Τί θέλεις να σου κάνω;


Αν αυτή τη στιγμή ο Κύριος στεκόταν μπροστά στον καθένα από μας χωριστά και μας υπέβαλλε την ερώτηση «τί σοι θέλεις ποιήσω;» άραγε τι θα είχαμε να του απαντήσουμε; Αν μας έλεγε: «Παιδί μου, τι θέλεις να σου κάνω;», «Αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ καὶ δώσω σοι», ποια είναι τα αιτήματα, που θα διατυπώναμε; «Ἐγένετο ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν. Ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. Καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν, ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ». «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» Ο Κύριος έμπαινε με τη συνοδεία του στην Ιεριχώ. Η εμφάνισή του δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός για τη μικρή πόλη. Σήμανε συναγερμό. Ο θόρυβος των πολλών κέντρισε το ενδιαφέρον ενός τυφλού. Ρώτησε και έμαθε. Του είπαν πως «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται». Αμέσως άρχισε να φωνάζει: «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Οι πολλοί τον διέταξαν να σωπάσει. Μα αυτός με περισσότερη δύναμη εξακολούθησε να ικετεύει: «υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Ο Ιησούς τον άκουσε. Στάθηκε. Διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Και με τόνο αγάπης τον ρώτησε: «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» Τι θέλεις να σου κάνω; «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω», απάντησε με ένα βαθύ αναστεναγμό ο τυφλός. Και ο Ιησούς χωρίς καμιά χρονοτριβή διέταξε: «Ἀνάβλεψον». Αμέσως τα μάτια του τυφλού άνοιξαν. Χάρηκε το φως. Χάρηκε τη δημιουργία. Χάρηκε τους ανθρώπους. Δεν ξέρω! Αν αυτή τη στιγμή ο Κύριος στεκόταν μπροστά στον καθένα από μας χωριστά και μας υπέβαλλε την ερώτηση «τί σοι θέλεις ποιήσω;» άραγε τι θα είχαμε να του απαντήσουμε; Αν μας έλεγε: «Παιδί μου, τι θέλεις να σου κάνω;», «Αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ καὶ δώσω σοι», ποια είναι τα αιτήματα, που θα διατυπώναμε; Αμφιβάλλετε, πως μερικοί από μας δεν θα είχαν να του πουν απολύτως τίποτε; Θα στέκονταν μπροστά του με απορία, θα τον κοίταζαν εκστατικά και μετά από μια παύση αμηχανίας και ταραχής, θα του έλεγαν: «Κύριέ μου, Κύριε, δεν έχω τι να σου πω. Δεν ξέρω τι να σου ζητήσω». Η σκηνή αυτή δεν είναι μια υποθετική σκηνή, που θα μπορούσε κάποτε να συμβεί, αν ο Κύριος παρουσιαζόταν με όλη τη λάμψη του θεικού μεγαλείου του μπροστά μας. Ο Κύριος μας το παραγγέλλει σαφώς: «αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καὶ εὐρήσετε» (Ματθ. ζ´ 7). Ζητάτε από μένα και εγώ θα σας δώσω από τη δύναμή μου και από τα αγαθά μου. Και όμως εμείς δεν αφιερώνουμε λίγο από τον χρόνο μας στο να του μιλήσουμε και να του φανερώσουμε τις ανάγκες μας. Ή και όταν στεκόμαστε στη στάση της προσευχής, νιώθουμε τόσο φτωχή την καρδιά μας και τόσο αδύναμα τα χείλη μας. Δεν έχουμε τι να πούμε. Δεν ξέρουμε τι αιτήματα να διατυπώσουμε. Και, ή κάνουμε ένα μόνο σταυρό και δίνουμε στον εαυτό μας πιστοποιητικό, πως εξάντλησε την προσευχή ή λέμε μηχανικά δυό λόγια και βιαζόμαστε να φθάσουμε στον επίλογο, στο «αμήν». Η συμπεριφορά μας αυτή έχει ένα βαθύτερο αίτιο. Δεν μπορέσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι σημασία έχει το να φέρουμε τα καθημερινά μας θέματα και τις καθημερινές μας αγωνίες στον Κύριο. Τι σημαίνει το να αξιωνόμαστε να στεκόμαστε μπροστά του, να του μιλάμε, να του εκθέτουμε ό,τι μας απασχολεί. Αν αυτό το καταλαβαίναμε, τότε η αναφορά μας σ' Εκείνον θα ήταν συχνή και το περιεχόμενο της συνομιλίας μας θερμό και ζωντανό. Τα θέλω όλα Υπάρχει και η δεύτερη ακριβώς αντίθετη τάση, που είναι και αυτή εξ ίσου σοβαρό σφάλμα. Μπορεί στην επικοινωνία μας με τον Θεό να λέμε και μάλιστα πολλά, χωρίς όμως κανένα ειρμό και κανένα νόημα. Είτε γιατί δεν σκεπτόμαστε σοβαρά πριν αρχίσουμε να μιλάμε στον Δημιουργό μας και Κύριο, είτε γιατί μας έχουν εντυπωσιάσει μερικά φτηνά πράγματα της γης, τα κάνουμε, αυτά και μόνο, περιεχόμενο της αιτήσεώς μας. Μην πούμε πως είναι σπάνιο το φαινόμενο. Ίσως είναι πολύ πιο συχνό, από όσο το σκεπτόμαστε. Μπορεί να ζητήσουμε χρήματα πολλά, για μια σπάταλη χρήση και κατάχρηση. Μπορεί να απαιτήσουμε γήινες επιτυχίες και ανθρώπινες προβολές. Μπορεί -ακόμα χειρότερο- να επικαλεστούμε συμμαχία στο κακό και προσυπογραφή των πονηρών ή εκδικητικών αποφάσεων, που ανεβαίνουν μέσα από την καρδιά μας. Οπωσδήποτε δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς πως μια τέτοια ικεσία είναι απαράδεκτη και δεν γίνεται καθόλου δεκτή στον θρόνο της χάριτος του Θεού. «Αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε», λέει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε» (Ἰάκ. δ´ 3). Και ο Κύριος δείχνει την αποστροφή του με όσα λέει στην επί του Όρους ομιλία του: «Προσευχόμενοι μὴ βαττολογήσητε ὥσπερ οἱ ἐθνικοί· δοκοῦσι γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται» (Ματθ. στ´ 7). Η πολυλογία, η γεμισμένη με ανάξιο λόγου περιεχόμενο είναι μια ολοκάθαρη ειδωλολατρία. Ο τυφλός είχε διατυπώσει ένα συγκεκριμένο αίτημα στον Κύριο. Ήταν το πιο σοβαρό πρόβλημα, που τον απασχολούσε. Και πήρε αμέσως την απάντηση: «ἀνάβλεψον». Όταν με ένα τέτοιο τρόπο αναφέρουμε και μείς στον Ιησού μας και Κύριο τα μεγάλα και ουσιαστικά αιτήματά μας, Εκείνος θα σκύβει με την αγάπη του, για να μας απαντάει και να μας λυτρώνει. Πηγή: Περιοδικό ΖΩΗ, τεύχος Ιανουαρίου 2022

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 6-2-2022 (Χαναναίας)


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Προς Κορινθίους Β΄ (στ΄ 16 – ζ΄1) Ἀδελφοί, τίς συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; Ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ταῦτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Ἀδελφοί, μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ συμφωνία μεταξὺ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν εἰδώλων; Διότι σεῖς εἶσθε ναὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωντανοῦ, καθὼς εἶπεν ὁ Θεός, Θὰ κατοικήσω μέσα τους καὶ θὰ περπατήσω μεταξύ τους καὶ θὰ εἶμαι ὁ Θεός τους καὶ αὐτοὶ θὰ εἶναι ὁ λαός μου. Διὰ τοῦτο φύγετε ἀπὸ μέσα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ χωρισθῆτε, λέγει ὁ Κύριος, μὴ ἐγγίζετε ἀκάθαρτον καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δεχθῶ, καὶ θὰ εἶμαι Πατέρας σας καὶ σεῖς θὰ εἶσθε υἱοί μου καὶ θυγατέρες, λέγει ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτωρ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχομεν αὐτὰς τὰς ὑποσχέσεις, ἀγαπητοί, ἂς καθαρίσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε μολυσμὸν σαρκὸς καὶ πνεύματος, τελειοποιούμενοι εἰς τὴν ἁγιωσύνην μὲ φόβον Θεοῦ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Κατά Ματθαίον (ιε΄ 21 - 28) Τῷ καιρῷ εκείνω, ἀνεχώρησεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. Καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. Ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Τον καιρό εκείνο, ἀνεχώρησε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος. Καὶ μία γυναῖκα Χαναναία ἀπὸ τὴν περιοχὴν ἐκείνην ἐβγῆκε καὶ ἐφώναζε, «Ἐλέησέ με, Κύριε, υἱὲ τοῦ Δαυΐδ. Ἡ θυγατέρα μου βασανίζεται ἀπὸ δαιμόνιον». Αὐτὸς ὅμως δὲν ἀπεκρίθη οὔτε λέξιν. Καὶ ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ τοῦ ἔλεγαν, «Διῶξε την, διότι φωνάζει ἀπὸ πίσω μας». Αὐτὸς ἀπεκρίθη, «Δὲν εἶμαι σταλμένος παρὰ εἰς τὰ πρόβατα τὰ χαμένα τῆς γενεᾶς τοῦ Ἰσραήλ». Αὐτὴ δὲ ἀφοῦ τὸν ἐπλησίασε, τὸν προσκυνοῦσε καὶ ἔλεγε, «Κύριε, βοήθησέ με». Ἐκεῖνος τῆς ἀπεκρίθη, «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν καὶ νὰ τὸ ρίξω στὰ σκυλιά». Αὐτὴ δὲ εἶπε, «Ναί, Κύριε, ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλιὰ τρώγουν ἀπὸ τὰ ψίχουλα, ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους». Τότε ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ὦ γυναῖκα, μεγάλη εἶναι ἡ πίστις σου· ἂς σοῦ γίνῃ ὅπως θέλεις». Καὶ ἐθεραπεύθηκε ἡ θυγατέρα της ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην.

Μέσα στην "Ελπίδα" η ελπίδα!


Αττική οδός, τη νύχτα του χάους. Η ώρα είναι 00:30. Ανάμεσα στους εκατοντάδες εγκλωβισμένους βρίσκεται ένα 11χρονο κοριτσάκι μαζί με τον πατέρα του. Τις πρωινές ώρες έχει προγραμματιστεί χειρουργική επέμβαση στα μάτια της μικρής, αλλά οι πιθανότητες να βγουν από το απέραντο λευκό τοπίο είναι μηδαμινές. Το κορίτσι πεινά και κρυώνει. Μέσα στο αυτοκίνητο υπάρχει ένα δεύτερο μπουφάν στα πίσω καθίσματα. Στην προσπάθειά του να ζεσταθεί, βάζει τα δυο της πόδια στο μανίκι του μπουφάν. «Μπαμπά, πίεσέ μου το κεφάλι, πονάω πολύ» λέει κάποια στιγμή εξαντλημένο. Έχουν περάσει πολλές ώρες μέσα στο τούνελ κι η «Ελπίδα» έχει δοκιμάσει άσχημα τις αντοχές τους κι έχει εξαφανίσει κάθε ίχνος ελπίδας για σωτηρία. Άξαφνα από το πουθενά εμφανίζεται μια ομάδα της ΟΠΚΕ [1]. Οι άνδρες κρατούν στους ώμους ένα κουτί πρώτων βοηθειών, σταματούν σε κάθε ακινητοποιημένο όχημα και ερευνούν αν υπάρχει κάποιος που χρειάζεται βοήθεια. Δεν αργούν να φτάσουν και στο όχημα με το κοριτσάκι. Η μικρή πρέπει επειγόντως να μεταφερθεί μέχρι την κοντινότερη έξοδο (Δουκίσσης Πλακεντίας). Η προσέγγιση όμως, με όχημα είναι εντελώς αδύνατη. Χωρίς δεύτερη σκέψη ένας 37χρονος ανθυπαστυνόμος γυρνά και της λέει χαμογελαστά «ανέβα στην πλάτη μου να κάνουμε το γαϊδουράκι». Της φορά αλουμινοκουβέρτα και αρχίζει να περπατά μέσα στο χιόνι. Κινείται έτσι, για ενάμιση χιλιόμετρο (!) μέχρι να φτάσουν στο τζιπάκι της Αστυνομίας και να παραδώσει το παιδί. Ο πατέρας ακολουθεί. «Συγκινήθηκα» λέει ο ίδιος αργότερα στους δημοσιογράφους. «Είπα “υπάρχουν και άνθρωποι”. Αυτά τα παιδιά με όλη τη δύναμη και το ψυχικό σθένος που είχαν, μπήκαν στη διαδικασία και με αυτές τις συνθήκες έσωσαν πολύ κόσμο». «Αναγκαστικά το μετέφερα στην πλάτη μου χωρίς να νιώθω ούτε το κρύο, ούτε την κούραση. Ήταν σαν να βλέπω το δικό μου παιδί να ζητά βοήθεια», λέει ο φύλακας άγγελος της μικρής. Οι συνάδελφοί του, στο μεταξύ συνεχίζουν την έρευνα σε ένα προς ένα τα αυτοκίνητα, προκειμένου να εντοπίσουν ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια. Ένας γιατρός που πάσχει από καρδιά έχει καλέσει σε βοήθεια. Φτάνουν κοντά του. Εκείνος ήδη είναι κουρασμένος, έχει ατονία και είναι παγωμένος. Θέλουν να κάνουν ό,τι καλύτερο, αλλά δεν έχουν ιατρικές γνώσεις. Το πρόβλημα λύνει ο … ασθενής, που τους δίνει οδηγίες για να τον αντιμετωπίσουν μέχρι να μεταφερθεί σε ασφαλές μέρος κι από κει στο 401 Νοσοκομείο. Σε άλλο σημείο εντοπίζουν ένα βενζινάδικο στην περιοχή. Βοηθούν τους εγκλωβισμένους οδηγούς και επιβάτες να πάνε με τα πόδια μέχρι το βενζινάδικο κι από κει να φύγουν για τα σπίτια τους. Κάποιοι ωστόσο, δεν έχουν δυνατότητα διαφυγής. Το στιβαγμένο χιόνι στέκεται σοβαρό εμπόδιο. Κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να αναχαιτίσει τη διάθεση για βοήθεια. Οι αστυνομικοί σκύβουν και διώχνουν με τα χέρια τους το χιόνι, δημιουργώντας δίοδο για τους πεζούς. Έσκαψαν έτσι 100 ολόκληρα μέτρα μέχρι την έξοδο 14 και έδωσαν τη δυνατότητα να βγουν εκτός από τους πεζούς και δεκάδες αυτοκίνητα. Το ρολόι δείχνει 2 τα ξημερώματα. Αρκετά χιλιόμετρα πιο κει, δεν υπάρχουν ένστολοι άγγελοι. Υπάρχουν όμως, άνθρωποι με αγγελική καρδιά. Ανάμεσα στα εγκλωβισμένα αυτοκίνητα υπάρχει ένα φορτηγό διανομής μεγάλης εταιρείας τροφίμων. Όσο οι ώρες περνούν δραματικά, τόσο η πείνα και η κούραση γίνονται πιο έντονες. Δεν αντέχει να βλέπει τα εξαντλημένα πρόσωπα. Ανοίγει την πόρτα του φορτηγού και κατεβάζει κούτες με κρουασάν, λουκουμάδες και σάντουιτς. Πλησιάζει ένα – ένα τα αυτοκίνητα. «Πάρτε, να αντέξετε» τους λέει και τους χαμογελά. Οι κούτες άδειασαν και γέμισαν τα στομάχια και -κυρίως- οι καρδιές των επιβατών από αγάπη, τριάντα οχημάτων. Η τρίτη ιστορία διαδραματίστηκε κάπου πιο μακριά, στο Νέο Ηράκλειο. Για την ακρίβεια ξεκίνησε από το Νέο Ηράκλειο. Εκεί είναι η κατοικία ενός 35χρονου ειδικευόμενου γιατρού που εργάζεται στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού. Έχει ξυπνήσει αχάραγα και ετοιμάστηκε να φύγει. «Βγήκαμε με τη μητέρα μου στο μπαλκόνι, για να τον χαιρετήσουμε και όταν είδα το τοπίο πριν εμφανιστεί στο πλάνο ο αδερφός μου, λέω "πού πάει Χριστέ μου;" αφηγείται ο αδερφός του. Τη συνέχεια ωστόσο, δεν θα μπορούσε ούτε το πιο ευφάνταστο μυαλό να επινοήσει. Ο γιατρός έφτασε στο σταθμό του ηλεκτρικού, όπου διαπίστωσε ότι ήταν εκτός λειτουργίας. Και τότε ξεκίνησε μέσα στα χιόνια για να πάει πεζή στο νοσοκομείο. Υπό κανονικές συνθήκες θα έκανε μιάμιση ώρα, έτσι μας λέει η εφαρμογή Google maps. Εκείνος έφτασε μετά από πέντε ώρες! Πόσοι άγγελοι μέσα στο απόλυτο χάος που δημιουργήθηκε με την «Ελπίδα» φτερούγισαν δίπλα στους αναγκεμένους και τους έδωσαν ελπίδα; Ποτέ δεν θα μάθουμε! Είναι κι αυτό ένα κομμάτι του μεγαλείου της προσφοράς τους. Αυτά σκέφτομαι, έχοντας ακουμπώντας τα πόδια μου στο τζάκι, όταν τις σκέψεις μου διακόπτει μια εικόνα στην οθόνη της τηλεόρασης: δύο εναερίτες πασχίζουν να επανασυνδέσουν το ρεύμα σε μια από τις δεκάδες περιοχές της χώρας που έμειναν χωρίς ζέστη και φως. Συνειρμικά φέρνω στο μυαλό τη μικρή κόρη ενός εναερίτη που όταν έμαθε τι ακριβώς κάνει ο μπαμπάς της, του έφτιαξε ένα ζευγάρι φτερά, για να πετάξει αν κινδυνεύσει. Και εκείνος τα φόρεσε και φωτογραφήθηκε. Για να δει η κορούλα του τη φωτογραφία και να χαρεί. Τέτοια φτερά φορούσαν οι αστυνομικοί της ΟΠΚΕ, ο οδηγός, ο ειδικευόμενος γιατρός κι όλοι όσοι -ταπεινοί και αφανείς- έδωσαν ένα χέρι στον πάσχοντα συνάνθρωπο σε δύσκολες κι αντίξοες συνθήκες. Φτερά όχι για να πετάξουν σε ενδεχόμενο κινδύνου, μα φτερά αγγελικά για να μας ζεστάνουν και να μας θυμίσουν πως υπάρχει ακόμα η «Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει», όπως και «κάθε τι μοναχικό στον κόσμο αυτό» [2].

Δεν παρακολουθώ, συμμετέχω...


Ο Χριστός "φεύγει" μέσα από την ιστορία χωρίς όμως να μας εγκαταλείπει, υποσχέθηκε ότι μετά από αυτόν θα έρθει κάποιος άλλος και ποιος είναι αυτός; Ο Παράκλητος, το Πανάγιο Πνεύμα το οποίο πλέον συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας. Είμαστε λοιπόν μέλη της Εκκλησίας του Χριστού πνευματικοί απόγονοι αγίων ανθρώπων, κοινωνοί των θείων δωρεών του Θεού, και εν δυνάμη μέτοχοι της χάριτος του Παρακλήτου. Και αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα θα πρέπει να την καταλάβουμε καλά. Ότι δηλαδή η Εκκλησία του Χριστού δεν έχει σκοπό απλά να μας βοηθήσει στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε σε αυτήν την ζωή, ή να μας θεραπεύσει θαυματουργικά από αρρώστιες ή να μας λύσει τα άλυτα προβλήματα της καθημερινότητάς μας. Διότι αν είχε μόνο αυτούς τους σκοπούς η Εκκλησία μας τότε δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, γιατί όλα αυτά μπορούν κάλλιστα να μας τα προσφέρουν οι Θρησκείες των ανθρώπων και οι διάφοροι κοινωνικοί φορείς και θεσμοί της πολιτείας. Η Ορθοδοξία όμως δεν είναι μία ακόμα θρησκεία που σαν κριτήριό της έχει την βοήθεια του ανθρώπου. Ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός είναι η Εκκλησία του Χριστού που σαν κριτήριο έχει όχι την βοήθεια αλλά την Αλήθεια. Να μεταδώσει την Αλήθεια στους Ανθρώπους και να τους αναστήσει πνευματικά μεταμορφώνοντάς τους σε αγίους και όχι απλά σε ψευτοευτυχισμένους ανθρώπους που η ευτυχία τους εξαρτάται τελικά από τον τραπεζικό τους λογαριασμό. Η Εκκλησία μας λοιπόν με όλα τα μυστήριά της μας μεταμορφώνει, μας αγιάζει. Η συμμετοχή μας λοιπόν στα μυστήρια της Εκκλησίας είναι το κλειδί θα λέγαμε για αυτήν την προσωπική μας ανάσταση. Η Εκκλησία δεν έρχεται να πάρει απλώς τη θέση της ιατρικής που εξάντλησε όλες της δυνατότητές της. Η Εκκλησία έρχεται για να οδηγήσει τον άνθρωπο, τον πιστό στην Αγάπη, στο Φώς και στην Ζωή του Χριστού δια των μυστηρίων. Όχι λοιπόν άλλη παρακολούθηση των λειτουργικών γεγονότων αλλά συμμετοχή σε αυτά. Τι και αν εγώ θέλω να γίνω ολυμπιονίκης, τι λέτε θα γίνω αν επαναπαύομαι στον καναπέ του σπιτιού μου και παρακολουθώ από εκεί τους ολυμπιακούς αγώνες; Όσες ολυμπιάδες και αν παρακολουθήσω τίποτα δεν με ωφελούν για τον σκοπό μου. Αν λοιπόν δεν σηκωθώ από τον καναπέ του σπιτιού μου και πάω στο γήπεδο και προπονηθώ εγώ ο ίδιος και αγωνιστώ και κοπιάσω δεν πρόκειται ποτέ να έχω την δυνατότητα και εγώ να αγωνιστώ σε μία ολυμπιάδα και αν είμαι καλός τελικά να στεφανωθώ. Κάτι τέτοιο λοιπόν συμβαίνει και σε εμάς στην πνευματική μας ζωή, στην λατρευτική μας ζωή. Παρακολουθούμε ίσως πολύ αλλά συμμετέχουμε λίγο ή και καθόλου. Τι και αν παρακολουθώ τους άλλους να εξομολογούνται τι λέτε θα συγχωρεθούν οι δικές μου αμαρτίες; Όχι. Τι και αν έρχομαι κάθε Κυριακή στην Εκκλησία αλλά αδιαφορώ στο να συμμετέχω και εγώ στο κοινό ποτήριο εις την κοινή τράπεζα, αν δεν κοινωνώ δηλαδή σώμα και αίμα Χριστού και απλά επαναπαύομαι στο να πάρω το αντίδωρο αντί του δώρου! Αλλά αυτό συμβαίνει και σε άλλες πτυχές της πνευματικής μας ζωής. Παρακολουθούμε τους άλλους να νηστεύουν, να εγκρατεύονται, να ασκούνται, να ταπεινώνονται, να αγαπάνε, να συγχωρούν και εμείς μένουμε απλά θεατές όλων αυτών χωρίς και εμείς να συμμετέχουμε. Είναι σαν να πηγαίνουμε σε ένα νοσοκομείο και να παρακολουθούμε τους άλλους ανθρώπους, άλλους να εγχειρίζονται, άλλους να τους δίδεται μία θεραπευτική αγωγή, άλλους να φεύγουν υγιείς από εκεί και εμείς να μην κάνουμε τίποτα, να μην κάνουμε ένα βήμα παραπάνω να ζητήσουμε και εμείς βοήθεια για την ασθένειά μας αλλά να καθόμαστε εκεί θεατές. Τι λέτε θα θεραπευθούμε έτσι μαγικά αν δεν ζητήσουμε και εμείς βοήθεια, φάρμακο ή ότι άλλο χρειάζεται; Και θα πει κάποιος εγώ δεν είμαι άρρωστος, μα τότε τι πηγαίνεις στο νοσοκομείο δηλαδή τι έρχεσαι στην Εκκλησία ; Όλοι μας αδελφοί μου, όλοι μας είμαστε ασθενείς πνευματικά ας μην ζούμε μέσα σε ψευδαισθήσεις, μπορεί να είμαστε ακμαιότατοι σωματικά και διανοητικά αλλά πνευματικά σίγουρα πάσχουμε άλλος λίγο και άλλος περισσότερο και γι’αυτό ακριβώς τον λόγο ο Κύριος οικονόμησε ώστε να έχουμε τα μυστήρια της Εκκλησίας ώστε δια των μυστηρίων να θεραπευόμαστε από κάθε πνευματική νόσο. Έτσι λοιπόν να πω ότι η συχνή, η έντονη λατρευτική ζωή η οποία όμως μένει στην παρακολούθηση των λατρευτικών τελετών ναι μεν είναι καλή και ευλογημένη αλλά δεν είναι αρκετή ώστε να γνωρίσουμε τον Χριστό και να προοδεύσουμε πνευματικά θεραπευμένοι από τα πνευματικά μας τραύματα. Χρειάζεται λοιπόν συμμετοχή, χρειάζεται αγώνας και προσπάθεια για να ζήσουμε αδελφοί μου ορθόδοξα. Το να πιστεύουμε στον Θεό είναι εύκολο, το να πιστεύουμε όμως στον Θεό Ορθόδοξα και να πράττουμε και τα ανάλογα έργα αυτό είναι δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν αδελφοί μου να ομοιάσουμε τον Κύριό μας, τους αποστόλους, τους οσίους, τους μάρτυρες της πίστεώς μας διότι ενώ και αυτοί ήταν σαν και εμάς άνθρωποι χοϊκοί όμως δεν συμβιβάστηκαν με τίποτα το αμαρτωλό και αν το έκαναν αμέσως μετά μετανόησαν έκαναν έργα μετανοίας και ζήτησαν συγχώρεση έχοντας συγχρόνως ενεργή μυστηριακή ζωή. Ο αναληφθείς Κύριος μας προσκαλεί και εμάς σε αυτήν την πορεία προς τον ουρανό, μία πορεία όχι εύκολη αλλά σίγουρα όχι μοναχική διότι αυτός θα είναι μαζί μας. Θα είναι μαζί μας και ο Παράκλητος, αυτός που είναι έτοιμος να μας δώσει την χάρη και την δύναμή του ώστε όχι μόνο να περάσουμε πνευματικά αλώβητοι τις δοκιμασίες της ζωής αυτής αλλά κυρίως θεραπευμένοι από τις πνευματικές μας ασθένειες να μας εισάγει με δόξα στην αιώνια Ουράνια Βασιλεία του Θεού.

Άγιος Παΐσιος: «Διαβάστε Συναξάρια. Τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, γιατί συνδέεται κανείς με τους Αγίους…»


Διαβάστε Συναξάρια. Τα Συναξάρια πολὺ βοηθούν, γιατὶ συνδέεται κανεὶς με τους Αγίους και φουντώνει μέσα του η ευλάβεια και η διάθεση για θυσία. Τί αγάπη είχαν οι άγιοι Μάρτυρες για τον Χριστό, τι λεβεντιά! Για τον Άγιο που προχωρεί στο μαρτύριο, η αγάπη του για τον Χριστό είναι ανώτερη από τον πόνο, γι’ αυτό και τον εξουδετερώνει. Το μαχαίρι του δημίου το ένιωθαν οι Μάρτυρες γλυκύτερο και από το δοξάρι του βιολιού. Όταν φουντώση η αγάπη για τον Χριστό, τότε το μαρτύριο είναι πανηγύρι· η φωτιά ανακουφίζει καλύτερα από λουτρό, γιατί το κάψιμο χάνεται από το κάψιμο της θείας αγάπης. Το γδάρσιμο είναι χάιδεμα. Ο θείος έρωτας παίρνει την καρδιά, παίρνει και το μυαλό, και τρελλαίνεται ο άνθρωπος. Δεν καταλαβαίνει ούτε πόνο ούτε τίποτε, γιατί ο νούς του είναι στον Χριστό και πλημμυρίζει η καρδιά του από χαρά. Πόσοι Άγιοι πήγαιναν στο μαρτύριο και ένιωθαν τέτοια χαρά, λές και πήγαιναν σε πανηγύρι! Ο Άγιος Ιγνάτιος έτρεχε στο μαρτύριο και φώναζε: «Αφήστε με να μαρτυρήσω, αφήστε με να με φάνε τα θηρία». Την χαρά που ένιωθε εκείνος δεν την αισθάνεται ούτε ένας νεαρός ερωτευμένος που λέει: «Θέλω αυτήν να παντρευτώ και δεν υπολογίζω κανέναν, ούτε μάνα ούτε πατέρα». Από την τρέλλα του ερωτευμένου μεγαλύτερη ήταν η «τρέλλα» του Αγίου Ιγνατίου. Όλοι οι Άγιοι αγωνίσθηκαν για την αγάπη του Χριστού. Οι άγιοι Μάρτυρες έχυσαν το αίμα τους, οι Όσιοι Πατέρες έχυσαν ιδρώτες και δάκρυα, έκαναν πνευματικά πειράματα στον εαυτό τους, σαν καλοί βοτανολόγοι, ταλαιπωρήθηκαν οι ίδιοι από αγάπη προς τον Θεό και προς την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο, για να μας αφήσουν τις πνευματικές τους συνταγές. Έτσι προλαβαίνουμε το κακό ή θεραπεύουμε μια πνευματική αρρώστια μας και αποκτάμε υγεία και, εάν φιλοτιμηθούμε να τους μιμηθούμε στους αγώνες, μπορούμε ακόμη και να αγιάσουμε. Από το βιβλίο: «Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου – Πνευματική αφύπνιση. Λόγοι Β΄», Ι. Ησυχαστήριον ” Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος” Σουρωτή Θεσσαλονίκης στις 3:30:00 μ.μ.

ΧΡΟΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ