Άφησέ τα στα χέρια του Θεού και μη φοβάσαι

«Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ. τω Θεώ παραθώμεθα». Τους εαυτούς μας και τους άλλους ανθρώπους, τα παιδιά μας, τους φίλους μας, τους συγγενείς μας, τους οικείους μας, τους συναδέλφους μας, τους συμπολίτες μας, τον κόσμο όλο να τον αφήσουμε στα χέρια του Θεού! Στις πολύπλοκες μέρες που ζούμε που φορτωνόμαστε όλοι πάρα πολλά πράγματα, έχουμε καταντήσει να είμαστε πάρα πολύ κουρασμένοι. Και συναντάει κανείς ανθρώπους πονεμένους και κουρασμένους, ακόμα και στη νεανική ηλικία. Συναντά κανείς νέους οι οποίοι έχουν γηράσει από τον κόπο και τον μόχθο της καθημερινότητας, οι οποίοι έχουν τραυματιστεί κι έχουν πληγωθεί απ’ όλ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω τους…είναι ένα σημείο των εσχάτων ημερών, ένα σημείο που ο Κύριος μας το έδωσε ως γνώρισμα των εσχάτων χρόνων• Έρχεται ο Χριστός και μας λέγει να έρθουμε κοντά Του όλοι εμείς οι κουρασμένοι, οι πεφορτισμένοι και θα μας αναπαύσει. Και έρχεται η Εκκλησία και μας προτρέπει τους εαυτούς μας και τους γύρω μας και τα πάντα να τα αφήνουμε στα χέρια του Θεού. «Μάθετε από μένα», λέει ο Χριστός, «ότι είμαι πράος και ταπεινός τη καρδία. Κι έτσι ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών». «Θα μάθετε από Μένα», λέγει ο Χριστός, «εγώ θα σας το διδάξω, δεν θα σας το διδάξουν άλλοι άνθρωποι• Εγώ ο ίδιος θα σας διδάξω, όταν θα σας εμφανίσω τον εαυτό μου, όταν θα σας αποκαλύψω τον εαυτό μου, ότι είμαι πράος και ταπεινός τη καρδία. Κι έτσι θα βρείτε ανάπαυσιν μέσα σας.» Και πράγματι ποιος αναπαύεται τελικά; Ο ταπεινός άνθρωπος!Μόνο ο ταπεινός άνθρωπος αναπαύεται εν Χριστώ!Εμείς, οι υπερήφανοι άνθρωποι, οι εγωιστές άνθρωποι, οι φίλαυτοι άνθρωποι δεν μπορούμε να αναπαυθούμε, γιατί εμποδίζομε τον Χριστό να μας πάρει στην αγκαλιά Του. Δεν δεχόμαστε, δεν θέλουμε ν’ αφεθούμε στον Θεό! Φοβούμαστε τον Θεό! Ή δεν Του έχουμε εμπιστοσύνη. Φοβούμαστε να τα δώσουμε στα χέρια του Θεού! Φοβόμαστε ν’ αφήσουμε τον εαυτό μας στα χέρια του Θεού! Δεν είναι εύκολο πράγμα να πεις στον Θεό «γενηθήτω το θέλημά Σου»!…ο Θεός προνοεί τον ταπεινό άνθρωπο, ο οποίος έμαθε αυτό το μεγάλο πράγμα, να τ’ αφήνει στα χέρια του Θεού• όλα! Αλλά έμαθε ότι όποιος τ’ αφήνει στα χέρια του Θεού, ο Θεός δεν μένει αδρανής, ο Θεός αναλαμβάνει την ευθύνη πλέον. Και τα έργα του Θεού είναι πολύ σημαντικότερα και πολύ σπουδαιότερα από τα δικά μας έργα. Εσύ κάμε αυτό που μπορείς• κάμε ό,τι μπορείς, χωρίς ν’ αγχώνεσαι, χωρίς ν’ αγωνιάς, χωρίς να ταλαιπωρείσαι. Αφού κάνεις αυτό που μπορείς και η συνείδησή σου σου καταμαρτυρεί ότι «έκανα ότι μπορούσα, μέχρις εδώ! Από ‘δώ και κάτω δεν μπορώ να κάνω τίποτα!» Τότε παραδίδεις το θέμα, το πρόβλημα, το παιδί σου, την υγεία σου, τα οικονομικά σου, ό,τι έχεις που σε βαραίνει το παραδίδεις στα χέρια του Θεού. Και τότε πράγματι, εκεί ο Θεός εμφανίζεται! Κι αν ακόμα αργήσουν να γίνουν τα πράγματα, όπως πιθανόν πρέπει να γίνουν, κι αν ακόμα φανεί ότι ο Θεός σιωπάκαι δεν ενεργεί και παραμείνει ο άνθρωπος μέσα στην εμπιστοσύνη του Θεού, τότε ο Θεός αποκαλύπτει πράγματι με θαυμαστό τρόπο τον εαυτό Του. Κανένας, λέγει η Γραφή, κανένας δεν ήλπισε επί Κύριον και καταισχύνθηκε. Λέει ο Δαβίδ ένα ωραίο λόγο: «Εμβλέψετε, κοιτάξετε στις αρχαίες γενεές, βρέστε μου ένα άνθρωπο ο οποίος ήλπισε επί Κύριον και εντράπηκε. Ένας άνθρωπος να βρεθεί που να πει ότι εγώ, είχα την ελπίδα μου στον Χριστό κι ο Χριστός δεν ανταποκρίθηκε. Δεν με βοήθησε. Μ’ εγκατέλειψε!» Κανένας! Βέβαια θα μου πεις ότι μπορεί να μην έγινε αυτό που ήθελα, μπορεί να μην έγινε αυτό που εγώ ζητούσα… Εάν όμως έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό, θα δεις πως τελικά αυτό που έγινε, αυτό ήταν το καλύτερο. Εσύ μπορεί να μην ήξερες ποια ήταν η πραγματικότητα… Κι όταν ο άνθρωπος πράγματι το γευθεί αυτό και το καταλάβει και περάσει στη ζωή του πολλές δοκιμασίες και πολλές περιπέτειες και διά πολλών θλίψεων διέλθει τον δρόμο της ζωής του, τότε απομένει σαν λάφυρο πείρας αυτή η μεγάλη εμπειρία «άφησ’ τα στα χέρια του Θεού και μη φοβάσαι• μη φοβάσαι». Ο Θεός θα κάνει το καλύτερο, το άριστο, το θεοπρεπές. Εσύ ό,τι και να κάμεις, όσο καλό και να το κάμεις, θα ‘χει και την ανθρώπινη λειψάδα πάνω, θα ‘χει και την ανθρώπινη ατέλεια! Ενώ ό,τι κάμει ο Θεός είναι τέλειο. Κι είναι αδύνατο ο Θεός να κάνει λάθος! Ο Θεός δεν κάμνει λάθη κι ούτε αφήνει τα έργα του ατέλειωτα. Ούτε αρχίζει κάτι και το μετανιώνει μετά! Ούτε απογοητεύει ποτέ τον άνθρωπο. Ούτε σε αφήνει μόνο σου. Ούτε σε ντροπιάζει ο Θεός. Δεν είναι δυνατόν ο Θεός να σε καταισχύνει, όταν εσύ ελπίζεις εις Αυτόν. Ο ταπεινός, λοιπόν, άνθρωπος είναι αυτός που αφήνει τη ζωή του στα χέρια του Θεού• γι’ αυτό εκείνο που μας χρειάζεται, αδελφοί μου, είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά, να κάνομε άσκηση από τα πιο απλά πράγματα, για να μάθομε τον εαυτό μας να τ’ αφήνει στα χέρια του Θεού…Κι αυτή η προτροπή της Εκκλησίας «πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» νομίζω είναι η πιο σημαντική προτροπή στην εποχή μας για κάθε άνθρωπο: για τους γονείς, για τους νέους, για τους ηλικιωμένους, για τους ιερείς, για κάθε ένα που προβληματίζεται και αγωνιά για το τι γίνεται γύρω μας. Ο Θεός έχει τα πάντα στο δικό Του χέρι. Κι όταν είναι τα πάντα στα χέρια του Θεού, τότε έχουμε ειρήνη μέσα στην ψυχή μας. Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος Ομιλία στα «Δημήτρια» του Ι.Ν. Αγίου Δημητρίου (Άγιος Δημήτριος Αττικής, 22/10/2009)
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Σχετικά μέ τό νά μήν ἀπελπιζόμαστε, Ἅγιος Ἀμφιλόχιος Ἐπίσκοπος Ἰκονίου

Κάποιος ἀδελφός νικήθηκε ἀπό τό πάθος τῆς πορνείας καί ἔκανε τήν ἁμαρτία καθημερινά., ἀλλά καί καθημερινά ζητοῦσε ἔλεος ἀπό τόν Κύριό του μέ δάκρυα καί προσευχές. Ἐνεργώντας λοιπόν ἔτσι, τόν ξεγελοῦσε ἡ κακή συνήθεια, καί ἔκανε τήν ἁμαρτία· ἔπειτα πάλι, μετά τήν ἁμαρτία, πήγαινε στήν ἐκκλησία, καί βλέποντας τήν ἱερή καί σεβάσμια εἰκόνα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἔπεφτε μπροστά της μέ πικρά δάκρυα καί ἔλεγε: «Σπλαχνίσου με, Κύριε, καί πάρε ἀπό ἐπάνω μου αὐτόν τόν ὕπουλο πειρασμό, γιατί μέ ταλαιπωρεῖ φοβερά καί μέ τραυματίζει μέ τίς πικρές ἡδονές. Δέν ἔχω πρόσωπο, Κύριε, νά ἀντικρύσω καί νά δῶ τήν ἁγία εἰκόνα σου καί τήν ὑπέρλαμπρη μορφή τοῦ προσώπου σου, ὥστε νά γλυκαθεῖ ἡ καρδιά μου». Τέτοια ἔλεγε, καί ὅταν ἔβγαινε ἀπό τήν ἐκκλησία ἔπεφτε πάλι στόν βοῦρκο. Ὅμως καί πάλι δέν ἀπελπιζόταν γιά τή σωτηρία του, ἀλλά ἀπό τήν ἁμαρτία ξαναγύριζε στήν ἐκκλησία καί ἔλεγε τά παρόμοια πρός τόν φιλάνθρωπο Κύριο καί Θεό: «Ἐσένα, Κύριε, βάζω ἐγγυητή, ὅτι ἀπό ἐδῶ καί πέρα δέν θά ξανακάνω αὐτή τήν ἁμαρτία· μόνο, ἀγαθέ, συγχώρησέ μου ὅσες ἁμαρτίες σοῦ ἔκανα ἀπό τήν ἀρχή μέχρι τώρα». Καί ἀφοῦ ἔδινε αὐτές τίς φοβερές ὑποσχέσεις, πάλι γύριζε στή βαριά ἁμαρτία του. Καί ἔβλεπε κανείς τή γλυκύτατη φιλανθρωπία καί τήν ἄπειρη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ νά ἀνέχεται καθημερινά καί νά ὑπομένει τήν ἀδιόρθωτη καί βαριά παράβαση καί τήν ἀχαριστία τοῦ ἀδελφοῦ καί νά θέλει ἀπό πολλή εὐσπλαχνία τή μετάνοιά του καί τήν ὁριστική ἐπιστροφή του. Γιατί αὐτό δέν γινόταν γιά ἕνα, δύο ἤ τρία χρόνια, ἀλλά γιά δέκα καί περισσότερο. Βλέπετε ἀδελφοί, τήν ἄμετρη ἀνοχή καί τήν ἄπειρη φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου; Πῶς κάθε φορὰ δείχνει μακροθυμία καί καλοσύνη, ὑπομένοντας τίς βαριές ἀνομίες καί ἁμαρτίες μας; Γιατί αὐτό πού συγκλονίζει καί προκαλεῖ θαυμασμό σχετικά μέ τήν πλούσια εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅτι ὁ ἀδελφός, ἐνῶ ὑποσχόταν καί συμφωνοῦσε νά μήν ξανακάνει τήν ἁμαρτία, ἀποδεικνυόταν ψεύτης. Μία μέρα λοιπόν, καθώς γινόταν αὐτό, ὁ ἀδερφός, ἀφοῦ ἔκανε τήν ἁμαρτία, πῆγε τρέχοντας στήν ἐκκλησία, θρηνώντας καί στενάζοντας καί κλαίγοντας καί βιάζοντας τὴν εὐσπλαχνία τοῦ ἀγαθοῦ Θεοῦ νά τόν λυπηθεῖ καί νά τόν γλυτώσει ἀπό τόν βοῦρκο τῆς ἀσωτείας. Καθώς λοιπόν ὁ ἀδελφός παρακαλοῦσε τόν φιλάνθρωπο Θεό, ὁ ἀρχέκακος διάβολος, ἡ καταστροφή τῶν ψυχῶν μας, εἶδε ὅτι τίποτε δέν κάνει, ἀλλά ὅσο αὐτός ἔραβε μέ τήν ἁμαρτία, ὁ ἀδελφός τά ξήλωνε μέ τή μετάνοια. Μέ θράσος λοιπόν τοῦ παρουσιάστηκε φανερά καί, στρέφοντας τό πρόσωπό του πρός τή σεβάσμια εἰκόνα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, κραύγαζε καί ἔλεγε: «Τί θά γίνει μ’ ἐμᾶς τούς δύο, Ἰησοῦ Χριστέ; Ἡ ἄπειρη συμπάθειά σου μέ νικᾶ καί μέ ρίχνει κάτω, καθώς δέχεσαι αὐτόν τόν πόρνο, τόν ἄσωτο, πού κάθε μέρα σοῦ λέει ψέματα καί δέν λογαριάζει τήν ἐξουσία σου. Γιατί λοιπόν δέν τόν καῖς, ἀλλά μακροθυμεῖς καί τόν ἀνέχεσαι; Ἐσύ πρόκειται νά δικάσεις τοῦ μοιχούς καί τούς πόρνους καί νά ἐξολοθρεύσεις ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς. Πράγματι, δέν εἶσαι δίκαιος κριτής, ἀλλά ὅπου νομίσει ἡ ἐξουσία σου, κρίνεις ἄδικα καί παραβλέπεις. Ἐμένα, γιά τή μικρή παράβαση τῆς ὑπερηφάνειας, μέ ἔριξες ἀπό τόν οὐρανό κάτω· καί αὐτός εἶναι ψεύτης καί πόρνος καί ἄσωτος, καί ἐπειδή πέφτει μπροστά σου, τοῦ χαρίζεις ἀτάραχος τήν εὐμένειά σου. Γιατί λοιπόν σέ λένε δίκαιο κριτή; Ὅπως βλέπω, καί ἐσύ χαρίζεσαι σέ πρόσωπα ἀπό τήν πολλή σου ἀγαθότητα καί παραβλέπεις τό δίκαιο». Καί αὐτά ὁ διάβολος τά ἔλεγε πνιγμένος ἀπό τήν πολλή πίκρα του καί βγάζοντας φλόγες καί καπνό ἀπό τά ρουθούνια του. Ἀφοῦ τά εἶπε αὐτά ὁ διάβολος, σώπασε· καί ἀμέσως ἀκούστηκε μία φωνή σάν ἀπό τό ἅγιο βῆμα νά λέει: «Παμπόνηρε καί ὀλέθριε δράκοντα, δέν χόρτασε ἡ κακία σου πού κατάπιες ὅλο τόν κόσμο, ἀλλά καί αὐτόν πού κατέφυγε στό ἄπειρο ἔλεος τῆς εὐσπλαχνίας μου πασχίζεις νά τόν ἁρπάξεις καί νά τόν καταπιεῖς; Ἔχεις νά παρουσιάσεις ἁμαρτήματα τόσα ποὺ νά ζυγίζουν βαρύτερα ἀπό τό πολύτιμο αἷμα ποὺ ἔχυσα γι’ αὐτόν ἐπάνω στόν σταυρό; Μάθε ὅτι ἡ σταύρωση καί ὁ θάνατός μου συγχώρησαν τίς ἁμαρτίες του. Καί ἐσύ βέβαια, ὅταν αὐτός πηγαίνει στήν ἁμαρτία, δέν τόν διώχνεις, ἀλλά τόν δέχεσαι μέ χαρά καί δέν τόν ἀποστρέφεσαι, οὔτε τόν ἐμποδίζεις, γιατί ἐλπίζεις νά τόν κερδίσεις. Ἐγώ λοπόν, πού εἶμαι τέτοιος σπλαχνικός καί φιλάνθρωπος, πού ἔδωσα ἐντολή στόν κορυφαῖο μου ἀπόστολο Πέτρο νά συγχωρεῖ ὥς ἑβδομήντα φορές τό ἑπτά αὐτόν πού ἁμαρτάνει καθημερινά, ἄραγε δέν θά συγχωρήσω καί δέν θά τόν σπλαχνιστῶ; Ναί, σοῦ λέω· καί ἐπειδή καταφεύγει σ’ ἐμένα, δέν θά τόν ἀποστραφῶ, ὥσπου νά τόν πάρω δικό μου· γιατί ἐγώ γιά τούς ἁμαρτωλούς σταυρώθηκα καί γι’ αὐτούς ἅπλωσα τά ἄχραντα χέρια μου, ἔτσι ὥστε ὅποιος θέλει νά σωθεῖ, νά καταφεύγει σ’ ἐμένα καί σώζεται. Κανέναν δέν ἀποστρέφομαι οὔτε διώχνω· ἀκόμη καί μύριες φορές τή μέρα νά ἁμαρτήσει κάποιος καί μύριες φορές νά ἔρθει σ’ ἐμένα, δέν θά φύγει λυπημένος. Γιατί δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς ἐνάρετους ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς». Μόλις ἀκούστηκαν αὐτά τά λόγια, ὁ διάβολος ἔμεινε στή θέση του τρέμοντας, χωρίς νά μπορεῖ νά φύγει. Καί ἀκούστηκε πάλι ἡ φωνή: « Ἄκουσε, ἀπατεώνα, καί σχετικά μέ αὐτό πού εἶπες, ὅτι δηλαδή εἶμαι ἄδικος. Γιατί ἐγώ εἶμαι δίκαιος σέ ὅλους, καί σέ ὅποια κατάσταση βρῶ κάποιον, σύμφωνα μέ αὐτή τόν κρίνω. Δές, λοιπόν· αὐτόν τόν βρῆκα τώρα σέ μετάνοια καί ἐπιστροφή, πεσμένο μπροστά στά πόδια μου καί νικητή σου. Θά τόν πάρω λοιπόν καί θά σώσω τήν ψυχή του, ἐπειδή δέν ἀπελπίστηκε γιά τή σωτηρία του. Καί ἐσύ, βλέποντας τήν τιμή πού τοῦ κάνω, νά σουβλιστεῖς ἀπό τόν φθόνο σου καί νά καταντροπιαστεῖς». Καί ὅπως ἦταν ὁ ἀδελφός πεσμένος μπρούμυτα καί θρηνοῦσε, παρέδωσε τήν ψυχή του· καί ἀμέσως ἦρθε ὀργή μεγάλη σάν φωτιά καί ἔπεσε ἐπάνω στόν σατανᾶ καί τόν κατέκαιγε. Ἀπό αὐτό λοιπόν ἄς μάθουμε, ἀδελφοί, τήν ἄμετρη εὐσπλαχνία καί φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ καί πόσο καλό Κύριο ἔχουμε, καί ποτέ νά μήν ἀπελπιστοῦμε ἤ νά ἀμελήσουμε τή σωτηρία μας. Κάποιος ἄλλος πάλι πού μετανόησε μετά τήν ἁμαρτία ἀποσύρθηκε στήν ἡσυχία· συνέβη ὅμως τότε νά χτυπήσει σέ πέτρα καί νά πληγωθεῖ στό πόδι, καί τόσο αἷμα νά τρέξει ἀπό τήν πληγή, ὥστε νά ξεψυχήσει ἀπό τόν αἱμοραγία. Ἦρθαν λοιπόν οἱ δαίμονες θέλοντας νά πάρουν τήν ψυχή του· καί τούς λένε οἱ ἄγγελοι: «Κοιτάξτε στήν πέτρα καί δεῖτε τό αἷμα του πού ἔχυσε γιά τόν Κύριο». Καί μέ αὐτό πού εἶπαν οἱ ἄγγελοι, ἀφέθηκε ἐλεύθερη ἡ ψυχή. Σέ κάποιον ἀδερφό πού ἔπεσε σέ ἁμαρτία, παρουσιάστηκε ὁ σατανᾶς καί εἶπε: «Δέν εἶσαι χριστιανός». Ὁ ἀδελφός τοῦ ἀποκρίθηκε: «ὅποιος καί νά εἶμαι, πάντως εἶμαι καλύτερός σου». Ὁ σατανᾶς εἶπε πάλι: «Σοῦ λέω, θά πᾶς στήν κόλαση». Καί ὁ ἀδελφός τοῦ ἀπάντησε: «Δέν εἶσαι ἐσύ κριτής μου οὔτε ὁ Θεός μου». Ἔτσι ὁ σατανᾶς ἔφυγε ἄπρακτος, ἐνῶ ὁ ἀδελφός ἔδειξε εἰλικρινῆ μετάνοια στόν Θεό καί ἔγινε ἄξιος. Ἕνας ἀδελφός ποὺ εἶχε κυριευθεῖ ἀπό λύπη, ρώτησε κάποιον γέροντα: «Τί νά κάνω; Οἱ λογισμοί μου λένε ὅτι ἄδικα ἀπαρνήθηκα τόν κόσμο καί ὅτι δέν μπορῶ νά σωθῶ». Καί ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε: «Ἀκόμη καί ἄν δέν μποροῦμε νά μποῦμε στή Γῆ τῆς ἐπαγγελίας, μᾶς συμφέρει νά ἀφήσουμε τά κόκκαλά μας στήν ἔρημο παρά νά γυρίσουμε πίσω στή Αἴγυπτο». Ἄλλος ἀδελφός ρώτησε τόν ἴδιο γέροντα: «Πάτερ, τί ἐννοεῖ ὁ προφήτης ὅταν λέει: ‘‘ Δέν ὑπάρχει γι’ αὐτό σωτηρία ἀπό τόν Θεό του’’;» καί ὁ γέροντας εἶπε: «Ἐννοεῖ τούς λογισμούς τῆς ἀπελπισίας πού σπέρνονται ἀπό τούς δαίμονες σέ αὐτόν πού ἁμάρτησε καί τοῦ λένε• ‘‘Δέν ὑπάρχει πιά γιά σένα σωτηρία ἀπό τόν Θεό’’, καί προσπαθοῦν νά τόν γκρεμίσουν στήν ἀπελπισία. Αὐτούς πρέπει κανείς νά τούς ἀντιμάχεται λέγοντας• ‘‘ Καταφύγιό μου εἶναι ὁ Κύριος, καί αὐτός θά ἐλευθερώσει ἀπό τήν παγίδα τά πόδια μου’’». Κάποιος ἀπό τούς πατέρες διηγήθηκε ὅτι στήν Θεσσαλονίκη ὑπῆρχε ἕνα ἀσκητήριο παρθένων. Μία ἀπό αὐτές, ἀπό ἐνέργεια τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ἔφυγε ἀπό τό μοναστήρι καί ἔπεσε σέ πορνεία, καί ἔμεινε στό πάθος αὐτό ἀρκετό καιρό. Κάποτε ὅμως, μέ τή βοήθεια τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ, μετανόησε καί γύρισε στό κοινόβιό της. Καί φτάνοντας μπροστά στήν πύλη, ἔπεσε νεκρή. Ὁ θάνατός της ἀποκαλύφθηκε σέ κάποιον ἅγιο, ὁ ὁποῖος εἶδε τούς ἁγίους ἀγγέλους πού ἦρθαν νά πάρουν τήν ψυχή της, καί δαίμονες πού τούς ἀκολουθοῦσαν. Στόν διάλογο πού ἔγινε μεταξύ τους, οἱ ἅγιοι ἄγγελοι ἔλεγαν ὅτι γύρισε μέ μετάνοια. Οἱ δαίμονες πάλι ἀντέλεγαν: «Τόσο καιρό εἶναι ὑποδουλωμένη σ’ ἐμᾶς καί εἶναι δική μας· ἄλλωστε δέν πρόλαβε οὔτε νά μπεῖ στό κοινόβιο, καί πῶς λέτε ὅτι μετανόησε;» καί εἶπαν οἱ ἄγγελοι: «Ἀπό τή στιγμή πού εἶδε ὁ Θεός τήν πρόθεσή της νά ἔχει κλίση στόν σκοπό αὐτό, δέχτηκε τή μετάνοιά της· καί ἡ μετάνοια βέβαια ἦταν στήν ἐξουσία της, λόγω τοῦ σκοποῦ πού ἔβαλε, ἡ ζωή της ὅμως ἦταν στήν ἐξουσία τοῦ Κυρίου τοῦ σύμπαντος». Μέ τά λόγια αὐτά ντροπιάστηκαν οἱ δαίμονες καί ἔφυγαν. Καί αὐτός πού εἶδε τήν ἀποκάλυψη, τή διηγήθηκε στούς παρόντες. Ὁ ἀββάς Ἁλώνιος εἶπε ὅτι, ἄν θέλει ὁ ἄνθρωπος, μπορεῖ ἀπό τό πρωί ὥς τό βράδι νά φτάσει σέ θεῖα μέτρα. Ἕνας ἀδελφός ρώτησε τόν ἀββᾶ Μωυσῆ: «Ἔστω ὅτι κάποιος δέρνει τόν δοῦλο του γιά κάποιο σφάλμα ποὺ ἔκανε· τί θά πεῖ ὁ δοῦλος;». Ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας: «Ἄν εἶναι δοῦλος καλός, θά πεῖ· ‘‘Σπλαχνίσου με ἔσφαλα’’». «Δέν λέει τίποτε ἄλλο;» ξαναρώτησε ὁ ἀδελφός. «Τίποτε», ἀπάντησε ὁ γέροντας· «γιατί ἀπό τή στιγμή πού θά ἀναγνωρίσει τό σφάλμα του καί θά πεῖ ὅτι ἔσφαλε, ἀμέσως τόν σπλαχνίζεται ὁ κύριος του». Κάποιος ἀδελφός εἶπε στόν ἀββᾶ Ποιμένα: «Ἄν πέσω σέ ἀξιοδάκρυτο παράπτωμα, μέ κατατρώει ὁ λογισμός μου καί μέ κατηγορεῖ πού ἔπεσα». Ὁ γέροντας ἀπάντησε: «Ἄν, τήν ὥρα πού ἄνθρωπος πέσει σέ σφάλμα, πεῖ ‘‘ἁμάρτησα’’, ἀμέσως παύει ὁ λογισμός». Κάποιας νέας, πού λεγόταν Ταϊσία, πέθαναν οἱ γονεῖς καί ἔμεινε ὀρφανή. Αὐτή τότε μετέτρεψε τό σπίτι της σέ ξενώνα τῶν πατέρων τῆς Σκήτης καί γιά πολύ καιρό τούς δεχόταν καί τούς φιλοξενοῦσε. Ὅταν ὅμως ξόδεψε ὅσα εἶχε, ἄρχισε νά στερεῖται. Τήν πλησίασαν τότε ἄνθρωποι διεστραμμένοι καί τήν ἔβγαλαν ἀπό τόν καλό δρόμο. Καί ζοῦσε πλέον ἁμαρτωλά,. Ἔτσι πού κατάντησε καί στήν πορνεία. Ὅταν τό ἔμαθαν οἱ πατέρες, λυπήθηκαν πάρα πολύ καί κάλεσαν τόν ἀββᾶ Ἰωάννη τόν Κολοβό καί τοῦ εἶπαν: «Ἀκούσαμε γιά τήν τάδε ἀδελφή ὅτι ζεῖ στήν ἁμαρτία. Αὐτή, ὅταν μποροῦσε, εἶχε δείξει ἀγάπη σ’ ἐμᾶς· ἄς τή βοηθήσουμε καί ἐμεῖς τώρα, ὅπως μποροῦμε. Κάνε λοιπόν τόν κόπο νά πᾶς σέ αὐτήν καί μέ σοφία πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, φρόντισε γιά τή διόρθωσή της». Πῆγε λοιπόν ὁ γέροντας σέ αὐτήν, καί εἶπε στή γριά πού φύλαγε στήν πόρτα: «Πές στήν κυρία σου ὅτι ἦρθα». Ἐκείνη τόν ἔδιωξε λέγοντας: «Ἐσεῖς παλιά τῆς τά φάγατε ὅλα καί τώρα εἶναι φτωχή». Ὁ γέροντας ἐπέμενε: «Πές της, καί θά δεῖ πολύ καλό ἀπό ἐμένα». Ἀνέβηκε λοιπόν ἡ γριά καί ἀνέφερε στή νέα γιά τόν γέροντα. Ἀκούγοντάς την ἐκείνη εἶπε: «Αὐτοί οἱ μοναχοί ὅλο γυρίζουν κατά τήν Ἐρυθρά Θάλασσα καί βρίσκουν μαργαριτάρια». Στολίστηκε λοιπόν, κάθισε στό κρεβάτι καί εἶπε στή θυρωρό: «Φέρε τον ἐδῶ». Ὅταν μπῆκε ὁ ἀββάς Ἰωάννης, κάθισε κοντά της καί, κοιτώντας την στό πρόσωπο, τῆς εἶπε: «Τί σέ ἔκανε νά ἀπορρίψεις τόν Ἰησοῦ, ὥστε νά φτάσεις σέ αὐτή τήν κατάσταση;» Αὐτή, ἀκούγοντας τά λόγια του, πάγωσε· καί ὁ γέροντας, σκύβοντας τό κεφάλι, ἄρχισε νά κλαίει πικρά. «Ἀββᾶ, γιατί κλαῖς;» τόν ρώτησε. Αὐτός σήκωσε λίγο τό κεφάλι του, καί σκύβοντας πάλι εἶπε: «Βλέπω τόν σατανᾶ νά χορεύει στό πρόσωπό σου, καί πῶς νά μήν κλάψω;» «Ὑπάρχει μετάνοια, ἀββᾶ;» ρώτησε ἡ κόρη. «Ναί», τῆς εἶπε ὁ γέροντας. Καί ἐκείνη πρόσθεσε: «Πάρε με, ὅπου νομίζεις». «Πᾶμε», εἶπε ὁ γέροντας, καί αὐτή ἀμέσως σηκώθηκε νά τόν ἀκολουθήσει. Ὁ γέροντας παρατήρησε ὅτι δέν ἄφησε καμιά παραγγελία γιά τό σπίτι της καί θαύμασε. Κοντεύοντας στήν ἔρημο, τούς πρόλαβε τό βράδυ. Καί ὁ γέροντας τῆς ἑτοίμασε ἕνα μικρό προσκέφαλο, τό σταύρωσε καί τῆς εἶπε νά κοιμηθεῖ ἐκεῖ. Ἔκανε ἔπειτα καί γιά τόν ἑαυτό του πιό πέρα καί ἀφοῦ τελείωσε τίς προσευχές του πλαγίασε καί αὐτός. Τά μεσάνυχτα ξύπνησε καί βλέπει κάτι σάν δρόμο ἀπό φῶς νά ξεκινᾶ ἀπό αὐτήν καί νά καταλήγει στόν οὐρανό, καί εἶδε τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβάζουν τήν ψυχή της. Σηκώθηκε, πλησίασε καί τή σκούντηξε μέ τό πόδι. Ὅταν κατάλαβε ὅτι ἦταν νεκρή, γονάτισε μέ τό πρόσωπο στή γῆ καί παρακαλοῦσε τόν Θεό. Καί ἄκουσε μία φωνή νά τοῦ λέει ὅτι ἡ μία ὥρα τῆς μετανοίας της ἔγινε δεκτή περισσότερο ἀπό τή μετάνοια πολλῶν ἄλλων, πού διαρκεῖ πολύν καιρό ἀλλά δέν ἔχει θέρμη.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗΣ-¨ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

ΑΠΟ ΠΡΕΚΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΑ Όπως είναι ευρέως γνωστό η εξομολόγηση είναι μυστήριο που τελείται στην Εκκλησία και η ψυχοθεραπεία αναφέρεται στην αγωγή ψυχιατρικού χαρακτήρα η οποία βασίζεται στην επιστήμη. Το μυστήριο της εξομολόγησης περιέχει τόσο αόρατα όσο και ορατά στοιχεία. Ως αόρατο στοιχείο νοείται η μετάνοια και ως ορατό η εξαγόρευση. Από την άλλη μεριά, η ψυχοθεραπεία όπου στην θέση του ιερέα βρίσκεται ο ψυχολόγος, περιέχει μόνο της στοιχείο της εξαγόρευσης. Τα προβλήματα του ανθρώπου συνδέονται με την αμαρτία. Η αμαρτία δηλώνει την διακοπή σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό και πρόκειται ουσιαστικά για πνευματική «νέκρωση». Η μορφή της είναι περίπλοκη και δύσκολη να κατανοηθεί και δεν αναφέρεται μόνο σε μία ψυχική κίνηση. Στις μέρες μας, σε μία κοινωνία η οποία συνεχώς εξελίσσεται, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός πιστών που παρευρίσκονται στο μυστήριο της εξομολόγησης με απώτερο σκοπό να λάβουν την Θεία Κοινωνία. Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, ο Χριστός παρότρυνε τους Αποστόλους να συγχωρούν τις αμαρτίες που έπρατταν οι αδελφοί Χριστιανοί. Το μυστήριο της εξομολόγησης με βάση το λόγο του Θεού αναφέρεται στο άνοιγμα της ψυχής και της απελευθέρωσης και πραγματοποιείται μεταξύ του εξομολογούμενου και του εξομολογητή. Η αμαρτία κρατάει μακριά τον άνθρωπο από την Θέωση, η οποία αποτελεί τον στόχο του ανθρώπου σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη. Αναλυτικότερα, στην συγκεκριμένη εργασία πρόκειται να αναλύσουμε βασικές έννοιες που σχετίζονται με την εξομολόγηση και την ψυχολογία και να απαντηθούν ερωτήματα που προβληματίζουν τον κόσμο και σχετίζονται με την ψυχολογική επιστήμη και την πνευματική ζωή του ανθρώπου. Ακόμα, μέσα από μελέτη που θα πραγματοποιηθεί θα καταλήξουμε στο βαθμό σημαντικότητας ενός πνευματικού- εξομολόγου και εάν ο ρόλος του μπορεί να αντικατασταθεί από ένα ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή. Βασικές έννοιες Πρώτα από όλα, κρίνεται κρίσιμο να αναλυθούν κάποιες βασικές έννοιες προκειμένου να υπάρχει μία πιο ολοκληρωμένη εικόνα του θέματος. Αμαρτία Η αμαρτία αναφέρεται σε μία πράξη ή συμπεριφορά η οποία δεν ακολουθεί τις εντολές του Θεού και απομακρύνει τον άνθρωπο από την Θέωση. Ο ρόλος του πνευματικού είναι να κατανοεί πλήρως τον εξομολογούμενο και να τον καθοδηγεί στον πνευματικό αγώνα. Εξομολόγηση Η εξομολόγηση με βάση την Καθολική θρησκεία είναι ένα από τα σημαντικότερα μυστήρια της Εκκλησίας. Πρόκειται για την αθέτηση αμαρτιών και εξομολόγηση τους στον ιερέα, ο οποίος μετά την μετάνοια του εξομολογούμενου τον «απαλλάσσει» από τις αμαρτίες του μέσω της συγχώρεσης. Πνευματικότητα & Ψυχοθεραπεία Η πνευματική ψυχοθεραπεία σχετίζεται με τον χριστιανισμό και την πνευματικότητα και τα τελευταία χρόνια αποτελεί ένα ξεχωριστό τομέα ψυχοθεραπείας. Η πνευματικότητα ως ορισμός ποικίλλει και κατά διαστήματα έχουν δοθεί διάφοροι ορισμοί. Σύμφωνα με τον Rogers E. (2001), η πνευματικότητα στο πλαίσιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι μία μορφή θεραπείας της ψυχής στην προσπάθεια του ανθρώπου να «καθαρίσει» τις αμαρτίες του. Επίσης, σύμφωνα με Γάλλο Θεολόγο ο οποίος είναι ορθόδοξος Gillet L., τα πιο σημαντικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πνευματικότητα είναι η βιβλικότητα, η πρωτοχριστιαννικότητα , μοναστικότητα , λειτουργικότητα και θεωρητικότητα. Ψυχολογική επιστήμη & Πνευματική ανθρώπινη ζωή Η ψυχολογική επιστήμη και η πνευματικότητα είναι δύο διαφορετικές έννοιες και η κάθε μία ασχολείται με διαφορετικό αντικείμενο πρεσβεύοντας διαφορετικό σκοπό. Η επιστήμη της ψυχολογίας και της ψυχιατρικής δεν έχουν ως κύριο αντικείμενο την ανάλυση της ανθρώπινης ψυχής κατ’ ουσίαν καθώς δεν διαθέτουν τα απαραίτητα εργαλεία για να το κάνουν αυτό, εστιάζοντας κυρίως στην συμπεριφορά του ανθρώπου και τυχόν διαταραχές που μπορεί να παρουσιάσει στις σχέσεις και επαφές της καθημερινότητας. Πολλές φορές ο κλάδος της ανθρώπινης επιστήμης παραμερίζει την ανθρωπολογική και ψυχολογική σκοπιά του ανθρώπου οι οποίες είναι βασισμένες στον θεώμενο άνθρωπο. Η ανθρωπολογία της Ορθόδοξης Παράδοσης δεν συνδέεται με την Χριστολογία, επομένως υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην ψυχολογική επιστήμη και στην Ορθόδοξη Ποιμαντική Ψυχολογία, η οποία προκύπτει από το αντικείμενο της καθεμίας όπως αναφέρθηκε και παραπάνω. Η ορθόδοξη Θεολογία σημειώνει σημαντικές διαφορές με τις επιστήμες που αναπτύσσονται στις μέρες μας και οι άνθρωποι θα πρέπει να δίνουν ιδιαίτερη βάση όταν έρχονται σε επαφή μαζί τους προκειμένου να μην υιοθετηθούν και παρερμηνευτούν αντιλήψεις οι οποίες δεν συμβαδίζουν με την Ορθοδοξία. Παρόλα αυτά, η ψυχολογική επιστήμη μπορεί να αποτελεί κομμάτι αυτού του έργου της Εκκλησίας και να συμβάλλει στο συνολικό αποτέλεσμα καθώς η αληθινή επιστήμη δεν μπορεί να αποτελέσει ποτέ εμπόδιο της Εκκλησίας και της σωτηρίας του ανθρώπου. Ρόλος ψυχολόγου/ ψυχοθεραπευτή & πνευματικό-εξομολόγου Ο ρόλος του εξομολόγου είναι πολύ σημαντικός καθώς έχει την υποχρέωση απέναντι στην Εκκλησία και στους πιστούς της να μελετάει την Αγία Γραφή και τα έργα που έχουν γίνει από τους μεγάλες πατέρες της Εκκλησίας. Ασφαλώς στην κατάρτιση του περιλαμβάνονται και βιβλία που αφορούν την ψυχολογία του ανθρώπου προκειμένου να είναι σε θέση να κατανοήσει τον εξομολογούμενο και να τον καθοδηγήσει στον πνευματικό αγώνα. Για έναν πνευματικό είναι απαραίτητο να έχει βασικές γνώσεις παιδαγωγικού και κοινωνικού περιεχομένου. Η βοήθεια του απέναντι στον άνθρωπο είναι ποιμαντική και για αυτόν ο κάθε άνθρωπος είναι παιδί του Θεού. Από την άλλη μεριά, ο ρόλος του ψυχολόγου ή ψυχοθεραπευτή είναι εντελώς διαφορετικός καθώς στοχεύει στην συμπεριφορά του ανθρώπου. Ένας ψυχολόγος ή ψυχοθεραπευτής δεν μπορεί να συγχωρέσει αμαρτίες καθώς δεν διαθέτει Θεία εξουσία. Μπορεί να αλλάζει συμπεριφορές, να δημιουργεί ερωτήματα και νέες σκέψεις στον άνθρωπο και να πετυχαίνει το επιθυμητό αποτέλεσμα μέσω μίας φαρμακευτικής αγωγής ή χρήση άλλων μεθόδων, εξαλείφοντας με αυτό τον τρόπο συμπεριφορές που μπορεί να δημιουργήσουν ζημιά ή αναστάτωση στο περιβάλλον. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο εξομολόγος έχει ως κύριο εργαλείο την εμπειρία και την θεωρητική κατάρτιση του βασιζόμενη στην Αγία Γραφή ενώ ο ψυχολόγος έχει τις γνώσεις και τις τεχνικές διαφορετικού χαρακτήρα και πολύ πιθανόν να μην συμπίπτουν με αυτές του πνευματικού. Επομένως, σε καμία περίπτωση ένας ψυχοθεραπευτής ή ένας ψυχολόγος δεν θα μπορούσε να αντικαταστήσει ένα πνευματικό-εξομολόγο καθώς δεν διαθέτουν τα ίδια εργαλεία και κατά κύριο λόγο επειδή ο ψυχολόγος δεν μπορεί να έχει την Θεία εξουσία ώστε να μπορέσει να «απαλλάξει» τον εξομολογούμενο από τις αμαρτίες του. Τέλος, στο ερώτημα όπου βασίζεται η συγκεκριμένη εργασία σχετικά με την εξομολόγηση και την ψυχοθεραπεία κρίνεται κρίσιμο να σχολιαστεί το γεγονός ότι ο άνθρωπος έχει την επιλογή να διαλέξει που θα απευθυνθεί αλλά θα πρέπει να είναι γνώστης ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά αντικείμενα και σε καμία περίπτωση μέσω του ψυχολόγου δεν μπορεί να οδηγηθεί στην συγχώρεση και την σωτηρία. Βιβλιογραφία Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία Rogers E. (2001). After the spirit: A Constructive Pneumatology from Resources Outside the Modern West Διαδίκτυο Χρόνης Χριστόφορος (2022). Διδακτικό υλικό μαθήματος Ποιμαντική Θεολογία Ηλεκτρονικό περιοδικό Ψυχο- γραφήματα: Ψυχολόγος ή Εξομολόγος; https://www.psychografimata.com/psichologos-i-exomologos/ Θρησκεία και πνευματικότητα: Έννοια της εξομολόγησης https://gr.encyclopedia- titanica.com/significado-de-confesi-n Ψυχολογία και Πνευματική Ζωή https://www.imoph.org/pdfs/2019/02/18/20190218aPsychologia-PneymaZoi.pdf
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Τι ζούμε στη θεία λειτουργία...

Είναι μεγάλο πρόβλημα ο άνθρωπος. Σου γίνεται βάσανο και σταυρός ανανεούμενος, αν θέλης να σεβαστής τη φύσι του, να μην τον ακρωτηριάσεις, αλλά να τον δεχθής όπως είναι. Γι’αυτό όλα τα συστήματα, για ν’ αποφύγουν το βάσανο αυτό που δημιουργεί ο άνθρωπος, με προκρούστεια μέθοδο τον φέρνουν στα μέτρα τους, . Και οι ιδεαλισμοί τον εμπαίζουν με ανυπόστατους ρομαντισμούς, αφήνοντάς πεινασμένο, αμεταμόρφωτο και νεκρούμενο το σώμα της υπάρξεώς του. Έτσι ο άνθρωπος έλκεται αγνοούμενος, περιφρονούμενος, χρησιμοποιούμενος και ατιμαζόμενος. Και το δράμα του μένει ανοιχτό. Γιατί δεν χωρά ο άνθρωπος σ’ ένα νόμο ή σ’ ένα σχήμα. Δεν τον σώζει η στατική, νομική λογική. Αν σ’ αυτή θελήσωμε να τον κλείσωμε, θα τον βασανίσωμε, έστω κι αν θέλωμε από καλή διάθεσι, να τον κάνωμε σοφό, φρόνιμο, ή να του βελτιώσωμε τον χαρακτήρα. Τί να την κάμη τη βελτίωσι του χαρακτήρα αυτός που ζητά την αιωνιότητα; Το ερώτημα είναι: υπάρχει κανείς που μπορεί να ελευθερώση τον άνθρωπο, να συντρίψη τα δεσμά της αιχμαλωσίας που τον κρατούν κάθειρκτο; Υπάρχει κανείς που μπορεί να διαλύση τα είδωλα που τον αποπνίγουν, και να του δώση της ελευθερία του άλλου κόσμου, που ζητά σ’ αυτόν τον κόσμο από σήμερα; Μόνο το σήμερα ζη ο άνθρωπος. Το σήμερα θέλει αιωνιότητα, όχι το αύριο, για να δεχθή την Αλήθεια. Θέλομε να ζήσωμε όλοι για όλα. Που θα το βρούμε αυτό; Ποιος ανέχεται την ανυπόφορη απαίτησί μας, χωρίς να τα χάση και να συνθλιβή αυτός και το καθεστώς του, χωρίς να μας κλείση το στόμα με φίμωτρο δικτατορίας ή με το ψεύτικο ψωμί της εν φυλακή ελευθερίας και του λιμού της ευμάρειας; Ποιος θα μας πάρη στα σοβαρά, αφήνοντάς μας να του μιλήσουμε ελεύθερα, όπως μιλά η φύσι μας; Ποιος θα ανεχθή τον άνθρωπο; Μόνο Αυτός που μας έπλασε μας ξέρει πριν γεννηθούμε και αφού πεθάνωμε. Ζητούμε Αυτόν που έχομε. Και θέλομε να πραγματοποιήσωμε αυτό που είμαστε. Μόνο μέσα στη Θεία Λειτουργία η απαίτησι κορέννυται. Τα υπέρ φύσιν και αίσθησιν δίδονται από σήμερα. «Νυν τα ανήκουστα ηκούσθη» και τα άρρητα αρρήτως ελέχθη. Τα πάντα γέμισαν από φως, ανθρωπιά και ουράνια παράκλησι.» «Ήλθεν η της ζωής βασιλεία και κατελύθη του θανάτου το κράτος και γέγονεν άλλη γέννησις, βίος έτερος, άλλο ζωής είδος, αυτής της φύσεως ημών μεταστοιχείωσις». Τα πάντα υπάρχουν θεανθρώπινα. Τίποτα δεν υπάρχει ψεύτικο. Τίποτε δεν υπάρχει αναπόδεικτο. Καμμία απορία δεν μένει άλυτη. Και καμία απάντηση δεν κλείνει το δρόμο για νέες ερωτήσεις. Τα παν καθολικά κοινωνείται. Είναι αισθητό, τωρινή γεύσι της ζωής. Τα πάντα έγιναν ένα θαυμαστό παρόν στο πρόσωπο του Θεανθρώπου, που είναι το Α και το Ω της δημιουργίας και «τας αρχάς των όντων τοις πέρασιν ουκ εά συναφίστασθαι». Όλη η ιστορία είναι μία μονο Θεία Λειτουργία, και όλος ο κόσμος έγινε ένας ναός, οίκος Θεού, μία μόνη οικογένεια. Όλα είναι φωτισμένα και καταγλαϊσμένα με το άκτιστο και άδυτο φάος. Είναι σπασμένα τα κλείθρα του Άδη. Σχισμένα τα σάβανα των συστημάτων. Αναποδογυρισμένα τα τραπέζια των κολλυβιστών κάθε είδους. Και συντριμμένα όλα τα είδωλα, από τον Συντρίψαντα το κράτος του θανάτου. Υπάρχει χώρος, για να ζήση ο άνθρωπος. Είναι καλεσμένα τα μωρά, τα ασθενή, τα εξουθενημένα και τα μη όντα. Είναι καλεσμένοι οι χωλοί, οι τυφλοί, οι ανάπηροι στο Δείπνο, στη Ζωή, στη θεολογία. Είναι καλεσμένος ο άνθρωπος. Δεν αφορά τους ειδικούς η Ορθόδοξη λειτουργική θεολογία. Αλλά χορταίνει τους πεινασμένους, ποτίζει τους διψασμένους, παρηγορεί τους πονεμένους και τους κλαμένους. Αφορά τον άνθρωπο, όχι την ειδίκευσι. Δεύτε, «ίνα γεμισθή ο οίκος μου». Είναι η φωνή του Οικοδεσπότη. Έρχονται και το πλήθος αυξάνει τον χώρο και τη χαρά. Γιατί δεν έχομε συνωστισμό όχλου, κορεσμό θέσεων, αλλά περιχώρησι αγαπωμένων προσώπων. «Γέγονεν ως επέταξας, και έτι τόπος εστί». Όλοι προσδέχονται όλους. Συγχωρούν. Συγχωρούνται. Και περιχωρούνται. Εδώ προσωποποιείται και παίρνει όνομα ο άνθρωπος, που με τη φιλαυτία και ανταρσία του είχε εκπέσει στην κατάστασι της απομονωμένης μονάδος. Με το να γίνει Υιός του Θεού «υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» έλαβε «όνομα, το υπέρ παν όνομα». Με το να πεθάνη Εκείνος από αγάπη, για να ζήσωμε εμείς, ήλθε στον κόσμο ο νέος τρόπος ζωής, που ανιστά το πρόσωπο. Με το να σταυρωθή εδοξάσθη. Το «ούπω γαρ ην Πνεύμα άγιον, ότι Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη» σημαίνει ότι ο Ιησούς ουδέπω εσταυρώθη. Και μεις παίρνομε όνομα βαπτιζόμενοι εν τω θανάτω του Ιησού. Γινόμεθα πρόσωπα, «μηκέτι εαυτοίς ζώντες». Δοξαζόμεθα και λαμβάνουμε τη χάρι του Πνεύματος, ταπεινούμενοι, υπομένοντες την ατιμίαν του καθ’ημέραν σταυρού. Πλουτούμεν κενούμενοι δια τον Πτωχεύσαντα υπέρ ημών. Είμεθα οι «μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες». Όλοι ανακεφαλαιώνουν τα πάντα. Και καθένας μπορεί ελεύθερα να ακολουθήση τον δρόμο του «εν παντί καιρώ και τόπω». Ο Κύριος διαλύει τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως με το να καλή κατ’ όνομα τα ίδια πρόβατα και να εκβάλη αυτά στην ευρυχωρία που ορίζει η Θεία Λειτουργία. Δεν παρεμποδίζει η ελευθερία των προσώπων από την οποιαδήποτε αιχμαλωσία. Και δεν θίγεται η ενότης των από την οποιαδήποτε διασπορά. Οι διεσπαρμένοι δεν πλανώνται, αλλά είναι «συνηγμένοι δια Κύριον». Η ενότης έχει τη χάρι και την ευρυχωρία της διασποράς. Και τη διασπορά τη θέρμη και την ασφάλεια της συναγωγής. Από όλη τη λειτουργική κοινότητα και τη διάρθρωσί της λατρεύεται και δοξάζεται η Παναγία Τριάς, «η διαίρεσει την ένωσιν και έμπαλιν έχουσα». Το αληθινό –και διεσπαρμένο- είναι ενωμένο. Το ψεύτικο –και ενωμένο- είναι χωρισμένο και ανύπαρκτο. Στη Θεία Λειτουργία ζητούμε την ενότητα της πίστως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, άρα, την αιώνιο ζωή και θεία περιχώρησι, και όχι την ανθρώπινη συνάρτησι ή συμμαχία. π. Βασίλειος Γοντικάκης Προηγούμενος της Ιεράς Μονή Ιβήρων
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Για να προχωρήσουμε πρέπει να συγχωρήσουμε....

Αύριο είναι Κυριακή της Τυρινής, και η εκκλησία μας πριν μπούμε στην μεγάλη Τεσσαρακοστή μας ζητάει να κάνουμε μια πράξη που θα δώσει νόημα στην νηστεία και τις προσευχές μας. Να συγχωρήσουμε. Μονάχα μια καρδιά που συγχωρεί κι αγαπά μπορεί να αισθανθεί τα βήματα του Θεού μέσα της. Οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε να συγχωρήσουμε για πολλούς λόγους, κυρίως όμως από φόβο. Ο φόβος μας κάνει να αμυνόμαστε, να κλεινόμαστε να βγάζουμε αγκάθια και στο τέλος να πληγωνόμαστε και να πληγώνουμε. Κι όμως η συγχώρεση είναι ένας δρόμος προς την ευτυχία, την ολοκλήρωση, την εξέλιξη και ωρίμανση της ύπαρξης μας. Η συγχώρεση δεν είναι απλά μια άγευστη και άοσμη ηθική. Ένα πρέπει. Ένας ακόμη φόβος απέναντι στην τιμωρία του Θεού. Επιλέγω την συγχώρεση γιατί έτσι αισθάνομαι να μεγαλώνει ο Θεός μέσα μου, να πλαταίνω κι ανθίζω ως ύπαρξη. Να γεμίζω φως και χαρά. Θες να είσαι χαρούμενος, υγιής, λαμπερός και φωτεινός, να αισθάνεσαι το πνεύμα σου να μεγαλώνει, να ανθίζει και να ομορφαίνει; Μάθε να αγαπάς και να συγχωρείς. Αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι ζεις δίχως όρια αλλά ότι ζεις δίχως κακία. Δεν σημαίνει ότι ξεχνάς αλλά ότι προχωράς. Πας παρακάτω την ζωή σου, αλλάζεις σελίδες, γράφεις πάνω σε νέο πίνακα την διαδρομή της ύπαρξης σου. Δίχως τοξικά συναισθήματα, εκδίκησης και μνησικακίας, δίχως τα ψυχικά σακιά που γονατίζουν τα βήματα της ψυχής σου. Ξεφορτώσου κάθε τοξικό συναίσθημα που σε αρρωσταίνει ζήσε πιο κοντά σε αυτό που σε έφτιαξε ο Θεός να είσαι, φως και χαρά. Θυμάμαι μια φορά συνάντησα έναν ευλογημένο άνθρωπο του Θεού, έναν μοναχό, που όταν σου μιλούσε ένιωθες την ανάσα του να σκορπά μια απίστευτη ευωδία, σαν άρωμα δεκάδων ανθισμένων ρόδων. Ήταν τόσο γλυκός και θετικός, ξεκουραζόσουν κοντά του, διότι είχε συγχωρέσει μέσα του, δηλαδή είχε κάνει χώρο ανάπαυσης στις σκιές και τα τραύματα του. Είχε κάνει ειρήνη με τον εαυτό του και με εκείνους που τον πίκραναν. Όταν συγχωρώ καλούμε να χωρέσω μέσα μου εκείνους που δεν ταιριάζουν μαζί μου ή εγώ δεν ταιριάζω με αυτούς. Να χωρέσω μέσα μου, εκείνος που με δυσκόλεψαν ή με πόνεσαν, να τους δώσω χώρο στην καρδιά και την ζωή μου. Να πω «έλα πατέρα, έλα μητέρα, έλα φιλέ, έλα συνάδελφε, ή προϊστάμενε, κάθισε και εσύ μέσα μου. Έχει χώρο και για σένα…». Αυτό σημαίνει συ-γχωρώ, ότι δίνω τον χώρο που πρέπει να εχει ο καθένας στην καρδιά μου. Εγώ τον τοποθετώ. Δηλαδή αρχίζω να αναγνωρίζω ότι όλοι αυτοί που είδα, γνώρισα και συνδέθηκα μαζί τους, παίζοντας κάποιο ρόλο στην ζωή μου, δεν ήταν τυχαία πρόσωπα. Όλοι κάτι με δίδαξαν, κάτι μου έμαθαν, κάτι εξυπηρέτησαν, κάπου με ζόρισαν ή με ευλόγησαν. Πάντες υπήρξαν δάσκαλοι μου, που επέτρεψε ο Θεός να έρθουν στην ζωή μου και εγώ να μπω στην δική τους, ώστε μέσα από μια δύσκολη ή ευλογημένη αλληλεπίδραση να δώσουν και να πάρουν μαθήματα ζωής. Είμαστε όντα που πορευόμαστε προς την Βασιλεία του Θεού, και στο δρόμο μας πρέπει να λάβουμε μαθήματα πνευματικής εξέλιξης. Κάθε πρόσωπο, κάθε εμπειρία και γεγονός, είναι και μια πρόσκληση και πρόσκληση σε μάθημα αθανασίας. Γι’ αυτό πρέπει να συγχωρήσουμε, για να προχωρήσουμε….. Μας περιμένει η ζωή, μας περιμένει ο ουρανός... π. Χαράλαμπος Λίβυος Παπαδόπουλος
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼