«Οι δε τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού»!

«Οι δε τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31) Σκέφτομαι αυτό το ανατρεπτικό για την τρέχουσα λογική και την στερεότυπη κοινωνική ηθική γεγονός, αυτό τον λόγο του Κυρίου, ένα λόγο δωρεάς και χάριτος και ελπίδος, που έρχεται να υπονομεύσει τον καθωσπρεπισμό μας και την κακία μας, και την αδιέξοδη δικανική και νομική πρόσληψη από μέρους μας της κρίσεως του Θεού και της δυνατότητος σωτηρίας μας. Κι ακόμη την αγάπη του Θεού, που μας ακολουθεί, κατά τον λόγο του Ψαλμωδού: «Το έλεός σου, Κύριε, καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου». (Ψαλμός κβ΄, στ. 6). Αυτό το παράδοξον της σωτηρίας, σκέφτομαι. Το σκάνδαλον της σωτηρίας πάντων ημών των εκπεπτωκότων και παγιδευμένων στα πάθη και στη ματαιότητα του κόσμου τούτου, έτσι όπως αδυνατούμε να αγαπήσουμε τον Κύριο και να αγαπήσουμε και τον αδελφό μας. Και σκέφτομαι, ακόμη, πως, τελευτούσης σχεδόν της Σαρακοστής, η Ορθόδοξος εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Και πως ο Ματθαίος ο τελώνης γίνεται εις εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών. Εις πείσμα της στερεότυπης κοινωνικής προκατάληψης. Και της βουλητικής αυτοκατάφασης του Φαρισαίου. Και στέκομαι στο Μηνολόγιον της Μεγάλης Τετάρτης: «Τη αγία και Μεγάλη Τετάρτη, της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θεότατοι πατέρες εθέσπισαν, ότι προ του σωτηρίου πάθους μικρόν τούτο γέγονε». Και σκέφτομαι, ακόμα, σε σχέση με το «μύρον» και το άλλο περιστατικό του Ευαγγελίου, με την Μαρία αυτή τη φορά, την αδελφήν του τετραημένου Λαζάρου, που άλλοτε «την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ’ αυτής» (Λουκ. 10, 41-42), όταν η Μάρθα, η αδελφή της, εμεριμνούσε και ετυρβάζετο περί πολλά, αγνοώντας εκείνο το ένα, «ου εστίν χρεία». Ένα περισταστικό, που συμβαίνει προ της θριαμβευτικής Εισόδου του Κυρίου εις Ιεροσόλυμα, και που το ακούμε στο Ευαγγέλιο της Κυριακής των Βαΐων, και το καταγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. (ιβ’ 1-8): «Προ εξ ημερών του πάσχα ήλθεν ο Ιησούς εις Βηθανίαν, όπου ην Λάζαρος ο τεθνηκώς, ον ήγειρεν εκ νεκρών. εποίησαν ουν αυτώ δείπνον εκεί, και η Μάρθα διηκόνει· ο δε Λάζαρος εις ην των ανακειμένων συν αυτώ. Η ουν Μαρία, λαβούσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικής πολυτίμου, ήλειψε τους πόδας του Ιησού και εξέμαξε ταις θριξίν αυτής τους πόδας αυτού· η δε οικία επληρώθη εκ της οσμής του μύρου. λέγει ουν εις εκ των μαθητών αυτού, Ιούδας Σίμωνος Ισκαριώτης, ο μέλλων αυτόν παραδιδόναι· διατί τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη πτωχοίς; είπε δε τούτο ουχ ότι περί των πτωχών έμελεν αυτώ, αλλ’ ότι κλέπτης ην, και το γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζεν. είπεν ουν ο Ιησούς· άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό. Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε…». Και σκέφτομαι αυτή την κένωση, το απόλυτο δόσιμο αγάπης στον Κύριο. Γιατί χωρίς αυτά σωτηρία δεν υπάρχει. Αλλά κι εκείνο τον σπαρακτικό λόγο του Κυρίου, ως κατακλείδα: «άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό. Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε…» Έτσι, λοιπόν, και στον «Οίκο» του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης ακούμε: «Η πρώην άσωτος Γυνή, εξαίφνης σώφρων ώφθη, μισήσασα τα έργα, της αισχράς αμαρτίας, και ηδονάς του σώματος, διενθυμουμένη την αισχύνην την πολλήν, και κρίσιν της κολάσεως, ην υποστώσι πόρνοι και άσωτοι, ων περ πρώτος πέλω, και πτοούμαι, αλλ’ εμμένω τη φαύλη συνηθεία ο άφρων, η Πόρνη δε γυνή, και πτοηθείσα, και σπουδάσασα ταχύ, ήλθε βοώσα προς τον Λυτρωτήν· Φιλάνθρωπε και οικτίρμον, εκ του βορβόρου των έργων μου ρύσαί με». Και στέκομαι στο συνακόλουθο μνημείο ποιητικού λόγου, στο Ποίημα Κασσιανής Μοναχής. Σ’ εκείνο το εξαίρετο Δοξαστικόν των αποστίχων του Όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, σε Ήχο πλ. δ’, που ψάλλουμε κατανυκτικώς και «μεγαλοπρεπώς», και κάποτε «θριαμβευτικώς», το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης: «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις, περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι, πρό του ενταφιασμού κομίζει. Οίμοι! λέγουσα, ότι νυξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος, έρως της αμαρτίας. Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων, της θαλάσσης το ύδωρ· κάμφθητί μοι, προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει· καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν, τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις· ων εν τω Παραδείσω, Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη. Αμαρτιών μου τα πλήθη, και κριμάτων σου αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σην δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος». Και σε Νεοελληνική απόδοση«υπό Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως»: «Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε ἄλειψε με μυρουδικά πρίν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη: αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου νύχτα θολή και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας. Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, ἐσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ᾿ αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης. Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου· αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ᾿ άκουσε να περπατούνε, από το φόβο της κρύφτηκε. Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ᾿ αμέτρητο έλεος». Δεν ξέρω, τι να σχολιάσω από αυτή την ποιητική μεγαλοσύνη. Εκείνες τις εικόνες της μεταμέλειας και της συγγνώμης: «Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων», «κάμφθητί μοι, προς τους στεναγμούς της καρδίας», το «Αμαρτιών μου τα πλήθη, και κριμάτων σου αβύσσους, τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου;» ή την εικόνα εκείνη του Δημιουργού Θεού, όπως την βρίσκουμε και στον «Προοιμιακό Ψαλμό», (Ψαλμός, 103), αυτή την συγκλονιστική εικόνα του Θεού και του κόσμου; «Ο νεφέλαις διεξάγων, της θαλάσσης το ύδωρ·» «ο κλίνας τους ουρανούς, τη αφάτω σου κενώσει·»; Αλλά είναι κι εκείνη η συγκλονιστική έξοδος, με την εικόνα του παραδείσου και την Ευα, που πάει να χαθεί από προσώπου του Θεού: «ων (δηλ, των ποδών του Θεού) εν τω Παραδείσω, Εύα το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη». Να η εσπέρα και το δειλινόν και το τέλος της ημέρας, κι εκείνο το «αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Και σκέφτομαι ακόμα εκείνο τον επιλύχνιο ύμνο, το «Φως ιλαρόν» και εκείνο το «ελθόντες επί την ηλίου Δύσιν, ιδόντες φως εσπερινόν υμνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα Θεόν». Να, η μεγαλοσύνη της Βυζαντινής υμνογραφίας και του Έλληνος λόγου! Να, η συνέχεια και η μαγεία του Βυζαντίου και ο λόγος ο μυστικός της ποιήσεως. Και η μεγαλοσύνη της εκκλησίας. Και η σωτηρία μας. Διά του αμετρήτου μόνον ελέους του Σωτήρος Χριστού. Νίκου Ορφανίδη, «Πορεία προς την Ζωηφόρον Ανάστασιν, Δώδεκα κείμενα για την Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση του Κυρίου».
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Πῶς νὰ νικᾶτε τοὺς λογισμούς

«Οἱ λογισμοὶ εἶναι “δαιμόνια” (δαιμονικὴ ἐνέργεια). Ὅπως ὑπάρχουν ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους εἶναι ἀδύνατο νὰ πείσεις μὲ ὁ,τιδήποτε, ἔτσι καὶ χειρότερα ἀκόμη συμβαίνει μὲ τὰ δαιμόνια. Ἂν συνδιαλέγεσαι μὲ τοὺς λογισμούς, ἂν ἀντιστέκεσαι σὲ αὐτούς, θὰ τοὺς ἀναγκάσεις, στὴν καλύτερη περίπτωση, νὰ ἀποχωρήσουν γιὰ κάποιο σύντομο διάστημα. Ἔπειτα ὅμως αὐτοὶ πάλι ἐπίμονα καὶ ἀνένδοτα προτείνουν τὸ δικό τους, ἐπαναλαμβάνοντας ἀκατάπαυστα καὶ ἀνόητα τὸ ἴδιο, μέχρις ὅτου παγιδεύσουν τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία. Ὅταν πετύχουν στὸ ἕνα, συνεχίζουν νὰ περιπλέκουν τὸν ἄνθρωπο παραπέρα, ὡσότου τὸν ὁδηγήσουν στὸν ὄλεθρο. Γι’ αὐτὸ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐνεργεῖτε ὅπως διδάσκουν οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Παραδοθεῖτε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ μὴν ἀρχίζετε ὁποιονδήποτε διάλογο μὲ τοὺς λογισμούς. Κάθε λογισμὸς ποὺ διαταράσσει τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς καὶ σπέρνει τὴν ταραχὴ στὴν ψυχὴ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἐχθρό. Μὲ τὴ συνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ σᾶς ὑπέδειξα τὴ γνωστὴ ὁδὸ τῆς χριστιανικῆς ἀσκήσεως, τὸν σκοπὸ πρὸς τὸν ὁποῖο καλεῖσθε νὰ βαδίσετε ἀπορρίπτοντας ἀποφασιστικὰ κάθε ἐχθρικὸ λογισμό».
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Μεγάλη Εβδομάδα: Η σημαντικότερη περίοδος της Ορθόδοξης Λατρείας

Η συνταρακτικότερη εβδομάδα της ανθρώπινης ιστορίας είναι αναμφίβολα η Μεγάλη Εβδομάδα. Βαθύτατα θεολογική και ιδιαίτερα κατανυκτική αποτελεί πηγή ανανέωσης και ψυχικής καθάρσεως για όλους τους χριστιανούς, οι οποίοι μετέχοντες στις ιερές ακολουθίες των ημερών αυτών βιώνουν το μυστήριο της λυτρώσεως του ανθρώπινου γένους και του καθενός μας. Λέγεται Μεγάλη Εβδομάδα όχι γιατί έχει περισσότερες μέρες, αλλά «επειδή μεγάλα ημίν γέγονεν κατορθώματα, η χρονιά του διαβόλου τυραννίς κατελύθη, ο θάνατος εσβέσθη, η αμαρτία ανηρέθη, η κατάρα κατελύθη, ο παράδεισος ηνεώχθη», όπως προσφυώς αναφέρει ο ιερός Χρυσόστομος. Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα σε συνδυασμό πάντοτε με την πανευφρόσυνη γιορτή του Πάσχα αποτελεί τη σημαντικότερη περίοδο της ορθόδοξης λατρείας. Είναι μία εβδομαδιαία μυσταγωγική πορεία, που οδηγεί τον πιστό στη βίωση του σωτήριου Πάθους του Χριστού και την πλήρωση της θείας περί τον άνθρωπον οικονομίας για τη σωτηρία του. Είναι εντελώς αδύνατο να επιτύχουμε την πνευματική μέθεξη στο μυστήριο του Σταυρού και να απολαύσουμε την εκ των ένδον θέα και μνήμη των γεγονότων των τελευταίων ημερών της επί γης παρουσίας του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, έξω από τον ιερό χώρο της Εκκλησίας και χωρίς τη μετοχή μας στις πνευματικότατες εκκλησιαστικές ακολουθίες των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας με τα επιλεγμένα ιερά αναγνώσματα, και της σπάνιας ποιητικής ομορφιάς και δογματικής πυκνότητας ύμνους, οι οποίοι μας ανεβάζουν σε ψιλές σφαίρες πνευματικής κατάνυξης και ψυχικής ανάβασης. Έξω από τον ιερό χώρο του ναού η Αγία Εβδομάδα, το Θείο Πάθος, ο Σταυρός γίνονται απλά λογοτεχνία, θέατρο, στοχαστική διάλεξη ή ευκαιρία επανάληψης λαογραφικών εθίμων. Μέσα στον ιερό χώρο της Εκκλησίας η Αγία Εβδομάδα γίνεται για τον χριστιανό μία συνοδοιπορία με τον Χριστό. Αν δε «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν» δε θα μπορέσουμε ούτε και στην Ανάσταση να φθάσουμε μαζί του, «να συναναστηθώμεν», που σηματοδοτεί και τη δική μας ανάσταση από τη νέκρωση της αμαρτίας. Αυτή η πορεία από το Πάθος της Σταυρώσεως στο υπέρλαμπρο φως της Αναστάσεως εμποδίζει τον χριστιανό να δει τη Μεγάλη Εβδομάδα μέσα σ’ ένα ζοφερό και καταλυτικό σκοτάδι, γιατί είναι ντυμένος με το ζεστό ένδυμα της χαρμολύπης. Σ’ αυτή την πνευματική πορεία που βρίσκεται πάντα κάτω από τη σκιά του Σταυρού και αντικρύζει στο βάθος τον φωτεινό λόφο της Αναστάσεως, οι Άγιοι Πατέρες έβαλαν μερικά σημάδια σαν ορόσημα, σαν σκαλοπάτια, που μας βοηθούν μ’ έναν ειδικό το καθένα τρόπο, να βιώσουμε από το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο το Θείο Πάθος, την πορεία του Κυρίου προς τη Σταύρωση, τη θεόσωμο ταφή και τη ζωηφόρο Ανάσταση. Αυτά τα σημάδια είναι το τί έχει ορίσει η Εκκλησία να εορτάζεται, να θυμόμαστε κάθε μέρα αυτό που ακούμε στο συναξάρι, που διαβάζεται στον Όρθρο, ο οποίος τελείται το βράδυ της προηγούμενης μέρας (ο εσπερινός τελείται το πρωί της ημέρας). Έτσι τη Μεγάλη Δευτέρα η Εκκλησία μας προβάλλει την προσωπικότητα του πάγκαλου Ιωσήφ, ο οποίος με ο,τι υπέστη υπήρξε τύπος Χριστού και την ξερανθείσα άκαρπη συκή, για να μας θυμίζει ότι στη ζωή μας πρέπει να παράγουμε έργα και καρπούς πνευματικούς. Τη Μεγάλη Τρίτη «της των δέκα παρθένων παραβολής μνείαν ποιούμεθα», για να μας διδάξει η Εκκλησία την ανάγκη της πνευματικής προετοιμασίας και της εγρήγορσης αλλά και της ελεήμονος προσφοράς, που αρνήθηκαν οι πέντε φρόνιμες στις πέντε μωρές παρθένες. Παραινετικά η Εκκλησία μας μας προτρέπει να μιμηθούμε τις φρόνιμες παρθένες με τον υπέροχο ύμνο του Νυμφίου: «βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθής, ίνα μη τω θανάτω παραδοθής και της βασιλείας έξω κλειθείς». Την Μεγάλη Τετάρτη προβάλλεται η μετάνοια της αμαρτωλής γυναίκας, που γνώρισε την αληθινή μετάνοια ως σύμβολο ελπίδας για κάθε αμαρτωλό και για να κεντρισθεί και η δική μας βούληση γι’ αυτή τη σωτήρια μεταστροφή. Ψάλλεται το επίκαιρο και τόσο δημοφιλές τροπάριο, που έγραψε η μοναχή Κασσιανή: «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή…». Η Αγία και Μεγάλη Πέμπτη είναι αφιερωμένη στον Ιερό Νιπτήρα, που μας διδάσκει την ταπεινοφροσύνη. Στον Μυστικό Δείπνο στον οποίο ο Χριστός συνέστησε το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και εγκαινίασε την πραγματική κοινωνία με τον Σωτήρα μας, στην υπερφυά προσευχή του Χριστού στο όρος των ελαιών και την προδοσία του Ιούδα, που σηματοδοτεί την αρχή του Πάθους του Κυρίου μας. Τη Μεγάλη Παρασκευή (ημερολογιακά τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ) έχουμε κορύφωση του Θείου δράματος. Τελείται η «ακολουθία των Παθών», η οποία περιλαμβάνει αραιότατους εκκλησιαστικούς ύμνους μεταξύ των οποίων και το «Σήμερον κρεμμάται επί ξύλου» και αναγινώσκονται 12 Ευαγγέλια μέσα από τα οποία βιώνουμε όλους τους εξευτελισμούς, τη σταύρωση και τον θάνατο που υπέστη ο Κύριος μας δίνοντας τον εαυτό του «λύτρον αντί πολλών». Το Μεγάλο Σάββατο (δηλαδή τη Μεγάλη Παρασκευή βράδυ) εορτάζεται η θεόσωμος ταφή και η εις Άδου Κάθοδος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· (έχει προηγηθεί τη Μεγάλη Παρασκευή το πρωί η ακολουθία της Αποκαθηλώσεως του Κυρίου από τον Σταυρό). Το βράδυ τελείται στους ιερούς ναούς η ακολουθία του Επιταφίου και ψάλλονται τα υπέροχα εγκώμια: «Η ζωή εν τάφω…», «Άξιον εστίν…», και «Αι γενεαί πάσαι…» και γίνεται μέσα σε ατμόσφαιρα ευλάβειας και ιερής κατάνυξης η περιφορά του Επιταφίου, με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου. Το Μεγάλο Σάββατο το πρωί τελείται ο εσπερινός της Αναστάσεως, αυτό που ο κόσμος ονομάζει Α’ Ανάσταση και ακούεται στους ναούς η προτροπή του ιερέως: «Ανάστα ο Θεός, κρίνων την γην…». Τρισμακάριοι αυτοί που θα μπορέσουν την εβδομάδα αυτή να αφήσουν τις βιοτικές τους μέριμνες και ν’ αρχίσουν την ευλογημένη πορεία δίπλα στον πορευόμενο προς τα πάθος Χριστό: «δεύτε ουν και ημείς συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι’ αυτ’ον ταις του βίου ηδοναίς» ίνα μη μείνωμεν έξω του Νυμφώνος Χριστού.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 17 Απριλίου 2022 (των Βαΐων)

Το Αποστολικό Ανάγνωσμα(Φιλιπ. δ´ 4-9) Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε. Τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀνθρώποις. ῾Ο Κύριος ἐγγύς. Μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχαριστίας τὰ αἰτήματα ὑμῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. Καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Τὸ λοιπόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογίζεσθε·ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠκούσατε καὶ εἴδετε ἐν ἐμοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν. Απόδοση στη νεοελληνική Ἀδελφοί, νὰ χαίρεστε πάντοτε μὲ τὴ χαρὰ ποὺ δίνει ἡ κοινωνία μὲ τὸν Κύριο. Θὰ τὸ πῶ καὶ πάλι· νὰ χαίρεστε. Σ’ ὅλους νὰ δείχνετε τὴν καλοσύνη σας. ῾Ο Κύριος ἔρχεται σύντομα. Γιὰ τίποτε νὰ μὴ σᾶς πιάνει ἄγχος, ἀλλὰ σὲ κάθε περίσταση τὰ αἰτήματά σας νὰ τὰ ἀπευθύνετε στὸν Θεὸ μὲ προσευχὴ καὶ δέηση, ποὺ θὰ συνοδεύονται ἀπὸ εὐχαριστία. Καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι ἀσύλληπτη στὸ ἀνθρώπινο μυαλό, θὰ διαφυλάξει τὶς καρδιὲς καὶ τὶς σκέψεις σας κοντὰ στὸν ᾿Ιησοῦ Χριστό. Τέλος, ἀδελφοί μου, ὅ,τι εἶναι ἀληθινό, σεμνό, δίκαιο, καθαρό, ἀξιαγάπητο, καλόφημο, ὅ,τι ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀρετὴ καὶ εἶναι ἄξιο ἐπαίνου, αὐτὰ νὰ ἔχετε στὸ μυαλό σας. Αὐτὰ ποὺ μάθατε, παραλάβατε κι ἀκούσατε ἀπὸ μένα, αὐτὰ ποὺ εἴδατε σ’ ἐμένα, αὐτὰ νὰ κάνετε κι ἐσεῖς. Καὶ ὁ Θεὸς ποὺ δίνει τὴν εἰρήνη θὰ εἶναι μαζί σας. Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα(᾿Ιωάν. ιβ´ 1-18) Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. ᾿Εποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. ῾Η οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. Λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ᾿Ιούδας Σίμωνος ᾿Ισκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; Εἶπεν δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ᾿ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. Εἶπεν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς· ῎Αφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. Τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ᾿ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. ῎Εγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον, ἀλλ᾿ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. ᾿Εβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, ὅτι πολλοὶ δι᾿ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν ᾿Ιουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν. Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα, ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· «῾Ωσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου», βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. Εὑρὼν δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ᾿ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· «Μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου». Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ᾿ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ ᾿Ιησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ᾿ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. ᾿Εμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ᾿ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. Ἀπόδοση στη νεοελληνική Εξι μέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα, ἦρθε ὁ ᾿Ιησοῦς στὴ Βηθανία, ὅπου ἔμενε ὁ Λάζαρος, ποὺ εἶχε πεθάνει καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς. ῾Ετοίμασαν, λοιπόν, ἐκεῖ γιὰ χάρη του δεῖπνο, καὶ ἡ Μάρθα ὑπηρετοῦσε, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ παρακάθονταν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ στὸ δεῖπνο. Τότε ἡ Μαρία πῆρε μιὰ φιάλη ἀπὸ τὸ πιὸ ἀκριβὸ ἄρωμα τῆς νάρδου κι ἄλειψε τὰ πόδια τοῦ ᾿Ιησοῦ. ῎Επειτα σκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της τὰ πόδια του, κι ὅλο τὸ σπίτι γέμισε μὲ τὴν εὐωδιὰ τοῦ μύρου. Λέει τότε ὁ ᾿Ιούδας ὁ ᾿Ισκαριώτης, ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητές του, αὐτὸς ποὺ σκόπευε νὰ τὸν προδώσει· «Γιατί νὰ μὴν πουληθεῖ αὐτὸ τὸ μύρο γιὰ τριακόσια ἀργυρὰ νομίσματα, καὶ τὰ χρήματα νὰ διανεμηθοῦν στοὺς φτωχούς;» Αὐτὸ τὸ εἶπε ὄχι γιατὶ νοιαζόταν γιὰ τοὺς φτωχούς, ἀλλὰ γιατὶ ἦταν κλέφτης καί, καθὼς διαχειριζόταν τὸ κοινὸ ταμεῖο, συχνὰ κρατοῦσε γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ χρήματα ποὺ ἔβαζαν σ’ αὐτό. Εἶπε τότε ὁ ᾿Ιησοῦς· «῎Αφησέ την ἥσυχη· αὐτὸ ποὺ κάνει εἶναι γιὰ τὴν ἡμέρα τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου. Οἱ φτωχοὶ πάντοτε θὰ ὑπάρχουν κοντά σας, ἐμένα ὅμως δὲν θὰ μὲ ἔχετε πάντοτε». Πλῆθος πολὺ ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους τῆς πόλεως ἔμαθαν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς βρίσκεται ἐκεῖ καὶ ἦρθαν γιὰ νὰ δοῦν ὄχι μόνο αὐτὸν ἀλλὰ καὶ τὸν Λάζαρο, ποὺ τὸν εἶχε ἀναστήσει ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Γι’ αὐτὸ οἱ ἀρχιερεῖς ἀποφάσισαν νὰ σκοτώσουν καὶ τὸν Λάζαρο, ἐπειδὴ ἐξαιτίας του πολλοὶ ᾿Ιουδαῖοι ἐγκατέλειπαν αὐτοὺς καὶ πίστευαν στὸν ᾿Ιησοῦ. Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ ᾿Ιησοῦς στὰ ῾Ιεροσόλυμα, πῆραν κλαδιὰ φοινικιᾶς, καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη νὰ τὸν προϋπαντήσουν κραυγάζοντας· Δόξα στὸν Θεό! Εὐλογημένος αὐτὸς ποὺ ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο! Εὐλογημένος ὁ βασιλιὰς τοῦ ᾿Ισραήλ! ῾Ο ᾿Ιησοῦς εἶχε βρεῖ ἕνα γαϊδουράκι καὶ κάθισε πάνω του, ὅπως λέει ἡ Γραφή· Μὴ φοβᾶσαι θυγατέρα μου, πόλη τῆς Σιών· νά ποὺ ἔρχεται σ’ ἐσένα ὁ βασιλιάς σου, σὲ γαϊδουράκι πάνω καθισμένος. Αὐτὰ στὴν ἀρχὴ δὲν τὰ κατάλαβαν οἱ μαθητές του· ὅταν ὅμως ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνυψώθηκε στὴ θεία δόξα, τότε τὰ θυμήθηκαν. ῞Ο,τι εἶχε γράψει γιὰ κεῖνον ἡ Γραφή, αὐτὰ καὶ τοῦ ἔκαναν. ῞Ολοι, λοιπόν, ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ τὸν ᾿Ιησοῦ, ὅταν φώναξε τὸν Λάζαρο ἀπὸ τὸν τάφο καὶ τὸν ἀνέστησε ἀπὸ τοὺς νεκρούς, διηγοῦνταν αὐτὰ ποὺ εἶχαν δεῖ. Γι’ αὐτὸ ἦρθε τὸ πλῆθος νὰ τὸν προϋπαντήσει, ἐπειδὴ ἔμαθαν ὅτι αὐτὸς εἶχε κάνει τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ σημεῖο.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Ἡ στάση μας ἀπέναντι στὸν Χριστό... Νικολόπουλος Ἱερώνυμος Μητροπολίτης Λαρίσης καὶ Τυρνάβου

Καθώς ἄλλη μία Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ἔφθασε στό τέλος της κι ἐνῶ βρισκόμαστε στά πρόθυρα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Ἑβδομάδος, ἡ Ἐκκλησία μας, μέ τήν ποιμαντική διάκριση καί τή σύνεση πού τήν χαρακτηρίζει, προβάλλει μιά εὐαγγελική περικοπή, ἡ ὁποία βεβαίως ἔχει δώσει τό ὄνομά της στή σημερινή Κυριακή, συνάμα, ὅμως, ἀδικεῖται γιατί ἀποσιωπᾶται ἕνα μεγάλο μέρος της. Καί πράγματι ὅλοι ἐπικεντρωνόμαστε στό τμῆμα ἐκεῖνο πού περιγράφει τή θριαμβευτική εἴσοδο τοῦ Ἰησοῦ στά Ἱεροσόλυμα, ξεχνώντας τό πρῶτο μέρος, ὁπου περιγράφεται ἡ πράξη τῆς Μαρίας, ἀδελφῆς του Λαζάρου, ἡ ὁποία πῆρε « λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου» γιά νά ἀλείψει μέ αὐτό τά πόδια τοῦ Χριστοῦ καί νά τά σκουπίσει στή συνέχεια μέ τά μαλλιά της. Κι ὅμως, ἡ Ἐκκλησία μέ ἐπίγνωση καί συνειδητά δέν προβάλλει μόνον τούς στίχους τῆς βασιλικῆς ὑποδοχῆς τοῦ Ἰησοῦ στήν Ἁγία Πόλη, ἀλλά παραθέτει καί αὐτό πού ἀμέσως εἶχε προηγηθεῖ, ὄχι γιά νά μή χαθεῖ ἡ ἱστορική καί χρονική ἀλληλουχία τῶν γεγονότων, ἀλλά γιά νά πετύχει κάτι ἄλλο. Τί; Αὐτό πού ἀβίαστα προκύπτει ἀπό τήν ἀντιπαραθετική μελέτη τῶν συμπεριφορῶν τοῦ λαοῦ καί τῆς Μαρίας. Ἡ θριαμβευτική εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ Σεισμός στά Ἱεροσόλυμα! Θριαμβευτική ὑποδοχή! Ὁ λαός σέ ἀναταραχή! Ἄλλοι νά κόβουν κλαδιά ἀπό τούς φοίνικες καί νά τά ἐπισείουν θριαμβευτικά κατά τήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στήν Ἁγία Πόλη. Ἄλλοι νά στρώνουν ροῦχα γιά νά μήν πατήσουν χῶμα ὄχι μόνον τά πόδια τοῦ μεγάλου Διδασκάλου, ἀλλά οὔτε κἄν τά πόδια τοῦ ὑποζυγίου του. Ἄλλοι νά φωνάζουν μέ ἀλαλαγμούς χαρᾶς καί προσμονῆς. Κι ὅλοι νά στριμώχνονται γύρω του περιμένοντας ἕνα νεῦμα, μία προσταγή, τό ἔναυσμα γιά νά τόν ἀνακηρύξουν βασιλιά τοῦ Ἰσραήλ, μέ ὅ,τι αὐτό συνεπαγόταν τότε. Γιατί συμπεριφερόταν ἔτσι ὁ πολύς λαός; Ὅσοι ἦταν παρόντες ὅταν ἀνέστησε ὁ Χριστός τόν Λάζαρο, τεσσάρων ἡμερῶν νεκρό, διηγοῦνταν τό θαῦμα πού ἔζησαν, μέ τή συνήθη προσθήκη ὑπερβολῶν καί ἀναλύσεων, ἀλλά καί προσδοκιῶν καί διεκδικήσεων, ἄσχετων μέ τά ὅσα μέχρι τότε εἶχε κηρύξει ὁ Διδάσκαλος. Αὐτοί πού ἄκουγαν ἐνθουσιάζονταν, μεταφράζοντας τά πάντα χρησιμοθηρικά, ἰδιοτελῶς καί συμφεροντολογικά. Δέν δόξαζαν τόν Θεό ὡς κυρίαρχο τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἀντιμετωπίζοντας τόν Χριστό σάν χρηστικό ἀντικείμενο, δόξαζαν τό «ὑπερόπλο» τοῦ Ἰσραηλ, τό ὁποῖο θά ἀνάσταινε τούς νεκρούς στίς μάχες καί θά θεράπευε τούς τραυματίες, δημιουργώντας μιά ἀκατανίκητη δύναμη… Πόση ἐπιπολαιότητα! Πόση διαστρέβλωση τῶν κινήτρων καί τῶν προθέσεων τοῦ Χριστοῦ! Πόση ἀλλοίωση τοῦ ἤθους, τό ὁποῖο κήρυττε! Γι’ αὐτό καί ὁ Ἰησοῦς σιωπᾶ! Δέν τούς λέει τίποτε. Ὄχι ἐπειδή γνωρίζει ὅτι σέ λίγο οἱ ἴδιοι ἀπό τό «ὡσαννά» θά καταλήξουν στό «σταύρωσον». Γι’ αὐτό τούς ἔχει ἤδη συγχωρήσει. Μένει σιωπηλός γιατί δέν θέλει νά κάνει τίποτε πού νά παρερμηνευθεῖ ὡς ἀποδοχή ἀπό τόν ἴδιο αὐτῆς τῆς ἀλλοίωσης, πού ἡ ἀνθρώπινη ἰδιοτέλεια καί ὁ καιροσκοπισμός ἐπιφυλάσσουν στό κήρυγμα καί τά θαύματά του. Εἶναι ἡ ἐναργέστερη καί εὐγλωττότερη διαμαρτυρία γιά τήν ἄρνηση τῶν ἀνθρώπων νά ἀποδεχθοῦν τή σωτήρια πίστη καί τό λυτρωτικό ἦθος! Ἡ συμπεριφορά τῆς Μαρίας καί τοῦ Ἰούδα Ἀντίθετα, πρίν ὁλ’ αὐτά, μία γυναίκα, ἡ Μαρία, ἡ ἀδελφή του Λαζάρου, καθώς ὁ Χριστός φιλοξενοῦνταν μέ τιμητικό δεῖπνο στό σπίτι τους, παρόντων τοῦ Λαζάρου καί τῆς διακονούσης Μάρθας, ἀγοράζει τριακόσια εἴκοσι πέντε γραμμάρια πολύτιμου μύρου, γνήσιου καί ἀνόθευτου, ἀξίας ὅσης τά ἡμερομίσθια ἑνός ἔτους, καί μέ αὐτό πλένει τά πόδια του σκουπίζοντάς τα μέ τά μαλλιά της, ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης καί ἀφοσίωσης. Καί ὁ Ἰησοῦς τό ἀποδέχεται πλήρως, δέν ἀντιδρᾶ· ἀντιθέτως ὑπερασπίζεται τή Μαρία στίς ἰδιοτελεῖς αἰτιάσεις τοῦ Ἰούδα ὅτι κακῶς χύθηκε τόσο πολύτιμο μύρο κι ὅτι θά ’πρεπε νά ἐκποιηθεῖ καί τά χρήματα νά δοθοῦν στούς φτωχούς. Γιατί συμπεριφέρεται ἔτσι ἡ Μαρία; Ἄς θυμηθοῦμε ὅτι καθήμενη «παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τόν λόγον αὐτοῦ» (Λουκ. 10,39). Ἴσως καί νά ἦταν ἡ μόνη πού κατανοοῦσε τί ἐπρόκειτο νά συμβεῖ, γι’ αὐτό καί ὁ Χριστός τό ἀνέδειξε λέγοντας πώς ὅ,τι ἔκανε τό ἔκανε ὡς συμβολισμό καί προετοιμασία τοῦ σώματός του γιά τήν ἡμέρα τῆς ταφῆς του. Ἡ Μαρία προσέγγιζε τόν Ἰησοῦ ἐνσυνείδητα, χωρίς ἀνθρώπινους ὑπολογισμούς ἤ πλάνη περί τοῦ ποιόν εἶχε ἀπέναντί της. Γι’ αὐτό καί αὐτήν τήν ὁλοκάρδια προσέγγιση, τή γεμάτη ἐπίγνωση καί καθαρότητα τή δέχεται ὁ Θεός καί τήν ἐπαινεῖ. Ἀντίθετα, χωρίς νά ἀποκαλύψει τόν Ἰούδα ὡς κλέφτη καί μάλιστα τοῦ γλωσσοκόμου, τοῦ κοινοῦ ταμείου γιά τή συντήρηση τοῦ Χριστοῦ καί τῶν μαθητῶν, χωρίς ν’ ἀποκαλύψει τή μελετώμενη προδοσία, χωρίς νά ἐπιτιμήσει τό ὑποκριτικό ἐνδιαφέρον δῆθεν γιά τούς φτωχούς, ἐπιμένοντας νά περιμένει τήν παραμικρή ἔνδειξη μεταστροφῆς, τό ἐλάχιστο δεῖγμα μετανοίας, προσπαθεῖ καί πάλι νά νουθετήσει καί νά διδάξει, ὥστε νά ἄρει παρεξηγήσεις καί νά ὑπερασπιστεῖ τούς δικούς ἀνθρώπους. Ἀδελφοί, σήμερα, καθώς μπαίνουμε στήν τελική εὐθεία γιά τό Πάσχα, ἡ Ἐκκλησία ἀντιπαραβάλλει τίς ἀνθρώπινες στάσεις ἔναντι τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τή μιά οἱ συμφεροντολογικές, οἱ ἐνθουσιαστικές, οἱ ἐγκοσμιοκρατικές. Ἀπό τήν ἄλλη ἡ ὁλοκάρδια πίστη, ἡ ἐν ἀληθείᾳ κατανόηση καί ἡ θυσία. Ὁ Κύριος εὐαρεστήθηκε καί ὑπερασπίστηκε τή δεύτερη, ἀπορρίπτοντας τίς πρῶτες. Ἐμεῖς ποιά στάση θ’ ἀποφασίσουμε νά τηρήσουμε ἔναντι τοῦ «ἐρχόμενου πρός τό ἑκούσιον πάθος»;
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼