«Και μέσα στον κόσμο, όταν ο χριστιανός αναλάβει προαιρετικό αγώνα, η Χάρη του Θεού δεν εξαιρεί κανέναν. Αλλά «προφάσεις προφασιζόμενοι», λέμε ότι είμεθα στον κόσμο και δεν μπορούμε. Μας νικάει η επιθυμία. Τι χρειαζόμεθα; Τον αγώνα αυτόν όχι μόνο τον σωματικό, αλλά και τον ψυχικό. Δηλαδή τις σκέψεις να κυβερνήσουμε. Έρχονται οι σκέψεις, οι φαντασίες της αμαρτίες, οι εικόνες, τα πρόσωπα, τα είδωλα και οι σκηνές. Να τα καταδιώκουμε αμέσως με το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν προσέχει ο νους να μη τα δέχεται όλα αυτά και έχει το θείο όπλο, το Όνομα του Χριστού, τότε σκοτώνεται κάθε ενάντιος εχθρός της ψυχής μας, που λέγεται διάβολος, που λέγεται αισχρή φαντασία, που λέγεται αισχρός λογισμός. Τότε, όταν έτσι φυλάγουμε την ψυχή μας, τον νου και την καρδιά μας, το εσωτερικό μας θα διατηρηθεί καθαρό κι αγνό» (Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης, από το βιβλίο «Η Τέχνη της Σωτηρίας, Ομιλίαι, τόμ. Β΄, σελ. 56).
Ο μακαριστός όσιος Γέρων Εφραίμ ο Φιλοθεϊτης (ο και Αριζονίτης ονομαζόμενος) τονίζει ό,τι εξαγγέλλει διαρκώς η Αγία Γραφή και κηρύσσει αδιάκοπα η Εκκλησία μας διά των αγίων Πατέρων της, ότι δηλαδή ο Θεός είναι Αγάπη που εκτείνεται σε όλους τους ανθρώπους προσφέροντάς τους τη χάρη Του χωρίς να εξαιρεί κανέναν. Κι είναι ευνόητο ότι ο άγιος Γέρων δεν εννοεί τη χάρη εκείνη που διακρατεί και συντηρεί τα σύμπαντα – διότι ο Θεός ως η πηγή της Ζωής δίνει τη δυνατότητα στα πάντα να υφίστανται και να υπάρχουν: και οι άνθρωποι και τα ζώα και τα φυτά και κάθε τι που δημιούργησε εκ του μη όντος – αλλά τη θεοποιό χάρη, εκείνη που μόνο ο άνθρωπος που έχει πιστέψει και έχει αποδεχτεί τον Χριστό στη ζωή του μπορεί να έχει και να αυξάνει. Κι αυτός ο άνθρωπος είναι ο χριστιανός, ο οποίος έχοντας γίνει μέλος Χριστού μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία, ζει τη χάρη αυτή που δεν έχει τέλος και τον κάνει να πορεύεται αυξητικά μέχρι να φτάσει «εις μέτρον του πληρώματος του Χριστού». Οπότε, είτε μοναχός ο χριστιανός είτε στον κόσμο ευρισκόμενος έχει τις ίδιες δυνατότητες και την ίδια προοπτική. Αρκεί να υφίσταται η απαραίτητη προϋπόθεση που ζητεί πάντοτε ο Θεός μας: ο άνθρωπος να θέλει τον Θεό στη ζωή του. Κατά τη διατύπωση του Γέροντα Εφραίμ: «να αναλάβει προαιρετικό αγώνα».
Σε τι συνίσταται ο αγώνας αυτός, κατά τον μακαριστό Γέροντα; Σωματικά, προφανώς με τις νηστείες και τις λοιπές ασκητικές πράξεις που καθορίζει η Εκκλησία μας ανάλογα με το είδος της ζωής του χριστιανού˙ ψυχικά, με τη φύλαξη του νου και της καρδιάς, του εσωτερικού κόσμου δηλαδή του ανθρώπου, από ό,τι αμαρτωλό και εμπαθές τον βρωμίζει. Η καθαρότητα και η αγνότητα της ψυχής είναι κυρίως το ζητούμενο, κατά τον άγιο Γέροντα, και δικαίως: ο Κύριος τον καθαρό στην καρδιά άνθρωπο μακάρισε, γιατί αυτός είναι εκείνος που θα έχει εμπειρία του Θεού. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Κι αυτή η φύλαξη και η προσοχή που διατηρεί την αγνότητα, έγκειται κυρίως στον αγώνα ελέγχου των λογισμών και των σκέψεων και των αισχρών φαντασιών που προέρχονται είτε από τον ίδιο τον Πονηρό διάβολο είτε και από τα πάθη του ανθρώπου, τον εγωισμό του και τα παρακλάδια του. Ο αγώνας αυτός ελέγχου των λογισμών συνιστά μάλιστα κατά την παράδοση της Εκκλησίας και την επιστήμη της πνευματικής ζωής, χωρίς τη γνώση της οποίας ο άνθρωπος αδυνατεί να προκόψει και να αγιάσει.
Έχει ένα μεγάλο όπλο στον αγώνα του αυτόν ο χριστιανός, επισημαίνει ο άγιος Γέρων: «το θείο όπλο» του Ονόματος του Χριστού. Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Στρέφεται προς τον Κύριο ο πιστός χριστιανός, όταν δέχεται επίθεση λογισμών, ορμά με αγάπη επικαλούμενος τον Πατέρα του, περιφρονώντας κάθε άλλο που πάει να εισέλθει στην καρδιά και τη σκέψη του. Προσοχή αυτό δεν σημαίνει; Προσήλωση αποκλειστική στον Κύριο, εφαρμογή της εντολής «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής και της καρδίας». Και ποιο το αποτέλεσμα; «Σκοτώνεται κάθε ενάντιος εχθρός της ψυχής μας που λέγεται διάβολος, αισχρή φαντασία, αισχρός λογισμός». Η ψυχή δημιουργεί το κλίμα και το πλαίσιο να κατοικήσει μέσα της ο ίδιος ο Δημιουργός.
Γιατί δεν ζούμε όμως τελικώς οι χριστιανοί τη μεγαλειώδη προοπτική που μας έχει καθορίσει ο Κύριος; Διότι, κατά τον άγιο Γέροντα Εφραίμ, μας νικάει η επιθυμία. Και προφασιζόμαστε την αδυναμία μας – η ευκολία μας να δικαιολογούμε αδιάκοπα τον εαυτό μας. Στην πραγματικότητα, το καταλαβαίνουμε: πίσω από την κάθε άρνηση ακολουθίας του Κυρίου κρύβεται η έλλειψη αγάπης μας προς Αυτόν. Η προβολή της αδυναμίας μας σημαίνει μεγαλύτερη αγάπη - ή μήπως μόνο αποκλειστική; - του εαυτού μας και των παθών μας. Όπως έλεγε και ο άγιος Παΐσιος ο αγιορείτης: «δεν υπάρχει δεν μπορώ. Υπάρχει δεν θέλω. Και υπάρχει δεν θέλω, γιατί δεν αγαπώ».
Μία διδακτική ιστορία στην πνευματική έρημο του κόσμου
Κάποτε, στην ώρα της προσευχής στο κελί του, ο μέγας Μακάριος άκουσε μια φωνή άνωθεν, να του λέγει:
Μακάριε, πρέπει να ξέρεις, πώς, παρά τις προσευχές και την άσκησή σου, δεν έφτασες ακόμη στα μέτρα της αρετής, πού έχουν ανέβει εκείνες οι δύο γυναίκες, στη τάδε πολιτεία.
Το πρωί ο Γέροντας σηκώθηκε, άρπαξε το ξύλινο ραβδί του και πήρε το δρόμο για την πολιτεία εκείνη. Όταν έφτασε, ρώτησε κι έμαθε, που μένουν εκείνες οι γυναίκες και χτύπησε την πόρτα τους. Βγήκε λοιπόν ή μία γυναίκα και τον υποδέχτηκε στο σπίτι, με πολύ χαρούμενο πρόσωπο. Ώσπου να καθίσει ο Γέροντας να πάρει μια ανάσα, ήρθε και ή άλλη.
Τότε τις κάλεσε και τις δυο κοντά του και μόλις κάθισαν τους λέει:
Έκαμα όλο το δρόμο και υπέμεινα τόση κούραση, ώσπου από την έρημο να φτάσω ίσαμε εδώ. Σάς παρακαλώ, λοιπόν, να μου πείτε ποια είναι ή πνευματική σας εργασία και οί αρετές, πού αγωνίζεστε ν’ ασκείτε.
Εκείνες απαντούν, με πολλή απλότητα
-Πίστεψε μας, άγιε Γέροντα, πώς δεν μένουμε έξω από τα κρεβάτια των συζύγων μας• ποια εργασία πνευματική λοιπόν, περιμένεις από μας;
Όμως, ο Γέροντας τους έβαλε μετάνοια και τις παρακάλεσε να του φανερώσουν την αρετή τους.
Βλέποντας τότε την πολλή υπομονή του, είπαν στον άγιο Γέροντα
Εμείς είμαστε ξένες για τούτο τον κόσμο, κ’ έτυχε να παντρευτούμε συζύγους, πού ήταν αδέλφια κατά σάρκα’ Από τότε, πού ζούμε σε τούτο το σπίτι με τους άνδρες μας, δεν θυμούμαστε να ‘ χουμε μαλώσει ποτέ μεταξύ μας, ούτε να πούμε άσχημη κουβέντα ή μια στην άλλη• πάντα μας ζούμε, όλα τα χρόνια με ειρήνη και ομόνοια, αγαπημένες.
Κάποτε μας ήρθε ένας περίεργος λογισμός: Να εγκαταλείψουμε τους άνδρες μας και να πάμε σ’ ένα γυναικείο μοναστήρι να ζήσουμε. Κάναμε αγώνα και παρακαλέσαμε πολύ τους άνδρες μας να αφήσουν να φύγουμε. Μα δεν τα καταφέραμε να τους πείσουμε. Έτσι, καθώς δεν πετύχαμε αυτό το σκοπό μας, κάναμε μια συμφωνία (οι δυο μας με το Θεό): να μη βγει ποτέ απ’ το στόμα μας κανένας κοσμικός λόγος, αδιαφόρετος.
Ακούγοντας τούτα τα λόγια ο άγιος εκείνος Γέροντας, θαύμασε και είπε:
Αληθινά δεν παίζει κανένα ρόλο το ν’ ακολουθεί κανείς τον παρθενικό βίο ή τον έγγαμο, το νά’ ναι μοναχός ή κοσμικός, για να του χαρίσει ο Θεός το πνεύμα του και το έλεος του’ εκείνο, πού μονάχα ζητάει από μας είναι ή προαίρεση.
Ο Γέροντας οικοδομήθηκε πνευματικά πολύ από την αρετή τους κ’ επέστρεψε στο κελί του, στην έρημο δοξάζοντας το Θεό».
Ο μέγας Μακάριος ήταν ενάρετος. Ήταν ο ασκούμενος και προσευχόμενος. Διέτρεχε, όμως, τον πνευματικό κίνδυνο να δεχτεί ότι έχει φτάσει στην ανώτατη κλίμακα των αρετών. και αυτό θα ήταν μεγάλη πτώση. Ή άνωθεν φωνή τον προτρέπει να πάρει το πνευματικό μάθημα από δυο γυναίκες, πού ζούσαν στον κόσμο. Δεν του υπέδειξε κάποιον συνασκητή του ή κάποιον φημισμένο για την αγιότητα του όσιο.
Το σχέδιο του Θεού ήταν να παραμείνει ο Γέροντας στην ταπείνωση, να είναι μετριοπαθής και προπαντός ν’ αποφεύγει την περιφρόνηση των εν τω κοσμώ αδελφών του.
Οι δυο γυναίκες ήταν άγνωστες στον πολύ κόσμο. Κανένας δεν γνώριζε τον καρποφόρο πνευματικό τους αγώνα και οι ίδιες δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι είχαν αποκτήσει γνήσια αγάπη, με την οποία απέφευγαν τους κοσμικούς λόγους, τη χυδαιολογία και την κατάκριση. Σύμφωνα με τη φωνή του Θεού, ο Γέροντας δεν είχε αποκτήσει την αγάπη, πού είχαν δυο γυναίκες ούτε και τον έλεγχο των λόγων του, παρόλο, πού εκείνες ζούσαν οικογενειακή ζωή και οι σύζυγοι τους δεν συμμερίζονταν τον αγώνα τους.
Ο Θεός γνώριζε την αγαθή τους προαίρεση και ήθελε ο ασκητής Μακάριος να διαπιστώσει μόνος του ότι ή προαίρεση είναι πού σώζει τον άνθρωπο,
Ή επιθυμία των δυο γυναικών να ζήσουν σε μοναστήρι δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι σύζυγοι τους, τους έκοψαν την επιθυμία αυτή. Αυτές, όμως, επιδόθηκαν σ’ άλλες αρετές και πέτυχαν εκείνο, πού δεν είχε κατορθώσει ο Μακάριος με την πολύχρονη άσκηση και την αδιάλειπτη προσευχή. Οι γυναίκες, που ζούσαν στον κόσμο, αποτέλεσαν φωτεινό παράδειγμα στον μέγα Μακάριο, ο όποιος ζούσε στην αγιοτόκο έρημο!
Πρεσβ. Διονύσιος Τάτσης. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ.
ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼
Από το άνοστο να γεύεσθε Χριστό
Φιλαυτία είναι και η επιθυμία να φάη ή να ξεκουρασθή κανείς παραπάνω από όσο του είναι απαραίτητο. Κανονικά πρέπει να δίνουμε στο σώμα μόνον αυτό που έχει ανάγκη. Αλλο επιθυμία και άλλο ανάγκη.
Αλλο είναι να θέλω να ευχαριστήσω το σώμα και άλλο να δώσω στο σώμα αυτό που έχει ανάγκη. Ας υποθέσουμε ότι έχω μπροστά μου δύο φαγητά ίδια σε βιταμίνες, αλλά το ένα είναι πιο νόστιμο από το άλλο.
Αν προτιμήσω το νοστιμότερο, αυτό έχει φιλαυτία. Αν όμως έχω ανορεξία, επειδή είμαι φιλάσθενος, και προτιμήσω το νοστιμότερο, για να μπορέσω να το φάω, αυτό έχει διάκριση.
Μπορεί το σώμα, ο «κακός τελώνης», όπως το λέει ο Αββάς Μακάριος, να ζητάη παραπάνω, γιατί και ο οργανισμός είναι όπως τον συνηθίση κανείς.
Όταν ο άνθρωπος έχη το στομάχι περιορισμένο, τότε εύκολα μπορεί να κάνη μια εγκράτεια· διαφορετικά γίνεται δούλος στο στομάχι του, γιατί και το στομάχι μετά έχει ανάγκη να γεμίζη.
Νά, πάρε έναν που είναι πολύ χονδρός· αυτός, τόση αποθήκη που έχει κάνει, θέλει να βάλη τουλάχιστον μισό μοσχάρι μέσα, για να χορτάση, και να πιή μετά και δυο μπετόνια νερό!
– Παλιά, Γέροντα, οι άνθρωποι είχαν πιο δυνατό οργανισμό ή βίαζαν τον εαυτό τους;
– Είχαν φυσικά και λίγο πιο δυνατό οργανισμό, αλλά βίαζαν και τον εαυτό τους. Ο Χατζη-Γεώργης στα καλογέρια του έδινε κάθε μέρα λίγο μέλι και καρύδια. Και ήταν παιδιά δεκαπέντε χρονών, πάνω στην ανάπτυξη, αλλά είχαν την πνευματική ανάπτυξη!
Σήμερα μπαίνει μια κοσμική λογική: «νά μη νηστέψουν τα παιδιά, για να μην αρρωστήσουν, να μη λείψη τίποτε από τα παιδιά, για να μη δυσκολευθούν», και τελικά ζουν κακομοιριασμένα και θέλουν μπριζόλες συνέχεια, αλλά και αυτό πάλι δεν τα βοηθάει σε τίποτε.
Αν χαίρεται κανείς, όταν δεν τρώη για την αγάπη του Χριστού, τότε τρέφεται. Αν προτιμάη το άνοστο από το νόστιμο για την αγάπη του Χριστού, τότε από το άνοστο γεύεται Χριστό.
Αγἰου Παϊσἰου του Αγιορεἰτου Λὀγοι Ε῾. ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ, σελ. 40-42