ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ; ΔΕΞΙΑ Ή ΑΡΙΣΤΕΡΑ;


Παράξενο τὸ ἐρώτημα: Ποῦ εἶναι ἡ καρδιά σου; Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου φυσιολογικὰ εἶναι στὸ ἀριστερὸ μέρος τοῦ στήθους. Μπορεῖ νὰ εἶναι δεξιά; Μπορεῖ! Καὶ ὄχι ἁπλῶς μπορεῖ. Πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ πάει στὰ δεξιὰ ἡ καρδιά μας. Τὸ θέμα τὸ θέτει ὁ σοφὸς Σολομὼν στὸ βιβλίο τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης: «Καρδία σοφοῦ εἰς δεξιὸν αὐτοῦ, καὶ καρδία ἄφρονος εἰς ἀριστερὸν αὐτοῦ» (ι΄ [10] 2). Τί ἐννοεῖ ὁ παράξενος αὐτὸς λόγος; Ἐπειδὴ τὸ δεξὶ χέρι τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων εἶναι τὸ πιὸ δυνατὸ καὶ τὸ πιὸ ἱκανό, θεωρεῖται ἡ δεξιὰ πλευρὰ προτιμότερη, ἀνώτερη, προνομιοῦχος. Τὸν ἔχει στὰ δεξιά του, λέμε γι’ αὐτὸν ποὺ θέλει νὰ τιμήσει κάποιον καὶ πράγματι, τὸν βάζει νὰ σταθεῖ, νὰ καθίσει, νὰ περπατήσει στὰ δεξιά του. Εἶναι τὸ δεξί του χέρι, παρατηροῦμε γιὰ ἐκεῖνον ποὺ θεωρεῖται ἄμεσος καὶ ἀναγκαῖος βοηθὸς κάποιου ἀνωτέρου του. Εἶναι δεξιοτέχνης, εἶναι ἐπιδέξιος, λέμε γιὰ τὸν ἱκανὸ τεχνίτη. Τὸ ἀριστερό, ἀντίθετα, δηλώνει συνήθως τὸ ἀρνητικό, τὸ ἀποτυχημένο. Ἑπομένως τὸ δεξιὸ καὶ τὸ ἀριστερὸ δηλώνουν ἀντίστοιχα τὸν ὀρθὸ καὶ τὸν διεστραμμένο, τὸν ἴσιο καὶ τὸν στραβὸ δρόμο. Ποῦ εἶναι ἡ καρδιά σου; Δεξιὰ ἢ ἀριστερά; Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν ὁ Ἐκκλησιαστὴς λέει ὅτι ἡ καρδιὰ τοῦ σοφοῦ καὶ συνετοῦ ἀνθρώπου εἶναι στὰ δεξιά του καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ἄφρονος εἶναι στὸ ἀριστερό του μέρος, ἐννοεῖ, ἐπειδὴ ἡ καρδιὰ εἶναι ἡ ἕδρα τῶν διανοητικῶν δυνάμεων, ὅτι ὁ νοῦς τοῦ σοφοῦ σκέπτεται πάντοτε τὰ ὀρθά, ὁ δὲ νοῦς τοῦ ἄφρονος τὰ ψεύτικα καὶ διεστραμμένα. «Τοῦ σοφοῦ ὁ νοῦς ἀεὶ ἐπὶ τὰ δεξιὰ καὶ ἐπαινετὰ νεύει, ὁ δὲ τοῦ ἄφρονος ἐπὶ τὰ σκαιὰ καὶ ψευδῶς ἔχοντα», σχολιάζουν οἱ ἱεροὶ Ἑρμηνευτές. Ὁ νοῦς τοῦ σοφοῦ ἀνθρώπου στρέφεται πάντοτε πρὸς ὅσα ἀξίζουν τὸν ἔπαινο, ἐνῶ ὁ νοῦς τοῦ ἄφρονος πρὸς τὰ δυσάρεστα, τὰ μάταια καὶ ψεύτικα, τὰ ἀπατηλὰ καὶ ἀνούσια. Πράγματι, ὁ συνετὸς ἄνθρωπος ἀντιμετωπίζει τὰ προβλήματά του μὲ ὑπομονή, μὲ σύστημα, μὲ δεξιοτεχνία. Τὶς διάφορες ὑποθέσεις ποὺ τὸν ἀπασχολοῦν τὶς ἐξετάζει μὲ ψυχραιμία καὶ νηφάλια σκέψη καὶ τὶς διεκπεραιώνει μὲ σύνεση καὶ ἀκρίβεια. Τὶς σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὶς ἀναπτύσσει μὲ καλὴ διάθεση, μὲ ἀμοιβαία ἐκτίμηση, μὲ καλοσύνη καὶ διάκριση, χωρὶς βιασύνες καὶ ἐπιπολαιότητες, χωρὶς ἐμπάθεια καὶ μισαλλοδοξία, προπάντων δὲ μὲ ἀνοχή, μὲ ὑπομονὴ καὶ ἀγάπη. Τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ τὴν καθορίζει ἡ βαθιὰ ταπείνωση, ἡ θερμὴ πίστη, ἡ πρόθυμη ὐποταγὴ στὸ θέλημά Του, ἡ ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση καὶ ἀγάπη. Ὁ φωτισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ νοῦς του κυβερνᾶ ὅλες τὶς πράξεις του καὶ κατευθύνει τὶς διαθέσεις, τὰ αἰσθήματα, τὰ θελήματα καὶ τὶς ἐνέργειές του. Ὅλα τὰ ἀντιμετωπίζει μὲ ἀγαθοὺς λογισμοὺς καὶ ὀρθὴ σκέψη, ὅλα προσπαθεῖ νὰ τὰ ζεῖ μὲ καλὴ διάθεση καὶ διαρκῶς ἀγωνίζεται νὰ ὑποτάσσεται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μὲ καθαρὴ καὶ ἄδολη καρδιά. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «καρδία σοφοῦ εἰς δεξιὸν αὐτοῦ». Ἀντίθετα, «καρδία ἄφρονος εἰς ἀριστερὸν αὐτοῦ». Ὁ ἄφρων ἄνθρωπος, ὁ ἀσύνετος καὶ ἐπιπόλαιος, ἀποδεικνύεται ἀδέξιος καὶ ἀκατάλληλος γιὰ ὅλα. Εὔκολα περιέρχεται σὲ ἀμηχανία, ἐνεργεῖ βιαστικὰ καὶ σπασμωδικά, γι’ αὐτὸ καὶ ὅλα τοῦ ἔρχονται ἀνάποδα. Μοιάζει μὲ τὸν τεχνίτη ἐκεῖνο, ποὺ ἐπειδὴ τραυμάτισε τὸ δεξί του χέρι, πρέπει νὰ ἐργάζεται τὰ ἔργα του μὲ τὸ ἀριστερὸ καὶ βέβαια δυσκολεύεται πολὺ καὶ κάνει πολλὰ λάθη. Ὅλα τοῦ βγαίνουν ἄτεχνα καὶ ἀτελή. Ὁ ἄφρων ἄνθρωπος οὔτε μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἔχει καλὲς σχέσεις οὔτε μὲ τὸν Θεὸ ἐπικοινωνεῖ. Τὸ νοῦ του τὸν κερδίζει ἡ ὕλη, ὁ κόσμος, τὸ ἄνομο συμφέρον, ἡ ἁμαρτία. Ὅταν βαδίζει στὸ δρόμο, ἡ «καρδία αὐτοῦ ὑστερήσει, καὶ ἃ λογιεῖται πάντα ἀφροσύνη ἐστί» (Ἐκκλ. ι΄ [10] 3). Ὅλα ὅσα σκέπτεται καὶ πράττει, ὅλη του ἡ διαγωγή, τὰ λόγια του, ἡ συμπεριφορά του, οἱ τρόποι του, μαρτυροῦν ἄνθρωπο ἀσύνετο. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν σοφὸ ἄνθρωπο, ποὺ ἐπειδὴ ἔχει φωτισμένο τὸ νοῦ του, βλέπει ποῦ βαδίζει, διακρίνει τοὺς κινδύνους ποὺ πρέπει νὰ ἀποφεύγει καὶ φροντίζει πάντοτε νὰ πατᾶ σὲ ἀσφαλὲς ἔδαφος, «ὁ ἄφρων ἐν σκότει πορεύεται», ὁ ἄμυαλος καὶ ἀμαθὴς βαδίζει στὸ σκοτάδι (Ἐκκλ. β΄ 14). Δὲν ξέρει ποῦ πηγαίνει, τί θέλει, ποιὸς εἶναι ὁ προορισμός του καὶ πῶς πρέπει νὰ ζήσει. Δὲν ἔχει καθαροὺς σκοπούς, δὲν μπορεῖ νὰ πετύχει ὑψηλοὺς στόχους. Τὸν κερδίζει τὸ μάταιο καὶ τὸ ἀπατηλό, ἡ ἁμαρτία καὶ τελικὰ ὁ θάνατος. Ἔχει σκοτισμένο τὸ νοῦ, ἔχει τὴν καρδιά του στὰ ἀριστερά του. Καὶ ἀπερίσκεπτα πέφτει ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο. Μὴν πάθουμε τέτοια ζημιά! Νὰ ἔχουμε σύνεση, νὰ ἐπιζητοῦμε τὴν κατὰ Θεὸν σοφία. Νὰ ἔχουμε τὴν καρδιά μας στὰ δεξιά μας. Γιὰ νὰ ζήσουμε μὲ εἰρήνη, μὲ εὐτυχία καὶ χαρὰ στὸν κόσμο αὐτό, γιὰ νὰ πορευθοῦμε μὲ ἐλπίδα καὶ στὸ μακάριο κόσμο τῆς αἰωνιότητος. ΟΣΩΤΗΡ2159

Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια


Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται. Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Τί θέλεις να σου κάνω;


Αν αυτή τη στιγμή ο Κύριος στεκόταν μπροστά στον καθένα από μας χωριστά και μας υπέβαλλε την ερώτηση «τί σοι θέλεις ποιήσω;» άραγε τι θα είχαμε να του απαντήσουμε; Αν μας έλεγε: «Παιδί μου, τι θέλεις να σου κάνω;», «Αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ καὶ δώσω σοι», ποια είναι τα αιτήματα, που θα διατυπώναμε; «Ἐγένετο ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν. Ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. Καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. Σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν, ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. Καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. Καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ». «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» Ο Κύριος έμπαινε με τη συνοδεία του στην Ιεριχώ. Η εμφάνισή του δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός για τη μικρή πόλη. Σήμανε συναγερμό. Ο θόρυβος των πολλών κέντρισε το ενδιαφέρον ενός τυφλού. Ρώτησε και έμαθε. Του είπαν πως «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται». Αμέσως άρχισε να φωνάζει: «Ἰησοῦ, Υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Οι πολλοί τον διέταξαν να σωπάσει. Μα αυτός με περισσότερη δύναμη εξακολούθησε να ικετεύει: «υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Ο Ιησούς τον άκουσε. Στάθηκε. Διέταξε να τον φέρουν μπροστά του. Και με τόνο αγάπης τον ρώτησε: «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» Τι θέλεις να σου κάνω; «Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω», απάντησε με ένα βαθύ αναστεναγμό ο τυφλός. Και ο Ιησούς χωρίς καμιά χρονοτριβή διέταξε: «Ἀνάβλεψον». Αμέσως τα μάτια του τυφλού άνοιξαν. Χάρηκε το φως. Χάρηκε τη δημιουργία. Χάρηκε τους ανθρώπους. Δεν ξέρω! Αν αυτή τη στιγμή ο Κύριος στεκόταν μπροστά στον καθένα από μας χωριστά και μας υπέβαλλε την ερώτηση «τί σοι θέλεις ποιήσω;» άραγε τι θα είχαμε να του απαντήσουμε; Αν μας έλεγε: «Παιδί μου, τι θέλεις να σου κάνω;», «Αἴτησαι παρ᾿ ἐμοῦ καὶ δώσω σοι», ποια είναι τα αιτήματα, που θα διατυπώναμε; Αμφιβάλλετε, πως μερικοί από μας δεν θα είχαν να του πουν απολύτως τίποτε; Θα στέκονταν μπροστά του με απορία, θα τον κοίταζαν εκστατικά και μετά από μια παύση αμηχανίας και ταραχής, θα του έλεγαν: «Κύριέ μου, Κύριε, δεν έχω τι να σου πω. Δεν ξέρω τι να σου ζητήσω». Η σκηνή αυτή δεν είναι μια υποθετική σκηνή, που θα μπορούσε κάποτε να συμβεί, αν ο Κύριος παρουσιαζόταν με όλη τη λάμψη του θεικού μεγαλείου του μπροστά μας. Ο Κύριος μας το παραγγέλλει σαφώς: «αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε καὶ εὐρήσετε» (Ματθ. ζ´ 7). Ζητάτε από μένα και εγώ θα σας δώσω από τη δύναμή μου και από τα αγαθά μου. Και όμως εμείς δεν αφιερώνουμε λίγο από τον χρόνο μας στο να του μιλήσουμε και να του φανερώσουμε τις ανάγκες μας. Ή και όταν στεκόμαστε στη στάση της προσευχής, νιώθουμε τόσο φτωχή την καρδιά μας και τόσο αδύναμα τα χείλη μας. Δεν έχουμε τι να πούμε. Δεν ξέρουμε τι αιτήματα να διατυπώσουμε. Και, ή κάνουμε ένα μόνο σταυρό και δίνουμε στον εαυτό μας πιστοποιητικό, πως εξάντλησε την προσευχή ή λέμε μηχανικά δυό λόγια και βιαζόμαστε να φθάσουμε στον επίλογο, στο «αμήν». Η συμπεριφορά μας αυτή έχει ένα βαθύτερο αίτιο. Δεν μπορέσαμε να συνειδητοποιήσουμε τι σημασία έχει το να φέρουμε τα καθημερινά μας θέματα και τις καθημερινές μας αγωνίες στον Κύριο. Τι σημαίνει το να αξιωνόμαστε να στεκόμαστε μπροστά του, να του μιλάμε, να του εκθέτουμε ό,τι μας απασχολεί. Αν αυτό το καταλαβαίναμε, τότε η αναφορά μας σ' Εκείνον θα ήταν συχνή και το περιεχόμενο της συνομιλίας μας θερμό και ζωντανό. Τα θέλω όλα Υπάρχει και η δεύτερη ακριβώς αντίθετη τάση, που είναι και αυτή εξ ίσου σοβαρό σφάλμα. Μπορεί στην επικοινωνία μας με τον Θεό να λέμε και μάλιστα πολλά, χωρίς όμως κανένα ειρμό και κανένα νόημα. Είτε γιατί δεν σκεπτόμαστε σοβαρά πριν αρχίσουμε να μιλάμε στον Δημιουργό μας και Κύριο, είτε γιατί μας έχουν εντυπωσιάσει μερικά φτηνά πράγματα της γης, τα κάνουμε, αυτά και μόνο, περιεχόμενο της αιτήσεώς μας. Μην πούμε πως είναι σπάνιο το φαινόμενο. Ίσως είναι πολύ πιο συχνό, από όσο το σκεπτόμαστε. Μπορεί να ζητήσουμε χρήματα πολλά, για μια σπάταλη χρήση και κατάχρηση. Μπορεί να απαιτήσουμε γήινες επιτυχίες και ανθρώπινες προβολές. Μπορεί -ακόμα χειρότερο- να επικαλεστούμε συμμαχία στο κακό και προσυπογραφή των πονηρών ή εκδικητικών αποφάσεων, που ανεβαίνουν μέσα από την καρδιά μας. Οπωσδήποτε δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να καταλάβει κανείς πως μια τέτοια ικεσία είναι απαράδεκτη και δεν γίνεται καθόλου δεκτή στον θρόνο της χάριτος του Θεού. «Αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε», λέει ο αδελφόθεος Ιάκωβος, «διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε» (Ἰάκ. δ´ 3). Και ο Κύριος δείχνει την αποστροφή του με όσα λέει στην επί του Όρους ομιλία του: «Προσευχόμενοι μὴ βαττολογήσητε ὥσπερ οἱ ἐθνικοί· δοκοῦσι γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται» (Ματθ. στ´ 7). Η πολυλογία, η γεμισμένη με ανάξιο λόγου περιεχόμενο είναι μια ολοκάθαρη ειδωλολατρία. Ο τυφλός είχε διατυπώσει ένα συγκεκριμένο αίτημα στον Κύριο. Ήταν το πιο σοβαρό πρόβλημα, που τον απασχολούσε. Και πήρε αμέσως την απάντηση: «ἀνάβλεψον». Όταν με ένα τέτοιο τρόπο αναφέρουμε και μείς στον Ιησού μας και Κύριο τα μεγάλα και ουσιαστικά αιτήματά μας, Εκείνος θα σκύβει με την αγάπη του, για να μας απαντάει και να μας λυτρώνει. Πηγή: Περιοδικό ΖΩΗ, τεύχος Ιανουαρίου 2022

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 6-2-2022 (Χαναναίας)


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Προς Κορινθίους Β΄ (στ΄ 16 – ζ΄1) Ἀδελφοί, τίς συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; Ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἐστε ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ταῦτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Ἀδελφοί, μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ συμφωνία μεταξὺ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν εἰδώλων; Διότι σεῖς εἶσθε ναὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζωντανοῦ, καθὼς εἶπεν ὁ Θεός, Θὰ κατοικήσω μέσα τους καὶ θὰ περπατήσω μεταξύ τους καὶ θὰ εἶμαι ὁ Θεός τους καὶ αὐτοὶ θὰ εἶναι ὁ λαός μου. Διὰ τοῦτο φύγετε ἀπὸ μέσα ἀπ’ αὐτοὺς καὶ χωρισθῆτε, λέγει ὁ Κύριος, μὴ ἐγγίζετε ἀκάθαρτον καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δεχθῶ, καὶ θὰ εἶμαι Πατέρας σας καὶ σεῖς θὰ εἶσθε υἱοί μου καὶ θυγατέρες, λέγει ὁ Κύριος ὁ Παντοκράτωρ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχομεν αὐτὰς τὰς ὑποσχέσεις, ἀγαπητοί, ἂς καθαρίσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ κάθε μολυσμὸν σαρκὸς καὶ πνεύματος, τελειοποιούμενοι εἰς τὴν ἁγιωσύνην μὲ φόβον Θεοῦ. ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Κατά Ματθαίον (ιε΄ 21 - 28) Τῷ καιρῷ εκείνω, ἀνεχώρησεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. Καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυίδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. Ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. Ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. Καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Τον καιρό εκείνο, ἀνεχώρησε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος. Καὶ μία γυναῖκα Χαναναία ἀπὸ τὴν περιοχὴν ἐκείνην ἐβγῆκε καὶ ἐφώναζε, «Ἐλέησέ με, Κύριε, υἱὲ τοῦ Δαυΐδ. Ἡ θυγατέρα μου βασανίζεται ἀπὸ δαιμόνιον». Αὐτὸς ὅμως δὲν ἀπεκρίθη οὔτε λέξιν. Καὶ ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ τοῦ ἔλεγαν, «Διῶξε την, διότι φωνάζει ἀπὸ πίσω μας». Αὐτὸς ἀπεκρίθη, «Δὲν εἶμαι σταλμένος παρὰ εἰς τὰ πρόβατα τὰ χαμένα τῆς γενεᾶς τοῦ Ἰσραήλ». Αὐτὴ δὲ ἀφοῦ τὸν ἐπλησίασε, τὸν προσκυνοῦσε καὶ ἔλεγε, «Κύριε, βοήθησέ με». Ἐκεῖνος τῆς ἀπεκρίθη, «Δὲν εἶναι σωστὸ νὰ πάρω τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν καὶ νὰ τὸ ρίξω στὰ σκυλιά». Αὐτὴ δὲ εἶπε, «Ναί, Κύριε, ἀλλὰ καὶ τὰ σκυλιὰ τρώγουν ἀπὸ τὰ ψίχουλα, ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ τραπέζι τῶν κυρίων τους». Τότε ὁ Ἰησοῦς τῆς ἀπεκρίθη, «Ὦ γυναῖκα, μεγάλη εἶναι ἡ πίστις σου· ἂς σοῦ γίνῃ ὅπως θέλεις». Καὶ ἐθεραπεύθηκε ἡ θυγατέρα της ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην.

Μέσα στην "Ελπίδα" η ελπίδα!


Αττική οδός, τη νύχτα του χάους. Η ώρα είναι 00:30. Ανάμεσα στους εκατοντάδες εγκλωβισμένους βρίσκεται ένα 11χρονο κοριτσάκι μαζί με τον πατέρα του. Τις πρωινές ώρες έχει προγραμματιστεί χειρουργική επέμβαση στα μάτια της μικρής, αλλά οι πιθανότητες να βγουν από το απέραντο λευκό τοπίο είναι μηδαμινές. Το κορίτσι πεινά και κρυώνει. Μέσα στο αυτοκίνητο υπάρχει ένα δεύτερο μπουφάν στα πίσω καθίσματα. Στην προσπάθειά του να ζεσταθεί, βάζει τα δυο της πόδια στο μανίκι του μπουφάν. «Μπαμπά, πίεσέ μου το κεφάλι, πονάω πολύ» λέει κάποια στιγμή εξαντλημένο. Έχουν περάσει πολλές ώρες μέσα στο τούνελ κι η «Ελπίδα» έχει δοκιμάσει άσχημα τις αντοχές τους κι έχει εξαφανίσει κάθε ίχνος ελπίδας για σωτηρία. Άξαφνα από το πουθενά εμφανίζεται μια ομάδα της ΟΠΚΕ [1]. Οι άνδρες κρατούν στους ώμους ένα κουτί πρώτων βοηθειών, σταματούν σε κάθε ακινητοποιημένο όχημα και ερευνούν αν υπάρχει κάποιος που χρειάζεται βοήθεια. Δεν αργούν να φτάσουν και στο όχημα με το κοριτσάκι. Η μικρή πρέπει επειγόντως να μεταφερθεί μέχρι την κοντινότερη έξοδο (Δουκίσσης Πλακεντίας). Η προσέγγιση όμως, με όχημα είναι εντελώς αδύνατη. Χωρίς δεύτερη σκέψη ένας 37χρονος ανθυπαστυνόμος γυρνά και της λέει χαμογελαστά «ανέβα στην πλάτη μου να κάνουμε το γαϊδουράκι». Της φορά αλουμινοκουβέρτα και αρχίζει να περπατά μέσα στο χιόνι. Κινείται έτσι, για ενάμιση χιλιόμετρο (!) μέχρι να φτάσουν στο τζιπάκι της Αστυνομίας και να παραδώσει το παιδί. Ο πατέρας ακολουθεί. «Συγκινήθηκα» λέει ο ίδιος αργότερα στους δημοσιογράφους. «Είπα “υπάρχουν και άνθρωποι”. Αυτά τα παιδιά με όλη τη δύναμη και το ψυχικό σθένος που είχαν, μπήκαν στη διαδικασία και με αυτές τις συνθήκες έσωσαν πολύ κόσμο». «Αναγκαστικά το μετέφερα στην πλάτη μου χωρίς να νιώθω ούτε το κρύο, ούτε την κούραση. Ήταν σαν να βλέπω το δικό μου παιδί να ζητά βοήθεια», λέει ο φύλακας άγγελος της μικρής. Οι συνάδελφοί του, στο μεταξύ συνεχίζουν την έρευνα σε ένα προς ένα τα αυτοκίνητα, προκειμένου να εντοπίσουν ανθρώπους που χρειάζονται βοήθεια. Ένας γιατρός που πάσχει από καρδιά έχει καλέσει σε βοήθεια. Φτάνουν κοντά του. Εκείνος ήδη είναι κουρασμένος, έχει ατονία και είναι παγωμένος. Θέλουν να κάνουν ό,τι καλύτερο, αλλά δεν έχουν ιατρικές γνώσεις. Το πρόβλημα λύνει ο … ασθενής, που τους δίνει οδηγίες για να τον αντιμετωπίσουν μέχρι να μεταφερθεί σε ασφαλές μέρος κι από κει στο 401 Νοσοκομείο. Σε άλλο σημείο εντοπίζουν ένα βενζινάδικο στην περιοχή. Βοηθούν τους εγκλωβισμένους οδηγούς και επιβάτες να πάνε με τα πόδια μέχρι το βενζινάδικο κι από κει να φύγουν για τα σπίτια τους. Κάποιοι ωστόσο, δεν έχουν δυνατότητα διαφυγής. Το στιβαγμένο χιόνι στέκεται σοβαρό εμπόδιο. Κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να αναχαιτίσει τη διάθεση για βοήθεια. Οι αστυνομικοί σκύβουν και διώχνουν με τα χέρια τους το χιόνι, δημιουργώντας δίοδο για τους πεζούς. Έσκαψαν έτσι 100 ολόκληρα μέτρα μέχρι την έξοδο 14 και έδωσαν τη δυνατότητα να βγουν εκτός από τους πεζούς και δεκάδες αυτοκίνητα. Το ρολόι δείχνει 2 τα ξημερώματα. Αρκετά χιλιόμετρα πιο κει, δεν υπάρχουν ένστολοι άγγελοι. Υπάρχουν όμως, άνθρωποι με αγγελική καρδιά. Ανάμεσα στα εγκλωβισμένα αυτοκίνητα υπάρχει ένα φορτηγό διανομής μεγάλης εταιρείας τροφίμων. Όσο οι ώρες περνούν δραματικά, τόσο η πείνα και η κούραση γίνονται πιο έντονες. Δεν αντέχει να βλέπει τα εξαντλημένα πρόσωπα. Ανοίγει την πόρτα του φορτηγού και κατεβάζει κούτες με κρουασάν, λουκουμάδες και σάντουιτς. Πλησιάζει ένα – ένα τα αυτοκίνητα. «Πάρτε, να αντέξετε» τους λέει και τους χαμογελά. Οι κούτες άδειασαν και γέμισαν τα στομάχια και -κυρίως- οι καρδιές των επιβατών από αγάπη, τριάντα οχημάτων. Η τρίτη ιστορία διαδραματίστηκε κάπου πιο μακριά, στο Νέο Ηράκλειο. Για την ακρίβεια ξεκίνησε από το Νέο Ηράκλειο. Εκεί είναι η κατοικία ενός 35χρονου ειδικευόμενου γιατρού που εργάζεται στο Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού. Έχει ξυπνήσει αχάραγα και ετοιμάστηκε να φύγει. «Βγήκαμε με τη μητέρα μου στο μπαλκόνι, για να τον χαιρετήσουμε και όταν είδα το τοπίο πριν εμφανιστεί στο πλάνο ο αδερφός μου, λέω "πού πάει Χριστέ μου;" αφηγείται ο αδερφός του. Τη συνέχεια ωστόσο, δεν θα μπορούσε ούτε το πιο ευφάνταστο μυαλό να επινοήσει. Ο γιατρός έφτασε στο σταθμό του ηλεκτρικού, όπου διαπίστωσε ότι ήταν εκτός λειτουργίας. Και τότε ξεκίνησε μέσα στα χιόνια για να πάει πεζή στο νοσοκομείο. Υπό κανονικές συνθήκες θα έκανε μιάμιση ώρα, έτσι μας λέει η εφαρμογή Google maps. Εκείνος έφτασε μετά από πέντε ώρες! Πόσοι άγγελοι μέσα στο απόλυτο χάος που δημιουργήθηκε με την «Ελπίδα» φτερούγισαν δίπλα στους αναγκεμένους και τους έδωσαν ελπίδα; Ποτέ δεν θα μάθουμε! Είναι κι αυτό ένα κομμάτι του μεγαλείου της προσφοράς τους. Αυτά σκέφτομαι, έχοντας ακουμπώντας τα πόδια μου στο τζάκι, όταν τις σκέψεις μου διακόπτει μια εικόνα στην οθόνη της τηλεόρασης: δύο εναερίτες πασχίζουν να επανασυνδέσουν το ρεύμα σε μια από τις δεκάδες περιοχές της χώρας που έμειναν χωρίς ζέστη και φως. Συνειρμικά φέρνω στο μυαλό τη μικρή κόρη ενός εναερίτη που όταν έμαθε τι ακριβώς κάνει ο μπαμπάς της, του έφτιαξε ένα ζευγάρι φτερά, για να πετάξει αν κινδυνεύσει. Και εκείνος τα φόρεσε και φωτογραφήθηκε. Για να δει η κορούλα του τη φωτογραφία και να χαρεί. Τέτοια φτερά φορούσαν οι αστυνομικοί της ΟΠΚΕ, ο οδηγός, ο ειδικευόμενος γιατρός κι όλοι όσοι -ταπεινοί και αφανείς- έδωσαν ένα χέρι στον πάσχοντα συνάνθρωπο σε δύσκολες κι αντίξοες συνθήκες. Φτερά όχι για να πετάξουν σε ενδεχόμενο κινδύνου, μα φτερά αγγελικά για να μας ζεστάνουν και να μας θυμίσουν πως υπάρχει ακόμα η «Ελλάδα που αντιστέκεται, η Ελλάδα που επιμένει», όπως και «κάθε τι μοναχικό στον κόσμο αυτό» [2].