Από τη μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο...


Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;Κι όμως το κάνουμε. Και το κάνουμε φωνακτά, το κάνουμε επιδεικτικά, να δείξουμε σε όλους ότι ενδιαφερόμαστε για τα αιώνια ενώ συγχρόνως εμμένουμε στα πρόσκαιρα. Μιλούμε για την αγάπη και την ταπείνωση του Θεού ενώ συγχρόνως επιζητούμε πρωτοκαθεδρίες και δικαιώματα. Προβάλλουμε τον Χριστό και συγχρόνως ρίχνουμε λάσπη στο πρόσωπό Του με την αμετανοησία μας. Μιλούμε για πνευματική ζωή ενώ παραμένουμε χωρίς πνευματικό, χωρίς άσκηση, χωρίς συγχώρεση. Μιλούμε λοιπόν για πνευματική ζωή. Ποια ζωή; Γι’αυτήν που καταναλώνουμε διαδικτυακά; γι’αυτήν που καταναλώνουμε σε μπαρ, σε διασκεδάσεις, σε αθλητικούς αγώνες;Ποια ζωή ποθούμε τελικά;Και σ’αυτήν την ερώτηση απαντούμε, “την εν Χριστώ ζωή”.Κι όμως δεν κάνουμε τίποτα για να την ζήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό γιατί «πρέπει», και δεν νιώθουμε να μας ελέγχει τίποτα, δεν έχουμε κάτι να του πούμε. Γιατί;Διοτι ή ζωή μας είναι ήσυχη, χωρίς ταραχές, χωρίς απρόοπτα, χωρίς προβλήματα, αλλά συνάμα είναι χωρίς πνευματική προσπάθεια. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί η συνείδησή μας είναι χοντρή, θολωμένη. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία του πνευματικού αγώνος. Μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας σ’αυτήν. Νομίζουμε ότι πνευματική ζωή είναι ο εκκλησιασμός, η ήρεμη ζωή, το να μην πέφτεις σε μεγάλα αμαρτήματα (κυρίως σαρκικά), η νηστεία.Ποιος προσεύχεται όμως; Ποιος γονατίζει καθημερινά; Ποιος αγαθοποιεί αγνώστους; Ποιος μελετά τις Γραφές, ποιος εξετάζει σε βάθος τον εαυτό του;Δεν τα κάνουμε αυτά, κι όμως νομίζουμε ότι είμαστε καλά πνευματικά.Εάν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τί είναι; Εάν αυτό δεν είναι πώρωση καρδιάς τότε τί είναι;Και ενώ βρισκόμαστε μέσα στο λιμάνι ναυαγούμε. Το πιο επικίνδυνο στην πνευματική ζωή είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια της ηρεμίας μας, του μισθού μας, της οικογένειάς μας, της ζωής μας. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε να απασφαλίσουμε τα πνευματικά μας όπλα, αυτά τα όπλα που δίνει η Εκκλησία, που μας έχουν δώσει οι Θεοφόροι Πατέρες μας τα οποία είναι η προσευχή, η μετάνοια, το χαροποιό πένθος, η σιωπή, η ανεξικακία, η αγαθότητα, η καθαρότητα βίου, η νηστεία, η αγρυπνία, η μετοχή στα Μυστήρια, η μνήμη θανάτου, η υπακοή. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε τον Θεό ως τον κύριο στόχο της ζωή μας. Γι’αυτό και την κάθε μας αστοχία δεν την θεωρούμε αμαρτία μα κάτι το δεδομένο, φυσιολογικό, αποδεχτό. Έχουμε συνθηκολογήσει με την αμαρτία, γι’αυτό και η πνευματική μας ζωή είναι νεκρή. Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλά μία διαπίστωση κάνω.Συνεχώς ξερνούμε και μετά γυρίζουμε και τρώμε τα ξερατά μας. Αμαρτάνουμε και πριν καλά καλά η μεταμέλεια μας κτυπήσει την πόρτα ξαναμαρτάνουμε. Και το φοβερό είναι ότι δεν θεωρούμε ότι σφάλαμε, δεν θεωρούμε ότι αδικήσαμε, δεν θεωρούμε ότι παρεκκλίναμε του σκοπού της ζωή μας. Εάν πέσουμε μία φορά δεν σταματούμε, δεν τρέχουμε αμέσως στο πετραχήλι του πνευματικού μας για να αναστηθούμε αλλά λέμε με το λογισμό μας «αφού έπεσα μία φορά τώρα δεν πειράζει…ας ξαναπέσω. Όταν θα ξαναεπισκεφτώ τον πνευματικό μου τότε θα σταματήσω». Έχουμε δηλαδή την πτώση μας σχεδιασμένη. Όμως δεν ξέρουμε φίλοι μου πότε θα μας βρει ο θάνατος. Εάν πέσαμε μία φορά δεν χρειάζεται να πέφτουμε συνέχεια, ας σταματήσουμε στην μία φορά. Γιατί αν συνηθίσουμε να πέφτουμε με την δικαιολογία ότι «λερωθήκαμε λίγο άρα ποια η διαφορά του λίγο με το πολύ», τότε θα χάσουμε κάθε αίσθηση της πτώσης μας και με την πάροδο του χρόνου θα την θεωρούμε την φυσική μας κατάσταση. Το να έχουμε αδελφοί μου εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραμένουμε ράθυμοι, αμελείς, αμετανόητοι. Η ουσία της χριστιανικής ελπίδος είναι ενεργητική, αυτό σημαίνει αγώνα και προσπάθεια στο στίβο των αρετών. Η ελπίδα χωρίς προσωπικό αγώνα είναι πλάνη και όλεθρος διότι οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνια απώλεια. Χωρίς πραγματικό αγώνα και δίψα για τον Θεό, θα κοινωποιούμε το πρωί το συναξάρι της ημέρας και το βράδυ θα ποστάρουμε την φωτογραφία μας σε κάποιο μπαρ μ’ένα ποτό στο χέρι. Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο. Και όλα αυτά θα γίνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θα μας είναι πολύ φυσικό και το ένα και το άλλο. Ίδια αξία για μας θα έχει η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι και το ξενύχτι μας σε ένα κέντρο διασκέδασης. Θα κάνουμε κυρήγματα περί Ορθοδόξου πνεύματος και συγχρόνως με την συμπεριφορά μας θα διχάζουμε, θα κατακρίνουμε, θα αυτοπροβαλόμαστε, χωρίς υπακοή, χωρίς ταπεινό και εκκλησιαστικό φρόνημα, χωρίς διάθεση για ομόνοια και ειρήνη. Θα «ορθοδοξούμε» πολεμώντας και θα νομίζουμε ότι είμαστε και «μάρτυρες της αληθείας», ενώ είμαστε φερέφωνα του διαβόλου. Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για τα πνευματικά ενώ συγχρόνως το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ο τραπεζικός σου λογαριασμός, η ομορφιά του προσώπου σου, τα μοδάτα ρούχα σου, η αίγλη της κοινωνικής σου ζωής; Φυσικά η πνευματική μας πρόοδο και σωτηρία πραγματώνεται δια της Χάριτος του Παρακλήτου όμως η Χάρις δεν έρχεται ουρανοκατέβατα, μαγικά, αλλά ενεργοποιείται δια της προσωπική μας προσπάθειας. Ο Παράκλητος σκηνώνει μέσα μας όταν βρίσκει χώρο να το κάνει. Εάν δεν αδειάσουμε τον εαυτό μας απ΄όλα αυτά τα περριτά και μάταια ο Παράκλητος θα παραμένει εξόριστος. Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή; Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Οι μικρές συμπεριφορές και η σημασία τους.


Η νέα κοπέλα μπαίνει στο τρένο και κάθεται δίπλα στο παράθυρο. Ενας νεαρός, της λέει πως η θέση δίπλα στο παράθυρο είναι δική του, και πως εκείνη οφείλει να σηκωθεί.Έχω την αίσθηση πως πρόκειται πως μια απλή παρεξήγηση μεταξύ δύο ξένων ταξιδιωτών. Εκείνη, σηκώνεται με απροθυμία και του παραχωρεί την θέση. Εκείνος κάθεται και την παίρνει αγκαλιά. Αρχίζουν να μιλούν για τον αρραβώνα τους.Ο νεαρός μετά από λίγο θέλει κάτι από την βαλίτσα του, η οποία είναι ψηλά τοποθετημένη. Η κοπέλα σηκώνεται, πιάνει την μεγάλη βαλίτσα και με δυσκολία την κατεβάζει για να πάρει εκείνος αυτό που έψαχνε. Την ανεβάζει πάλι στον χώρο αποσκευών, αγκομαχώντας.Εκείνος σηκώνεται να πάει στο κυλικείο του τρένου. Εκείνη βρίσκει ευκαιρία να κάτσει στην θέση του, να δει λίγο την θέα.Μόλις ο νέος επιστρέφει, στέκεται ακίνητος. Επιπλήττει με θυμωμένο βλέμμα την κοπέλα, η οποία σηκώνεται σε χρόνο ρεκόρ για να του παραχωρήσει την θέση. Υπάκουα.Πριν χρόνια μπήκα σε ένα λεωφορείο με τον τότε σύντροφο μου. Είχε πάρα πολύ κόσμο. Ήμουν κουρασμένη και υπήρχε μόνο μία άδεια θέση. Κάθησε εκείνος, και έβγαλε το βιβλίο του να διαβάσει απερίσπαστος.Εγώ έμεινα όρθια, σφιχτά ακινητοποιημένη ανάμεσα σε συνεπιβάτες. Ένας ηλικιωμένος κύριος πίσω του, μου έγνεψε με νοήματα «Παράτα τον. Δεν σε σέβεται». Θύμωσα.Σκέφτηκα πως δεν είμαι αδύναμη, δεν νιώθω κατώτερη, δεν έχω ανάγκη να με φροντίσει κάποιος, και πως ο φίλος μου είχε κάθε δικαίωμα να καθίσει και να απολαύσει το βιβλίο του, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να μου δώσει την μία και μοναδική θέση επειδή είμαι γυναίκα.Σκέφτηκα πως όλα αυτά είναι στερεότυπα άλλων καιρών. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να συνειδητοποιήσω πως κάποια πράγματα αποκαλύπτονται μέσα από μικρές λεπτομέρειες.Πως ο ναρκισσισμός είναι ένα χαρακτηριστικό που υφίσταται σε πολλούς ανθρώπους και απέχει πολύ από τον υγιή εγωισμό και την αυτοφροντίδα.Πως η ευγένεια ενός άνδρα προς μια γυναίκα, ουδόλως απειλεί την ισχυρή της προσωπικότητα.Πως ο άνθρωπος που θεωρεί πως βρίσκεται στο κέντρο του σύμπαντος, θα δίνει προτεραιότητα αποκλειστικά στις δικές του ανάγκες, πιστεύοντας πως οι άλλοι οφείλουν μονίμως να τις κατανοούν.Πως μικρές κινήσεις μπορεί να δείχνουν μια μελλοντική τοξική ή κακοποιητική ιστορία.Πέρασε καιρός για να καταλάβω την διαφορά του «προσέχω τον εαυτό μου θέτοντας υγιή όρια» και του «προσέχω μόνο τον εαυτό μου, αγνοώντας τους άλλους».Κοιτώντας εκείνο το ζευγάρι στο τρένο, αναρωτήθηκα πως θα είναι η ζωή τους στο μέλλον.Πως θα είναι η ζωή της κοπέλας με έναν άνθρωπο που δεν της επιτρέπει να κάτσει για λίγο στην θέση του, και να απολαύσει την θέα.Φέρνοντας στο μυαλό μου τον ηλικιωμένο κύριο στο λεωφορείο, θυμήθηκα πόσο σωστός αποδείχθηκε στο τέλος.Οι άνθρωποι γύρω μας, παρατηρούν πράγματα που εμείς δεν επιθυμούμε να κοιτάξουμε.Αρνούμαστε να εστιάσουμε στα μικρά σημεία που σχηματίζουν την μεγαλύτερη εικόνα, φοβούμενοι μην μείνουμε μόνοι.Και αν κάτι οφείλουμε να διδάξουμε στα κορίτσια μας, είναι αυτό:Η μοναξιά θα είναι πάντα, απείρως καλύτερη από μια μέτρια, κακή, ή επικίνδυνη σχέση.(Ας μιλήσουμε για τα μικρά σημεία σε συμπεριφορές που επιλέγουμε να μην δούμε. Κάποιες φορές κρύβουν περισσότερα.)

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 23 Ιανουαρίου 2022 (ΙΔ´ Λουκά)


Το Αποστολικό Ανάγνωσμα (Α´ Τιμ. α´ 15-17) Τέκνον Τιμόθεε, πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς ᾿Ιησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται ᾿Ιησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ᾿ αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον. Τῷ δὲ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν. Απόδοση: Παιδί μου Τιμόθεε, αὐτὸ ποὺ λέω εἶναι ἀλήθεια κι ἀξίζει νὰ γίνει πέρα γιὰ πέρα ἀποδεκτό· ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἁμαρτωλούς· καὶ πρῶτος ἀνάμεσά τους εἶμαι ἐγώ. ᾿Ακριβῶς ὅμως γι’ αὐτὸ μὲ ἐλέησε, γιὰ νὰ δείξει ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς σ’ ἐμένα πρῶτον ὅλη του τὴ μακροθυμία, ὥστε νὰ γίνω παράδειγμα γιὰ κείνους ποὺ πρόκειται νὰ πιστέψουν σ’ αὐτὸν καὶ νὰ ὁδηγηθοῦν ἔτσι στὴν αἰώνια ζωή. Παντοτινή, λοιπόν, τιμὴ καὶ δόξα στὸν αἰώνιο βασιλιά, τὸν ἄφθαρτο, τὸν ἀόρατο, τὸν μόνο σοφὸ Θεό. ᾿Αμήν. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα (Λουκ. ιη´ 35-43) Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐγένετο ἐν τῷ ἐγγίζειν τὸν ᾿Ιησοῦν εἰς ῾Ιεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν· ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ᾿Απήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. Καὶ ἐβόησε λέγων· ᾿Ιησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· Υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Σταθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. ᾿Εγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· Τί σοι θέλεις ποιήσω; ῾Ο δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. Καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ᾿Ανάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ. Απόδοση: Εκεῖνο τὸν καιρό, καθὼς ὁ ᾿Ιησοῦς πλησίαζε στὴν ῾Ιεριχώ, ἕνας τυφλὸς καθόταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου καὶ ζητιάνευε. ῞Οταν ἄκουσε τὸ πλῆθος ποὺ περνοῦσε, ρώτησε νὰ μάθει τί συνέβαινε. Τοῦ εἶπαν ὅτι περνάει ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Τότε ἐκεῖνος ἄρχισε νὰ φωνάζει δυνατά· «᾿Ιησοῦ, Υἱὲ τοῦ Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Αὐτοὶ ποὺ προπορεύονταν τὸν μάλωναν νὰ σωπάσει, ἐκεῖνος ὅμως φώναζε ἀκόμη πιὸ πολύ· «Υἱὲ τοῦ Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ὁ ᾿Ιησοῦς στάθηκε κι ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Αὐτὸς πλησίασε κι ἐκεῖνος τὸν ρώτησε· «Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω;» «Κύριε, θέλω ν’ ἀποκτήσω τὸ φῶς μου», ἀποκρίθηκε. Κι ὁ ᾿Ιησοῦς τοῦ εἶπε· «Ν’ ἀποκτήσεις τὸ φῶς σου! ῾Η πίστη σου σὲ ἔσωσε». ᾿Αμέσως ὁ τυφλὸς βρῆκε τὸ φῶς του κι ἀκολουθοῦσε τὸν ᾿Ιησοῦ δοξάζοντας τὸν Θεό. Καὶ ὅλος ὁ κόσμος, ὅταν τὸν εἶδε, δοξολογοῦσε τὸν Θεό.

ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΗ... ΣΥΝΗΘΕΙΑ! «Μη συνηθίζεις να ηττάσαι στον πνευματικό πόλεμο, γιατί η συνήθεια γίνεται δεύτερη φύση στον άνθρωπο» (όσιος Εφραίμ ο Σύρος). Μία βαθειά ψυχολογική αλλά και πνευματική παρατήρηση κάνει με τη φράση του ο μέγας όσιος Πατήρ Εφραίμ ο Σύρος. Μία παρατήρηση που την αλήθεια της τη διαπιστώνουμε όλοι στην καθημερινότητά μας: ποιος αμφιβάλλει για τη δύναμη της συνήθειας; Ό,τι κάναμε μία φορά και το επαναλάβαμε έπειτα, είναι δύσκολο να το σταματήσουμε. Τόσο που η επανάληψή του που μας έγινε συνήθεια καταστάθηκε τελικώς δεύτερη φύση μας – η προσπάθεια να σταματήσουμε μία συνήθειά μας βιώνεται συχνά ως... ξεριζωμός! Κι εδώ αναδεικνύεται η σημασία της συνήθειας στον πνευματικό πόλεμο, τον αγώνα δηλαδή του πιστού ανθρώπου να πορεύεται κατά το θέλημα του Θεού και όχι κατά το δικό του αμαρτωλό θέλημα: αν ο πιστός είναι χαλαρωμένος πνευματικά και ηττάται διαρκώς ή πολύ συχνά στη χριστιανική του πορεία – δεν μιλάμε για μία ήττα περιστασιακή που υφίσταται σε όλους και έχει γρήγορη μετάνοια -, τότε δυστυχώς η συνήθεια της ήττας του τον κάνει να βρίσκεται σχεδόν μόνιμα σε αντίθεση προς τον Θεό, που θα πει ότι τα πάθη και οι αδυναμίες του τον έχουν υποδουλώσει, όπως το δηλώνει και ο λόγος του αποστόλου: «σε ό,τι κανείς έχει ηττηθεί, σ’ αυτό και έχει υποδουλωθεί». Συμβαίνει κάτι παρόμοιο με το ξερίζωμα ενός φυτού: όσο είναι μικρό εύκολα ξεριζώνεται, όσο βγάζει ρίζες βαθειές και μεγαλώνει, τα πράγματα δυσκολεύουν μέχρι πλήρους αδυναμίας. Οπότε καταλαβαίνει κανείς την αξία του λόγου του οσίου Εφραίμ: μη συνηθίζεις την πτώση στην αμαρτία σου, γιατί όταν θελήσεις να την ξεπεράσεις θα δυσκολευτείς απεριόριστα – είναι σαν να πολεμάς πια τον βαθύτερο εαυτό σου! Από την άλλη όμως υπάρχει το θετικό στοιχείο: όταν κανείς επιμένει στο θέλημα του Θεού, έστω και διά της βίας, τότε η συνήθεια της επιμονής και της υπομονής του αυτής τον κάνει να νικά τον εαυτό του, οπότε η πνευματική του ζωή γίνεται διαρκώς και ευκολότερη. Μπορεί ο πονηρός διάβολος, κατά θεία παραχώρηση, να πολεμά περισσότερο έναν τέτοιο χριστιανό, όμως και η χάρη του Θεού τον ενισχύει αντιστοίχως, συνεπικουρούμενη από την αυτοκυριαρχία πια του χριστιανού – η συνήθεια της θετικής προς τον Θεό πορείας του καθιστά τη χριστιανοσύνη του πορεία από δόξης εις δόξαν, μία άνοδο δηλαδή χωρίς σταματημό. Κι ένα στοιχείο που συντελεί στην αδιάκοπη καλή συνήθεια του «γενηθήτω το θέλημά Σου» και όχι στην επιπόλαιη χαλαρή αντιμετώπιση της πνευματικής ζωής είναι η υπενθύμιση ότι στην πνευματική αυτή ζωή διαλείμματα και στάσεις δεν υπάρχουν – ή προχωρεί κανείς μαζί με τον Χριστό ή Τον εγκαταλείπει και αρχινά την κατακρύλα ως δέσμιος του πονηρού. Ο λόγος του Ίδιου ακούγεται με τον πιο ηχηρό τρόπο και επιβεβαιώνεται καθημερινά από κάθε πιστό: «όποιος δεν είναι μαζί Μου είναι εναντίον Μου και όποιος δεν μαζεύει μαζί Μου σκορπίζει». Και το παρήγορο βεβαίως στοιχείο: ακόμη και στη μεγαλύτερη κακή συνήθεια υπάρχει ελπίδα, όταν ο άνθρωπος μετανοήσει με την καρδιά του. Τότε αν ζητήσει τη βοήθεια του Θεού με πόνο και πόθο, τότε η δύναμη Εκείνου θα επιτελέσει το ακατόρθωτο: ο άνθρωπος θα απεμπλακεί από το κακό στρεφόμενος προς το Αγαθό. Διότι «τα αδύνατα στους ανθρώπους είναι δυνατά στον Θεό».

Ἔτσι τόν Εσωσε ὁ Ἅγιος ....Αληθινή Ιστορία.


Ἀπὸ γραφικὸ χωριὸ τοῦ Πηλίου ἦταν ὁ Στρατής. Θεοσεβὴς ἄν­θρωπος, μὲ πολλὴ πίστη, ὅ­πως καὶ ἡ οἰκογένειά του. Συχνά, ὅταν ἤθελε λίγο νὰ ξαποστάσει ἀπὸ τὴ δουλειά, πήγαινε στὸ ἐκκλησιδάκι τοῦ Ἁγίου Παν­­­τελεήμονος, κοντὰ στὸ σπίτι τους, καὶ προσευχόταν ἐκεῖ. Τὸ φρόντιζε κιόλας, μὲ ἰδιαίτερη μάλιστα ἐπιμέλεια· τὴν καθαριότητά του, τὸ ἄναμμα τῶν καντηλιῶν… Στὰ δύσκολα χρόνια τοῦ ἐμφύλιου σπα­ραγμοῦ, μετὰ τὴν ἀποχώρηση τῶν Γερμανῶν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὁ Στρατὴς κλήθηκε νὰ ὑπηρετήσει στὶς τάξεις τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ, ἀπέναντι στοὺς ἀν­τάρτες, ποὺ κινοῦνταν ἀπὸ ξένα, ἀνθελληνικὰ κέντρα. Συμμετεῖχε σὲ πολλὲς ἐπιχειρήσεις ἐπάνω στὰ βουνά, ἀλλὰ ἕνα περιστατικὸ ποὺ ἔζησε στὸ Γράμμο δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ξεχάσει ἔπειτα σὲ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή του. Βρέθηκαν – θυμόταν – μὲ τὸν λόχο του σ᾿ ἕνα ὀροπέδιο. Ἡ ἀναμέτρηση μὲ τοὺς ἀντάρτες σκληρή. Τὰ πυρὰ καταιγιστικὰ κι ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές. Κάποια στιγμὴ κατάλαβε ὁ διοικητής τους πὼς θὰ κυκλώνονταν ἀπὸ ἐκείνους. –Πᾶμε χαμένοι ὅλοι μας, παιδιά, τοὺς φώναξε. Κανένας μας δὲν θὰ βγεῖ ζων­τανός, ἂν καταφέρουν νὰ μᾶς περικυκλώσουν. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ πρέπει ἀμέσως τώρα νὰ ὑποχωρήσουμε, προτοῦ προλάβουν νὰ μᾶς κλείσουν ἀνάμεσά τους. Νά, ἀπό ᾿δῶ θὰ φύγουμε, εἶπε, καὶ τοὺς ἔδειξε ἕνα μονοπάτι. Ἄφησαν τὶς θέσεις τους καὶ πῆραν τὸ μονοπάτι. Ὅλοι τους. Ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν: τόν… Στρατή. Πῶς ἔμεινε αὐτὸς πίσω, πῶς τοὺς ἔχασε, οὔτε κι ὁ ἴδιος τὸ κατάλαβε. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι παρέμεινε πίσω μόνος, χωρὶς οὔτε καὶ τὸ μονοπάτι νὰ δεῖ, ἀπὸ ποῦ ἔφυγαν οἱ ἄλλοι… Κι ὁ τόπος γύρω ἄγριος, δασωμένος… –Πάει, χάθηκα, μονολόγησε. Ἢ οἱ ἀρ­κοῦδες θὰ μὲ φᾶν ἤ… οἱ ἀντάρτες – καὶ σὰν νὰ λύγισαν τὰ γόνατά του ἀπ᾿ τὸν τρόμο καὶ τὴν ἀπελπισία. Τότε ἀκριβῶς ἦταν ποὺ θυμήθηκε: –Ἅγιέ μου Παντελεῆμον, μὴ μ᾿ ἀφήσεις νὰ χαθῶ. Σῶσε με! φώναξε μὲ τὴ σκέψη του, κι ἀκόμα πιὸ πολὺ μὲ τὴν ψυχή του. Ἄρχισε νὰ περπατᾶ μὲς στὸ δάσος μὴ καὶ βρεῖ κανένα μονοπάτι, νὰ ξεφύγει. Δὲν εἶχε κάνει πολλὰ βήματα καί, νάσου, μπροστά του ἕνα ξωκκλήσι. –Ὤωω… Ἔτρεξε πρὸς τὴν ξύλινη πόρτα του. Κατέβασε τὸ μάνταλο κι ἐκείνη ἄνοιξε. Μπῆκε μέσα. Ἀληθινὸ καταφύγιο. –Δόξα τῷ Θεῷ! Σῶσε με, Θεέ μου, Παν­αγία μου, Ἅγιέ μου… Κοιτάει… τί νὰ δεῖ; Δίπλα ἀπ᾿ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὸ τέμπλο, ὁ ἅγιος Παντελεήμων! –Ἅγιέ μου! Ἅγιέ μου! Τυχαῖο εἶναι αὐτό; Τυχαῖο; Σ᾿ εὐχαριστῶ, Ἅγιέ μου. Σῶσε με, σὲ παρακαλῶ. Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα, καὶ ἀκούει βοή, ποδοβολητό. Κοιτάει ἀπ᾿ τὸ παραθύρι… Διμοιρία ὁλόκληρη ἀπὸ ἀντάρτες περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ξυστὰ στὸν τοῖχο. –Ἂν ἀνοίξει τώρα κανεὶς τὴν πόρτα, χάθηκα, μονολόγησε. Ἅγιέ μου! Ἔφυγαν ὅλοι τους. –Σ᾿ εὐχαριστῶ, ἅγιε Παντελεῆμον. Σ᾿ εὐχαριστῶ. Μοῦ ἔσωσες τὴ ζωή. Σ᾿ εὐχαριστῶ… Κάποτε βγῆκε ἀπ᾿ τὸ ξωκκλήσι. Ζήτημα ἂν εἶχε περπατήσει πέντε λεπτά, καὶ νά, ἕνας συνάδελφος μπροστά του. –Ποῦ εἶσαι, μωρέ; Σὲ χάσαμε. Ποῦ ᾿σαι; Τί ᾿ναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἔκανες; Πάει αὐτός, εἴπαμε. –Καὶ πῶς μὲ βρῆκες τώρα ἐσύ; –Μ᾿ ἔστειλε ὁ Διοικητὴς νά ᾿ρθῶ πίσω νὰ σὲ βρῶ. Θὰ τὸν βρῶ, ἔλεγα, ζωντανὸ ἤ;… –Νά ᾿ναι καλὰ τὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα. Αὐτὸ μ᾿ ἔσωσε ἀπ᾿ τοὺς ἀντάρτες. –Ποιὸ ἐκκλησάκι; –Τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα. –Ποιὸ ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονα, Χριστιανέ μου; Εἶσαι στὰ καλά σου; Μπὰς καὶ ἔπαθες τίποτα; Δὲν ὑπάρχει ἐδῶ κανένα ἐκκλησάκι. Ἀπ᾿ αὐ­­τὰ τὰ μέρη εἶμαι ἐγὼ καὶ τὰ ξέρω σὰν τὴν παλάμη μου. Ἐγὼ ἔδειξα στὸ Διοικητὴ ἀπὸ ποῦ θὰ φύγουμε… –Μὲ κοροϊδεύεις; Ἐδῶ πιὸ πάνω εἶναι, ἑκατὸ βήματα ἀπό ᾿δῶ. –Πᾶμε, λοιπόν. –Πᾶμε. Πῆγαν. Ἀλλὰ ἐκκλησάκι δὲν ὑπῆρχε πουθενά… Ἄρχισε νὰ ἱδρώνει ὁ Στρατής. –Δὲν εἶναι δυνατόν… δὲν εἶναι δυνατόν… Δὲν τὸ πιστεύω… Μὰ δὲν εἶναι δυνατόν…! –Καλά, Στρατή, ἂν βρεῖς ἐκκλησάκι, σφύρα! εἶπε ὁ ἄλλος, μισογελώντας μὲ τὴν ἀγωνιώδη ἀναζήτηση τοῦ Στρατῆ καὶ σκεπτόμενος ὅτι μᾶλλον ἀπ᾿ τὴν ἀγωνία του… κάτι τὸ μυαλό του… Δὲν ἦταν, βλέπεις, καὶ πολὺ πιστὸς ὁ ντόπιος στρατιώτης. Ὅμως ὁ Στρατὴς πῶς νὰ τὸ ξεχάσει αὐτό; Ξεχνιέται; Καὶ πῶς νὰ μὴν τὸ διαλαλεῖ ἀπό ᾿κεῖ κι ἔπειτα παντοῦ, σὲ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ζωή του, τί θαῦμα τοῦ ἔκανε ὁ ἅγιος Παντελεήμων! Πῶς τὸν ἔσωσε ἀπ᾿ τοὺς ἀντάρτες!… Περιοδικό “Ὁ Σωτήρ”, τ. 2159, 15 Ἰουλίου 2017