Ο τρόπος με τον οποίο θα ξαναζήσουμε την υιότητα


Η περίοδος του Τριωδίου αποτελεί για τον άνθρωπο την αφορμή να αναζητήσει απαντήσεις σε μία μεγάλη πρόσκληση και, ταυτόχρονα, πρόκληση που του απευθύνει ο Θεός. Να ξαναγίνει ο άνθρωπος υιός, να ξαναβρεί πνευματικά την ιδιότητα του τέκνου απέναντι στο Θεό-Πατέρα και να επιστρέψει στην αρχική του οικογένεια που είναι η Εκκλησία. Οι πολλοί σήμερα εξακολουθούν να πιστεύουν εις Ένα Θεό. Παρά τον καταιγισμό αλλότριων προτύπων που μας περιβάλλουν, είναι δύσκολο να ξεριζωθεί από την καρδιά του ανθρώπου η πίστη. Η μεταφυσική αγωνία, οι αναμνήσεις από την παιδική ηλικία και την λαϊκή θρησκευτικότητα, οι μεγάλες εορτές, που σε πείσμα των καιρών, αποτελούν ορόσημα για τον ανθρώπινο χρόνο, ο πόνος και η αρρώστια, σημαντικές στιγμές στην ανθρώπινη ζωή όπως είναι η βάπτιση και ο γάμος, αλλά και ο θάνατος κάνουν τον κόσμο μας, όσο κι αν μέσα του δεν αναζητεί συνειδητά τον Θεό, εντούτοις να μην Τον απορρίπτει. Πάνω σ’ αυτή την μη αρνητική στάση χτίζει η Εκκλησία τις γέφυρές της με τον σύγχρονο άνθρωπο, μέσα από την προαίρεση εργάζεται ο Θεός την σωτηρία του κόσμου. Το Τριώδιο είναι έτσι δομημένο, ώστε να καλεί τον κάθε άνθρωπο, ανεξαρτήτως εποχής και κατάστασης, να στραφεί στον έσω κόσμο του. Η σοφία και η θεοπνευστία των Πατέρων της Εκκλησίας μας που όρισαν τον εορτολογικό κύκλο, των υμνογράφων που συνέγραψαν τις ακολουθίες, των ασκητών που συνδύασαν την λατρεία με τον πνευματικό αγώνα, γέννησαν μία παράδοση που κράτησε τον λαό μας ζωντανό, παρά τις ιστορικές συγκυρίες, οι οποίες θα επέβαλλαν την διαγραφή του από τον ρου του κόσμου. Γιατί στην καθ’ ημάς Ανατολή το Πάσχα, η κατάληξη του Τριωδίου, αποτελεί τον κορμό της πίστης μας. Σε αντίθεση με την Δυτική Εκκλησία που νοηματοδοτεί τον πολιτισμό που γέννησε στα Χριστούγεννα και στο Σταυρό, η Ορθοδοξία πορεύεται με κέντρο της το Πάσχα και την Ανάσταση. Γι’ αυτό και το Τριώδιο στην Ανάσταση αναφέρεται και την Ανάσταση δείχνει. Η όλη προετοιμασία και η πνευματική μας προσπάθεια εκεί αποσκοπεί. Στο να ξαναβρούμε την υιότητά μας, να βιώσουμε τι σημαίνει να είναι ο Θεός για μας ο Πατέρας μας εν ουρανοίς, Αυτός που σαρκώθηκε και μας οδήγησε και πάλι στον Ουρανό. Αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα των Κυριακών του Τριωδίου. Ο τρόπος με τον οποίο θα ξαναζήσουμε την υιότητα. Υιός γίνεται ο ταπεινός τη καρδία. Αυτός που επιστρέφει από τη άσωτη ζωή. Αυτός που αγαπά το Θεό στο πρόσωπο του κάθε αδελφού του. Αυτός που υπακούει στο θέλημα του Θεού, παραιτούμενος από το δικαίωμά του να φάει, από έναν τρόπο ζωής ο οποίος δομείται με βάση τις ανάγκες των ενστίκτων. Αυτός που βλέπει το «κατ’ εικόνα Θεού» όχι στην ύλη, αλλά στο πρόσωπο. Αυτός που ζητά να φωτιστεί από το Άκτιστο Φως. Αυτός που σταυρώνει τα πάθη, τις αμαρτίες, τον παλαιό άνθρωπο. Αυτός που ανεβαίνει στα σκαλοπάτια της ασκητικής Κλίμακας, όχι για να αυτοδικαιωθεί, αλλά για να συναντήσει τον Ελεούντα Θεό. Αυτός που δεν διστάζει να εγκαταλείψει όλη τη ζωή της αμαρτίας, και να προσδεχθεί ακόμη και την μοναξιά, από αγάπη στον Αγαπήσαντα. Και γίνεται έτσι συνοδοιπόρος στην άνω Ιερουσαλήμ, μετά βαΐων και κλάδων, με τον Θεάνθρωπο, σαν εκείνα τα παιδιά που μέσα στην αθωότητά τους ήξεραν καλά πως ο επευφημούμενος επί πώλου όνου, δεν ήταν άλλος από τον Σωτήρα και Λυτρωτή. Είναι μυστήριο μοναδικό και ανερμήνευτο ο τρόπος που διάλεξε ο Θεός να μας καλέσει κοντά Του. Να μας δείξει ότι είναι ο Πατέρας μας. Ο Δημιουργός και ο Λυτρωτής μας. Αυτός που απλώνει τα χέρια Του στο Σταυρό για να μας ανασηκώσει από τον καθημερινό θάνατο της κακίας, του εγωκεντρισμού, του ψεύδους, της φθοράς. Το μόνο που μας ζητά είναι να παρουσιασθούμε ενώπιόν Του ζητώντας Του να γίνουμε παιδιά Του. Να επιλέξουμε την οικία της Εκκλησίας, το τραπέζι της Θείας Ευχαριστίας, την καθαρή στολή της μετανοίας, το δαχτυλίδι της ελευθερίας, και πρωτίστως, το «παραρριπτείσθαι εν τω οίκω και παρά τους πόδας του Πατρός ημών μάλλον ή το οικείν εν σκηνώμασιν αμαρτωλών». Και όλη η ζωή της Εκκλησίας την περίοδο του Τριωδίου σ’ αυτό αποσκοπεί. Σε μια συνεχή επιστροφή. Η μετοχή στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού, η νηστεία, η προσευχή, η μελέτη, η ελεημοσύνη, η ασκητικότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι τρόποι με τους οποίους δείχνουμε την επιθυμία μας και πραγματώνουμε την υιότητά μας. Μπορεί να μην είμαστε αληθινά άξιοι για κανέναν από αυτούς. Όμως αυτό είναι το μυστήριο και πάλι. Ότι ο Θεός Πατέρας δεν μετρά την αρετή ή την αμαρτία, την αξιοσύνη ή την αναξιότητα. Δωρεάν δίδεται η χάρη Του σ’ αυτόν που προσέρχεται την ενδεκάτη ώρα, όσο και σ’ αυτόν που είναι εκεί από την πρώτη. Θεραπεύει μάλιστα τον πρώτο και ελεεί τον τελευταίο, γιατί Ο Πατέρας που αγαπά δεν ξεχωρίζει τα παιδιά Του. «Η τράπεζα γέμει, ο μόσχος πολύς, μηδείς εξέλθη πεινών». Ας σπουδάσουμε την ζωή της Εκκλησίας μας και ας ξαναβρούμε νόημα στη ζωή μας, δίνοντας στον έσω κόσμο μας την δυνατότητα να ξανανιώσει παιδί. Και να γίνει αυτή η ιδιότητα όχι μία πρόσκαιρη εορτή, αλλά «πανήγυρις πανηγύρεων», στην οποία θα μετέχουμε με όλη μας την καρδιά. Αν κάτι αληθινά μας λείπει σήμερα, είναι η βίωση της Εκκλησίας ως οικογένειας. Το Τριώδιο μας δίνει αυτή την ευκαιρία. Ας μην τη σπαταλήσουμε. π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Οι παράγοντες της σωτηρίας του ανθρώπου


Για να επιτύχει τη σωτηρία του ο άνθρωπος χρειάζεται ελεύθερα να συνεργαστεί με τη θεία χάρη. Η θεία χάρη είναι η λυτρωτική ενέργεια της φύσης του Θεού. Είναι δύναμη πραγματική, αΐδια και άκτιστη, που φανερώνεται στο πεδίο της λύτρωσης του κόσμου από τη φθορά της αμαρτίας και τον θάνατο. Πέμπεται σε όλους τους ανθρώπους από τον Θεό για να τους βοηθήσει ν’ ανορθωθούν από την πτώση της αμαρτίας, να μετανοήσουν και να σώσουν την ψυχή τους. Είναι δε χάρισμα, δωρεά του Θεού στον άνθρωπο. Δεν χορηγείται επιλεκτικά σε ορισμέ¬νους που είναι άξιοι να τη δεχτούν, ενώ σε άλλους όχι. Και ο πιο καλός άνθρωπος, δεν μπορεί να έχει αξίωση στην αποστολή της θείας χάριτος. Κάτι τέτοιο σημαίνει υπερηφάνεια στην οποία αντιτάσσεται ο Θεός (Ιακ. 4,6). Ο Θεός με τη χάρη του καλεί δίκαιους και αμαρτωλούς, να δεχτούν τα σωτήρια αποτελέσματα της φιλανθρωπίας και της αγάπης του. Αυτό το κάνει γιατί ελεύθερα το θέλει, μη αποβλέποντας στην όποια ηθική κατάσταση και ποιότητα της ζωής τους. Η χάρη είναι ελεύθερη και ανεξάρτητη δωρεά της θείας χρηστότητας, που δεν είναι δύναμη εκβιαστική και αναγκαστική. Ο άνθρωπος είναι ον λογικό και ελεύθερο και για να δεχθεί τη χάρη πρέπει να το θέλει. Έτσι εξηγείται γιατί χάνονται πολλοί στην ερημιά της αμαρτίας, όχι γιατί το θέλει ο Θεός, αλλά γιατί το θέλουν αυτοί. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει πώς λειτουργεί η χάρη και πώς ανταποκρίνεται σ’ αυτήν ο ίδιος. Πώς άλλοι άνθρωποι δέχονται το σωτήριο κάλεσμα του Θεού και άλλοι αδιαφορούν και το απορρίπτουν; Πώς, ο ένας ληστής επάνω στο σταυρό συναντά τον Θεό κι ανοίγει πρώτος τον παράδεισο, ενώ ο άλλος ληστής αρνείται τον Θεό, χάνοντας την ψυχή του; Όπως είναι γνωστό, ο Θεός είναι παντογνώστης. Γνωρίζει τα πάντα πριν ακόμα γίνουν. Όλα τα βλέπει, παρελθόν, παρόν και μέλλον, συγχρόνως και συνολικά, πριν ακόμη αυτά συμβούν. Ο Θεός δεν γνωρίζει μόνο ό,τι έκαναν οι άνθρωποι στο παρελθόν ή ό,τι κάνουν τώρα, αλλά και ό,τι πρόκειται να κάνουν στο μέλλον. Τίποτα δεν μπορεί να κρυφτεί απ’ αυτόν. Η πρόγνωση όμως του Θεού δεν προορίζει ό,τι θα συμβεί. Οι ενέργειες των ανθρώπων δεν συμβαίνουν γιατί τις προβλέπει ο Θεός, αλλά επειδή πρόκειται να γίνουν από τον άνθρωπο, γι’ αυτό τις προγνωρίζει ο Θεός. Ο απ. Παύλος είναι σαφής: «ους προέγνω… τούτους και προώρισεν»(Ρωμ. 8,29-30), λέει δηλαδή αυτούς, των οποίων προείδε την ηθική διαγωγή, τούτους και προόρισε είτε στη σωτηρία είτε στην απώλεια. Αυτός είναι ο σχετικός προορισμός της ορθόδοξης διδασκαλίας. Αιτία δηλ. της σωτηρίας ή καταδίκης είναι οι ελεύθερες ενέργειες του ανθρώπου που γίνονται μέσα στον χρόνο και τις προβλέπει ο Θεός. Ο αιρεσιάρχης Καλβίνος πιστεύει στον απόλυτο προορισμό δηλ. ότι αιτία της σωτηρίας και της καταδίκης των ανθρώπων είναι η θέληση του Θεού. Το μυστήριο πάντοτε παραμένει, πώς συμπλέκονται οι ελεύθερες ενέργειες του Θεού με τις ελεύθερες ενέργειες των ανθρώπων. Το ν’ αποδίδουμε όμως την κακότητα της φύσης μας και τις αμαρτωλές μας ενέργειες στον πανάγαθο Θεό, είναι αληθινή βλασφημία κατά του ονόματός του. Το καλύτερο είναι να εμπιστευόμαστε τη σωτήρια χάρη και πρόνοια του Θεού και να ενεργούμε σύμφωνα με τον νόμο Γράφει ο κ. Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος

«Μ’ αγαπάς στο χάλι που ’χω»;


Κύριε, πριν 2000 χρόνια ρώτησες τους μαθητές σου: Τι λένε για μένα οι άνθρωποι; Ο λόγος Σου διαχρονικός κι έρχεται σήμερα να κουδουνίσει στ’ αυτιά μου. Ζητάς κι από μένα μια απάντηση: τι λένε για μένα οι άνθρωποι; Εσύ γνωρίζεις τις σκέψεις που κρύβω από τους άλλους και ξέρεις –ενώπιος ενωπίω είμαστε- πως δεν θέλω να Σου πω ψέματα. Άλλωστε Εσύ γνωρίζεις τα εσώψυχά μου. Πώς γίνεται το λοιπόν να σε ξεγελάσω; Μόνο που ότι πούμε, παρακαλώ Σε, ας μείνει μεταξύ μας. Συγχώρα με μονάχα γιατί θα Σε πικράνω… Κι αρχίζω. Ναι, σήμερα όσο ποτέ, ομολογούν οι άνθρωποι πως είσαι απαραίτητος. Είσαι λένε, αναντικατάστατος. Γιατί, όταν πιστεύουμε στην ύπαρξή Σου, λιγότερα Lexotanil πίνουμε για να κοιμηθούμε και να ηρεμήσουμε! Λένε πως είσαι ο Δημιουργός. Αλλά το βλέπεις, πως απόχτησα κι εγώ, ο άνθρωπος, δύναμη και δημιουργώ. Με την Επιστήμη μέχρι κλωνοποίηση κάνω! Λένε ακόμα οι άνθρωποι του καιρού μου πως είναι βεβαιότητα η Πρόνοιά Σου. Αλλά καλού-κακού πρέπει να εμπιστευτώ στη δικιά μου πρόνοια, για ν’ αποχτήσω το κάτι τις -όπου θέλεις το προχωράς το κάτι τις… Τι λεν για Σένα; Πως είσαι ο Κύριός μας, λένε. Γι’ αυτό άλλωστε σου αφιερώνουμε τη μια μέρα της εβδομάδας, την Κυριακή, και τις άλλες μέρες, το ξέρεις, τις αφιερώνουμε σε άλλους κυρίους. Τι λένε για Σένα; Μα ότι είσαι ομπρέλα που, όταν βρέχει, τρέχουμε από κάτω της να φυλαχτούμε. Αλλά –μη προς κακοφανισμό- μπορούμε να κυβερνάμε σήμερα τα σύννεφα, να τα βομβαρδίζουμε, να φεύγουν… να ’ρχονται και τέτοια. Ακόμα λένε πως το θέλημά Σου είναι σοφό. Κι όπως στον ουρανό έτσι κι εδώ στη γη να γίνεται ‘κείνο που θες. Μονάχα, πρόσεξε, σύμφωνα με το δικό μας θέλημα να ’ναι το θέλημά Σου. Ναι, Κύριε, για Σένα λέμε πως είσαι ο Πατέρας μας κι όπως μας είπες, είμαστε παιδιά Σου όλοι. Γι’ αυτό υπάκουοι στην εντολή Σου πήγαμε στα πέρατα της γης και διαδώσαμε το λόγο Σου. Βέβαια σα μυαλωμένοι που είμαστε, τους δώσαμε το Ευαγγέλιο και τους πήραμε τη γη τους. Είναι θέμα προνοητικότητας –δικής μας- όπως Σου εξήγησα. Εξακολουθούμε πάντα, πιστοί στην εντολή Σου, να διαδίδουμε το Ευαγγέλιό Σου. Και βεβαίως ΟΛΑ τα παιδιά Σου πρέπει να μάθουν τη μοναδική Αλήθεια που είσαι Εσύ και ο λόγος Σου. Να Σε προσκυνήσουν όλοι, ε, και σα δάσκαλοι εμάς να μας χειροκροτούν, να μας ειδωλοποιούν. Λένε οι άνθρωποι πως είσαι ο Πλάστης μας και όλοι πλάσματά Σου. Φιλάνθρωπος ως είσαι –το λέμε και το πιστεύουμε αυτό– όλους τους σκέπει η αγάπη Σου. Αγάπη είσαι, έτσι Σε λένε οι άνθρωποι κι είπες πως πρέπει να Σου μοιάσουμε. Γι’ αυτό ανοίξαμε τις ντουλάπες μας και δίνουμε… και δίνουμε απλόχερα στους άλλους αδελφούς μας. Γιατί, έλα και πες μου Σε παρακαλώ, τι να την κάνω τη ζακέτα που μου στένεψε; Αμ το παλιομοδίσιο το παλτό και τα παπούτσια, ξέρεις δα, κείνα που με στενεύουν; Δοξολογούν το όνομά Σου οι άνθρωποι, όπως μας ζήτησες, γιατί αλάφρωσαν κι οι βαρυφορτωμένες μας ντουλάπες! Αλλά γενικά μας ενδιαφέρει να μάθουν όλοι το νόμο Σου. Γιατί τότε δε θα κλειδώνουμε τα σπίτια μας, δε θα κινδυνεύει η ζωή μας και τα αγαθά μας! Ο κόσμος λέει, πως είσαι ο Σωτήρας και η Οδός. Κι εμένα με συμφέρει πολύ να είσαι η Οδός, γιατί ο άντρας μου όταν βαδίζει το δρόμο Σου δεν θα ξενοκοιτάζει, τα παιδιά μου δεν θα ξημεροβραδιάζονται σε ντισκοτέκ και ύποπτα μπαρ. Θα μπορώ να έχω έτσι ήσυχο το κεφάλι μου! Είσαι η Οδός, αυτό λένε οι άνθρωποι, Κύριε, οδός που θα μας βοηθήσει να περάσουμε καλύτερα ετούτη τη ζωή! Οι άνθρωποι παραδέχονται πως ήρθες και σταυρώθηκες για μας και προσκυνούν τ’ Άγια Πάθη Σου. Κι είπες και το ομολογούν αυτό οι πιστοί Σου, πως αν θέλουμε να Σε ακολουθήσουμε, να σηκώσουμε το σταυρό μας. Κι εμείς, οι πιστοί Σου, πήραμε το σταυρό μας, και επειδή ήτανε –και μην το αρνηθείς- βαρύς, τον κάναμε κόσμημα και θαρρετά και υπερήφανα τον κρεμάσαμε στο στήθος μας. Ομολογούμε έτσι πως και δικοί Σου είμαστε, μα κι ελαφρύς είναι ο σταυρός. Άσε που ομορφαίνει τον κόρφο μας και το κομψό μας φουστάνι. Και με ρωτάς: “Τι λένε οι άνθρωποι για μένα;” Πως κι αν δεν υπήρχες έπρεπε να Σε εφεύρουμε! Αγαπημένε φίλε, αδελφέ, Κύριε και Δημιουργέ, δικέ μου Πλάστη, Σε πίκρανα το ξέρω. Ό,τι είπαμε, παρακαλώ, ας μείνει μεταξύ μας. Θα εξακολουθώ ίδια, ολόιδια ο Φαρισαίος, να λέω άλλα στους άλλους κι άλλα να κάνω. Πώς είπες; Μ’ αγαπάς στο χάλι που ’χω; Το άκουσα καλά αυτό που είπες; Πως μ’ αγαπάς, ναι… ναι… το είπες, κι Εσύ ψέματα δε λες ποτέ. Σ’ ευχαριστώ!!! Κι αυτό το ευχαριστώ είναι αληθινό… αλήθεια λέω, πίστεψέ με. Απόσπασμα από το Βιβλίο: 2000 χρόνια μετά “Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;”

Ἡ γιαγιά Σταυρούλα «Ἅμα κρατᾶς τόν Θεό ἀπ’ τό χέρι τί ἔχεις νά φοβηθεῖς;»


Νίκης Τρακοσιῆ Φιλολόγου 14 τοῦ Σεπτέμβρη, μέ τό τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας σκέφτηκε νά πάει κατευθείαν στό γηροκομεῖο νά δεῖ τή γιαγιά Σταυρούλα κι ὕστερα νά πάει σπίτι. Στήν πραγματικότητα δέν εἶχε καί πολλή ὄρεξη γιά κουβέντες. Βαριά ἔνιωθε τήν ψυχή της αὐτές τίς μέρες, ἀλλά τό ἤξερε ὅτι ἄν πήγαινε πρῶτα σπίτι, μᾶλλον δέ θά ἔμενε περιθώριο καί γιά τή γιαγιά. Ἀδικημένη τήν εἶχαν πάντα, ἀλλά ἐκείνη ποτέ δέν εἶχε ἀπαίτηση. Χαιρόταν τόσο, ὅταν τούς ἔβλεπε, ἀλλά δέν παραπονιόταν ποτέ ἄν ἀργοῦσαν νά πᾶνε. Σήμερα, μιά πού γιόρταζαν κι οἱ δύο τους, ἔπρεπε νά πάει. Ἀπό τή γιαγιά Σταυρούλα πῆρε τo ὄνομά της ἡ ἴδια κι εἶχαν ἰδιαίτερη ἀδυναμία ἡ μία στήν ἄλλη. «Καί τί νά τῆς εὐχηθῶ»; σκεφτόταν. «Τά χρόνια πολλά σάν ἀστεῖο ἀκούγεται». Τά εἶχε τά πολλά χρόνια στήν πλάτη ἡ γιαγιά καί δέν ἐπιθυμοῦσε περισσότερα. «Καλό παράδεισο» ἤ «καλή ὑπομονή» ἤθελε νά τῆς εὔχονται, ἰδιαίτερα τούς τελευταίους μῆνες, πού βασανιζόταν πολύ ἀπό τίς ἀρρώστιες πούἔφθειραν σιγά-σιγά τό ἐξασθενημένο σῶμα της. Μέ τόν βασιλικό πού τῆς ἔδωσε ὁ Ἱερέας μπῆκε στό δωμάτιό της. Φωτίστηκε τό πρόσωπο τῆς γιαγιᾶς, σάν παιδάκι ἔκανε ἀπ’ τή χαρά της. Πῆρε τό βασιλικό καί τό φιλοῦσε, νά πάρει κι αὐτή λίγη χάρη, ὅπως ἔλεγε. «Τήν εὐχή μου νά ’χεις πού μοῦ ἔφερες λίγη χάρη τοῦ Σταυροῦ, Σταυρούλα μου». -Πῶς εἶσαι, γιαγιά; -Καλά, κόρη μου, καλά δόξα νά ̓χει ὁ Κύριος. Ἐκεῖνος καλά μᾶς ἔχει. Ἐμεῖς δέν εἴμαστε καλοί. «Ἄχ, γιαγιά», σκέφτηκε. «Τόσα βάσανα στή ζωή σου… ὅσα ξέρουμε δηλαδή, γιατί μόνη σου τά τραβοῦσες καί πάντα μέ τό δόξα σοι ὁ Θεός. Κι ἄν δέν ἤσουν καλή, δέν ξέρω ἐμεῖς ποῦ θά βρισκόμαστε τώρα. Ποιός θά κρατοῦσε τό βάρος στή δική μας οἰκογένεια, ἄν θά βρίσκαμε ἐμεῖς τά ἐγγόνια σου, ἕνα ἀποκούμπι στίς μεγάλες φουρτοῦνες τῆς δικῆς μας παιδικῆς ζωῆς. Ἄχ, γιαγιάκα! Ἄν δεν ἤσουν καλή»! Βούρκωσαν τά μάτια της, ἄθελά της, γιατί αὐτές τίς μέρες πεθύμησε τόσο νά ἔχει ἕνα ἀποκούμπι σάν ἐκεῖνο τῆς γιαγιᾶς… Πολύ δύσκολα κυλοῦσε ἡ δική της ζωή. Κόπος πολύς, ἀσυνεννοησία, εὐθύνες ὑπερβολικές… Οἱ ἄλλοι φαίνονταν ἀνέμελοι, ἡ ἴδια ἔνιωθε πολύ φορτωμένη… Πολύ βαρύς τῆς φαινόταν ὁ δικός της σταυρός. Μέ κάποιο παράπονο ἄκουσε σήμερα στό Εὐαγγέλιο τό, «ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ…» Ἄρχισαν τήν κουβέντα τους, ρωτοῦσε ἡ γιαγιά γιά τά δισέγγονα καί γιά τά ἐγγόνια, ἀλλά δέν μπόρεσαν νά μιλήσουν γιά πολύ. Ἡ διπλανή γιαγιά ἄρχισε νά φωνάζει γεμάτη θυμό, νά παραπονιέται γιά τίς φροντίστριες, νά ἀπαιτεῖ νά τίς φωνάξουν ἀμέσως… Δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά πού γινόταν αὐτό, ἀλλά σήμερα ἦταν ἰδιαίτερα ἔντονες οἱ φωνές της. Πρόβαλε στήν πόρτα μία φροντίστρια, γιά νά δεῖ τί συνέβαινε. -Χαρά στήν ὑπομονή της! εἶπε δείχνοντας μέ τό βλέμμα τή γιαγιά Σταυρούλα. Ὅλη τή νύχτα φωνάζει καί δέν τήν ἀφήνει νά ἡσυχάσει κι αὐτή ἄρρωστη γυναίκα. Καί δέν λέει λέξη, δέν ἀπαντᾶ, δέν παραπονιέται. Ἄλλη θά μᾶς ἔκανε χίλια παράπονα γιά νά τήν πάρουμε ἀλλοῦ. Αὐτό δέν τό γνώριζε. Ἔτσι, λοιπόν! Κι ἐκεῖ, μεσ’ τήν ταλαιπωρία ἡ γιαγιά; Σηκώθηκε ἀμέσως ἀπό τή θέση της. -Ποῦ πᾶς; Φεύγεις κιόλας; -Ὄχι, πάω μία στιγμή ἔξω καί ἔρχομαι. Πῆγε κατευθείαν στήν διευθύντρια, γιά νά ἀπαιτήσει νά ἀλλάξουν συγκάτοικο στή γιαγιά. Δέν γίνεται καί τώρα στό τέλος τῆς ζωῆς της νά μήν μπορεῖ νά ἡσυχάσει ἕνα βράδυ. Ἀρκετά βάσανα πέρασε στή ζωή της. Λίγη ἄνεση στό τέλος, εἶχε δικαίωμα νά τή ζητήσει. Καλά καλά δέν τελείωσε τήν πρότασή της στήν διευθύντρια καί πῆρε τήν ἀπάντηση. –Ἐγώ ἡ ἴδια στενοχωριέμαι γι’ αὐτή τήν κατάσταση. Ἐδῶ παραπονιοῦνται ἀπό πλαϊνά δωμάτια… Ψές ἄδειασε ἕνα κρεβάτι. Πῆγα ἀμέσως καί εἶπα στή γιαγιά σου ὅτι θά μετακόμιζε, γιά νά εἶναι πιό ἥσυχη. Ξέρεις τί μοῦ ἀπάντησε; «εὐχαριστῶ, κόρη μου, ἀλλά ἀφῆστε με ἐκεῖ πού εἶμαι. Ἐγώ σέ λίγο θά πεθάνω. Θά βρεθῶ μπροστά στόν Κύριο, θά δώσω λόγο γιά ὅλα. Ἄν μοῦ πεῖ ὅτι τόν τελευταῖο σταυρό μου δέν τόν ἄντεξα, δέν τόν κράτησα; Εἶναι καί τοῦ Σταυροῦ αὔριο. Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ». Τῆς εἶπα ὅτι δέν θά δυσκόλευε κανέναν. Ἦταν σίγουρη γι’ αὐτό πού ἤθελε. «Μπορεῖ σήμερα-αὔριο νά ἔλθει κάποια ἄλλη. Ποῦ θά τή βάλετε; Μπορεῖ νά μήν ἀντέχει τίς φωνές. Ἐγώ ἀντέχω…». Γύρισε πίσω στό δωμάτιο τῆς γιαγιᾶς. Ἡ ἄλλη συνέχιζε τήν γκρίνια. Κύλησε τό τροχοκάθισμα τῆς γιαγιᾶς νά πᾶνε «βόλτα» καί κάθισαν στό σαλονάκι, ὅπου ἦταν κι ἄλλες «φιλενάδες». Ἄλλες καταγίνονταν μέ κάποιο ἐργόχειρο, ἄλλες βυθισμένες στόν «κόσμο» τους. Ἐκεῖ ἦταν καί ἡ γιαγιά Ἑλένη, χαρούμενη πού εἶχε κοντά της τόν ἐγγονό της. Τῆς προκάλεσε κάποια ἔκπληξη ἡ παρουσία του, γιατί ὡς τώρα δέν εἶχε δεῖ κάποιο παιδί τῆς γιαγιᾶς Ἑλένης καί ἀπό λεπτότητα δέν τή ρώτησε ποτέ. -Ἔχεις τόσο μεγάλο ἐγγονό, κυρία Ἑλένη! Νά τόν χαίρεσαι! -Τρεῖς ἔχω, ὁ Θεός νά τούς ἔχει καλά. Ἔρχονται ὅποτε μποροῦν, πότε ὁ ἕνας, πότε ὁ ἄλλος. -Γιά μᾶς ἡ γιαγιά ἦταν τό μεγάλο στήριγμα. Τῆς χρωστοῦμε πολλά. Εἶπε ὁ ἐγγονός, χωρίς νά ἀκούσει ἡ γιαγιά. Καί δείχνοντας μέ τό βλέμμα του τή γριά, πρόσθεσε. Μεγάλη ἡρωίδα αὐτή πού βλέπετε. Τῆς κίνησαν τήν περιέργεια τά λόγια του. -Πόσα παιδιά ἔχεις, κυρία Ἑλένη; -Ὁ γιός μου ὁ Ἀντρέας εἶναι ἀγνοούμενος ἀπό τήν εἰσβολή… Δόξα σοι ὁ Θεός! Ὁ γιός μου ὁ Ἰάκωβος πέθανε τριανταπέντε χρονῶν καί μᾶς ἄφησε τοῦτα τά τρία παιδιά. Δόξα νά ᾽χει ὁ Κύριος. Δέν παραπονέθηκα ποτέ. Μέ τή νύφη μου τά μεγαλώσαμε, μέ στερήσεις, μέ δυσκολίες… Ὅμως, νά τρεῖς λεβέντες μέ τή μόρφωσή τους, μέ τή δουλειά τους, καλοί καί χρυσοί ἄνθρωποι. Δόξα νά ᾽χεις, Κύριε! -Γιά κάτι τέτοιες ἡρωίδες ἔπρεπε νά φτιάχνουν μνημεῖα στίς πλατεῖες, νά περνοῦμε νά ὑποκλινόμαστε. Συμπλήρωσε τήν κουβέντα του ὁ ἐγγονός σιγά, νά μήν ἀκούσει ἡ γιαγιά. Τή συζήτηση παρακολουθοῦσε κι ἡ φροντίστρια σιωπηλή ὡς ἐκείνη τή στιγμή. Στράφηκε σέ μία ἄλλη γιαγιά πού καθόταν σέ ἀναπηρικό κάθισμα. «Ἄλλη ἡρωίδα τῆς ὑπομονῆς καί τῆς ἀνεξικακίας αὐτή», εἶπε καί τήν προκάλεσε. -Πές τίποτα κι ἐσύ, κυρία Ἐλπινίκη. -Τί νά πῶ, κόρη μου; Οἱ νέοι νά μᾶς ποῦν τά δικά τους. Ἐμεῖς τελειώσαμε, πήραμε δρόμο… -Μέ τό καροτσάκι πῆρες τόν δρόμο; Τήν ἀστείεψε μία ἄλλη. -Μέ τό καροτσάκι θά μπεῖ στόν παράδεισο, συνέχισε ἡ φροντίστρια καί τή ρώτησε ξανά. Τί ἔπαθες, κυρία Ἐλπινίκη καί δέν μπορεῖς νά περπατήσεις; -Ἀφοῦ σοῦ εἶπα ἄλλη φορᾶ. Εἶχα ἕνα ἀτύχημα. Τώρα… πέρασαν καί δέκα χρόνια. Περασμένα ξεχασμένα. Εὐτυχῶς πού ὑπάρχουν καί τά τροχοκαθίσματα καί δέ μένουμε σ’ ἕνα κρεβάτι μιά ζωή. Δόξα σοι ὁ Θεός. -Τήν κτύπησε κάποιος μέ τό αὐτοκίνητο καί τήν ἄφησε ἀβοήθητη στόν δρόμο. Συμπλήρωσε μέ κάποια δόση θυμοῦ ἡ φροντίστρια. Ἀλλά αὐτή, ὅλο «δόξα σοι ὁ Θεός». -Δόξα νά ᾽χεῖς, Κύριε, ἐπανέλαβε σάν ἠχώ ἡ γιαγιά Σταυρούλα. Καί τόν σταυρό πού μᾶς ἔδωσες νά τόν κρατήσουμε ὡς τό τέλος. -Μά κάποτε, εἶναι πολύ βαρύς, γιαγιά. Δέν ἀντέχουμε. -Βαρύς εἶναι. Πιό βαρύς ἀπό τοῦ Χριστοῦ μας δέν εἶναι. Κι Ἐκεῖνος δέν εἶχε ἀνάγκη νά σταυρωθεῖ. Γιά μᾶς σταυρώθηκε. -Καί νά μή θέλουμε, τά βάσανα κι ὁ σταυρός ἐδῶ εἶναι. Εἶπε ἡ φροντίστρια μέ ἕναν ἀναστεναγμό, πού ἔδειχνε ὅτι σκεφτόταν κι ἐκείνη τά δικά της βάσανα. -Κι ὅμως, εἶναι φορές πού προσπαθοῦμε κι ἴσως καί τόν ἀποτινάζουμε, ἐπενέβηκε ἄλλη ἐπισκέπτρια. Μήπως σήμερα ἰδιαίτερα, μέ ὅλα τά μέσα πού ἔχουμε, μέ τίς λύσεις πού δίνουμε στά προβλήματά μας, μέ τή διεκδίκηση τῶν δικαιωμάτων, τῆς ἄνεσης, τῆς προσωπικῆς ζωῆς… ὄχι ἐκεῖ πού πρέπει καί εἶναι θεμιτό, ἀλλά καί μέ ἁμαρτωλούς τρόπους ἀκόμη, καί μέ λύσεις τόσο ἀντίθετες μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτό δέν κάνουμε; Ἀποτινάζουμε τόν σταυρό μας. Κι ὕστερα φτιάχνουμε μόνοι τό δικό μας Γολγοθά… -Ἄν γινόταν νά τόν ἀλλάζαμε; Ρώτησε ἡ φροντίστρια, ἀλλά κανένας δέν τῆς ἀπάντησε. Ἡ Σταυρούλα σκέφτηκε λίγο. Σάν ἀστραπή πέρασε ἀπό τό μυαλό της ἡ σκέψη, «ἄν εἶχα ἐγώ τόν σταυρό τῆς γιαγιᾶς Σταυρούλας ἤ τῆς Ἑλένης ἤ τῆς Ἐλπινίκης»… Ἔδιωξε ἀμέσως τή σκέψη σάν γρουσουζιά. «Ἄχ, τό δικό μου σταυρό πρέπει νά κρατῶ», εἶπε μέσα της. -Γιαγιά, ποῦ βρῆκες τήν τόση ὑπομονή σου; Πῶς ἀντέχεις; Ρώτησε τή γιαγιά Σταυρούλα. -Τί σημαίνει πῶς ἀντέχω; Τόσον καιρό δέν ἔμαθες; Ἅμα κρατᾶς τόν Θεό ἀπ’ τό χέρι τί ἔχεις νά φοβηθεῖς; Ἅμα βλέπεις μπροστά σου τόν Χριστό σταυρωμένο, τολμᾶς νά παραπονεθεῖς; Γιά τήν ἀγάπη Του θά σηκώσεις κι ἐσύ τό δικό σου σταυρό, κι ἅμα φοβᾶσαι ὅτι δέν θά ἀντέξεις, θά Τοῦ ζητᾶς νά σοῦ δώσει ὑπομονή. Κοίταξε στίς εἰκόνες τούς Μάρτυρες, πού κρατοῦν ἕναν σταυρό ὁ καθένας. Πόσο σφικτά καί σταθερά τόν κρατοῦν, ἀλλά καί κοιτάζουν ψηλά, στόν Κύριο. Ἄχ! ἄν ἀγαπούσαμε τόν Χριστό, ἄν θέλαμε νά εἴμαστε κοντά Του στή βασιλεία Του, ποιός σταυρός καί ποιός ἀγώνας θά μᾶς φαινόταν βαρύς; Μέ χαρά θά προχωρούσαμε κι ἄς μάνιαζαν τά κύματα τῆς ζωῆς γύρω μας. Νά ᾽χεις πάντα ὑπομονή, Σταυρούλα μου.

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 13-2-2022 (ΤΕΛΩΝΟΥ και ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ)


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Προς Τιμόθεον Β΄ (γ΄10-15) Τέκνον Τιμόθεε, σὺ παρηκολούθηκάς μου τῇ διδασκαλίᾳ, τῇ ἀγωγῇ, τῇ προθέσει, τῇ πίστει, τῇ μακροθυμίᾳ, τῇ ἀγάπῃ, τῇ ὑπομονῇ, τοῖς διωγμοῖς, τοῖς παθήμασιν, οἷά μοι ἐγένοντο ἐν Ἀντιοχείᾳ, ἐν Ἰκονίῳ, ἐν Λύστροις, οἵους διωγμοὺς ὑπήνεγκα! Καὶ ἐκ πάντων με ἐρρύσατο ὁ Κύριος. Καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται· πονηροὶ δέ ἄνθρωποι καὶ γόητες προκόψουσιν ἐπὶ τὸ χεῖρον, πλανῶντες καὶ πλανώμενοι. Σὺ δὲ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καὶ ἐπιστώθης, εἰδὼς παρὰ τίνος ἔμαθες, καὶ ὅτι ἀπὸ βρέφους τὰ ἱερὰ γράμματα οἶδας, τὰ δυνάμενά σε σοφίσαι εἰς σωτηρίαν διὰ πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Πᾶσα γραφὴ θεόπνευστος καὶ ὠφέλιμος πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς παιδείαν τὴν ἐν δικαιοσύνῃ, ἵνα ἄρτιος ᾖ ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, πρὸς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἐξηρτισμένος. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Τέκνον Τιμόθεε, σὺ ὅμως, παρακολούθησες τὴν διδασκαλίαν μου, τὸν τρόπον τῆς ζωῆς, τὴν πρόθεσιν, τὴν πίστιν, τὴν μακροθυμίαν, τὴν ἀγάπην, τὴν ὑπομονήν, τοὺς διωγμούς, τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα μοῦ συνέβησαν εἰς τὴν Ἀντιόχειαν, εἰς τὸ Ἰκόνιον, εἰς τὰ Λύστρα. Πόσους διωγμοὺς ὑπέφερα καὶ ἀπὸ ὅλα μὲ ἔσωσεν ὁ Κύριος. Καὶ ὅλοι ὅσοι θέλουν νὰ ζήσουν εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ θὰ διωχθοῦν. Πονηροὶ ὅμως ἄνθρωποι καὶ ἀπατεῶνες θὰ προκόψουν εἰς τὸ χειρότερον πλανῶντες καὶ πλανώμενοι. Σὺ ὅμως, μένε εἰς ἐκεῖνα ποὺ ἔμαθες καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἀπέκτησες βεβαιότητα, διότι ξέρεις ἀπὸ ποιὸν τὰ ἔμαθες, καὶ διότι ἀπὸ τῆς βρεφικῆς ἡλικίας ξέρεις τὰ ἱερὰ γράμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ σὲ ὁδηγήσουν εἰς τὴν σοφίαν πρὸς σωτηρίαν διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Κάθε θεόπνευστη γραφὴ εἶναι καὶ ὠφέλιμη πρὸς διδασκαλίαν, πρὸς ἔλεγχον, πρὸς ἐπανόρθωσιν, πρὸς διαπαιδαγώγησιν ἐν δικαιοσύνῃ, διὰ νὰ εἶναι τέλειος ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, κατηρτισμένος πρὸς κάθε ἔργον καλόν. ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκάν (ιη΄10-14) Εἶπεν ὁ Κύριος την παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται. Ἀπόδοση στη νεοελληνική: Εἶπεν ὁ Κύριοςτὴν ἑξῆς παραβολή: Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν εἰς τὸν ναόν, διὰ νὰ προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας ἦτο Φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος ἐστάθηκε καὶ ἔκανε τὴν ἑξῆς προσευχὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἑαυτόν του: «Θεέ, σ’ εὐχαριστῶ, διότι δὲν εἶμαι ὅπως οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοὶ ἢ ὅπως αὐτὸς ἐδῶ ὁ τελώνης. Νηστεύω δυὸ φορὲς τὴν ἑβδομάδα, δίνω τὸ δέκατον ἀπὸ ὅλα, ὄσα ἀποκτῶ». Ὁ τελώνης ὅμως ἐστεκότανε μακρυὰ καὶ δὲν ἤθελε οὔτε τὰ μάτια του νὰ σηκώσῃ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀλλ’ ἐκτυποῦσε τὸ στῆθός του καὶ ἔλεγε, «Θεέ, ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλόν». Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸς κατέβηκε εἰς τὸ σπίτι του δικαιωμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν παρὰ ὁ ἄλλος. Διότι ὅποιος ὑψώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ταπεινωθῇ, καὶ ἐκεῖνος ποὺ ταπεινώνει τὸν ἑαυτόν του θὰ ὑψωθῇ.