Άγιος Παΐσιος: «Διαβάστε Συναξάρια. Τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, γιατί συνδέεται κανείς με τους Αγίους…»
Διαβάστε Συναξάρια. Τα Συναξάρια πολὺ βοηθούν, γιατὶ συνδέεται κανεὶς με τους Αγίους και φουντώνει μέσα του η ευλάβεια και η διάθεση για θυσία.
Τί αγάπη είχαν οι άγιοι Μάρτυρες για τον Χριστό, τι λεβεντιά!
Για τον Άγιο που προχωρεί στο μαρτύριο, η αγάπη του για τον Χριστό είναι ανώτερη από τον πόνο, γι’ αυτό και τον εξουδετερώνει. Το μαχαίρι του δημίου το ένιωθαν οι Μάρτυρες γλυκύτερο και από το δοξάρι του βιολιού. Όταν φουντώση η αγάπη για τον Χριστό, τότε το μαρτύριο είναι πανηγύρι· η φωτιά ανακουφίζει καλύτερα από λουτρό, γιατί το κάψιμο χάνεται από το κάψιμο της θείας αγάπης. Το γδάρσιμο είναι χάιδεμα. Ο θείος έρωτας παίρνει την καρδιά, παίρνει και το μυαλό, και τρελλαίνεται ο άνθρωπος. Δεν καταλαβαίνει ούτε πόνο ούτε τίποτε, γιατί ο νούς του είναι στον Χριστό και πλημμυρίζει η καρδιά του από χαρά. Πόσοι Άγιοι πήγαιναν στο μαρτύριο και ένιωθαν τέτοια χαρά, λές και πήγαιναν σε πανηγύρι! Ο Άγιος Ιγνάτιος έτρεχε στο μαρτύριο και φώναζε: «Αφήστε με να μαρτυρήσω, αφήστε με να με φάνε τα θηρία». Την χαρά που ένιωθε εκείνος δεν την αισθάνεται ούτε ένας νεαρός ερωτευμένος που λέει: «Θέλω αυτήν να παντρευτώ και δεν υπολογίζω κανέναν, ούτε μάνα ούτε πατέρα». Από την τρέλλα του ερωτευμένου μεγαλύτερη ήταν η «τρέλλα» του Αγίου Ιγνατίου.
Όλοι οι Άγιοι αγωνίσθηκαν για την αγάπη του Χριστού. Οι άγιοι Μάρτυρες έχυσαν το αίμα τους, οι Όσιοι Πατέρες έχυσαν ιδρώτες και δάκρυα, έκαναν πνευματικά πειράματα στον εαυτό τους, σαν καλοί βοτανολόγοι, ταλαιπωρήθηκαν οι ίδιοι από αγάπη προς τον Θεό και προς την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, για να μας αφήσουν τις πνευματικές τους συνταγές. Έτσι προλαβαίνουμε το κακό ή θεραπεύουμε μια πνευματική αρρώστια μας και αποκτάμε υγεία και, εάν φιλοτιμηθούμε να τους μιμηθούμε στους αγώνες, μπορούμε ακόμη και να αγιάσουμε.
Από το βιβλίο: «Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου – Πνευματική αφύπνιση. Λόγοι Β΄», Ι. Ησυχαστήριον ” Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτή Θεσσαλονίκης
στις 3:30:00 μ.μ.
Το Μαγικό Χαρτάκι
Ένα μοναχός, που ζούσε σε κοινοβιακό μοναστήρι, πολεμούνταν από τους λογισμούς αναχωρήσεως από το κοινόβιο. Μία μέρα πήρε ένα χαρτί και κάθησε και έγραψε σ’ αυτό όλες τις αιτίες για τις οποίες οι λογισμοί του έλεγαν να φύγει.
Αφού τις απαρίθμησε όλες, από κάτω έγραψε και μία ερώτηση, που την απηύθυνε στον εαυτό του: «Τα υπομένεις όλα;».
Τέλος, σαν απάντηση στην ερώτηση αυτή έγραψε: «Εις το όνομα Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, ναι, θα τα υπομένω!». Κι αφού τύλιξε το χαρτί, το έδεσε στη ζώνη του.
Όταν λοιπόν κάποια από τις αιτίες εκείνες του ερχόταν στο μυαλό και τον ενοχλούσαν οι λογισμοί της αναχωρήσεως από το κοινόβιο, εκείνος έτρεχε, πήγαινε ιδιαιτέρως, έβγαζε το χαρτί από τη ζώνη του και το διάβαζε.
Κι όταν έφθανε στη φράση «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού θα υπομένω..», απευθυνόταν στον εαυτό του και έλεγε: «Πρόσεξε ταλαίπωρε, γιατί δεν συμφώνησες με άνθρωπο αλλά με τον Θεό», και αμέσως ησύχαζε.
Έτσι έκανε ο μοναχός αυτό όσες φορές κάποια αιτία δημιουργούσε στην ψυχή του ταραχή, και παρέμενε ατάραχος.
Όταν οι άλλοι μοναχοί αντιλήφθηκαν αυτό που κάνει ο αδελφός και πως ζει ειρηνικά διαβάζοντας εκείνο το χαρτί, ενώ αυτοί πολλές φορές εξ αιτίας του πειρασμού ταράζονταν, τον φθόνησαν και τον μίσησαν.
Πήγαν όλοι μαζί στον ηγούμενο και του είπαν:
– Αββά, ο αδελφός αυτός είναι γόης και στη ζώνη του κρύβει μαγικά. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να μείνουμε μαζί του. Ή θα διώξεις αυτόν από εδώ, ή εμάς.
Ο ηγούμενος, χωρίς να αγνοήσει την ενέδρα του εχθρού, γιατί γνώριζε την ταπείνωση και την ευλάβεια του μοναχού, τους λέει:
– Πηγαίνετε να προσευχηθείτε και θα προσεύχομαι και εγώ, και μετά από τρεις ημέρες θα σας απαντήσω.
Τη νύχτα, ενώ ο μοναχός κοιμόταν, πηγαίνει ο ηγούμενος με προσοχή, του λύνει τη ζώνη, και αφού διάβασε το χαρτί του φόρεσε πάλι την ζώνη και έφυγε. Όταν πέρασαν οι τρεις ημέρες, ήλθαν οι μοναχοί στον ηγούμενο, για να μάθουν την απάντησή του.
Ο ηγούμενος καλεί τον αδελφό και του λέει:
– Γιατί σκανδαλίζεις τους αδελφούς;
Ο αδελφός πέφτει κάτω στο έδαφος και λέγει:
– Αββά, αμάρτησα, συχώρεσέ με, και να προσεύχεσαι για εμένα.
Ο αββάς τότε, απευθύνεται στους αδελφούς.
– Τι είπατε γι’ αυτόν;
Εκείνοι αποκρίνονται:
– Ότι είναι μάγος, και έχει τα μαγικά σύνεργα στη ζώνη του.
– Βγάλτε λοιπόν από τη ζώνη του τα μαγικά σύνεργα, του λέγει ο αββάς.
Εκείνοι όρμησαν να του λύσουν τη ζώνη, μα εκείνος δεν τους άφηνε.
– Κόψτε την, πρόσταξε ο ηγούμενος.
Όταν την έκοψαν, βρήκαν το «μαγικό χαρτί». Ο ηγούμενος δίνει τότε το χαρτί σε έναν από τους διακόνους, προστάζοντάς τον ν’ ανέβη σε ένα ψηλό μέρος και από εκεί να το διαβάσει. Και τούτο για να ντροπιαστεί περισσότερο ο πονηρός διάβολος, που έσπειρε στις ψυχές των αδελφών αυτή τη διαβολή.
Μόλις οι αδελφοί άκουσαν αυτά που έγραφε το χαρτί, και μάλιστα την τελευταία φράση, «Εις το όνομα του Χριστού θα τα υπομένω όλα», δεν ήξεραν απ’ την ντροπή τους τι να κάνουν.
Έβαλαν μετάνοια στον ηγούμενο και του είπαν:
– Αββά, αμαρτήσαμε!
– Μη βάζετε μετάνοια σε εμένα, τους λέει ο ηγούμενος, αλλά στο Θεό και στον αδελφό που κατηγορήσατε, για να σας συγχωρέσει.
Πράγματι, έτσι έκαναν.
Τότε ο αββάς λέει στον αδελφό:
– Ας προσευχηθούμε, αδελφέ στο Θεό να τους συγχωρέσει.
Και προσευχήθηκαν γι’ αυτούς.
Πηγή: Με παρρησία…
Η Υπαπαντή, δείχνει το «αντιλεγόμενο σημείο»
Του Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης κ. Χρυσοστόμου Γ'
Σαράντα ἡμέρες μετά τήν θεία Γέννηση ἔλαβε χώραν τό γεγονός τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπό τόν εὐλαβή, δίκαιο καί ὑπέργηρο Συμεών στόν Ἱερό Ναό τῶν Ἱεροσολύμων.
Ὁ ἀφοσιωμένος αὐτός πρεσβύτης Συμεών μέ πολλή λαχτάρα καί ἱερό πόθο περίμενε τήν ἐμφάνιση τοῦ Μεσσίου. Ἤθελε νά τόν ἰδεῖ καί ἄς ἀποθάνει. Ἀλλά τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τοῦ εἶχε πεῖ: «Δέν θά ἀποθάνουμε, πρίν νά ἰδεῖς τόν Χριστόν τοῦ Κυρίου».
Καί ἦλθε ἡ μεγάλη καί εὐλογημένη ὥρα. Ὅταν ἡ Παναγία καί ὁ Ἰωσήφ ἔφεραν τό παιδίον Ιησούς, σύμφωνα μέ τόν νόμο, στό ναό, ὁ γέρων Συμεών τό εἶδε, τό ἀναγνώρισε καί μέ πολλή χαρά, εὐλάβεια καί ἱερό δέος τό παίρνει στίς ἀγκάλες του καί εὐλογῶντας καί εὐχαριστῶντας τόν Θεόν λέγει: «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου, δέσποτα, κατά τό ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καί δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ... ἰδού οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον» (Λουκ. 2, 29-33).
Ὁ Χριστός «σημεῖον ἀντιλεγόμενον». Μία φοβερή προφητεία. Αὐτό ἀκριβῶς πού προφήτευσε ὁ γέρων Συμεών, αὐτό καί συμβαίνει δύο χιλιάδες χρόνια τώρα. «Σημεῖο ἀντιλεγόμενον» τό θεανδρικό Του Πρόσωπο καί μάχες μέ πολλούς βέβαια σωσμένους καί μέ πολλούς ἀπολεσθέντες. Ἄλλοι ἄνθρωποι τόν πιστεύουν καί ἄλλοι δέν τόν πιστεύουν καί παραμένουν μακρυά του, ὡς ἄπιστοι.
*
Τό μεγάλο ἐρώτημα ἐξακολουθεῖ νά ὑφίσταται: Τί εἶναι ὁ Χριστός;
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι δέν μπορεῖς νά καταλάβεις, νά μάθεις καί προπαντός νά βιώσεις τό τί εἶναι ὁ Χριστός ἀπό λεξικά, ἐγκυκλοπαίδειες, ἀπό τίς ἱστοσελίδες τοῦ internet, ἤ ἀπό κινηματογραφικές ταινίες. Ὁ Χριστός δέν εἶναι ἕνας ἰδεολόγος ἐπαναστάτης. Δέν εἶναι ἕνας ἀρχηγός κάποιας θρησκείας, οὔτε ἕνας μάγος ἤ κάποιος φιλόσοφος.
Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια. Εἶναι ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σαρκωθείς Λόγος, ὁ ἐνανθρωπήσας καί Λυτρωτής τοῦ ἀνθρωπίνου γένους ἀπό τόν διάβολο, τήν ἁμαρτία, τόν θάνατο.
Εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Εἶναι «τό φῶς τοῦ κόσμου», ἡ «Ἀνάστασις». Τό Πανάγιον Πρόσωπον τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένο μέ τό σωτήριον ἔργον Του.
Ὡς γράφει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος: «Δι' οὐδέν ἕτερον τήν ἡμετέραν ὑπέδυ σάρκα καί διά τήν σωτηρίαν τοῦ τῶν ἀνθρώπων γένους γέγονεν ἄνθρωπος» (Ὁμιλία εἰς τήν Γένεσιν, PG, 53, 36).
Ἀλλά μέ ἀνθρώπινα – κοσμικά κριτήρια δέν μποροῦμε νά συλλάβουμε καί νά ἀπαντήσουμε στό ἐρώτημα: Τί εἶναι ὁ Χριστός; Ξεφεύγει τοῦτο ἀπό τήν πεπερασμένη διάνοιά μας γιατί ὁ Χριστός εἶναι «τό μέγα μυστήριον» μέ τήν πνευματική ἔννοια τοῦ ὅλου μυστηρίου.
Οἱ θεοφόροι βέβαια ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας φωτισθέντες ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μπόρεσαν καί ἔγραψαν γιά τό «μυστήριο», πού εἶναι ὁ Χριστός, θεολόγησαν, βίωσαν ἐντέλει τόν ἴδιον τόν Κύριο.
Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος μέ τήν Χριστολογία του περί τῶν δύο φύσεων, ὁ Μέγας Βασίλειος μέ τήν διάκριση τῆς μιᾶς οὐσίας καί τῶν τριῶν ὑποστάσεων, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφοντας γιά τίς δύο φύσεις τοῦ Κυρίου ὑπογραμμίζοντας «τό ἀπρόσληπτον καί ἀθεράπευτον», τό ἴδιο καί ὁ Γρηγόριος Νύσσης γιά τήν ἀνάκραση καί ἀσύγχυτη ἕνωση αὐτῶν, ἐνῶ ὁ Ἱ. Χρυσόστομος ἔρχεται καί τονίζει τό μέγα γεγονός τῆς νίκης τοῦ θανάτου γράφοντας: «Χριστός ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» καί ἀργότερα ὁ Ἱ. Δαμασκηνός συνοπτικά ὑπογραμμίζει τά περί τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων, τῶν θελημάτων καί αὐτεξουσίων καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀκόμη θεολογεῖ καί περί τοῦ πάθους τοῦ σώματός Του καί ἀπαθείας τῆς θεότητός Του καί περί τῆς ἐν ἅδῃ καθόδου καί τῆς ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός καθέδρας.
Αὐτό τό τελευταῖο εἶναι ἐξόχως σημαντικό καθώς ὁ Ἀπ. Παῦλος ἀναπτύσσει διά μακρῶν τά περί τῆς αἰωνίας ἀρχιερωσύνης τοῦ Χριστοῦ.
Δηλαδή, ὁ Χριστός ἀνυψωθείς στούς οὐρανούς καί καθεσθείς ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ Πατρός, διαρκῶς μεσιτεύει γιά μᾶς. Γράφει ὁ Ἀπόστολος: «Ἔχοντες ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τούς οὐρανούς Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Θεοῦ... προσερχώμεθα μετά παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν» (Ἑβρ. 4, 14-16).
*
Ἐάν κάτι χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος, μέ τό βάρος τῆς ἁμαρτίας του καί τήν φθαρτότητά του, τοῦτο, εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου γιά τήν αἰώνια ἀποκατάστασή του ἀπό τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτή, γιατί Ἐκεῖνος εἶναι «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» ἀλλά «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8).
Τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι μένει ὁ ἄνθρωπος ἐλεύθερος ν' ἀκολουθήσει τόν Σωτῆρα ἤ νά τόν ἀρνηθεῖ. Ὁ Κύριος βέβαια κανένα ἀπολύτως δέν ἐξαναγκάζει.
Ὡστόσο, ἔχει χαράξει καί ὁδούς ἐπιστροφῆς, ἐπειδή ἀκριβῶς ἀγαπᾶ τόν ἄνθρωπο καί ἔχει θυσιαστεῖ στόν Γολγοθᾶ γι' αὐτόν. Ἔτσι καθημερινῶς γιά τόν καθένα μας, τό τονίζουμε αὐτό, τίθεται ἡ πρόκληση: Ἀκολουθία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἤ τό ἀνακόλουθον. Καί ἀκολουθῶ τόν Χριστόν σημαίνει «κατοικοῦντα τόν Χριστόν διά τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν», ἀντιθέτως, ἡ ἀνακολουθία θητεύει στήν ἀλαζονική αὐτοπεποίθηση καί στόν ἀτελῆ ὀρθολογισμό μας.
Ἀλλ' ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς ἀνθρωπότητος. Στό κτίσιμο τοῦ πολιτισμοῦ τόν πέταξαν. Ὅταν ὅμως ἔπρεπε νά φτιάξουν τήν γωνία, τόν χρειάστηκαν. Ναί, ὁ Κύριος «σημεῖον ἀντιλεγόμενον» στήν κοινωνία μας.
Ἐν τούτοις, εἶναι συνεχῶς παρών, «τό Α καί τό Ω, ὁ ὤν καί ὁ ἦν καί ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ» (Ἀποκ. 1,8).
Το Μαγικό Χαρτάκι
Ένα μοναχός, που ζούσε σε κοινοβιακό μοναστήρι, πολεμούνταν από τους λογισμούς αναχωρήσεως από το κοινόβιο. Μία μέρα πήρε ένα χαρτί και κάθησε και έγραψε σ’ αυτό όλες τις αιτίες για τις οποίες οι λογισμοί του έλεγαν να φύγει.
Αφού τις απαρίθμησε όλες, από κάτω έγραψε και μία ερώτηση, που την απηύθυνε στον εαυτό του: «Τα υπομένεις όλα;».
Τέλος, σαν απάντηση στην ερώτηση αυτή έγραψε: «Εις το όνομα Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού, ναι, θα τα υπομένω!». Κι αφού τύλιξε το χαρτί, το έδεσε στη ζώνη του.
Όταν λοιπόν κάποια από τις αιτίες εκείνες του ερχόταν στο μυαλό και τον ενοχλούσαν οι λογισμοί της αναχωρήσεως από το κοινόβιο, εκείνος έτρεχε, πήγαινε ιδιαιτέρως, έβγαζε το χαρτί από τη ζώνη του και το διάβαζε.
Κι όταν έφθανε στη φράση «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού του Υιού του Θεού θα υπομένω..», απευθυνόταν στον εαυτό του και έλεγε: «Πρόσεξε ταλαίπωρε, γιατί δεν συμφώνησες με άνθρωπο αλλά με τον Θεό», και αμέσως ησύχαζε.
Έτσι έκανε ο μοναχός αυτό όσες φορές κάποια αιτία δημιουργούσε στην ψυχή του ταραχή, και παρέμενε ατάραχος.
Όταν οι άλλοι μοναχοί αντιλήφθηκαν αυτό που κάνει ο αδελφός και πως ζει ειρηνικά διαβάζοντας εκείνο το χαρτί, ενώ αυτοί πολλές φορές εξ αιτίας του πειρασμού ταράζονταν, τον φθόνησαν και τον μίσησαν.
Πήγαν όλοι μαζί στον ηγούμενο και του είπαν:
– Αββά, ο αδελφός αυτός είναι γόης και στη ζώνη του κρύβει μαγικά. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να μείνουμε μαζί του. Ή θα διώξεις αυτόν από εδώ, ή εμάς.
Ο ηγούμενος, χωρίς να αγνοήσει την ενέδρα του εχθρού, γιατί γνώριζε την ταπείνωση και την ευλάβεια του μοναχού, τους λέει:
– Πηγαίνετε να προσευχηθείτε και θα προσεύχομαι και εγώ, και μετά από τρεις ημέρες θα σας απαντήσω.
Τη νύχτα, ενώ ο μοναχός κοιμόταν, πηγαίνει ο ηγούμενος με προσοχή, του λύνει τη ζώνη, και αφού διάβασε το χαρτί του φόρεσε πάλι την ζώνη και έφυγε. Όταν πέρασαν οι τρεις ημέρες, ήλθαν οι μοναχοί στον ηγούμενο, για να μάθουν την απάντησή του.
Ο ηγούμενος καλεί τον αδελφό και του λέει:
– Γιατί σκανδαλίζεις τους αδελφούς;
Ο αδελφός πέφτει κάτω στο έδαφος και λέγει:
– Αββά, αμάρτησα, συχώρεσέ με, και να προσεύχεσαι για εμένα.
Ο αββάς τότε, απευθύνεται στους αδελφούς.
– Τι είπατε γι’ αυτόν;
Εκείνοι αποκρίνονται:
– Ότι είναι μάγος, και έχει τα μαγικά σύνεργα στη ζώνη του.
– Βγάλτε λοιπόν από τη ζώνη του τα μαγικά σύνεργα, του λέγει ο αββάς.
Εκείνοι όρμησαν να του λύσουν τη ζώνη, μα εκείνος δεν τους άφηνε.
– Κόψτε την, πρόσταξε ο ηγούμενος.
Όταν την έκοψαν, βρήκαν το «μαγικό χαρτί». Ο ηγούμενος δίνει τότε το χαρτί σε έναν από τους διακόνους, προστάζοντάς τον ν’ ανέβη σε ένα ψηλό μέρος και από εκεί να το διαβάσει. Και τούτο για να ντροπιαστεί περισσότερο ο πονηρός διάβολος, που έσπειρε στις ψυχές των αδελφών αυτή τη διαβολή.
Μόλις οι αδελφοί άκουσαν αυτά που έγραφε το χαρτί, και μάλιστα την τελευταία φράση, «Εις το όνομα του Χριστού θα τα υπομένω όλα», δεν ήξεραν απ’ την ντροπή τους τι να κάνουν.
Έβαλαν μετάνοια στον ηγούμενο και του είπαν:
– Αββά, αμαρτήσαμε!
– Μη βάζετε μετάνοια σε εμένα, τους λέει ο ηγούμενος, αλλά στο Θεό και στον αδελφό που κατηγορήσατε, για να σας συγχωρέσει.
Πράγματι, έτσι έκαναν.
Τότε ο αββάς λέει στον αδελφό:
– Ας προσευχηθούμε, αδελφέ στο Θεό να τους συγχωρέσει.
Και προσευχήθηκαν γι’ αυτούς.
Πηγή: Με παρρησία…
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)