Η Υπαπαντή, δείχνει το «αντιλεγόμενο σημείο»
Του Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'
Σαράντα ἡμέρες μετά τήν θεία Γέννηση ἔλαβε χώραν τό γεγονός τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπό τόν εὐλαβή, δίκαιο καί ὑπέργηρο Συμεών στόν Ἱερό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων.
Ὁ ἀφοσιωμένος αὐτός πρεσβύτης Συμεών μέ πολλή λαχτάρα καί ἱερό πόθο περίμενε τήν ἐμφάνιση τοῦ Μεσσίου. Ἤθελε νά τόν ἰδεῖ καί ἄς ἀποθάνει. Ἀλλά τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τοῦ εἶχε πεῖ: «Δέν θά ἀποθάνουμε, πρίν νά ἰδεῖς τόν Χριστόν τοῦ Κυρίου».
Καί ἦλθε ἡ μεγάλη καί εὐλογημένη ὥρα. Ὅταν ἡ Παναγία καί ὁ Ἰωσήφ ἔφεραν τό παιδίον Ιησούς, σύμφωνα μέ τόν νόμο, στό ναό, ὁ γέρων Συμεών τό εἶδε, τό ἀναγνώρισε καί μέ πολλή χαρά, εὐλάβεια καί ἱερό δέος τό παίρνει στίς ἀγκάλες του καί εὐλογῶντας καί εὐχαριστῶντας τόν Θεόν λέγει: «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου, δέσποτα, κατά τό ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καί δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ... ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2, 29-33).
Ὁ Χριστός «σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Μία φοβερή προφητεία. Αὐτό ἀκριβῶς πού προφήτευσε ὁ γέρων Συμεών, αὐτό καί συμβαίνει δύο χιλιάδες χρόνια τώρα. «Σημεῖο ἀντιλεγόμενον» τό θεανδρικό Του Πρόσωπο καί μάχες μέ πολλούς βέβαια σωσμένους καί μέ πολλούς ἀπολεσθέντες. Ἄλλοι ἄνθρωποι τόν πιστεύουν καί ἄλλοι δέν τόν πιστεύουν καί παραμένουν μακρυά του, ὡς ἄπιστοι.
*
Τό μεγάλο ἐρώτημα ἐξακολουθεῖ νά ὑφίσταται: Τί εἶναι ὁ Χριστός;
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι δέν μπορεῖς νά καταλάβεις, νά μάθεις καί προπαντός νά βιώσεις τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἀπό λεξικά, ἐγκυκλοπαίδειες, ἀπό τίς ἱστοσελίδες τοῦ internet, ἤ ἀπό κινηματογραφικές ταινίες. Ὁ Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἰδεολόγος ἐπαναστάτης. Δέν εἶναι ἕνας ἀρχηγός κάποιας θρησκείας, οὔτε ἕνας μάγος ἤ κάποιος φιλόσοφος.
Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια. Εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σαρκωθείς Λόγος, ὁ ἐνανθρωπήσας καί Λυτρωτής τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπό τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο.
Εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Εἶναι «τό φῶς τοῦ κόσμου», ἡ «Ἀνάστασις». Τό Πανάγιον Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένο μέ τό σωτήριον ἔργον Του.
Ὡς γράφει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος: «Δι' οὐδέν ἕτερον τήν ἡμετέραν ὑπέδυ σάρκα καί διά τήν σωτηρίαν τοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους γέγονεν ἄνθρωπος» (Ὁμιλία εἰς τήν Γένεσιν, PG, 53, 36).
Ἀλλά μέ ἀνθρώπινα – κοσμικά κριτήρια δέν μποροῦμε νά συλλάβουμε καί νά ἀπαντήσουμε στό ἐρώτημα: Τί εἶναι ὁ Χριστός; Ξεφεύγει τοῦτο ἀπό τήν πεπερασμένη διάνοιά μας γιατί ὁ Χριστός εἶναι «τό μέγα μυστήριον» μέ τήν πνευματική ἔννοια τοῦ ὅλου μυστηρίου.
Οἱ θεοφόροι βέβαια ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας φωτισθέντες ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μπόρεσαν καί ἔγραψαν γιά τό «μυστήριο», πού εἶναι ὁ Χριστός, θεολόγησαν, βίωσαν ἐντέλει τόν ἴδιον τόν Κύριο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μέ τήν Χριστολογία του περί τῶν δύο φύσεων, ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τήν διάκριση τῆς μιᾶς οὐσίας καί τῶν τριῶν ὑποστάσεων, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφοντας γιά τίς δύο φύσεις τοῦ Κυρίου ὑπογραμμίζοντας «τό ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον», τό ἴδιο καί ὁ Γρηγόριος Νύσσης γιά τήν ἀνάκραση καί ἀσύγχυτη ἕνωση αὐτῶν, ἐνῶ ὁ Ἱ. Χρυσόστομος ἔρχεται καί τονίζει τό μέγα γεγονός τῆς νίκης τοῦ θανάτου γράφοντας: «Χριστός ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» καί ἀργότερα ὁ Ἱ. Δαμασκηνός συνοπτικά ὑπογραμμίζει τά περί τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων, τῶν θελημάτων καί αὐτεξουσίων καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη θεολογεῖ καί περί τοῦ πάθους τοῦ σώματός Του καί ἀπαθείας τῆς θεότητός Του καί περί τῆς ἐν ἅδῃ καθόδου καί τῆς ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός καθέδρας.
Αὐτό τό τελευταῖο εἶναι ἐξόχως σημαντικό καθώς ὁ Ἀπ. Παῦλος ἀναπτύσσει διά μακρῶν τά περί τῆς αἰωνίας ἀρχιερωσύνης τοῦ Χριστοῦ.
Δηλαδή, ὁ Χριστός ἀνυψωθείς στούς οὐρανούς καί καθεσθείς ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ Πατρός, διαρκῶς μεσιτεύει γιά μᾶς. Γράφει ὁ Ἀπόστολος: «Ἔχοντες ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τούς οὐρανούς Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ... προσερχώμεθα μετά παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν» (Ἑβρ. 4, 14-16).
*
Ἐάν κάτι χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος, μέ τό βάρος τῆς ἁμαρτίας του καί τήν φθαρτότητά του, τοῦτο, εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου γιά τήν αἰώνια ἀποκατάστασή του ἀπό τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτή, γιατί Ἐκεῖνος εἶναι «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» ἀλλά «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8).
Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι μένει ὁ ἄνθρωπος ἐλεύθερος ν' ἀκολουθήσει τόν Σωτῆρα ἤ νά τόν ἀρνηθεῖ. Ὁ Κύριος βέβαια κανένα ἀπολύτως δέν ἐξαναγκάζει.
Ὡστόσο, ἔχει χαράξει καί ὁδούς ἐπιστροφῆς, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο καί ἔχει θυσιαστεῖ στόν Γολγοθᾶ γι' αὐτόν. Ἔτσι καθημερινῶς γιά τόν καθένα μας, τό τονίζουμε αὐτό, τίθεται ἡ πρόκληση: Ἀκολουθία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἤ τό ἀνακόλουθον. Καί ἀκολουθῶ τόν Χριστόν σημαίνει «κατοικοῦντα τόν Χριστόν διά τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν», ἀντιθέτως, ἡ ἀνακολουθία θητεύει στήν ἀλαζονική αὐτοπεποίθηση καί στόν ἀτελῆ ὀρθολογισμό μας.
Ἀλλ' ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἀνθρωπότητος. Στό κτίσιμο τοῦ πολιτισμοῦ τόν πέταξαν. Ὅταν ὅμως ἔπρεπε νά φτιάξουν τήν γωνία, τόν χρειάστηκαν. Ναί, ὁ Κύριος «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» στήν κοινωνία μας.
Ἐν τούτοις, εἶναι συνεχῶς παρών, «τό Α καί τό Ω, ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ» (Ἀποκ. 1,8).
Το Μαγικό Χαρτάκι
Ένα μοναχός, που ζούσε σε κοινοβιακό μοναστήρι, πολεμούνταν από τους λογισμούς αναχωρήσεως από το κοινόβιο. Μία μέρα πήρε ένα χαρτί και κάθησε και έγραψε σ’ αυτό όλες τις αιτίες για τις οποίες οι λογισμοί του έλεγαν να φύγει.
Αφού τις απαρίθμησε όλες, από κάτω έγραψε και μία ερώτηση, που την απηύθυνε στον εαυτό του: «Τα υπομένεις όλα;».
Τέλος, σαν απάντηση στην ερώτηση αυτή έγραψε: «Εις το όνομα Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, ναι, θα τα υπομένω!». Κι αφού τύλιξε το χαρτί, το έδεσε στη ζώνη του.
Όταν λοιπόν κάποια από τις αιτίες εκείνες του ερχόταν στο μυαλό και τον ενοχλούσαν οι λογισμοί της αναχωρήσεως από το κοινόβιο, εκείνος έτρεχε, πήγαινε ιδιαιτέρως, έβγαζε το χαρτί από τη ζώνη του και το διάβαζε.
Κι όταν έφθανε στη φράση «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού θα υπομένω..», απευθυνόταν στον εαυτό του και έλεγε: «Πρόσεξε ταλαίπωρε, γιατί δεν συμφώνησες με άνθρωπο αλλά με τον Θεό», και αμέσως ησύχαζε.
Έτσι έκανε ο μοναχός αυτό όσες φορές κάποια αιτία δημιουργούσε στην ψυχή του ταραχή, και παρέμενε ατάραχος.
Όταν οι άλλοι μοναχοί αντιλήφθηκαν αυτό που κάνει ο αδελφός και πως ζει ειρηνικά διαβάζοντας εκείνο το χαρτί, ενώ αυτοί πολλές φορές εξ αιτίας του πειρασμού ταράζονταν, τον φθόνησαν και τον μίσησαν.
Πήγαν όλοι μαζί στον ηγούμενο και του είπαν:
– Αββά, ο αδελφός αυτός είναι γόης και στη ζώνη του κρύβει μαγικά. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να μείνουμε μαζί του. Ή θα διώξεις αυτόν από εδώ, ή εμάς.
Ο ηγούμενος, χωρίς να αγνοήσει την ενέδρα του εχθρού, γιατί γνώριζε την ταπείνωση και την ευλάβεια του μοναχού, τους λέει:
– Πηγαίνετε να προσευχηθείτε και θα προσεύχομαι και εγώ, και μετά από τρεις ημέρες θα σας απαντήσω.
Τη νύχτα, ενώ ο μοναχός κοιμόταν, πηγαίνει ο ηγούμενος με προσοχή, του λύνει τη ζώνη, και αφού διάβασε το χαρτί του φόρεσε πάλι την ζώνη και έφυγε. Όταν πέρασαν οι τρεις ημέρες, ήλθαν οι μοναχοί στον ηγούμενο, για να μάθουν την απάντησή του.
Ο ηγούμενος καλεί τον αδελφό και του λέει:
– Γιατί σκανδαλίζεις τους αδελφούς;
Ο αδελφός πέφτει κάτω στο έδαφος και λέγει:
– Αββά, αμάρτησα, συχώρεσέ με, και να προσεύχεσαι για εμένα.
Ο αββάς τότε, απευθύνεται στους αδελφούς.
– Τι είπατε γι’ αυτόν;
Εκείνοι αποκρίνονται:
– Ότι είναι μάγος, και έχει τα μαγικά σύνεργα στη ζώνη του.
– Βγάλτε λοιπόν από τη ζώνη του τα μαγικά σύνεργα, του λέγει ο αββάς.
Εκείνοι όρμησαν να του λύσουν τη ζώνη, μα εκείνος δεν τους άφηνε.
– Κόψτε την, πρόσταξε ο ηγούμενος.
Όταν την έκοψαν, βρήκαν το «μαγικό χαρτί». Ο ηγούμενος δίνει τότε το χαρτί σε έναν από τους διακόνους, προστάζοντάς τον ν’ ανέβη σε ένα ψηλό μέρος και από εκεί να το διαβάσει. Και τούτο για να ντροπιαστεί περισσότερο ο πονηρός διάβολος, που έσπειρε στις ψυχές των αδελφών αυτή τη διαβολή.
Μόλις οι αδελφοί άκουσαν αυτά που έγραφε το χαρτί, και μάλιστα την τελευταία φράση, «Εις το όνομα του Χριστού θα τα υπομένω όλα», δεν ήξεραν απ’ την ντροπή τους τι να κάνουν.
Έβαλαν μετάνοια στον ηγούμενο και του είπαν:
– Αββά, αμαρτήσαμε!
– Μη βάζετε μετάνοια σε εμένα, τους λέει ο ηγούμενος, αλλά στο Θεό και στον αδελφό που κατηγορήσατε, για να σας συγχωρέσει.
Πράγματι, έτσι έκαναν.
Τότε ο αββάς λέει στον αδελφό:
– Ας προσευχηθούμε, αδελφέ στο Θεό να τους συγχωρέσει.
Και προσευχήθηκαν γι’ αυτούς.
Πηγή: Με παρρησία…
Πως να ελέγχουμε σωστά τις σκέψεις μας!
Ένα καλάθι για τις καλές σκέψεις και ένα για τις κακές!…
Ο αββάς Σιλουανός σηκώνεται και πάει στον αδελφό που προσποιούνταν το σαλό (=τρελό). Χωρίς να χτυπήσει, ανοίγει σιγά σιγά το μάνδαλο και αιφνιδιάζει τον αδελφό.
Εκείνος καθισμένος έκανε την πνευματική του εργασία καιείχε δύο καλαθάκια, το ένα από τα δεξιά και το άλλο από τα αριστερά. Σαν είδε το Γέροντα, άρχισε –όπως συνήθιζε- να γελάει. Κι ο Γέροντας του λέει:
«Άστα τώρα αυτά και πες μου ποια είναι η άσκησή σου».
Εκείνος πάλι γελούσε. Συνέχισε ο αββάς Σιλουανός:
«Το ξέρεις πολύ καλά ότι εκτός Σαββάτου και Κυριακής δεν βγαίνω από το κελί· αλλά τώρα ήρθα μεσοβδόμαδα, γιατί ο Θεός με έστειλε εδώ».
Φοβήθηκε ο αδελφός και βάζοντας μετάνοια στο Γέροντα τού λέει:
«Συγχώρεσέ με πάτερ. Κάθε πρωί αρχίζω την πνευματική μου εργασία έχοντας τα χαλίκια αυτά μπροστά μου.
Εάν μου έρθει καλός λογισμός, ρίχνω ένα χαλίκι στο δεξιό ζεμπίλι, αν έρθει πονηρός λογισμός, ρίχνω στο αριστερό.
Το απόγευμα μετρώ τα χαλίκια· και αν του δεξιού είναι περισσότερα, τρώγω· αν όμως του αριστερού είναι περισσότερα, δεν τρώγω.
Την επόμενη μέρα πάλι εάν μου έρθει πονηρός λογισμός, λέγω στον εαυτό μου: Πρόσεξε τι κάνεις, γιατί πάλι δεν θα φας».
Θαύμασε σαν τ’ άκουσε ο αββάς Σιλουανός και είπε:
«Πράγματι οι Πατέρες που ήλθαν σήμερα άγιοι άγγελοι ήταν, που ήθελαν να κάνουν γνωστή την αρετή του αδελφού…»
(Το Μέγα Γεροντικόν,τόμος Β΄,εκδ. Ι.Ησυχ. «Το Γενέσιον της Θεοτόκου» Πανόραμα Θεσσαλ. σελ. 459)
Με φόβο Θεού και χαρά, Από τη Φιλοκαλία
Όσο αιώνιος είναι ο Βασιλιάς των όλων, με βασιλεία που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, τόσο ο ζήλος εκείνων που αγωνίζονται θεληματικά γι’ Αυτόν και για τις αρετές γίνεται πιο επικερδής. Γιατί οι τιμές του παρόντος βίου, όσο λαμπρές κι αν είναι, καταργούνται οπωσδήποτε μαζί με αυτόν. Οι τιμές όμως που απονέμονται από το Θεό στους άξιους, επειδή δίνονται με αφθαρσία, μένουν αιώνια.
Η σελήνη η οποία μεγαλώνει και πάλι μικραίνει, είναι τύπος του ανθρώπου, ο οποίος άλλοτε πράττει καλά και άλλοτε αμαρτάνει, και κατόπιν με την μετάνοια επανέρχεται στην ενάρετη ζωή. Λοιπόν δεν χάθηκε ο νους όποιου αμάρτησε, καθώς νομίζουν μερικοί, όπως της σελήνης το σώμα δεν λιγόστεψε, αλλά μόνο το φως της. Αποκτά λοιπόν πάλι ο άνθρωπος τη λαμπρότητά του με την μετάνοια, όπως η σελήνη μετά το λιγόστεμά της ξαναντύνεται πάλι το φως. Γιατί λέει η Γραφή: «Εκείνος που πιστεύει στο Χριστό, κι αν πεθάνει θα ζήσει» (Ιω. 11:26) «και θα γνωρίσει ότι Εγώ ο Κύριος μίλησα και θα το κάνω» (Ιεζ. 17:24).
Οι δαίμονες οι οποίοι μισούν τις ψυχές μας, υποβάλλουν σε μερικούς να μας κάνουν κάποιον κρύο έπαινο. Κατόπιν μας προτρέπουν να χαρούμε γι’ αυτό. Τότε λοιπόν, αν χαλαρώσουμε από την οίηση και δώσουμε τόπο στην κενοδοξία, δεν κοπιάζουν πολύ οι εχθροί μας δαίμονες να μας αιχμαλωτίσουν.
Να ευχαριστείσαι περισσότερο από εκείνον που σε περιγελά, παρά από εκείνον που σε επαινεί· αυτός δεν διαφέρει διόλου από εκείνον που σε καταριέται, όπως λέει η Γραφή (Παροιμ. 27:14).
Λέει η Γραφή: «Ευαγγελίζομαι χαρά μεγάλη σ’ εσάς, που αφορά όλο το λαό» (Λουκ. 2:10), όχι ένα μέρος μόνον του λαού. Και «όλοι οι κάτοικοι της γης θα σε προσκυνήσουν και θα ψάλλουν σε Σένα» (Ψαλμ. 65:4), όχι ένα μέρος μόνον της γης. Η ψαλμωδία δεν είναι γνώρισμα αυτών που δέονται με δάκρυα, αλλά εκείνων που είναι εύθυμοι. Αφού λοιπόν έτσι είναι, ας μην απελπιστούμε διόλου, αλλά ας περάσουμε τον παρόντα βίο εύθυμοι, έχοντας στο νου μας την μέλλουσα εκείνη χαρά και ευθυμία. Αλλά όμως να την ανακατέψουμε την ευφροσύνη με το φόβο του Θεού, όπως λέει η Γραφή: «Να νιώθετε αγαλλίαση για τον Κύριο μαζί με τρόμο» (Ψαλμ. 2:11). Οι γυναίκες που ήταν μαζί με τη Μαρία, έφυγαν από τον Τάφο με φόβο και χαρά (Ματθ. 28:8). Ίσως κι εμείς κάποτε με φόβο και χαρά βγούμε από τον νοητό τάφο. Απορώ πώς μπορούμε να μην έχουμε φόβο, γιατί κανείς δεν είναι αναμάρτητος, και αν ακόμη είναι Μωυσής ή Απόστολος Πέτρος. Πλην όμως σ’ αυτούς, αφού νικήσει η θεία αγάπη, αποδιώχνει το φόβο (Α΄ Ιω. 4:18) κατά την ώρα του θανάτου.
Μερικοί ορίζουν ότι η πρακτική αρετή είναι η πιο αληθινή πνευματική γνώση· φροντίστε λοιπόν με τα έργα μάλλον να φανερώνετε και την πίστη και τη γνώση. Γιατί εκείνος που αρκείται τυφλά μόνο στη γνώση, θα ακούσει ότι· «Ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν το Θεό, Τον αρνούνται όμως με τα έργα» (Τίτ. 1:16).
Κανένα άλλο πράγμα δεν μπορεί να εξαφανίζει τόσο πολύ την αρετή, όσο οι αστειότητες και οι χαριεντισμοί και η αργολογία. Και αντίθετα, τίποτε άλλο δεν ανανεώνει την ψυχή και την κάνει να πλησιάζει στο Θεό, όσο ο φόβος του Θεού και η καλή προσοχή και η ακατάπαυστη μελέτη των λόγων του Θεού και το να οπλίζεται κανείς με την προσευχή και να αναζητεί από ίχνος σε ίχνος το κέρδος της αγρυπνίας.
Ωφελιμότατο πράγμα και συμφέρον στην ψυχή είναι να υποφέρουμε σθεναρά κάθε θλίψη, είτε από τους ανθρώπους είτε από τους δαίμονες προξενείται, και να γνωρίζουμε με ακρίβεια ότι είμαστε χρεοφειλέτες αυτής της κακοπάθειάς μας, και να μη κατηγορούμε γι’ αυτό κανένα άλλο, παρά μόνον πάντοτε τον εαυτό μας. Εκείνος που, για τις θλίψεις που του συμβαίνουν, κατηγορεί τους άλλους, έχει ξεγλυστρίσει από τη δίκαιη κρίση αυτών που του αρμόζουν.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)