Πρῶτα καί κύρια εἴμαστε σύζυγοι!
Tοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Ἀντωνίου Καλλιγέρη
Πρίν ἀπό λίγες ἡμέρες, σέ μιά ὁμάδα γονέων, ἀκούστηκε τό παράπονο: «Κουράστηκα νά μέ κρίνουν τά πεθερικά μου καί οἱ γονεῖς μου γιά τήν ἀνατροφή πού δίνω στά παιδιά μου. Κουράστηκα μέ τήν κριτική αὐτή εἴτε γίνεται μέ λόγια εἴτε μέ νεύματα».
Δέν μέ αἰφνιδίασε τό παράπονο αὐτό γιατί τό ἔχω ἀκούσει πολλές φορές. Τόσες πού νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πεδία διαμάχης τῶν γενεῶν!
Ἐκεῖνο ὅμως πού προκαλεῖ ἀπορίες εἶναι γιατί ὑπάρχει αὐτό τό πεδίο διαμάχης. Τί προσπαθοῦμε νά ἀποδείξουμε; Θεωρῶ πώς καί οἱ δύο πλευρές ἔχουν πολλά τά ὁποῖα ὅμως δέν ἔχουν σχέση μέ τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν. Οἱ μεγαλύτεροι προσπαθοῦν νά ἀποδείξουν ὅτι τά κατάφεραν, ἐνῶ οἱ νεώτεροι ὅτι τά καταφέρνουν μιά χαρά χωρίς τούς μεγαλύτερους. Πρόκειται γιά ἕναν ἀνταγωνισμό πού ἀποδεικνύει ἀπό μιά ἄλλη πλευρά τήν παιδοκεντρικότητα τῆς ἑλληνικῆς οἰκογένειας καθώς καί τίς ἀνασφάλειες τῶν ἐνηλίκων.
Ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν μετατρέπεται ἀπό πεδίο συνάντησης τῶν γενεῶν σέ χῶρο μέτρησης τῆς ἐπιτυχίας τῶν μεγαλυτέρων.
Ἡ ἀγωνία ὅλων γιά τήν ἀνατροφή τῶν παιδιῶν καταλήγει νά εἶναι ἄδικη γιά τό ἴδιο τό παιδί. Μετατρέπεται στή συνείδησή μας σέ παιδί «Μεσσίας». Χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε ἀνατρέφουμε γενιές παιδιῶν τά ὁποῖα ἀπό τή γέννησή τους εἶναι φορτωμένα μέ γιγά-ντιες, σέ σχέση μέ τίς δυνατότητές τους, προσδοκίες. Οἱ γονεῖς περιμένουν ἕνα παιδί, ὅπως κάποτε ἡ ἀνθρωπότητα περίμενε τόν πραγματικό Μεσσία, γιά νά γίνει τελικά αὐτό πού ἐκεῖνοι θέλουν!
Μιά ἀντίστοιχη ἀντίληψη, ἡ ὁποία συνδέεται μέ τήν προηγούμενη παρατήρηση, προκύπτει ἀπό τήν ἄποψη πού ἔχουν πάρα πολλοί γονεῖς ὅτι, δηλαδή, ἡ σωστή διαπαιδαγώγηση περνᾶ ἀπό τόν δρόμο τῶν ὑποχρεώσεων καί τῆς ὑπερ-ἀπασχόλησης καί ὄχι τῆς μετάδοσης ἤ τῆς ἔμπνευσης τῶν παιδιῶν καί τῆς δημιουργικότητας.
Τά παιδιά, παρατηροῦν οἱ εἰδικοί, πάσχουν ἀπό τήν ὑπερβολική βοήθεια πού προσφέρουν οἱ γονεῖς τους. Ἀπό τό εἶδος τῆς ἀνατροφῆς πού ὀνομάστηκε «ἀνατροφή ἑλικόπτερο», ἐξαιτίας τῆς προσπάθειας τῶν γονέων νά ὑπαγορεύουν κάθε βῆμα στό παιδί τους ἀλλά καί νά ἱκανοποιοῦν προκαταβολικά κάθε ἀνάγκη του.
Ἡ μεγάλη πλειοψηφία ἀνδρῶν καί γυναικῶν εἰσέρχεται στόν γάμο γιά νά ἐκπληρώσει ἕνα καθῆκον. Εἶναι ἐνδεικτική ἡ ἀπάντηση τῆς συντριπτικῆς πλειοψηφίας αὐτῶν πού ἀπαντοῦν στό ἐρώτημα «Γιατί θέλεις νά παντρευτεῖς»; «Μά, γιά νά κάνω (ἴσως νά κάνουμε) παιδιά!»
Στατιστικά ἔχει ἀποδειχθεῖ σήμερα ὅτι ἡ κυριότερη αἰτία σύναψης γάμου εἶναι ἡ ἐπιθυμία γέννησης ἑνός παιδιοῦ.
Ὁ ἔρωτας καί ἡ ὀμορφιά τῆς παρουσίας του, ἡ ἀνθοφορία τῆς ἀγάπης μοιάζει νά κλείνεται ἐκτός τῶν συζυγικῶν διαμερισμάτων. Ὁ γάμος καί ἡ ἀνατροφή συνδέονται μόνο μέ ὑποχρεώσεις, εὐθύνες καί καθήκοντα.
Ἡ δημιουργία, ἡ ὡραιότητα τῆς κοινῆς πορείας, ἡ χαρά τῆς ἀνάπτυξης; Εἶναι δυσεύρετες ἔννοιες στό καθημερινό οἰκογενειακό λεξιλόγιο.
Ὅμως ἡ σπορά συχνά ζητᾶ νά περπατήσουμε μέσα στά αὐλάκια τοῦ χωραφιοῦ τό ὁποῖο συχνά κρύβει ἀνατροπές! Τήν ἀνατροπή πού κομίζει ὁ ἄνθρωπος πού μεγαλώνει, ὁ ὁποῖος ἔχει τή φροντίδα μας, τό ἐνδιαφέρον μας ἀλλά καί τίς δικές του ἀπόψεις οἱ ὁποῖες συχνά μᾶς δυσκολεύουν.
Οἱ σύζυγοι δέν τεκνογονοῦν. Μέ ἄλλα λόγια δέν ἀποκτοῦν ἁπλά παιδιά ἀλλά ποιοῦν! Τό ρῆμα ποιῶ τό χρησιμοποιοῦμε ὅταν θέλουμε νά ὑπογραμμίσουμε ὅτι κάτι τό δημιουργοῦμε, δέν μᾶς προέκυψε. Ἡ λέξη ποίηση παράγεται ἀπό τό ἴδιο ρῆμα. Οἱ γονεῖς δέν γεννοῦν ἁπλά ἀλλά δημιουργοῦν, διαμορφώνουν, ἀνατρέφουν. Χρειάζεται ἐδῶ νά προσέξουμε ἀκόμα ἕνα σημαντικό σημεῖο. Ἡ ποιητική λειτουργία τῶν γονέων ἐνῶ ξεκινᾶ μέ τή γέννηση τοῦ παιδιοῦ, συνδέεται ἄμεσα μέ τήν ποιότητα τῆς συζυγικῆς σχεσης. Ἐπειδή συνδιαμορφώνουν, δημιουργοῦν, εἶναι ποιητές τῆς συζυγίας τους, μποροῦν νά γίνουν ποιητές-γονεῖς. Ἄλλωστε αὐτή τή σχέση ὑπογραμμίζει καί ἡ πρώτη εὐχή τοῦ γάμου «…ὅτι σόν θέλημά ἐστιν ἡ ἔννομος συζυγία καί ἡ ἐξ αὐτῆς παιδοποιΐα…». Ἡ ἔννομος συζυγία εἶναι μιᾶς διπλῆς ὄψεως ἔκφραση. Ἐνῶ φαίνεται ὅτι μιλᾶ γιά τήν κατά νόμο συζυγία, ἀναφέρεται στή σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ συζυγία. Διαβάζοντας τό ἀποστολικό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Γάμου, τό ὁποῖο εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό τήν πρός Ἐφεσίους Ἐπιστολή τοῦ ἀπ. Παύλου, ἀντιλαμβανόμαστε εὔκολα ὅτι κυριαρχεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ ἄνδρα πρός τή γυναίκα ἡ ὁποία ἔχει πρότυπο τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ πρός τήν Ἐκκλησία Του. Μᾶς βοηθᾶ καί ὁ ἅγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ὅταν γράφει: «Γνώρισμα τῆς μητέρας δέν εἶναι ἡ γέννηση τῶν παιδιῶν, γιατί εἶναι δῶρο τῆς φύσεως, ἀλλά ἡ ἀνατροφή τῶν παιδιῶν, γιατί αὐτό ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐλεύθερη ἀπόφασή της… Δέν κάνει λοιπόν τή γυναίκα πραγματική μητέρα ἡ γέννηση παιδιῶν ἀλλά ἡ καλή ἀνατροφή τους».
Ἀκούγεται συχνά αὐτό. «Θέλω τό παιδί μου νά…» ἤ «θέλω νά ἀποκτήσω ἕνα παιδί ἀλλά ὁ… ἄλλος (ὁ σύζυγος) δέν θέλει». Ἤ ἀκόμα «πηγαίνουμε στήν πρώτη τάξη» ἤ «δίνουμε ἐξετάσεις».
Ποῦ βρίσκεται τό κακό σέ ὅλα αὐτά; Ἡ ἀπάντηση εἶναι πολύ ἁπλή. Στή μετακύληση τοῦ κέντρου βάρους ἀπό τή συζυγική σχέση στή γονεϊκή. Ἡ ὁποία μέ τή σειρά της ὁδηγεῖ στήν ἐπίσης λανθασμένη ἀντίληψη: Οἱ γονεῖς ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ποιότητα τῆς συζυγικῆς τους σχέσης μποροῦν νά διαπαιδαγωγήσουν τό παιδί τους κινούμενοι μέ πυξίδα τό καλό του. Ἄς σκεφθοῦμε ὅμως: ποιοί εἶναι οἱ παράγοντες πού καθορίζουν τό καλό του παιδιοῦ; Ἡ ἐποχή, δηλαδή οἱ ἱστορικό-κοινωνικές συνθῆκες, οἱ ἀξίες ἤ κάτι ἄλλο;
Ἡ συζυγική ζωή εἶναι ἕνα πεδίο διαλόγου, δημιουργικότητας, συμμετοχῆς, ὑπέρβασης τοῦ «ἐγώ» καί διαμόρφωσης τοῦ «ἐμεῖς». Αὐτό τό πεδίο εἶναι τό ἔδαφος στό ὁποῖο μποροῦν νά καρποφορήσουν τά παιδιά μας. Σέ αὐτό τό πεδίο καλλιεργεῖται καί διαμορφώνεται ὁ σεβασμός γιά κάθε ἄνθρωπο καί γιά τό ἄλλο φύλο, ἡ κατανόηση τῆς ἀξίας τοῦ ἑαυτοῦ καί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἡ ἀγάπη, ἡ χαρά, ἡ μακροθυμία, ἡ ἔμφαση στίς ἀξίες καί πάρα πολλά ἀκόμα.
Ἄς προσθέσουμε ἐδῶ ὅτι οἱ Ἐπιστῆμες τῆς Ἀγωγῆς ἀλλά καί πολλοί ἄλλοι μιλοῦν γιά τή δύναμη τοῦ παραδείγματος. Τά παιδιά μας δέν μαθαίνουν ἤ δέν πείθονται ἀπό τά λόγια μας ἀλλά ἀπό τίς πράξεις μας. Ἀπό τόν τρόπο, τήν εἰλικρίνεια μέ τήν ὁποία βιώνουμε τίς ἀξίες πού προτάσσουμε.
Ἀπό τό βιβλίο
«ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ…
ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΡΧΗ»
τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου
Ἀντωνίου Καλλιγέρη,
Με την έναρξη της νέας χρονιάς, ας έχουμε υπόψη μας 4 απλά πράγματα
Μέ τήν ἔναρξη κάθε καινούργιας χρονιᾶς ἡ εὐχή πού κυριαρχεῖ στίς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι: ῾Χρόνια πολλά καί καλή χρονιά!᾽
Ακριβῶς λοιπόν τήν εὐχή αὐτή θά σχολιάσουμε, δεδομένου ὅτι τίς περισσότερες φορές τή λέμε, ἀλλά χωρίς νά τή βλέπουμε στίς χριστιανικές της διαστάσεις. Βοηθό στόν ὀρθό προσανατολισμό τῶν σκέψεών μας θά ἔχουμε τόν ἁγιασμένο Γέροντα Παΐσιο μέσα ἀπό ἕνα μικρό λόγιό του.
῾῞Οταν εὔχεσθε σέ κάποιον νά τοῦ λέτε: Σοῦ εὐχόμαστε χρόνια πολλά καί εὐάρεστα στόν Θεό᾽ (ἱερομ. Χριστοδούλου, ῾Ο Γέρων Παΐσιος, σελ. 237).
1. ῾Η ἀξία καί σημασία τῶν εὐχῶν.
Κατά πρῶτον, ἀξίζει νά σημειώσουμε τό πόσο σημαντικό εἶναι νά εὐχόμαστε καλά πράγματα γιά τούς συνανθρώπους μας. ῎Αν ἡ κατάρα ῾πιάνει᾽ πολλές φορές, πού σημαίνει ὅτι τό πονηρό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς μας μπορεῖ νά ἐπιδράσει ἀρνητικά στούς ἄλλους, τό ἴδιο κι ἀκόμη περισσότερο μπορεῖ νά ἐπιδράσει ἡ εὐχή μας καί ὁ καλός μας λόγος.
Καί τοῦτο γιατί τό καλό, ὡς προερχόμενο ἀπό τόν παντοδύναμο Θεό, εἶναι ἰσχυρότερο ἀπό τό κακό καί ἡ θετική στάση μας ἀπέναντι στούς ἄλλους, ὅπως φανερώνεται ἀπό τίς εὐχές μας, μπορεῖ νά λειτουργήσει ὡς χάδι καί βάλσαμο στίς ψυχές τους.
Προϋπόθεση βεβαίως γι᾽ αὐτό εἶναι ὅτι οἱ εὐχές μας ἀνταποκρίνονται στίς προθέσεις μας, δηλαδή εὐχόμαστε στούς ἄλλους, γιατί πραγματικά καί ἀληθινά τούς ἀγαπᾶμε ἤ τέλος πάντων τούς συμπαθοῦμε.
Διαφορετικά οἱ εὐχές μας εἶναι ὑποκριτικές, γεγονός πού εὔκολα τό ἐπισημαίνει ὁ πλησίον μας πού τίς δέχεται.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ἀρνητικῆς καί θετικῆς ἀντίδρασης σέ κατάρα καί εὐλογία ἀντίστοιχα εἶναι τό γνωστό περιστατικό πού καταγράφεται στό Γεροντικό ἀπό τή ζωή τοῦ ὁσίου Μακαρίου.
Κάποτε, λέγει ἡ ἱστορία, ὁ ὑποτακτικός τοῦ ὁσίου συνάντησε στόν δρόμο του ἕναν εἰδωλολάτρη ἱερέα, τόν ὁποῖο ἀπερίσκεπτα ἔβρισε, χαρακτηρίζοντάς τον σατανᾶ.
᾽Εκεῖνος τόσο θύμωσε ἀπό τήν ἀνεπάντεχη προσβολή, πού ἔσπασε τό ραβδί του στίς πλάτες τοῦ καλόγερου, ἀφήνοντάς τον μισοπεθαμένο. Σέ λίγο φάνηκε κι ὁ ὅσιος Μακάριος, ὁ ὁποῖος συναντώντας τόν εἰδωλολάτρη ἱερέα ἔσπευσε νά τόν χαιρετίσει καί νά τοῦ εὐχηθεῖ. ᾽
Εκεῖνος κοντοστάθηκε σαστισμένος καί ρώτησε:
– Τί καλό εἶδες σέ μένα, ἀββᾶ, καί μοῦ μιλᾶς ἔτσι;
– Σέ βλέπω πού τρέχεις, τοῦ εἶπε ὁ ὅσιος, καί λυπᾶμαι πού δέν ἔχεις ἀκόμη καταλάβει πώς μάταια κοπιάζεις.
Κατανύχτηκε ἡ ψυχή τοῦ εἰδωλολάτρη ἀπό τά γεμάτα ἀγάπη λόγια τοῦ ὁσίου καί γι᾽ αὐτό τόν χαρακτήρισε ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ, ἐν ἀντιθέσει μέ τόν ἄλλο κακόγερο, ὅπως τοῦ εἶπε, πού τοῦ κακομίλησε.
Τελικά, τό συναπάντημα αὐτό ἦταν ἡ ἀφορμή γιά τή μεταστροφή τοῦ εἰδωλολάτρη στόν Χριστιανισμό, ἀφοῦ προηγουμένως ζήτησε καί τή συγγνώμη τοῦ ὁσίου γιά τήν κακομεταχείριση τοῦ μαθητῆ καί ὑποτακτικοῦ του.
῞Ωστε ὁ λόγος ὁ καλός, ὅπως καί οἱ εὐχές πού ἀνταλλάσσουμε τίς ἡμέρες τῶν μεγάλων ἑορτῶν, κάνει καί τόν κακό καλό, ἐνῶ ὁ κακός λόγος καί τόν καλό ἀκόμη τόν ἐρεθίζει. Τά ῾χρόνια πολλά καί ἡ καλή χρονιά᾽ λοιπόν ἔχουν ἀξία καί σημασία, ἔστω κι ἄν ἴσως δέν τό καταλαβαίνουμε ὅσο πρέπει.
2. ῾Η χριστιανική κατανόηση τῶν εὐχῶν.
Χρειάζεται ὅμως νά προχωρήσουμε σ᾽ αὐτό πού ἐπισημαίνει ὁ Γέρων Παΐσιος: ἡ εὐχή μας γιά χρόνια πολλά σέ κάποιον νά συμπληρώνεται καί μέ τό ῾εὐάρεστα στόν Θεό᾽. Γιατί ἄραγε ἔκανε τήν παρατήρηση αὐτή ὁ ἅγιος Γέροντας;
Μά ἀσφαλῶς γιατί ἤξερε ὅτι τό καλό τότε μόνον εἶναι πράγματι καλό, ὅταν σχετίζεται μέ τόν Θεό. ᾽Εκεῖνος εἶναι ἡ ἀπόλυτη καί μοναδική πηγή του, ὅπως τό βεβαίωσε καί τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου:
῾Οὐδείς ἀγαθός, εἰ μή εἷς, ὁ Θεός᾽ (Ματθ. 19,18). Χωρίς συσχέτιση τοῦ ἀγαθοῦ καί καλοῦ μέ τόν Θεό, παίρνει αὐτό τέτοιο περιεχόμενο, ἀνάλογο μέ τό ὑλικό πού ἔχει κανείς στήν ψυχή καί τήν καρδιά του.
Κι ὅταν λείπει ὁ Θεός ἀπό τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τότε εἶναι γεμάτη αὐτή ἀπό κακίες καί πάθη καί δαιμονικές ἐνέργειες, ἄρα καί τό θεωρούμενο καλό ἀπό τόν συγκεκριμένο αὐτό ἄνθρωπο σταματᾶ νά εἶναι καί γνησίως καί ἀληθινά καλό.
῎Ετσι ἡ εὐχή ῾καλή χρονιά᾽ πράγματι ἔχει νόημα καί εἶναι ἀληθινή, ὅταν κατανοεῖται ὡς εὐάρεστη στόν Θεό. Καί εὐάρεστο στόν Θεό γίνεται ἐκεῖνο πού τελεῖ ἐν ὑπακοῇ πρός τό θέλημά Του, ἄρα καλή θά εἶναι ἡ χρονιά γιά τόν καθένα μας, ὅταν τήν κάθε στιγμή μας τή ζοῦμε ἔτσι ὥστε νά τηροῦμε τό θέλημα ᾽Εκείνου.
Ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τώρα, μέ τό ὁποῖο πρέπει νά γεμίζουμε τόν χρόνο μας; ῾Η πίστη μας σ᾽ Αὐτόν καί ἡ ἀγάπη μας στόν κάθε συνάνθρωπό μας. ῾Αὕτη ἐστίν ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσωμεν τῷ ὀνόματι τοῦ υἱοῦ Αὐτοῦ καί ἀγαπῶμεν ἀλλήλους᾽ (Α´ ᾽Ιωάν. 3, 23).
Στή διπλή αὐτή ἐντολή συμπυκνώνεται κάθε ἐπιμέρους ἐντολή τοῦ Θεοῦ, κι αὐτό θά πεῖ ὅτι ὅταν ὁ χριστιανός εὔχεται ἐκ καρδίας ῾Χρόνια πολλά καί καλή χρονιά᾽, εἶναι σάν νά λέει: ῾Εἴθε νά ζήσεις πολλά χρόνια, μέ ἐναπόθεση τῆς ζωῆς σου στά χέρια τοῦ Θεοῦ, μακριά ἀπό ἄγχη, στενοχώριες, μελαγχολίες, καταθλίψεις, φοβίες, γιατί ὅλα αὐτά δείχνουν ὀλιγοπιστία ἤ ἀπιστία στόν Θεό.
Καί παράλληλα νά διαθέσεις τή ζωή σου στήν ἐξυπηρέτηση τοῦ συνανθρώπου σου, γινόμενος ἀρωγός στήν κάθε δύσκολη στιγμή του, κλαίοντας στό κλάμα του καί χαίροντας στή χαρά του, γιατί αὐτό θά πεῖ ἀγάπη᾽.
Μέ τά δεδομένα αὐτά οἱ εὐχές πού λέγονται στήν ἀρχή τῆς κάθε χρονιᾶς, ἀφενός ἀποκαλύπτουν τήν ποιότητα τῆς χριστιανικῆς μας συνειδήσεως, ἀφετέρου μποροῦν νά γίνουν τό ἐρέθισμα γιά ἕνα δικό μας βαθύτερο προβληματισμό πού θά πρέπει νά μᾶς ὁδηγεῖ σέ μεγαλύτερη συναίσθηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀλλά καί τῆς θέσης καί τοῦ ρόλου μας μέσα στόν κόσμο πού βρεθήκαμε.
Κι ἡ θέση μας καί ὁ ρόλος μας δέν εἶναι νά εἴμαστε ἀνεύθυνοι καί χωρίς σκοπό, μά πλήρως ἐξαρτημένοι ἀπό τόν Θεό, παραθέτοντας συνεχῶς ῾ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ᾽.
3. ῾Ο χρόνος δόθηκε πρός μετάνοια.
Τά παραπάνω εἶναι ἀπόρροια τῆς χριστιανικῆς θεωρήσεως τοῦ χρόνου. Κατανοοῦμε τά χρόνια πολλά ὡς εὐάρεστα στόν Θεό, γιατί ὁ χρόνος δέν εἶναι μία ἄσκοπη ροή γεγονότων καί καταστάσεων – μία τέτοια ἀντίληψη εἶναι καρπός ἀπιστίας πρός τόν παντοδύναμο καί αἰώνιο προσωπικό Θεό.
῾Ο χρόνος, σύμφωνα μέ τήν πίστη μας, δόθηκε καί δίνεται ὡς δωρεά ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο, προκειμένου νά τόν ἀξιοποιεῖ αὐτός γιά τή σωτηρία του. ῾᾽Εξαγοραζόμενοι τόν καιρόν ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσί᾽ (᾽Εφ. 5, 16).
Μέ ἄλλα λόγια ὁ Θεός ἐπιτρέπει νά ζοῦμε, νά παρατείνεται δηλαδή μέσα στόν χρόνο ἡ ζωή μας, γιά νά μετανοοῦμε: νά μεταστρεφόμαστε πρός ὅ,τι ζητεῖ τό πανάγιο θέλημά Του: ῾ἀποστυγοῦντες τό πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ᾽ (Ρωμ. 12, 9).
Ο λόγος τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ διά στόματος ᾽Ιωάννη τοῦ Θεολόγου εἶναι σαφής: ῾῎Εδωκα αὐτῇ χρόνον ἵνα μετανοήσῃ᾽ (᾽Αποκ. 2, 21). Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἑρμηνεύοντας τή μακροθυμία τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἁμαρτάνοντα ἄνθρωπο σημειώνει: ῾Τό χρηστόν τοῦ Θεοῦ εἰς μετάνοιαν σε ἄγει᾽ (Ρωμ. 2, 4).
Κατά συνέπεια ζοῦμε γιά ν᾽ αὐξάνουμε τή σχέση μας μέ τόν Χριστό. Κάθε ἄλλη ἐπιλογή τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ προσβολή τοῦ Θεοῦ καί βλασφημία πρός τό ἅγιο θέλημά Του.
4. ῾Η χαρά γιά τόν καινούργιο χρόνο.
῎Ετσι ὁ μόνος πού μπορεῖ νά χαίρεται γιά τόν ἐρχομό κάθε φορά τοῦ νέου χρόνου εἶναι ὁ πιστός χριστιανός. Μόνον ὁ χριστιανός μπορεῖ νά βλέπει τόν χρόνο ὄχι ὡς πορεία πρός τόν θάνατο, ἀλλ᾽ ὡς πορεία, ὅπως εἴπαμε, πρός μεγαλύτερη σχέση μέ τόν κατεξοχήν ἀγαπημένο του, τόν Χριστό.
Καί φτάνει μάλιστα ὁ καθόλα συνεπής πιστός, ὁ ἅγιος, νά ἐπιθυμεῖ γιά τόν λόγο αὐτό καί τόν ἴδιο τόν θάνατο. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος καί πάλι σημειώνει στούς Φιλιππησίους: ῾῎Εχω τήν ἐπιθυμίαν εἰς τό ἀναλῦσαι καί σύν Χριστῷ εἶναι᾽(1, 23).
῎Ηθελε νά φύγει ἀπό τή ζωή αὐτή, ὄχι γιατί μισοῦσε τόν κόσμο καί τή ζωή, ἀλλά γιατί ἀγαποῦσε περισσότερο τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Χριστό καί τή Βασιλεία Του. Κι ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος ἐπισημαίνει:῾῾Ο ἅγιος ἐπιθυμεῖ κάθε ὥρα τόν θάνατο᾽.
Γιά τόν χριστιανό λοιπόν ὑπάρχουν λόγοι χαρᾶς γιά τόν ἐρχομό τοῦ νέου χρόνου: τόν φέρνει πιό κοντά στόν ἀρχηγό τῆς πίστης Του!
Εἶναι ὅμως ἀκατανόητη ἡ χαρά τοῦ ἀπίστου καί ἐκτός τῆς ᾽Εκκλησίας ἀνθρώπου γιά τόν καινούργιο χρόνο. Γιατί γιορτάζει αὐτός; ᾽Επειδή θά ἔλθει μιά ὥρα γρηγορότερα στόν θάνατο;
Διότι στήν πραγματικότητα ὁ κάθε νέος χρόνος εἶναι καί μία μείωση τῆς ἐπί γῆς ζωῆς του, μία ἀνάσα πιό κοντά στή φθορά. ῎Ισως λοιπόν γιά τόν λόγο αὐτό νά ξενυχτᾶνε πολλοί γλεντώντας τήν παραμονή τῆς πρωτοχρονιᾶς: ἐπειδή ἐπιθυμοῦν νά διασκεδάσουν τόν ὑποσυνείδητο φόβο τους μέ τόν ἐπερχόμενο θάνατο.
῎Ετσι κι ἀλλιῶς ὅμως! Γιά τούς χριστιανούς ὁ χρόνος ἔχει νόημα καί σκοπό. Κι εἴμαστε εὐτυχεῖς πού ὁ Θεός ἐν Χριστῷ μᾶς ἔχει δώσει τή χάρη νά κατανοοῦμε τήν ἀλήθεια αὐτή. ᾽Απομένει καί νά τήν ἐνεργοποιοῦμε στή ζωή μας.
Διδακτική ιστορία: "Η κλοπή του χρόνου"
Κάποτε ο διάβολος κάλεσε μια παγκόσμια συνέλευση δαιμόνων. Στην εναρκτήρια ομιλία του, ανάμεσα στα άλλα, είπε:
«Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε τους Χριστιανούς να πηγαίνουν στην εκκλησία. Δεν μπορούμε να τους εμποδίσουμε να διαβάζουν την Αγία Γραφή και να γνωρίζουν την αλήθεια.
Δεν μπορούμε ούτε ακόμα και να τους εμποδίσουμε να έχουν μια ζωντανή στενή σχέση με τον Σωτήρα τους.
Άπαξ και αποκτήσουν αυτήν τη σύνδεση με τον Ιησού, εμείς χάνουμε κάθε δύναμη πάνω τους.
Έτσι, το μόνο που μας μένει είναι να τους κλέψουμε το χρόνο τους. Ας πηγαίνουν στην εκκλησία, δεν πειράζει, ας έχουν εκεί τις συνεστιάσεις τους κι όλα τα υπόλοιπα.
Ας έχουν έργο και δράση. Μόνο να μην έχουν χρόνο να αναπτύξουν αυτή τη ζωντανή σχέση με τον Ιησού.
Να τι θέλω από σας. Αποσπάστε τους την προσοχή από τον Σωτήρα τους και εμποδίστε τους από του να έχουν θερμή και στενή σχέση μαζί Του όλη μέρα. Ας τους παρασύρουμε σε μια χαλαρή σχέση με τον Ιησού, τυπική σχέση, χωρίς γνήσια πίστη και αγάπη γι’ Αυτόν.
Πώς θα το κάνουμε αυτό; ρώτησαν τότε οι δαίμονες.
Βάλτε τους να ασχολούνται με τα δευτερεύοντα θέματα και βρείτε τρόπους αμέτρητους να κρατάτε απασχολημένο το μυαλό τους, απάντησε.
Βάλτε μέσα τους τον πειρασμό να ξοδεύουν, να ξοδεύουν, να ξοδεύουν και να δανείζονται χρεώνοντας τις κάρτες τους.
Πείστε τις γυναίκες τους να πάνε να δουλεύουν πολλές ώρες εκτός σπιτιού και τους άνδρες να δουλεύουν 6-7 μέρες την εβδομάδα, 10-12 ώρες την ημέρα, έτσι ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες του τρόπου ζωής τους.
Εμποδίστε τους να ξοδεύουν χρόνο με τα παιδιά τους. Έτσι, καθώς θα διασπάται η οικογένειά τους, σύντομα το σπίτι δεν θα αποτελεί πια για αυτούς καταφύγιο από την πίεση της δουλειάς τους.
Κρατάτε πάντα το μυαλό τόσο γεμάτο με ερεθίσματα ώστε να είναι αδύνατο να ακούσουν τη σιγανή και απαλή φωνή του Θεού.
1. Βάλτε τους να παίζουν το ραδιόφωνο και το κασετόφωνο όποτε οδηγούν.
2. Φροντίστε να έχουν συνεχώς ανοιχτά στο σπίτι τους τα CD, το βίντεο, την τηλεόραση και τους υπολογιστές.
3. Βάλτε σε κάθε κατάστημα κι εστιατόριο που μπαίνουν μουσική που να παίζει ασταμάτητα. Αυτό θα συννεφιάζει το μυαλό τους και θα αδυνατίζει την κοινωνία τους με τον Χριστό μέσω της προσευχής.
4. Γεμίστε τα τραπέζια τους με περιοδικά και εφημερίδες. Κάντε τους υπερκαταναλωτικά όντα, να αγοράζουν, να ξοδεύουν χωρίς να έχουν τίποτα από αυτά πραγματική ανάγκη. Να ασχολούνται, να ταλαιπωρούνται και να απομακρύνονται από τον Ιησού Χριστό.
5. Σφυροκοπάτε τα μυαλά τους ακατάπαυστα με ειδήσεις όλο το 24ωρο.
6. Γεμίστε τους δρόμους με διαφημιστικές αφίσες, ώστε να μην τους αφήνετε στιγμή σε ησυχία όσο οδηγούν ή περπατούν.
7. Πλημμυρίστε τα γραμματοκιβώτιά τους με άχρηστα διαφημιστικά, καταλόγους ρούχων, τυχερών παιχνιδιών και κάθε τι που προάγει ψεύτικες ελπίδες ευημερίας.
8. Βάλτε κοκαλιάρικα μοντέλα στα εξώφυλλα των περιοδικών και στην τηλεόραση ώστε οι άνδρες να θεωρούν αυτά ως πρότυπα ομορφιάς και να μην ικανοποιούνται με την εμφάνιση της γυναίκας τους.
9. Δώστε κούραση στις συζύγους ώστε τα βράδια να μην είναι σε θέση να χαρούν σαν ζευγάρια με τους άνδρες τους. Δώστε τους πονοκεφάλους ώστε οι άνδρες να έχουν παράπονα, πικρίες και να αρχίσουν να ψάχνουν αλλού για ευχαρίστηση. Αυτό θα διαλύσει γρήγορα τις οικογένειες.
10. Διαφημίστε τον Αϊ Βασίλη ώστε να κλέψετε την προσοχή των παιδιών από το αληθινό νόημα των Χριστουγέννων.
11. Το Πάσχα διαδώστε τα κουνελάκια και τα κόκκινα αυγά στη θέση του μηνύματος της Ανάστασης και της νίκης της αμαρτίας.
12. Ακόμα και στη διασκέδασή τους φέρτε τους στα άκρα. Όταν γυρίζουν από διακοπές να είναι πτώμα στην κούραση και να έχουν μετανιώσει για τις επιλογές τους.
13. Μην τους αφήνετε να βγαίνουν στη φύση και να παρατηρούν ό,τι ο Θεός έφτιαξε.
14. Αντί για αυτό, στέλνετέ τους σε λούνα παρκ, γήπεδα, κινηματογράφους, παιδότοπους και κονσέρτα.
15. Κρατάτε τους πάντα υπεραπασχολημένους. Να μη σκέφτονται, να μην αναζητούν, να μη προβληματίζονται.
16. Και όταν συναντώνται για πνευματική συντροφιά με άλλους πιστούς, κάντε ώστε να φεύγουν από κει με διαταραγμένη συνείδηση.
17. Δώστε τους να ασχολούνται με τόσους πολλούς ‘καλούς’ στόχους, που να μην έχουν χρόνο ούτε ανάγκη να εκζητήσουν τη δύναμη του Ιησού στη ζωή τους.
18. Σύντομα θα δουλεύουν ασταμάτητα για αυτόν το καλό σκοπό, που όμως ο Θεός δεν τους ανέθεσε, θυσιάζοντας την υγεία τους και την οικογένειά τους σ’ αυτόν με μεγάλη πιθανότητα να τα χάσουν και τα δύο.
Θα δουλέψει σίγουρα το σχέδιο αυτό.»
Οι δαίμονες έτρεξαν γρήγορα να βάλουν σε εφαρμογή όλα αυτά, ώστε οι Χριστιανοί να μην έχουν χρόνο για τον Σωτήρα τους.
Από τη μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο...
Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;Κι όμως το κάνουμε. Και το κάνουμε φωνακτά, το κάνουμε επιδεικτικά, να δείξουμε σε όλους ότι ενδιαφερόμαστε για τα αιώνια ενώ συγχρόνως εμμένουμε στα πρόσκαιρα. Μιλούμε για την αγάπη και την ταπείνωση του Θεού ενώ συγχρόνως επιζητούμε πρωτοκαθεδρίες και δικαιώματα. Προβάλλουμε τον Χριστό και συγχρόνως ρίχνουμε λάσπη στο πρόσωπό Του με την αμετανοησία μας. Μιλούμε για πνευματική ζωή ενώ παραμένουμε χωρίς πνευματικό, χωρίς άσκηση, χωρίς συγχώρεση.
Μιλούμε λοιπόν για πνευματική ζωή. Ποια ζωή; Γι’αυτήν που καταναλώνουμε διαδικτυακά; γι’αυτήν που καταναλώνουμε σε μπαρ, σε διασκεδάσεις, σε αθλητικούς αγώνες;Ποια ζωή ποθούμε τελικά;Και σ’αυτήν την ερώτηση απαντούμε, “την εν Χριστώ ζωή”.Κι όμως δεν κάνουμε τίποτα για να την ζήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό γιατί «πρέπει», και δεν νιώθουμε να μας ελέγχει τίποτα, δεν έχουμε κάτι να του πούμε. Γιατί;Διοτι ή ζωή μας είναι ήσυχη, χωρίς ταραχές, χωρίς απρόοπτα, χωρίς προβλήματα, αλλά συνάμα είναι χωρίς πνευματική προσπάθεια. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί η συνείδησή μας είναι χοντρή, θολωμένη. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία του πνευματικού αγώνος. Μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας σ’αυτήν.
Νομίζουμε ότι πνευματική ζωή είναι ο εκκλησιασμός, η ήρεμη ζωή, το να μην πέφτεις σε μεγάλα αμαρτήματα (κυρίως σαρκικά), η νηστεία.Ποιος προσεύχεται όμως; Ποιος γονατίζει καθημερινά; Ποιος αγαθοποιεί αγνώστους; Ποιος μελετά τις Γραφές, ποιος εξετάζει σε βάθος τον εαυτό του;Δεν τα κάνουμε αυτά, κι όμως νομίζουμε ότι είμαστε καλά πνευματικά.Εάν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τί είναι; Εάν αυτό δεν είναι πώρωση καρδιάς τότε τί είναι;Και ενώ βρισκόμαστε μέσα στο λιμάνι ναυαγούμε.
Το πιο επικίνδυνο στην πνευματική ζωή είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια της ηρεμίας μας, του μισθού μας, της οικογένειάς μας, της ζωής μας. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε να απασφαλίσουμε τα πνευματικά μας όπλα, αυτά τα όπλα που δίνει η Εκκλησία, που μας έχουν δώσει οι Θεοφόροι Πατέρες μας τα οποία είναι η προσευχή, η μετάνοια, το χαροποιό πένθος, η σιωπή, η ανεξικακία, η αγαθότητα, η καθαρότητα βίου, η νηστεία, η αγρυπνία, η μετοχή στα Μυστήρια, η μνήμη θανάτου, η υπακοή. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε τον Θεό ως τον κύριο στόχο της ζωή μας. Γι’αυτό και την κάθε μας αστοχία δεν την θεωρούμε αμαρτία μα κάτι το δεδομένο, φυσιολογικό, αποδεχτό. Έχουμε συνθηκολογήσει με την αμαρτία, γι’αυτό και η πνευματική μας ζωή είναι νεκρή.
Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλά μία διαπίστωση κάνω.Συνεχώς ξερνούμε και μετά γυρίζουμε και τρώμε τα ξερατά μας. Αμαρτάνουμε και πριν καλά καλά η μεταμέλεια μας κτυπήσει την πόρτα ξαναμαρτάνουμε. Και το φοβερό είναι ότι δεν θεωρούμε ότι σφάλαμε, δεν θεωρούμε ότι αδικήσαμε, δεν θεωρούμε ότι παρεκκλίναμε του σκοπού της ζωή μας. Εάν πέσουμε μία φορά δεν σταματούμε, δεν τρέχουμε αμέσως στο πετραχήλι του πνευματικού μας για να αναστηθούμε αλλά λέμε με το λογισμό μας «αφού έπεσα μία φορά τώρα δεν πειράζει…ας ξαναπέσω. Όταν θα ξαναεπισκεφτώ τον πνευματικό μου τότε θα σταματήσω». Έχουμε δηλαδή την πτώση μας σχεδιασμένη. Όμως δεν ξέρουμε φίλοι μου πότε θα μας βρει ο θάνατος. Εάν πέσαμε μία φορά δεν χρειάζεται να πέφτουμε συνέχεια, ας σταματήσουμε στην μία φορά. Γιατί αν συνηθίσουμε να πέφτουμε με την δικαιολογία ότι «λερωθήκαμε λίγο άρα ποια η διαφορά του λίγο με το πολύ», τότε θα χάσουμε κάθε αίσθηση της πτώσης μας και με την πάροδο του χρόνου θα την θεωρούμε την φυσική μας κατάσταση. Το να έχουμε αδελφοί μου εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραμένουμε ράθυμοι, αμελείς, αμετανόητοι. Η ουσία της χριστιανικής ελπίδος είναι ενεργητική, αυτό σημαίνει αγώνα και προσπάθεια στο στίβο των αρετών. Η ελπίδα χωρίς προσωπικό αγώνα είναι πλάνη και όλεθρος διότι οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνια απώλεια.
Χωρίς πραγματικό αγώνα και δίψα για τον Θεό, θα κοινωποιούμε το πρωί το συναξάρι της ημέρας και το βράδυ θα ποστάρουμε την φωτογραφία μας σε κάποιο μπαρ μ’ένα ποτό στο χέρι. Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο. Και όλα αυτά θα γίνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θα μας είναι πολύ φυσικό και το ένα και το άλλο. Ίδια αξία για μας θα έχει η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι και το ξενύχτι μας σε ένα κέντρο διασκέδασης. Θα κάνουμε κυρήγματα περί Ορθοδόξου πνεύματος και συγχρόνως με την συμπεριφορά μας θα διχάζουμε, θα κατακρίνουμε, θα αυτοπροβαλόμαστε, χωρίς υπακοή, χωρίς ταπεινό και εκκλησιαστικό φρόνημα, χωρίς διάθεση για ομόνοια και ειρήνη. Θα «ορθοδοξούμε» πολεμώντας και θα νομίζουμε ότι είμαστε και «μάρτυρες της αληθείας», ενώ είμαστε φερέφωνα του διαβόλου. Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για τα πνευματικά ενώ συγχρόνως το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ο τραπεζικός σου λογαριασμός, η ομορφιά του προσώπου σου, τα μοδάτα ρούχα σου, η αίγλη της κοινωνικής σου ζωής;
Φυσικά η πνευματική μας πρόοδο και σωτηρία πραγματώνεται δια της Χάριτος του Παρακλήτου όμως η Χάρις δεν έρχεται ουρανοκατέβατα, μαγικά, αλλά ενεργοποιείται δια της προσωπική μας προσπάθειας. Ο Παράκλητος σκηνώνει μέσα μας όταν βρίσκει χώρο να το κάνει. Εάν δεν αδειάσουμε τον εαυτό μας απ΄όλα αυτά τα περριτά και μάταια ο Παράκλητος θα παραμένει εξόριστος. Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;
Αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)