράξη άκρας φιλανθρωπίας του Θεού, για να μη γίνει ο άνθρωπος αθάνατος μαζί με το κακό. Το μεγαλύτερο γεγονός «υπό τον ουρανόν» είναι η στιγμή όταν ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος. Τότε η αιωνιότητα του Θεού εισήλθε μέσα στον χρόνο, τέμνοντας σταυρικά τον οριζόντιο ιστορικό χρόνο. Ο Κύριος ονομάζεται ο Χριστός, δηλαδή ο κεχρισμένος του Θεού, και ο Ίδιος χρίει τον χρόνο και όλο το κτιστό είναι με τη θεια Του ενέργεια. Στην Παλαιά Διαθήκη ο χρόνος έφθασε σε ένα πλήρωμα, όταν έγιναν όλα τα γεγονότα που ήθελε ο Θεός να πραγματοποιηθούν. Οι Πατέρες ταυτίζουν «το πλήρωμα του χρόνου»6 με την Παναγία. Και για εμάς, μαζί με την εξαγορά του χρόνου, εξίσου σημαντικό είναι και το θέμα του πληρώματος της ζωής μας. Το μέσον που πρέπει να χρησιμοποιήσουμε για να φθάσει η ζωή μας στο πλήρωμά της και να εξαγοράσουμε αιωνιότητα, είναι ο ίδιος ο χρόνος. Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι ο χρόνος είναι «το σύμπαρεκτεινόμενον τη συστάσει του κόσμου διάστημα». Είναι ένα χρονικό διάστημα που έχει αρχή και τέλος∙ άρχισε από τη δημιουργία του κόσμου και συνεχίζει μαζί με την εξέλιξη του κόσμου. Ο Γέροντας Σωφρόνιος λέει ότι ο χρόνος είναι ο τόπος της συνάντησής μας με τον Θεό∙ είναι ο καιρός κατά τον οποίο ο Θεός δημιουργεί θεούς. Λειτουργικά, ο όρος «καιρός» χρησιμοποιείται όταν λέμε ότι οι ιερείς «παίρνουν καιρό», δηλαδή προετοιμάζονται με μια μικρή ακολουθία πριν μπουν στο ιερό να τελέσουν τη Λειτουργία. Με τον ίδιο τρόπο, και ο χρόνος της δικής μας ζωής είναι καιρός κατά τον οποίο προετοιμαζόμαστε για τη μέλλουσα ζωή. Ο άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας λέει ότι η εν Χριστώ ζωή σπέρνεται σε αυτό τον κόσμο, αλλά θα καρποφορήσει σε όλο της το πλήρωμα στην άλλη ζωή. Ένας λόγος που χάνουμε χρόνο, ακόμη και εμείς οι Χριστιανοί, είναι διότι δεν έχουμε στάση υπακοής ούτε στους πνευματικούς μας πατέρες, ούτε στην παράδοση της Εκκλησίας. Όποιος δεν γνωρίζει το μυστήριο της υπακοής, χάνει τον χρόνο της ζωής του, ακόμη και αν ανθρωπίνως έχει μεγάλα και λαμπρά χαρίσματα και επιτεύγματα. Εκτός υπακοής δεν θα μπορέσει να μαζέψει παρά μόνο ψίχουλα από την πλούσια τράπεζα της παράδοσης των Πατέρων μας. Στην Κλίμακα λέγεται ότι τρεις νέοι πήγαν σε ένα Γέροντα να του ζητήσουν λόγο, και στον τρίτο είπε ο Άγιος: «να θυμάσαι ότι ‘εν τη υπομονή ημών κτήσασθαι τας ψυχάς ημών’7∙ να βρεις έναν πολύ σκληρό Γέροντα και να του κάνεις απόλυτη υπακοή». Τότε τον ρώτησε ο νέος, «και αν ο Γέροντας δεν ζει πνευματική ζωή πάλι να μείνω;» Και του απάντησε ο άγιος, «ακόμα και αν δεις ότι είναι ο χειρότερος από όλους, να μην τον κρίνεις, αλλά να λες στον εαυτό σου τα λόγια που είπε ο Χριστός στον Ιούδα, «εταίρε, εφ’ ο πάρει;»8∙ «Φίλε, γιατί ήρθες εδώ; Για να κρίνεις ή για να κριθείς;» Υπέμεινε και τότε θα δεις ότι η χάρις του Θεού θα σβήσει κάθε υπερηφάνεια μέσα σου και κάθε άλλη σαρκική επιθυμία». Βλέπουμε ότι αυτοί που παραδίδονται με απλότητα στην υπακοή, πολλούς πειρασμούς που τους άλλους τους ταλανίζουν, δεν τους γνωρίζουν καν. Αυτό αφορά όλους τους πιστούς. Αν είχαμε αληθινή υπακοή στους θεσμούς της Εκκλησίας, θα μας έδινε ο Θεός να γίνουμε και εμείς φορείς της Παραδόσεώς της. Με την ενανθρώπηση του Χριστού, ζούμε πλέον μέσα στον «ενιαυτό της χρηστότητος του Κυρίου»9. Πόσες φορές δεν λέμε στις ακολουθίες, «ευλογημένη η Βασιλεία του Θεού, Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων»; Αυτό το «Νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων» αναφέρεται στο «αιώνιο σήμερον», δηλαδή στον λειτουργικό χρόνο, όταν ο καιρός της ζωής μας επισκιάζεται από την αιωνιότητα του Θεού και τότε ο άνθρωπος γίνεται σύγχρονος γεγονότων αιωνίων και μπορεί να φθέγγεται μαζί με την Εκκλησία «Του δείπνου Σου του Μυστικού ΣΗΜΕΡΟΝ Υιέ Θεού κοινωνόν με παράλαβε». Σε αυτή την προοπτική ο πραγματικός σκοπός του χρόνου της ζωής μας είναι να μαζεύουμε καθημερινά στην καρδιά μας τις σφραγίδες της παρουσίας του Χριστού, ώστε να μπούμε στην αιωνιότητά Του και ο Κύριος να μας αναγνωρίσει ως δικούς Του. Όπως ψάλλουμε τα Χριστούγεννα, αυτό που ήταν ο Χριστός παρέμεινε και αυτό που δεν ήταν το πήρε πάνω Του, δηλαδή την ανθρώπινη φύση. Όλα αυτά η Εκκλησία τα αποτυπώνει μέσα στις ακολουθίες της ημέρας. Ποια ώρα είναι πιο ευλογημένη από την έκτη ώρα, κατά την οποία ο Χριστός προσήλωσε το Σώμα Του στον Σταυρό και σταύρωσε την αμαρτία; Ή από την ενάτη ώρα κατά την οποία είπε «Τετέλεσται» για να φανερώσει ότι τελειώθηκε το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο; Ποια ώρα είναι πιο μακαρία από την τρίτη ώρα κατά την οποία ο Χριστός έπεμψε το Παράκλητον Πνεύμα στους Μαθητές Του; Ποια ώρα είναι πιο ευλογημένη από τη νύχτα, στην οποία γεννήθηκε ο Χριστός ή στην οποία αναστήθηκε; Όπως λέει ο Σολομών, «Μέσα στην ησυχία της νυχτερινής σιγής κατέβηκε ο παντοδύναμος λόγος του Θεού, φέρνοντας μαζί Του το οξύ ξίφος της ανυπόκριτης επιταγής Του»10 της ανυπόκριτης βουλήσεώς Του, που ήταν ο ζήλος της «εις τέλος» αγάπης Του για τον άνθρωπο. Ερωταποκρίσεις Ερώτηση: Πως συνδέεται η μνήμη με τον χρόνο; Αρχιμ. Πέτρος: Υπάρχει μνήμη πνευματική, που είναι πράξη προσευχής, και μνήμη ψυχολογική, που είναι απλή ανάμνηση περασμένων γεγονότων. Με την πνευματική ανάμνηση, φέρουμε αυτά που θυμόμαστε ενώπιον του Θεού με προσευχή και ευχαριστία. Λέμε για τους κεκοιμημένους «αιωνία η μνήμη» με την έννοια ότι αυτούς που θυμάται ο Θεός, ζουν πραγματικά, ενώ η λήθη του Θεού είναι θάνατος. Κατ’ αναλογία, η προσευχητική ανάμνηση είναι πράξη που αγιάζει και λυτρώνει ακόμα και το παρελθόν μας, όπως ο Χριστός «ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου»11 με το Αίμα Του και έδωσε Εαυτόν «λύτρον αντί πολλών»12. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για μας να λυτρώσουμε και να αγιάσουμε ούτε το παρελθόν, ούτε το παρόν, ούτε το μέλλον μας, παρά μόνο αν τα προσάγουμε στον Θεό με προσευχή. Ερώτηση: Γιατί σε κάποιους ο Θεός δίνει λίγα χρόνια ζωής, ενώ άλλοι φεύγουν σε βαθιά γεράματα; Αρχιμ. Πέτρος: Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι, «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Ο Χριστός έχει στα χέρια Του και χρόνους και καιρούς, εμείς μόνο να Του παραδοθούμε και κάθε μέρα να αγωνιζόμαστε όπως μπορούμε καλύτερα να μαζέψουμε μέσα μας αιωνιότητα με την προσευχή, με τον λόγο του Θεού, με τα μυστήρια της Εκκλησίας, με την εργασία των εντολών. Τα κρίματα Του είναι ανεξιχνίαστα και το μόνο σίγουρο και απόλυτο που ξέρουμε είναι πως ο, τι κάνει, το κάνει από αγαθότητα, και για κάθε αδικία στο ιστορικό επίπεδο, ο Θεός μετά έχει όλη την αιωνιότητα για να την αναπληρώσει. Ερώτηση: Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακας λέει ότι ο χρόνος της ζωής μας δεν φθάνει και για φιλία και για δάκρυα∙ πρέπει να διαλέξουμε τα δάκρυα. Πως να το κάνουμε; Αρχιμ. Πέτρος: Κατ’ ακρίβεια, λέει κάτι πιο βαρύ ακόμη∙ την ημέρα που δεν κλάψαμε, τη χάσαμε για όλη την αιωνιότητα. Σίγουρα, θα έχουμε ευκαιρίες ξανά για δάκρυα, αλλά την ημέρα εκείνη δεν θα την ξαναβρούμε, και εφόσον έμεινε χωρίς τη σφραγίδα του Θεού, την οποία φέρνουν τα δάκρυα, έμεινε αλύτρωτη. Παρόλο που έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θα ζούμε αιώνια στη γη, ο χρόνος μας είναι πολύ μικρός και δεν φθάνει και για φιλίες και για δάκρυα. Δεν σημαίνει ότι δεν θα είμαστε φιλικοί με τους δίπλα μας, αλλά ότι δεν πρέπει να προσκολληθεί η καρδιά μας σε ανθρώπους ή σε πράγματα αυτού του κόσμου. Ο Θεός μας είναι ζηλωτής Θεός και περιμένει από μας ολόκληρη την καρδιά. Το μυστήριο είναι όμως, ότι αν δώσουμε όλη μας την καρδιά στον Θεό, τότε το θέλημά Του γίνεται το δικό μας, και η καρδιά μας χωράει και όλους τους άλλους απαθώς, διά του Χριστού, όχι διά του εαυτού μας. Όταν έχουμε φιλίες με κέντρο τον εαυτό μας, η φιλία είναι μια πλατφόρμα για να ικανοποιούμε τα πάθη και τη κενοδοξία μας. Οι Άγιοι εξαγόρασαν όχι μόνο τον χρόνο της ζωής τους, αλλά και τον χρόνο της ζωής των πλησίον τους, αφού έγιναν «σπονδή» στον Θεό για τη σωτηρία του κόσμου. Ερώτηση: Τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές η Εκκλησία μας λέει να σχολάσουμε. Είναι αυτό σαν να σταματάει ο χρόνος για λίγο για μας: Αρχιμ. Πέτρος: Ξέρετε, οι άνθρωποι πολύ συχνά μας λένε ότι «σήμερα ο ρυθμός της ζωής είναι πολύ γρήγορος και δεν υπάρχει χρόνος να προσευχηθούμε». Μπορεί κάποιος να περάσει 3 ώρες στο ίντερνετ χωρίς να καταλάβει πότε πέρασε η ώρα. Αλλά αν έρθει στον ναό νιώθει ότι «είναι μεγάλες οι ακολουθίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Αυτός που περνά κάθε μέρα 4 ώρες στο ίντερνετ, στην καλύτερη περίπτωση θα μαζέψει κάποιες γνώσεις που δεν είναι πάντοτε σίγουρο για το πόσο έγκυρες και ακριβείς είναι. Στη χειρότερη περίπτωση όμως ερημώνεται μέσα του, ξεραίνεται η καρδιά του. Ενώ αυτός που θα δώσει 4 ώρες κάθε μέρα να προσευχηθεί, έχει πολύ μεγάλη αλλαγή στην πνευματική του κατάσταση. Δεν λέει η Γραφή· «τρέξτε για να μάθετε ότι είμαι Θεός», αλλά «σχολάσατε και γνώτε, ότι εγώ ειμι ο Θεός»13. Να μην απατούμε τους εαυτούς μας ότι με το να βλέπουμε τηλεόραση και να τραβάμε το κομποσκοίνι κάναμε τον κανόνα της προσευχής μας. «Σχολάσατε», σημαίνει να τα αφήσουμε όλα και να πούμε τώρα για 5 λεπτά, μισή ώρα, όσο μπορούμε, υπάρχει μόνο ο Κύριος και εγώ πάνω στη γη. Έτσι πρέπει να είναι η αληθινή σχόλη για να πιάσει μέσα μας η χάρη της προσευχής. Αλλιώς παίρνουμε λίγους κόκκους άμμου από την ακροθαλασσιά. Ερώτηση: Τι σημαίνει ότι ο χρόνος μεταποιείται σε «καιρόν» στην Εκκλησία; Αρχιμ. Πέτρος: Ο «καιρός» σημαίνει τον χρόνο που δίνουμε να σταθούμε στην παρουσία του Θεού και η ευλογία του καιρού είναι ότι μας προπαρασκευάζει, μας αλλάζει την κατάσταση. Όταν αμαρτάνουμε, αν ζήσουμε τον χρόνο με μετάνοια, γίνεται για μας «καιρός του ποιήσαι τω Κυρίω», καιρός που αναφέρεται στον Θεό. Ο Απόστολος λέει ότι «κάθε κτίσμα αγιάζεται διά λόγου Θεού και εντεύξεως»14· έτσι και ο χρόνος της ζωής μας γίνεται καιρός όταν τον κάνουμε ευκαιρία να επισκεφθεί και να επισκιασθεί από τη χάρη του Θεού. Σήμερα ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι δίνουν όλη τους την προσοχή στον χρόνο, ακόμη και μέσω των ναρκωτικών, και όσο θέλουν να το ζήσουν, τόσο τους φεύγει από τα χέρια τους. Τρέχει και κυνηγά ο άνθρωπος μια σκιά, αλλά δεν πιάνεται η σκιά που λέγεται χρόνος. Όταν όμως γίνει καιρός, ο προφήτης Δαβίδ λέει, «η προσευχή μου προς σε Κύριε καιρός ευδοκίας»15. Ερώτηση: Μπροστά σε κάθε καινούργιο χρόνο νιώθουμε ότι είμαστε προσηλωμένοι στο σημείο μεταξύ του χρόνου που πέρασε και εκείνου που έρχεται. Δεν γίνεται όμως αυτό κάθε στιγμή του χρόνου; Αρχιμ. Πέτρος: Το όφελος έρχεται από το νυν, από το τι κάνουμε τώρα και ο εχθρός, επειδή το ξέρει αυτό, παίρνει τον νου μας από το τώρα και προσπαθεί είτε να τον πάει στο παρελθόν και να μας γεμίσει με τύψεις και με απελπισία∙ ή να τον πάει στο μέλλον, και να μας γεμίσει με άγχος. Τελικά πολλές φορές το άγχος αυτό για το μέλλον το ονομάζουμε και «εσχατολογία». Αληθινή εσχατολογία, όμως είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά να βρούμε επαφή με τον έσχατο Αδάμ. Ο πρώτος Αδάμ πλάσθηκε κατ’ εικόνα του Εσχάτου Αδάμ. Εκείνος που θα έλθει στο τέλος είναι το πρότυπο του πρώτου Αδάμ. Η ζωή στην παρουσία του Εσχάτου, στον λόγο Του, στη χάρη Του δεν είναι η αγωνία και η κινδυνολογία για το μέλλον. Ερώτηση: Πως να εννοήσουμε ότι ο χρόνος είναι δώρον της χρηστότητος του Θεού; Αρχιμ. Πέτρος: Όταν ο χρόνος επισκιάζεται από τη χάρη του Θεού, τότε ο άνθρωπος μπορεί να πει παράδοξα πράγματα, όπως «εις ους τα τέλη των αιώνων κατήντηκεν»16, ή ότι γίνεται συγχρόνως γεγονότων αιωνίων. Αλλά λέμε ταυτόχρονα και το «Κύριε, ελέησον και σώσον με». Είναι και τα δυο αληθινά, διότι όσο υπάρχει χρόνος, ακόμη και όταν εμπλησθούμε με την τρυφή της παρουσίας Του, δεν παύει να υπάρχει και ένας κίνδυνος. Θυμάστε εκείνον τον Όσιο Γέροντα που είπε τις τελευταίες μέρες πριν πεθάνει όταν τον επαίνεσε κάποιος· «Προσέξτε, προλαβαίνω ακόμη να τα χαλάσω όλα». Ερώτηση: Ο χρόνος της Λειτουργίας είναι ο χρόνος της αιωνιότητας; Αρχιμ. Πέτρος: Ο λειτουργικός χρόνος είναι το «αιώνιο σήμερον», ο ιστορικός άνθρώπινος χρόνος που επισκιάζεται από την άκτιστη θεια ενέργεια, η οποία μας εισάγει στην αιωνιότητά Του. Ο Γέροντας Σωφρόνιος λέει ότι ο χρόνος είναι σχετικός, αλλά όχι με την έννοια του Αϊνστάιν που είπε ότι μια μάζα, όταν ξεπεράσει μια ταχύτητα, μπορεί να γίνει ενέργεια. Πνευματικά, αυτό γίνεται στις ψυχές των Αγίων, οι οποίοι στην ορμή τους προς τον Θεό λησμονούν τον κόσμο και σαν να φεύγουν από τη βαρύτητα του κόσμου, γίνονται όλοι φως, ενέργεια. Όταν επιστρέφουν στον κόσμο «εξαγγέλουν τας αρετάς του Θεού», γίνονται πύλη του ουρανού και η ζωή τους προβάλλει τις αρετές του Θεού για μας να τις μιμηθούμε, όπως λέει ο απόστολος Πέτρος∙ «όπως τὰς αρετὰς εξαγγείλητε του εκ σκότους υμάς καλέσαντος εις τὸ θαυμαστὸν Αυτού φως»17. Δεν υπάρχει καινούργιος χρόνος, όπως έλεγε ο άγιος Πορφύριος, υπάρχει μόνο ο χρόνος που πέρασε. Αλλά ο χρόνος που μας δίνει ο Θεός είναι «καιρός» τον οποίο εμείς πρέπει να τον κάνουμε «ευκαιρία» για τον Θεό να μπει στη ζωή μας.

Ας δούμε τον Χριστό, τον Αληθινό, όχι αυτόν που φτιάξαμε κατ’εικόνα μας


Για να υψωθείς χρειάζεται να ταπεινωθείς Στον πνευματικό σου αγώνα μεγάλη σημασία έχει να κρύβεις τον αγώνα σου. Αλλά νομίζω δεν αρκεί αυτό. Να προσπαθείς να ταπεινώνεσαι, ειδικά τότε που ο κόσμος αρχίζει να σε επαινεί και να σε σέβεται. Γιατί συνήθως κρύβουμε τον αγώνα μας με τέτοιο τρόπο που να φανερώνεται «ταπεινά» στους άλλους. Γι’ αυτό να εφευρίσκεις τρόπους να χαλάς της εικόνα σου. Όχι για να σκανδαλίσεις, αλλά για να απομακρυνθείς από τον κίνδυνο της έπαρσης. Στην εποχή που όλοι προσπαθούν να κτίσουν όνομα, εσύ να προσπαθείς να το γκρεμίσεις για χάρη του Χριστού. Είναι επίπονο να γίνεις έσχατος κατ’επιλογή. Είναι σωτήριο να επιλέξεις να χάσεις για χάρη του άλλου. Η οδός όμως των Εσχάτων οδηγεί τους συνειδητά έσχατους στην εν Χριστώ τελειότητα και τους κατα φαντασίαν τέλειους στην απόρριψη της Χάρης και στην παγίδευσή τους στην πλάνη τους. ————————————-

Όταν ο Άγιος μπήκε στο μπαρ! (Αγιος Γαβριηλ της Γεωργιας)


Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και λόγω της χαοτικής μου ζωής, η οικογένειά μου έφτασε στα όρια διάλυσης. Δεν περνούσε ημέρα χωρίς να έχω πιει αλκοόλ. Εθίστηκα και στα τυχερά παίγνια. Έχασα δουλειά και φίλους… Εξ αιτίας όλης αυτής της κατάστασης, υπέφεραν οι δικοί μου άνθρωποι. Κατά βάθος συνειδητοποιούσα το τραγικό της κατάστασής μου, αλλά αδυνατούσα να παλέψω με τον εαυτό μου. Πιθανότατα άρχισα να συνηθίζω τον τρόπο που ζούσα. Από αυτά που μου λένε, αλλά και από αυτά που θυμάμαι, είχα χάσει την ανθρώπινη πλευρά μου. Τα πάντα γύρω με εκνεύριζαν και κάποια στιγμή αισθάνθηκα να είμαι άνθρωπος περιττός. Βέβαια, εκείνον τον καιρό δεν έψαχνα κανένα πνευματικό καταφύγιο και πολύ περισσότερο δεν σκεφτόμουν να επισκεφθώ την εκκλησία, γιατί δεν έπαιρνα καν στα σοβαρά τους ιερείς. Είναι σίγουρο ότι τα πράγματα δεν θ’ άλλαζαν καθόλου, αν μία μέρα, εκεί που καθόμουν κι έπινα άλλη μια μπίρα και ετοιμαζόμουν να κάνω μία απερισκεψία, στο μπαρ δεν έμπαινε ο γέροντας Γαβριήλ. Ναι, αγαπητοί μου φίλοι, διαβάσατε σωστά. Ο γέροντας Γαβριήλ μπήκε στο μπαρ ! Τα γεγονότα εξελίσσονταν ως εξής: Μέσα στη μεγάλη βαβούρα του μπαρ ακούω μία καθαρή, δυνατή, αγανακτισμένη φωνή ενός άνδρα, που απαιτούσε να του σερβίρουν σε πιο μεγάλο ποτήρι μπίρα, ανακατεμένη με βότκα, αλλιώς, όπως έλεγε ο ίδιος, «θα σπάσει η καρδιά του» και ότι «θα πληρώσει όσα του ζητήσουν». «Λεφτά υπάρχουν, οι ενορίτες έδωσαν τον οβολό τους», επαναλάμβανε συνέχεια βροντόφωνα ο άνθρωπος αυτός, που ήταν ακριβώς πίσω μου κι ενώ οι παρευρισκόμενοι τον κοιτούσαν περιφρονητικά, γελώντας. Δεν γνώριζα τότε τι σημαίνει η λέξη «ενορίτες» κι επειδή καθόμουν με την πλάτη στο άτομο που την είπε δεν μ’ ενδιέφερε ιδιαίτερα το ποιος ήταν. Θυμάμαι ένα πράγμα σίγουρα: Στη δική μου αντίληψη, ήταν άνθρωπος μεγάλου αναστήματος, όμορφα ντυμένος, επαναστάτης, που, όπως κι εγώ, προσπαθεί να πνίξει τη θλίψη στο αλκοόλ. Η φωνή δεν σταματούσε καθόλου, ακούγονταν κραυγές, ακόμα και τον ήχο από τις γουλιές μπορούσες να ξεχωρίσεις, και ξαφνικά ο «άνθρωπος-επαναστάτης» άρχισε να τραγουδάει ένα γεωργιανό τραγούδι με τόσο γλυκιά φωνή, που ακούσια γύρισα να τον δω. Αυτό που αντίκρυσα ήταν ένας ιερωμένος, που στεκόταν στη μέση της μπιραρίας, ντυμένος με κουρέλια, κοντός, ασπρομάλλης, ο οποίος χόρευε στους ήχους του τραγουδιού, κάνοντας αλλοπρόσαλλες κινήσεις μεθυσμένου. Όλοι ησύχασαν και τον παρατηρούσαν, ενώ αυτός με κοιτούσε με τα μεγάλα, μοναδικά του μάτια. Κάποια στιγμή με πλησίασε, με κοίταξε κατάματα και είπε: «Ρεβάζ, κάψε αυτό που έχεις εδώ στην τσέπη σου!». Καλλιτεχνικό τω τρόπω με ακούμπησε στο στήθος, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και μέσα σ’ ένα κλάσμα δευτερολέπτου με σταύρωσε. Με πλησίασε, με κοίταξε κατάματα και είπε: «Ρεβάζ, κάψε αυτό που έχεις εδώ στην τσέπη σου!» Όλο αυτό συνέβη τόσο γρήγορα, που κανένας δεν παρατήρησε τίποτα και οι περισσότεροι, μεταξύ των οποίων κι εγώ, σκεφτήκαμε ότι το σημείο του σταυρού ήταν ένα είδος χορευτικής κίνησης. Σύντομα, και αφού τελείωσε τον χορό του, ο γέροντας έφυγε. Ο κόσμος τον ξεπροβόδισε με χειροκροτήματα κι επιφωνήματα: «Τι καλός άνθρωπος… Εύγε, παππούλη! Απίστευτο». Στεκόμουν εμβρόντητος, με δάκρυα στα μάτια. Κι έκλαιγα όχι επειδή κατάλαβα αμέσως το νόημα όλης της συμπεριφοράς του γέροντα, αλλά μόνο και μόνο γιατί σοκαρίστηκα με τα λόγια του. Απόρησα για το πώς μπορούσε να γνωρίζει τι είχα εγώ στην τσέπη μου. Και στην τσέπη μου βρισκόταν ένα σημείωμα αυτοκτονίας, το οποίο είχα γράψει πριν λίγες ώρες, στο οποίο αποχαιρετούσα την οικογένειά μου. Όντως τότε είχα αποφασίσει να διαπράξω μία τρομερή, ανεπανόρθωτη πράξη. Και ο γέροντας Γαβριήλ, ελέω Θεού, έστησε για μένα ολόκληρη παράσταση! Το πιο εκπληκτικό ήταν ότι από την επόμενη κιόλας μέρα δεν ήθελα ν’ ακούσω καν για τυχερά παιχνίδια, σταμάτησα να πίνω αλκοόλ και ταυτόχρονα εγκατέλειψα τον χαοτικό τρόπο ζωής, που ακολουθούσα για πολύ καιρό. Μετανιώνω που δεν μπόρεσα να βρω τον Γέροντα αυτόν στην Τιφλίδα. Ρώτησα πολλούς γι’ αυτόν και μου απαντούσαν ότι ήταν ένας ένας τρελός, που σπάνια εμφανιζόταν. Σύντομα στράφηκα στον Θεό και την Εκκλησία. Και μόνο μετά από μερικά χρόνια, όταν εγώ με την οικογένειά μου επισκεφθήκαμε τη Μτσχέτα και τη μονή Σαμτάβρο, σ’ έναν τάφο, όπου ήταν συγκεντρωμένος πολύς κόσμος, σε μία μεγάλη φωτογραφία αντίκρυσα εκείνον τον παππούλη, που κάποτε μου έσωσε τη ζωή. Στεκόμουν εκεί ακίνητος κι έκλαιγα. Ο Γέροντας μου χαμογελούσε. Γέλασα κι εγώ, όταν μου έκλεισε το μάτι από τη φωτογραφία ο γέροντας, σαν να με ρωτούσε χαριτολογώντας: «Λοιπόν, Ρεβάζ, ήρθες στον άνθρωπο-επαναστάτη τελικά, στον γέροντα αρχιμανδρίτη Γαβριήλ (Ουργκεμπαντζε) ;». Στον αγαπημένο παππούλη, που είναι αγαπητός σε όλον τον ορθόδοξο κόσμο και ο οποίος με την αγάπη του σώζει πολλούς ανθρώπους. Και θα συνεχίζει να σώζει, με το έλεος του Θεού! Ρ. Μ. Ρεβάζ

Πόσα χειρότερα θά'ρθουν Θεέ μου, όσο δεν εννοούμε να καταλάβουμε, όσο δέν εννοούμε να αλλάξουμε.


ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗΣ Aυτές τις "γιορτές", με την πλήρη απουσία απο τις εσωτερικές και εξωτερικές μας εκδηλώσεις, του μοναδικού εορτάζοντα, του Ιησού Χριστού, αναρωτιέμαι ποιοί γίναμε σήμερα, εμείς οι Έλληνες. Καί λυπάμαι, όπως ο Ιωάννης στην αποκάλυψη του,πού βλέποντας τα χάλια μας "έκλαιε πολύ". Αποστεωμένοι πνευματικά Έλληνες χωρίς την υποψία τής όντως ζωής, που πλάι μας " περνά και χάνεται". Έτοιμοι να γλεντήσουμε, να φάμε και να διασκεδάσουμε, ερήμην των καιρών, των ασθενειών, των θανάτων, των συμφορών, της αφόρητης δυστυχίας γύρω μας, λες και ζούμε σε άλλο καιρό, σε άλλη χώρα, σε διαφορετική ώρα, κοντά σε άλλους ανθρώπους. "Δείχνουν νικητές κι` έναι νικημένοι, δείχνουν ζωντανοί κι` είναι πεθαμένοι" Ατέλειωτες ευχές, χιλιοακουσμένες και ποτέ πραγματοποιημένες,σ' έναν διαγωνισμό κακογουστιάς και μονότονης επαναλήψεως. Λόγια χωρίς κανένα απολύτως σκοπό η στόχο.Και ούτε μια, αληθινή κουβέντα. Αχ, ευλογημένη σωπή! Πόσα θάχες να μας μάθεις, αλλά και να μας πείς! Πόσα χειρότερα θά'ρθουν Θεέ μου, όσο δεν εννοούμε να καταλάβουμε, όσο δέν εννοούμε να αλλάξουμε. Τα αποζητάμε, τα προκαλούμε με την συμπεριφορά μας. "Σε μια χώρα που γκρεμίζεται, σ' ένα αύριο που δεν χτίζεται να ξεχάσω γώ δεν γίνεται, το σημάδι Σου δεν σβύνεται." Ζήτω λοιπόν, οι σημαδεμένοι της αλήθειας, του Χριστού,της Παναγίας, της Ελλάδας, της παλληκαριάς, της ευγένειας και της φιλοπατρίας!Έλληνες απ´ άκρη σ´ άκρη, που μπολιάσαμε τη γη στο χαμόγελο μας δάκρυ,στο μαρτύριο αντοχή. Μία πίστη, μία γλώσσα, μιά λεβέντικη ψυχή Αίμα, πόνος και θυσία, η δική μας η γιορτή Η Ελλάδα ενωμένη, σαν αητός ψηλά πετά κι είν´ γραμμένο στα φτερά της "Χαίρε ώ χαίρε λευτεριά”!

ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ: ΓΙΟΡΤΗ ΠΟΡΕΙΑΣ!


«Τότε παραγίνεται ο Ιησούς από της Γαλιλαίας επί τον Ιορδάνην προς τον Ιωάννην του βαπτισθήναι υπ’ αυτού» (Ματθ. 3, 13) «Τότε έρχεται ο Ιησούς από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη, προς τον Ιωάννη για να βαφτιστεί απ’ αυτόν». Δεν μας είναι εύκολο να αναλογιστούμε ότι κάθε μεγάλο έργο, κάθε γεγονός της ζωής μας προϋποθέτει πορεία, κόπο. Λίγο ο πολιτισμός μας ο οποίος μάς απατά με το αίσθημα ότι δικαιούμαστε τα πάντα και τα δικαιούμαστε εδώ και τώρα, λίγο ο φόβος του Γολγοθά, της ήττας δηλαδή, την οποία δεν θέλουμε να υποστούμε, διότι είναι ανατροπή του θελήματός μας, του εγώ μας, και ο κόπος δεν είναι ευχάριστος. Όμως άνευ κόπου, και η χαρά δεν έχει νόημα, διότι δεν περιλαμβάνει το στοιχείο της εργασίας. Και η εργασία και ο κόπος κάνουν το γεγονός, την σχέση, το επίτευγμα κτήμα μας. Δίνουν το στοιχείο της οικειότητας, αλλά και της ανταμοιβής για την προσπάθεια. Είναι σαν να εισερχόμαστε στην χαρά του Κυρίου μας, έχοντας εργαστεί πάνω στα τάλαντά μας. Αυτό που κάνει εντύπωση στην ζωή του Χριστού είναι πως για κάθε γεγονός που γίνεται σ’ αυτήν προϋποτίθεται ο κόπος. Για παράδειγμα, στα Θεοφάνεια, στην βάπτισή Του από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο Χριστός βαδίζει από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη ποταμό. Καταβάλλει κόπο, για να εκπληρώσει έναν σκοπό. Να δείξει στον Ιωάννη, αλλά και στον κόσμο ότι έχει γίνει τέλειος άνθρωπος, έχει προσλάβει την φύση μας για να την αναπλάσει. Ξεκινά από την πρόσληψη των αναγκαίων, που έχουν να κάνουν με την μεταβολή της φύσης μας, την κίνησή της, την ενσάρκωση, την κυοφορία, την γέννηση, το μεγάλωμα, την εφηβεία, την ενηλικίωση. Ταυτόχρονα οικειούται τα αδιάβλητα πάθη, όπως την πείνα, την δίψα, τον κάματο, την λύπη, τον πόνο, την χαρά. Ουδόλως αφήνει τις επιλογές μας και τις συνήθειές μας, όπως την εργασία, τον σχετισμό με τον πλησίον, την παρέα και την κοινωνία, τον διάλογο με τον κόσμο, από την εξουσία μέχρι τον καθημερινό άνθρωπο, μηδενός εξαιρουμένου, ούτε των γυναικών και των παιδιών μολονότι κάτι τέτοιο στην εποχή του Χριστού δεν συνηθίζονταν. Θα οικειωθεί θεληματικά και το πιο έσχατο σημείο της φύσης μας που είναι ο θάνατος. Η πρόσληψη γίνεται ταυτόχρονα και θεραπεία, χάρις στην κοινωνία των δύο φύσεων στο θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου, μείξη στην οποία έχουμε μεν υποταγή εκούσια της ανθρώπινης φύσης στην θεϊκή, αλλά όχι απουσία των ανθρώπινων ιδιωμάτων. Ο Χριστός δεν έχει ένα θέλημα ή μία ενέργεια, αλλά το ανθρώπινο θέλημα υποτάσσεται εκούσια, δηλαδή ελεύθερα, στο θεϊκό. Οι ανθρώπινες ενέργειες σχετίζονται με τα αδιάβλητα πάθη, αλλά κάθε έργο αγάπης του Χριστού φέρει επάνω του την σφραγίδα της θείας ενέργειας. Έτσι η κίνηση της φύσης μας, η μεταβολή της φέρει επάνω της την σφραγίδα της ανάπλασής της. Η ενσάρκωση είναι άνευ ανδρός. Η γέννηση είναι άνευ ωδίνων. Το μεγάλωμα είναι «σοφία και ηλικία και χαρτί» και όλοι απορούν. Η εφηβεία συνοδεύεται από την διδασκαλία στον ναό του δωδεκαετούς Χριστού και την δήλωση ότι σπίτι του είναι η σχέση με τον Πατέρα, δηλαδή όπως πλάστηκε εξ αρχής ο άνθρωπος να είναι. Το ίδιο και τα αδιάβλητα πάθη. Η πείνα γίνεται νηστεία στην έρημο, αλλά και πολλαπλασιασμός των άρτων και των ιχθύων για τους ακροατές του λόγου Του. Η δίψα «ύδωρ ζων» στην συνάντηση με την Σαμαρείτιδα και «πλήρωση της γραφής» επάνω στον Σταυρό. Ο κάματος προσευχή και βάδισμα στην θάλασσα. Η λύπη για τον θάνατο, ανάσταση στον Λάζαρο, στον γιο της χήρας, στην κόρη του αρχισυνάγωγου. Η λύπη για την περιπέτεια της ανθρώπινης φύσης θαυματουργική θεραπεία, για να ζήσουν οι άνθρωποι την χαρά της πίστης και της παρουσίας του Θεού. Η χαρά ευλογία για μετατροπή του νερού σε κρασί στην Κανά, αλλά και συντροφικότητα με τους μαθητές. Η εργασία, εκτός από υλική κοντά στον Ιωσήφ, γίνεται εργασία σωτηρίας όλων των ανθρώπων διά του Ευαγγελίου. Ο διάλογος δεν είναι ρητορεία ή αγώνας λόγων, για την επικράτηση και την φήμη, αλλά διακήρυξη της όντως Αλήθειας. Η δόξα είναι ο Σταυρός. Και ο θάνατος γίνεται Ανάσταση. Όλα αυτά ξεκινούν από μία πορεία. Από την Γαλιλαία στον Ιορδάνη. Συνεχίζονται με μία νέα πορεία. Αυτήν της πειθούς προς τον Πρόδρομο να αποδεχθεί το αίτημά Του. Ακολουθεί η κατάδυση στον Ιορδάνη και η άμεση έξοδός Του από το νερό, καθώς δεν έχει καμία αμαρτία, αλλά διά της κινήσεως αυτής αγιάζει τα πάντα και δείχνει ότι δεν θα εξαιρέσει τον εαυτό Του από τα ανθρώπινα. Ξεκινά η διδασκαλία του Ευαγγελίου με κόπο και πορείες σε όλη την Παλαιστίνη. Ολοκληρώνεται ο κόπος με τα Πάθη και την Σταύρωση. Καταπαύει των έργων Αυτού επί τριήμερον, ζώντας ως προς το σώμα Του τον σαββατισμό της έβδομης ημέρας της Δημιουργίας, κι εδώ όμως χωρίς χωρισμό του από την θεότητα, καθώς «η σαρξ Του διαφθοράν ουκ οίδεν». Το πνεύμα Του όμως κηρύττει στον Άδη την Ανάσταση. Και ξεκινά την όγδοη ημέρα διά της δικής Του Αναστάσεως και διά της εργασίας της Εκκλησίας, στην οποία όλοι καλούμαστε να συμμετέχουμε. Αυτή την πορεία του Χριστού, πορεία αυθεντικής αγάπης, καλούμαστε να την ζήσουμε σε κάθε σημείο της δικής μας ζωής. Η Βασιλεία του Θεού θέλει κόπο και πορεία. Και ο κόπος δεν έχει να κάνει μόνο με την επιβίωσή μας, αλλά με την μετοχή μας στον τρόπο του Χριστού. Στον τρόπο της αγάπης για τον Θεό και τον πλησίον. Σε κάθε έργο, σε κάθε συναναστροφή μας, σε κάθε δοκιμασία μας, σε κάθε λύπη και χαρά στην πορεία της ζωής καλούμαστε τον τρόπο της Αγάπης να τον ζούμε και να τον μεταδίδουμε. Και επικαλούμενοι τον Χριστό και ζώντας Τον στην Εκκλησία, να γιορτάζουμε κάθε στιγμή! Φως είναι ο Χριστός. Το Φως δίδεται χωρίς προϋπόθεση από Εκείνον. Εμείς όμως χρειαζόμαστε να εργαστούμε για να μπορέσουμε να το προσλάβουμε. Από το βάπτισμά μας και το χρίσμα μας, που είναι η αρχή της οικείωσης, μέχρι την μετοχή στα μυστήρια της Εκκλησίας και την αγάπη, που είναι η επαναβεβαίωση της γιορτής για όλους μας! Τα Θεοφάνεια ας είναι η γιορτή της ανάπλασής μας και της απόφασης για τον κόπο της αγάπης!