Οι προϋποθέσεις συνάντησης με τον Αναστημένο Χριστό...
Το σπουδαιότερο γεγονός στην ιστορία είναι η ανάσταση του Χριστού. Ο αρνητής Ρενάν δήλωσε ότι ο Χριστιανισμός στηρίζεται σε έναν άδειο τάφο. Ο απ. Παύλος επισημαίνει ότι η ανάσταση του Χριστού προετοιμάζει και την δική μας ανάσταση κατά την Δεύτερη Παρουσία Του. Ο Θεάνθρωπος αναστήθηκε και ένωσε έτσι ουρανό και γη, συμφιλίωσε Θεό και άνθρωπο, γκρέμισε το φράγμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων και άνοιξε τον Παράδεισο για όλους. Είναι ο μεγάλος ειρηνοποιός με το αίμα του σταυρού του. Υπάκουσε ως νέος Αδάμ στον Θεό Πατέρα και μάλιστα μέχρι θανάτου. Είναι γι’ αυτό ο μοναδικά αυθεντικός άνθρωπος στην ιστορία. Και «δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από το να δώσεις την ζωή σου γι’ όσους αγαπάς», δίδαξε ο Χριστός και το έκανε πράξη με τη θυσία Του. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός είχε προαναγγείλει όσο ζούσε επί της γης την δική του ανάσταση:
Θυμίζουμε τα λόγια του: «Γκρεμίστε αυτόν τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον οικοδομήσω και πάλι» (Ιω. 2,19). Τότε νόμιζαν πως εννοεί τον ναό των Ιεροσολύμων, αλλά μετά την ανάστασή του φάνηκε καθαρά ότι μιλούσε για το ένδοξο σώμα του. Και θυμίζει η θυσία του Χριστού τη γνωστή διήγηση (εγκώμιο) περί της πελεκάνου – μάνας, η οποία διαθέτοντας αίμα που παρέχει ανοσία στο δηλητήριο του φιδιού, δεν φείδεται και αυτής της ζωής της, σκίζοντας με το ράμφος της το στήθος της, προκειμένου το αίμα που ξεπετάγεται να επουλώσει τις πληγές και να σώσει τα τραυματισθέντα από το επικίνδυνο ερπετό νεογνά της.
Στο τριήμερο του θανάτου του Κυρίου και πριν γίνει η ζωηφόρος ανάστασή Του, ο Θεάνθρωπος (η ανθρώπινη ψυχή Του ενωμένη με τη Θεότητά Του) μετέβη στον άδη και λύτρωσε τα εν τη φυλακή πνεύματα (όσους είχαν τις προϋποθέσεις να αποδεχθούν το κάλεσμά Του). Γι’ αυτό η Εκκλησία σταματά το πένθος την Μ. Παρασκευή το πρωί, όταν τελείται η ακολουθία της Αποκαθήλωσης. Διότι ο Λυτρωτής έχει ήδη θριαμβεύσει επί του θανάτου.
Και οι τέσσερις ευαγγελιστές αναφέρουν ότι ο τάφος του Κυρίου βρέθηκε άδειος, ότι τον φυλούσαν 16 ένοπλοι φρουροί, ότι η πέτρινη ταφόπλακα ήταν πολύ βαριά για να μετακινηθεί και ότι οι απόστολοι από τη μεγάλη τους δειλία είχαν κρυφτεί ήδη πριν από τη δίκη του Χριστού. Ακόμη, οι Ιουδαίοι θα είχαν σταματήσει τη μαρτυρία της ανάστασης από την αρχή της αν παρουσίαζαν δημοσίως το δήθεν κλεμμένο σώμα του Ιησού. Δεν το έκαναν, διότι δεν το είχαν. Είχε πραγματικά αναστηθεί. Για τον ίδιο λόγο δεν συνέφερε τους ίδιους τους Ιουδαίους να το πάρουν. Εφοβούντο τη διάδοση της ανάστασης.
Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης είναι η μαρτυρία για την Θεότητα του Ιησού. Ο Χριστός είχε πλήρη συνείδηση ότι ήταν Θεός. Ο ίδιος αποκαλύπτει: «Πριν γεννηθεί ο Αβραάμ εγώ υπάρχω» (Ιω. 8,58). Ακόμη λέγει: «εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα» (Ιω. 10,30). Και όταν ο Φίλιππος τού ζήτησε να τους δείξει τον Πατέρα Του, τού είπε: «Τόσο καιρό είμαι μαζί σας Φίλιππε και δεν με γνώρισες; Εκείνος που έχει δει εμένα έχει δει τον Πατέρα» (Ιω. 14,9). Παραθέτουμε επίσης τα λόγια του δύσπιστου απ. Θωμά, μετά από την πρόσκληση του αναστημένου Χριστού να αγγίξει τις πληγές Του. Του λέει με δάκρυα στα μάτια ο Θωμάς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Τότε ο Κύριος όχι μόνο δεν αρνήθηκε ότι είναι Θεός, αλλά τον παρατήρησε επειδή πίστεψε σ’ Αυτόν αφού τον είδε, ενώ ευτυχισμένοι θα είναι του λέει όσοι πιστέψουν σε Αυτόν χωρίς να τον δουν.
Γιατί πολλοί δεν πιστεύουν στην Θεανθρωπότητα του Χριστού και στην Ανάστασή Του; Διότι ο Χριστός ήταν, είναι και θα είναι μυστήριο λειτουργικό: δεν συλλαμβάνεται ορθολογιστικά, αλλά αποκαλύπτεται εσωτερικά, εκκλησιαστικά, μυστηριακά και δια του Αγίου Πνεύματος. Ο ίδιος αποκαλύπτει το μυστήριο της «νέας γέννησης» στον άρχοντα Νικόδημο, της αναγέννησης δηλαδή του πιστού δια της Θείας Χάριτος. Αυτό φάνηκε και στον δρόμο προς Εμμαούς, όπου οι πορευόμενοι μ’ Αυτόν μαθητές δεν τον αναγνώρισαν παρά μόνο όταν τέλεσε την Θεία Κοινωνία μπροστά τους. Αλλά και στον δύσπιστο Θωμά, και μέσω αυτού σε μας, προφητεύει ότι ευτυχισμένοι θα είναι όσοι δεν τον βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια, αλλά εμπειρικά τον ζουν με τα μάτια της αγιοπνευματικής ζωής. Οι προϋποθέσεις για αυτήν την συνάντηση με τον Χριστό είναι μια ζωή ταπείνωσης, αγάπης, καθαρής καρδιάς και συμμετοχής στα εκκλησιαστικά μυστήρια.
Toυ Θεολόγου καθηγητή Μιχαήλ Γ. Χούλη
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ
Σε μια Εκκλησία του Γαλατά στην Πόλη, όπου συχνάζουν οι ναυτικοί και ταξιδιώται ν’ ανάψουν το κεράκι τους για τους δικούς τους και το καλό ταξίδι προς τις φουρτουνιασμένες θάλασσες του Πόντου. Εκεί τη Μεγάλη Σαρακοστή του 195… πήγε να λειτουργήση και να ξομολογήση τους Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός, για πρώτη φορά επισκεπτόμενος την Πόλη. Ο τακτικός εφημέριος, εξυπηρετών και άλλην Εκκλησίαν εις γειτονικόν Αγίασμα, αφού τον κατετόπισε εις τα του Ιερού βήματος, του έδωσε δε και μερικές δεκάδες ονομάτων «ζώντων και τεθνεώτων», τον ωδήγησε εις συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, και αφού του έδειξε μικράν κλίμακα ανερχομένην ελικοειδώς τα Κατηχούμενα τον Ναού, του είπεν εμπιστευτικώς, ότι τον περιμένουν επάνω καμμιά δεκαριά άνθρωποι για να εξομολογηθούν και είναι ανάγκη ν’ ανεβή να τους εξομολογήση και μεταλάβουν είτα εις την Λειτουργίαν, διότι επείγονται να φύγουν το βράδυ με το πλοίο της γραμμής, είναι ξένοι από μακρυά. Ανέβαινε ο Γέρων συλλογιζόμενος το δύσκολον ζήτημα της συνεννοήσεως μετ’ αυτών, εφ’ όσον ήσαν ξένοι από μακρυά· αυτός δε πλην της Ελληνικής δεν εγνώριζεν άλλην γλώσσαν. Εκεί εις το ημίφως του υπερώου διέκρινε δεκάδα ανδρών χωρικών μεγάλης ηλικίας, οίτινες εις το αντίκρυσμά του έβαλον όλοι μετάνοιαν και ο γεροντότερος του είπεν εις ποντιακήν διάλεκτον:– «Ήμες Χριστιανοί, πάτερ, α σον Πόντον, και λαλεύομεν (φιλούμεν) τα πόδα σου, να ξαγουρεύομεν και μεταλάβομεν σήμερον και απές να λέομεν στην αγιωσύνην σου ντο θέλομεν ένα κι’ άλλον». Ευτυχώς ότι ο Γέρων συναναστραφείς προ ετών μετά Ποντίων προσφύγων εν Μακεδονία ενεθυμείτο αρκετά της απηρχαιωμένης αυτής ελληνικής διαλέκτου και εννόησε τι ήθελον, και τι θα του έλεγον εξομολογούμενοι. Έμαθε λοιπόν παρ’ αυτών ότι ολόκληρον το χωρίον των είναι κρυπτοχριστιανοί από πολλών ετών, και εις την ανταλλαγήν δεν τους επετράπη να φύγουν εις την Ελλάδα, διότι τα «νεφούζια» τους (ταυτότητες) ήσαν με τουρκικά ονόματα, ότι στο φανερό είναι Οθωμανοί και Τούρκοι, και στο κρυφό είναι Χριστιανοί και Έλληνες και περιμένουν να τους γλυτώση ο Θεός από την σκλαβιά. Στα φανερά λέγονται Χασάνηδες και Μεμέτηδες, και τα πραγματικά ονόματά τους είναι Γεώργιος, Παναγιώτης κλπ. Έχουν ένα δικό τους δήθεν Χότζα, αλλά ούτε περιτομή κάνουν, ούτε ραμαζάνια και Μπάϊράμια· τουναντίον, μυστικά σε υπόγειες Εκκλησίες εορτάζουν Χριστιανικά το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, της Παναγίας. Πριν της «ανταλλαγής» έπαιρναν Παπά από γειτονικά χωριά και τους βάπτιζε, τους στεφάνωνε, τους λειτουργούσε τις μεγάλες εορτές και μετελάμβανον. Αλλά τώρα δεν υπάρχει πουθενά Παπάς και αναγκαστικώς έρχονται στην Πόλη εκ περιτροπής για δουλειές δήθεν και γίνονται Χριστιανοί. Ο Γέρων Πνευματικός τα ήκουσε σαστισμένος, του εφαίνετο ότι διάβαζε συναξάρι, της εποχής του Διοκλητιανού και δεν ημπορούσε να συγκρατήση τα δάκρυα από την συγκίνηση. Εξωμολογήθηκαν βιαστικά, και όλοι μαζί κατέβηκαν αθόρυβα εις το σκοτεινό Παρεκκλήσι, απ’ όπου θα ήκουον την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, χωρίς κανείς να τους βλέπει. Και όταν μετά την λήξιν εμετάλαβον οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι, εγένετο η απόλυσις και έφυγε και ο Κανδηλάπτης, έμεινε δε μόνος ο λειτουργός Πνευματικός με τον γνωστόν σκοπόν της εξομολογήσεως, τότε κλείσας έσωθεν τας θύρας και λαβών τα Άγια εισήλθεν εις το Βήμα του Παρεκκλησίου και εκάλεσε τους μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ίνα «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθωσι». «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού: Γιορίκας – Γεώργιoς, το τίμιον και πανάσπιλον και ζωοποιόν Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις ίασιν σώματος και ψυχής, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον. Αμήν». «Μεταλαμβάνει ο δούλος του θεού: Ανάστας – Αναστάσιος εις…». Μετά την «Ευχαριστίαν» και την απόλυσιν, είπον εις τον Πνευματικόν: «Πάτερ, να κάνης μας άλλον κι’ έναν χάριν, έχουμες αδά σην Πόλιν και τας καρίδας (γυναίκας) και τέσσαρα παιδία μουν, και το πουρνίν (αύριον) να βαπτίζης τα παιδία, να μυρώνης τα, Πάτερ, κουρμπάν (άγιε) Πάτερ, ποίσον τα Χριστιανούς. Ο Πουπάν αδά της Εκκλησίας φοβόσκετεν, Πάτερ, τους Τουρκάδες κ’ εβαπτίζε τα. Ντο να κάνουμεν, Πάτερ, σεμέτερον την Ελλάδαν κι’ αφήνουν μας να δεβαίνουμεν. Στο Χριστό και στην Παναγίαν την Σουμελάν ορκίζομέν σε, Πάτερ, ποίσον το καλόν α σε μας τα παιδία σου».
– «Μα ο Παπάς αδά είπε με, πως θα φύγετε το βράδυν με το παπόρ».
– «Να συγχωρέης μας, Πάτερ, λέομεν ψεματίας, ωσάν να λάσκομεν τες δουλείες μας. Ντο να κάνουμεν, Πάτερ; Ο Θεόν να λυπάται τα μέτεραν τα βάσαναν».
Έμειναν σύμφωνοι να έλθουν το βράδυ με τας γυναίκας και τα παιδία, να μείνουν στο δωμάτιο του Παπά, ο οποίος υπό μίαν πρόφασιν θα έλειπε, και την νύκτα μυστικά θα γινόταν η βάπτισις των παιδιών κλπ. Ήλθον τμηματικά και με προφυλάξεις το βράδυ προς το σουρούπωμα, έως ότου καθησυχάση ο κόσμος. Εξωμολογήθηκαν και αι γυναίκες, και προ του μεσονυκτίου εγένετο και η βάπτισις, το μύρωμα και ο Εκκλησιασμός των παιδίων εις το Παρεκκλήσιον. Μετά το νεοβάπτισμα κοιμηθήκανε επάνω υπό την φύλαξιν μιας γυναικός, οι δε άλλοι εξημερώθηκαν εις τον Ναόν… Ο Γέρων Πνευματικός τους έκαμε ευχέλαιον, κατόπιν τους έκανε και παράκλησιν της Παναγίας, και ενόσω αυτός εδιάβαζεν και έψαλλεν, αυτοί όλοι, άνδρες και γυναίκες γονατιστοί εψιθύριζον το «Κύριε ελέησον» και «Παναγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Όταν εξημέρωσε, τους είπε να μη φύγουν, να πάνε να ησυχάσουν και την άλλην ημέραν την Παρασκευήν θα κάμη πάλιν Λειτουργίαν να μεταλάβουν αι γυναίκες και τα νεοβάπτιστα παιδία. Τους άφησε και εισήλθε εις το Ιερόν, ίνα ρίψη ολίγον νερό εις το πρόσωπόν του εις τον «Νιπτήρα» και ανανήψη εκ της αγρυπνίας. Αυτοί ανέβηκαν επάνω και σε λίγο κατέβηκαν πάλιν δύο, οι γεροντότεροι και του είπαν:
– «Ατώρα, Πάτερ, να λέομέν σε έναν κι’ άλλον τ’ αμέτεραν τας δουλείας. Τα πόδα σου να λαλεύομεν, κουρμπάν Πάτερ, ν’ ακούης μας, σ’ εμέτερον το χωρίον Πουπάν κι’ έχουμεν, ανάστασιν και ξέρομεν αδά στα τριάντα χρονίας. Ντο ψυήν να δίομεν σον Θεόν, Πάτερ; Τα παιδία μουν αντρέβουν χωρίς Πουπάν, στεφάν ποίον να θέκη τα στο αφκάλ; Γκουρτσουλάν (οι καϋμένοι) παπούδες μας και χασταλήδες (άρρωστοι) ποθαίνουν χωρίς Λειτουργίαν, Πάτερ. Αχ! αφωρισμένον σκλαβίαν. Ενέγκαμεν, Πάτερ, ένα σακίν μικρό, χώμα τεμέτερον το κοιμητήρ, να διαβάζης το να ρίξωμεν εκεί και σην τάφοιν του. Να διης μας, Πάτερ, λειτουργίαν, να δίομεν σαμέτερα τα παιδία, Πάσχα έρχετεν, Πάτερ, και να κάνης μας και ίναν ανάστασιν, ν’ ακούσουμε «Χριστός ανέστη», Πάτερ, κι’ απές ας πεθάσκομεν».
Τους είπεν ο Πνευματικός να έλθουν πάλι και το βράδυ όλοι τους, όπως και έγινε. Και αφού κοιμήθηκαν τα παιδία, τους είπε όσα ηδύνατο περί της αγίας θρησκείας μας, τους συνεβούλευσε να είναι σταθεροί εις την πίστιν του Χριστού και να έχουν εις αυτόν την ελπίδα τους, ότι μια μέρα θα τελειώσουν τα βάσανά τους. Τον διέκοπταν με ερωτήσεις σπαρακτικές:
-«Ντο κάνουν ταμέτερα τα παιδία, Πάτερ, στη Πατρίδα μας την Ελλάδαν; Ντο κάνει ο μέτερον ο Βασιλέαν ο Κωνσταντίνον;…».
Του ξέφυγε και τους είπε με δάκρυα στους οφθαλμούς ότι ο Κωνσταντίνον ο Βασιλέαν απέθανεν!… Όλοι τους ήρχισαν τα κλάμματα, και αι γυναίκες περισσότερον να κλαίγουν λέγοντας: -«Ο Κωνσταντίνον μας κι’ επεθαίνει, ο Βασιλέαν μας ζη, ο Κωνσταντίνον μας θα παίρνη μας να δεβαίνομεν στη Πατρίδα, αοίκον λόγον χαπάρ κι’ χουμε, Πάτερ».
Τους καθησύχασε λέγοντας, ότι ο Θεός θα στείλη άλλον Κωνσταντίνον να τους ελευθερώση και να τους πάγη όπου αυτός θέλει, και μόνον υπομονήν και ελπίδα να έχουν και αγάπη μεταξύ των. Μετά κατέβηκαν στην Εκκλησίαν και ο Γέρων Πνευματικός ανέγνωσε την νεκρώσιμον ακολουθίαν με τα ονόματα των «τεθνεώτων» επί του χώματος, έπειτα τους έδωσε και το κλειδίον του άλλου δωματίου, όπου έμενεν αυτός και τους έστειλε να ξεκουραστούν, και το πρωί θα τους ξυπνούσε ο ίδιος. Όρθρου βαθέος ανέβηκε και τους εξύπνησε, και έως ότου αυτοί ετοιμασθούν, έψαλλε τον κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης», κατέβηκαν και αυτοί και από τα γράμματα κατάλαβαν, ότι θα τους κάνη την Ανάστασιν. Εκάλεσε τον γεροντότερον και του είπε να πάρη από το παγκάρι τόσα κηρία, όσες ψυχές είναι εις το χωρίον των και να μοιράση εις όλους ανά δέκα. Εισελθών δε εις το Άγιον Βήμα και φορέσας λευκά άμφια εξήλθεν εις την ωραίαν Πύλην με αναμμένη λαμπάδα και είπε με φωνήν παλλομένην: «Δεύτε λάβετε φως», «δεύτε λάβετε φως», «δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν τον αναστάντα εκ νεκρών».
Τους είπε και ήναψαν όλα τα κηρία, ανέγνωσεν έπειτα το β’ εωθινόν «Διαγενομένου του Σαββάτου» και μετά το «Δόξα τη αγία και ζωοποιώ και αδιαιρέτω Τριάδι…» έψαλλε το «Χριστός ανέστη» εκ τρίτου. Και ότε έστρεψε ίνα ειπή εις αυτούς να ψάλλουν και αυτοί, όλοι τους ήσαν αγκαλιασμένοι και έκλαιον και κατεφιλούντο. Ήρπασε και αυτός εις τας αγκάλας του τα μικρά νεοφώτιστα και τα εφίλησε, είτα τους είπε παρηγορητικούς λόγους, ότι «και το Γένος θ’ αναστηθή μίαν ημέραν ολόκληρον, και ηνωμένον θα εορτάζη πλέον την Ανάστασιν του Κυρίου, ως μία οικογένεια». Τους συνέστησε έπειτα να σβήσουν τα κηρία, και όταν υπάγουν εις το χωρίον των την ημέραν του Πάσχα να τα μοιράσουν εις όλους να τ’ ανάψουν βαπτισμένοι και αβάπτιστοι, να ψάλλουν το «Χριστός ανέστη», και ότι όσοι είναι βαπτισμένοι και στεφανωμένοι να μεταλάβουν από την Αγίαν Κοινωνίαν, που θα τους δώση αύριον να πάρουν μαζί τους. Έως ότου ξημερώση καλά, εδιάβαζεν εις επήκοον πάντων την Ακολουθίαν της Μεταλήψεως, είτα την συγχωρητικήν ευχήν. Όλοι τους εισήλθον εις το Παρεκκλήσιον, αφ’ όπου ήκουον την θείαν Λειτουργίαν. Εις το τέλος μετέδωκε πρώτον τα άχραντα Μυστήρια εις τα νεοφώτιστα παιδία, εις τας γυναίκας έπειτα, και κατόπιν εις τους άνδρας. Εκείνοι εδίσταζαν:
-«Ίνεται, Πάτερ, έναν και άλλον κοινωνίαν»; [Γίνεται, Πάτερ, να κοινωνήσουμε ξανά;] -«Γίνεται», τους είπε, «Σώμα Χριστού μεταλάβετε, πηγής αθανάτου γεύσασθε».
Όλα έγιναν εν τάξει. Και όταν μετ’ ολίγον ανέβηκε εις το δωμάτιον και επρόκειτο να χωρισθούν, ίνα προς το εσπέρας φύγουν με το πλοίον, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς, αλλά σιωπηλός κατέκλυσε την αίθουσα! Αυτοί δεν ήθελον να τον αφήσουν, και αυτός δεν ημπορούσε να τους ξεπροβοδίση πέραν της Εκκλησίας, διότι φορούσε τα ράσα… Και η… πολιτισμένη αυτή χώρα δεν τα επιτρέπει.
-«Να λαλεύομέν σε, Πάτερ… να μνημονεύης, Πάτερ, ντο να λέομέν σε, Πάτερ;».
Να ειπήτε τας ευχάς μου στους Χριστιανούς μας, να είναι καλοί Χριστιανοί, να πιστεύουν στον Χριστόν μας και στην Ελλάδα μας και ο Θεός θα τους ευλογή, η Πατρίδα μας θα τους σκέφτεται πάντοτε και εγώ δεν θα σας λησμονήσω ποτέ». Και πώς να τους λησμονήση, όπου τα δάκρυά των κατέβρεξαν τας χείρας του, πώς να μην ενθυμήται την άκραν ευλάβειάν των και τα περιστατικά των, όμοια προς τα των Χριστιανών των πρώτων αιώνων, πώς να ξεχάση την κατακόμβην του Παρεκκλησίου της Γοργοεπηκόου; Πάντοτε τους ενθυμείται και αρκείται ήδη εν γήρει εις το ψαλμικόν: «Μνήσθητι, Κύριε, της ταλαιπωρίας των πτωχών και του σπαραγμού των πενήτων· Κύριε, επίφανον το πρόσωπόν σου και σωθησόμεθα». Πώς να λησμονήσω τα βάσανα της εκλεκτής αυτής Φυλής, που βρέθηκε γεωγραφικώς μεταξύ λαών βαρβάρων την ψυχήν, λαών ανεπιδέκτων πραγματικού πολιτισμού, λαών με θηριώδη ένστικτα!…
Μέσα από το βιβλίο «Από τον κήπο του Παππού, Αγιορειτικές Διηγήσεις Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου», κεφάλαιο «Σύγχρονα Μαρτυρολόγια» (εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας).
Το γεγονός αυτό το έζησε ο ίδιος. Οι φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο που έγραψε ο Γεώργιος Ανδρεάδης «Οι Κλωστοί» (εκδόσεις Γόρδιος).
Χριστός Ανέστη
Ο Απόστολος και το Ευαγγέλιο της Κυριακής 1 Μαΐου 2022 (ΤΟΥ ΘΩΜΑ)
"Για εμάς τους Ορθοδόξους Σταυρός και Σταύρωση σημαίνει διακονία, θυσία αγαπητική σαν αυτή του Κυρίου μας"
Αφορμή χαράς πρέπει να είναι για τον πιστό ό,τι αποτελεί αιτία θλίψεως στον παρόντα κόσμο, αφού και δια του Σταυρού, κατ’ εξοχήν σύμβολο πάθους, ήλθε χαρά σ’ όλο τον κόσμο. Άλλωστε στην Ορθόδοξη Πατερική παράδοση δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάντοτε μιλάμε για το «Χαροποιόν πένθος».
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε ομιλία του για την είσοδο στην αγία Τεσσαρακοστή μιλά για την «πνευματική χαρά» που πρέπει να νοιώθουμε οι χριστιανοί την περίοδο αυτή: «Ας μη γίνεται λοιπόν τις κατηφής. ας μη γίνεται τις σκυθρωπός. αλλ’ ας χορεύη, και ας χαίρεται και ας δοξάζη τον κηδεμόνα, και επιμελητήν των ψυχών μας, όπου μας άνοιξεν αυτήν την εξαίρετον στράταν, και ας δεχθή με πολλήν χαράν τον ερχομόν της». Ο Εφραίμ ο Σύρος συνδέοντας αυτή τη χαρά με την Ανάσταση, αποκαλεί τον Σταυρό «ζωοποιόν», «ανοικτήν του Παραδείσου», «νεκρών ανάστασιν», ενώ και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης υπονοεί ότι την ίδια χαρά πρέπει να νοιώθει ο χριστιανός, αφού με την Ανάσταση διασκορπίζονται «οι εχθροί του δαίμονες. ο εχθρός του θάνατος. ο εχθρός του η αμαρτία. ο εχθρός του ο άδης» σύμφωνα με το αγιογραφικό «αναστήτω ο Θεός και διασκορπίσθήτωσαν οι εχθροί αυτού» (Ψαλμ. ριζ΄ 23).
Δεν πρέπει από τον ορθόδοξο χριστιανό να πάψει να υπάρχει η πίστη και η ελπίδα, ότι δια της χάριτος νικάται η αμαρτία, ότι όπως ο ληστής και η πόρνη, έτσι και αυτός θα κερδίσει τον Παράδεισο. Και αυτό γιατί πίστη των ορθοδόξων είναι ότι η ελπίδα και η χαρά πηγάζουν από το όλο μυστήριο της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία μας, από τη Σάρκωση και το Πάθος, κυρίως όμως και κατ’ εξοχήν από το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού.
Εφ’ όσον ο Χριστός ανέστη και βεβαίως η ελπίδα και το κίνητρο της χαράς είναι βέβαια μετά απ’ αυτό, η χαρά των χριστιανών δεν έχει να πάθει τίποτε από οποιαδήποτε πραγματικότητα του κόσμου τούτου. Είναι μια χαρά αέναος, αδιάλειπτος, αμετάπτωτος, μη αναιρούμενη. Και αυτό οφείλουμε να μην το ξεχνάμε ποτέ.
Από την άλλη, χωρίς Σταύρωση δεν υπάρχει Ανάσταση και χωρίς την Ανάσταση δεν θα υπήρχε Εκκλησία, επομένως «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή η πίστις υμών» (Α΄ Κορινθ. 15,14).
Για εμάς τους Ορθοδόξους Σταυρός και Σταύρωση σημαίνει διακονία, θυσία αγαπητική σαν αυτή του Κυρίου μας, αγώνας ενάντια σ’ όλες τις δαιμονικές εκείνες δυνάμεις του «άρχοντος του κόσμου τούτου» (Ιωαν 12,31), του οποίου τα έργα ο Κύριος ήλθε «ίνα λύση» (Α΄ Ιωαν. 3,8). Και ποια είναι τα έργα αυτά; Εγωισμός, υποκρισία και ψευτιά, φτώχεια και αρρώστια, καταπίεση, αδικία και ανισότητα καθώς και τόσα άλλα, ειδικά τις μέρες τούτες με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που βιώνουμε.
Ο Χριστός μας δείχνει το δρόμο για απαλλαγή απ’ όλα αυτά, για σωτηρία, για ανά-ταση και ανά-σταση, εσωτερική του καθενός από εμάς αλλά και κοινωνική, αφού για το κακό που υπάρχει στον κόσμο ευθύνη έχουμε όλοι μας. Και ο Παύλος, ο πρώτος μετά τον Ένα, συνεχίζει στην ίδια πορεία να μας δείχνει το δρόμο λέγοντας: «Μιμηταί μου γίγνεσθαι καθώς καγώ Χριστού» (Α΄ Κορινθ. 11, 1).
Για να γίνουν όλα αυτά βίωμα των χριστιανών όμως, θα πρέπει να κάνουμε μεγάλο αγώνα, για να νικήσουμε τον κακό εαυτό μας πρωτίστως (έργο πολύ δύσκολο ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή, εποχή άκρατου ευδαιμονισμού και καταναλωτισμού), να μεταθέσουμε την ψυχή μας «από των παρόντων στων μελλόντων την μέριμνα» όπως ο Μέγας Βασίλειος προτείνει και τελικά «ούτως ουν τιμήσωμεν τας του Κυρίου εορτάς, μη κοσμικώς, αλλ’ υπερκοσμίως» κατά τον Εφραίμ τον Σύρο.
Η Εκκλησία μας προσφέρει τον τρόπο. Προσευχή και νηστεία, άσκηση πνευματική και σωματική. Φτάνει να ξυπνήσουμε από τον βαθύ λήθαργο που βρισκόμαστε και να αναφωνήσουμε μαζί με τον ψαλμωδό: «Ψυχή μου ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις;» και ακόμη «Δεύρο τάλαινα ψυχή, συν τη σαρκί σου τω πάντων Κτίστη εξομολογού. και απόσχου λοιπόν, της πριν αλογίας. και προσάγαγε Θεώ εν μετανοία δάκρυα» αφού όμως προηγουμένως «…ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού τελωνικώς δια νηστείας …». Να τα μέσα που μας προσφέρει η Εκκλησία. Προσευχή, νηστεία, εξομολόγηση, μετάνοια.
Σκληρός ο αγώνας και αδυσώπητος, χρειάζεται νήψη και εγρήγορση, να έχουμε τα πνευματικά μάτια ανοιχτά, αφού το κακό υπάρχει παντού, ακόμη και εκεί που δεν το περιμένουμε (όπως συμβαίνει πολλές φορές και στις πιο στενές και ιερές σχέσεις όπως αυτές των συζύγων και της οικογένειας όπου κυριαρχούν η υποκρισία και κεκαλυμμένος εγωισμός, ή ακόμη όπως συμβαίνει με αυτή την φρικτή αντιστροφή όρων, της ελευθερίας που στην ουσία υποδουλώνει, της αγάπης, δήθεν χριστιανικής, που στην ουσία πρόκειται για υποκριτική εκμετάλλευση κ.ά.).
Μοιάζει να έχει πλημμυρήσει το κακό τους πάντες και τα πάντα. Για εμάς του ορθοδόξους βέβαια, ήδη ο «άρχων του κόσμου τούτου κέκριται» (Ιωαν. 16,11) και «εκβληθήσεται έξω» (Ιωαν. 12,31), όμως ακόμη «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τινα καταπιείν» (Α΄ Πετρ. 5,8).
Υπάρχουν φορές που πολλοί χριστιανοί απογοητεύονται από το κακό και το μέγεθος αυτού, που κυριαρχεί στον κόσμο. Ακούγονται να λένε, ότι δεν υπάρχει λύση, δεν γίνεται τίποτα, δεν αλλάζουν τα πράγματα. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η άποψη αυτή αποτελεί μια έμμεση μορφή απιστίας, αφού στην ουσία δεν ακούμε τον Χριστό που μας προειδοποιεί ότι «εν τω κόσμω θλίψιν έχετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. 16,33) και ακόμη ότι «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται, και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωαν. 11,26).
Λοιπόν, «ιδού ο Νυμφίος έρχεται» και «μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα», δηλαδή όχι με αδιαφορία ή από συνήθεια, ούτε απαθώς, αλλά θεωρώντας «τα πάθη τα σεπτά» ως «φώτα σωστικά», που σημαίνει «μιμηταί Χριστού». Απέναντι λοιπόν στον Νυμφίο και στο «γάμο» που μας καλεί, θα πρέπει να βαδίζουμε με πίστη, αισιοδοξία και χαρά, όπως όλοι οι άγιοί μας όταν βάδιζαν προς το μαρτύριο και έδιναν μαρτυρία δια του πάθους. Άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος με το «Χαίρετε» της Αναστάσεως στους μαθητές του αυτό μας συνιστά. Και ο Παύλος επίσης προς τους Φιλιππισίους «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε» λέγει.
Απαντοχή μας και χαρά μας επομένως ο Χριστός, αλλά χαρά μας και ο πλησίον, η «εικόνα» του Χριστού. «Έως εστι καιρός, Χριστόν επισκεψώμεθα, Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμεν, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν» μας λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να συμπληρώσει ο Αββάς Απολλώ «είδες γαρ τον αδερφόν σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου» και στη συνέχεια ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ όταν προσφωνούσε κάθε άνθρωπο που συναντούσε με τις λέξεις: «χαρά μου».
Αφού λοιπόν «έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. 5,8) και ταυτοχρόνως έγινε «η κεφαλή της εκκλησίας» και ο «πρωτότοκος εκ των νεκρών» (Κολ. 1,18), ο χριστιανός οφείλει να είναι χαρούμενος «επ’ ελπίδι ζωής αιωνίου» (Τιτ. 1,2) και πάντοτε «χαίρειν μετά χαιρόντων» και «κλαίειν μετά κλαιόντων» (Ρωμ. 12,15). Στην ουσία δηλαδή να γινόμαστε κοινωνοί της χαράς και των προβλημάτων των συνανθρώπων μας, σύμφωνα με το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2). Να υπομένουμε σε τελική ανάλυση και να σηκώνουμε τον δικό μας Σταυρό (να αγωνιζόμαστε δηλαδή όπως ο Χριστός που οδηγήθηκε στον Σταυρό) εναντίον της αδικίας, της κακίας, ενάντια στις δαιμονικές δυνάμεις του άρχοντος του κόσμου τούτου, με φιλάνθρωπα αισθήματα και θυσιαστική αγάπη για τους πλησίον μας, όποιοι και αν είναι αυτοί.
Μόνο έτσι είναι δυνατόν να αλλάξει η κοινωνία μας και ο κόσμος μας και να γίνει Βασιλεία του Θεού, αφού φυσικά προηγουμένως αλλάξουμε εμείς και αποβάλλουμε το «φρόνημα της σαρκός» και αποκτήσουμε το «φρόνημα του πνεύματος» (Ρωμ. 8,6).
Η λύπη και η χαρά ή η χαρά και η λύπη, η χαρμολύπη, ο Σταυρός και η Ανάσταση, στην Ορθόδοξη Πατερική παράδοσή μας, πάνε πάντα μαζί. Δεν ξεχωρίζουν. «Χθες συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι. συνεσταυρούμην σοι χθές. αυτός με συνδόξασον, Σωτήρ, εν τη βασιλεία σου».
Είναι πολύ δύσκολο για τον ορθολογιστή και δυτικοθρεμένο άνθρωπο της σύγχρονης εποχής (και δυστυχώς στην κατηγορία αυτή ανήκουμε πολλοί και από εμάς του ορθοδόξους) να κατανοήσει το μήνυμα της Αναστάσεως, μήνυμα ελπίδας και αισιοδοξίας για το σήμερα και για το αύριο.
Εορτάζει Πάσχα ο σύγχρονος άνθρωπος (δηλαδή πέρασμα σε μια άλλη στάση και διά-σταση ζωής, από την αμαρτωλότητα, τη φθαρτότητα και τη θνητότητα, στη ζωή της χάριτος, της ελπίδας, της σωτηρίας και της αιωνίου ζωής) ρηχό, επιφανειακό, με στοιχεία μεν από την παράδοσή μας, που όμως δεν μιλούν στα κατάβαθα της ψυχής του, δεν προκαλούν την «καλήν αλλοίωσιν».
Πώς να χωνέψει και να κατανοήσει ο ορθολογιστής άνθρωπος της εποχής μας, τη νίκη κατά του θανάτου που βιώνουν (ή μήπως βίωναν;) παραδοσιακά οι ορθόδοξοι χριστιανοί, εκφράζοντάς την για παράδειγμα ανήμερα του Πάσχα με τον πηγαιμό στα μνήματα των προσφιλών τους προσώπων (και όχι μόνο) με νταούλια και βιολιά να γιορτάσουν την Ανάσταση ή με το σπάσιμο των κόκκινων αυγών πάνω στα μνήματα και την επινίκιο φράση «Χριστός Ανέστη»; Στην ουσία δηλαδή με γεγονότα σαν και αυτά δια-δηλώνουν οι ορθόδοξοι την ακράδαντη πίστη τους στη νίκη του Αναστάντος Χριστού πάνω στην αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο, αφού είναι σαν να αναρωτιόνται εκείνη τη στιγμή: «Που σου θάνατε το κέντρον; Που σου θάνατε το νίκος; Ανέστη Χριστός και συ καταβέβλησαι».
Για τον ορθόδοξο χριστιανό που βιώνει το μήνυμα της Αναστάσεως και προσδοκά την ανάσταση των νεκρών και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος, για τον ορθόδοξο χριστιανό που δεν πιστεύει ότι σ’ αυτόν τον κόσμο «φύτρωσε» ή ότι είναι «τυχαίο ατύχημα» της φύσης, αλλά αντίθετα πιστεύει ότι είναι «καλό λίαν» δημιούργημα της άπειρης αγάπης του προσωπικού Θεού Πατέρα, που θυσιάζει από αγάπη για το πλάσμα Του τον Υιό Του τον Μονογενή, για τον ορθόδοξο χριστιανό που η πίστις του είναι αυτή (και μη ξεχνάμε ότι το πιστεύειν είναι τρόπος ζωής, είναι στάση ζωής), δεν χρειάζεται να είναι κατανοητά όλα αυτά νοησιαρχικώς, αφού ήδη τα κάνει πράξη με τη ζωή του (πρέπει να τα κάνει) και βίωμά του.
Για τον δυτικοθρεμμένο και εκκοσμικευμένο άνθρωπο όμως, όλα αυτά είναι ακατανόητα.
Θυμούμαι πριν λίγα χρόνια όταν γινόταν ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όταν χρειάσθηκε να εκπατριστούν οι ορθόδοξοι Σέρβοι. Τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης έδειχναν τους Σέρβους να ξεθάβουν τους νεκρούς τους και να τους παίρνουν μαζί τους και να σχολιάζουν αρνητικά αυτό το, ακατανόητο γι’ αυτούς, γεγονός. Μα για τον ορθόδοξο χριστιανό η συνέχεια της ζωής και η ενότητα των χριστιανών, ζώντων και κεκοιμημένων, ως Σώμα Χριστού, με κεφαλή τον ίδιο τον Χριστό, είναι αυτονόητη και δεδομένη και το πέρασμα από τη μια μορφή ζωής στην άλλη επίσης. Καθώς επίσης και οι προσευχές των μελών του ενός Σώματος, είτε πρόκειται για ζώντες είτε για κεκοιμημένους, είναι καθημερινή πράξη για τους Ορθοδόξους χριστιανούς.
Όλα αυτά που προαναφέρουμε, δείχνουν ότι ο ορθόδοξος χριστιανός βιώνει καθημερινά την πίστη του. Περιγελά το θάνατο και στην ουσία αυτόν που αποτέλεσε την αιτία και την αφορμή να εισβάλουν στην ανθρωπότητα η αμαρτία, η φθορά και ο θάνατος, δηλαδή τον Διάβολο, αφού «Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο». Πως λοιπόν να καταλάβει ο ορθολογιστής άνθρωπος της εποχής μας ότι δεν υπάρχει πλέον θάνατος, αλλά ο φόβος του θανάτου.
Ας ευχηθούμε αδερφοί μου, ιδιαιτέρως αυτήν την δύσκολη και κρίσιμη για το μέλλον της ανθρωπότητας περίοδο που διανύουμε, περίοδο αποπροσανατολισμού και κρίσεως θεσμών και αξιών, όπου οι άνθρωποι ζούνε (ή μήπως και πολλοί κατ’ όνομα χριστιανοί) χωρίς όραμα και ελπίδα, όπως «τον ληστήν αυθημερόν του παραδείσου ηξίωσας Κύριε, καμέ το ξύλω του Σταυρού φώτισον και σώσον με» και διηγούμενοι «πάντα τα θαυμάσιά σου Κύριε» να αναφωνήσουμε στην συνέχεια μαζί με τον ψαλμωδό το «Χαράς τα πάντα πεπλήρωνται της Αναστάσεως την πείραν ειληφότα», που με άλλα λόγια σημαίνει ότι τώρα που έχουμε λάβει την εμπειρία της Αναστάσεως, πως «ήλθεν δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω», πρέπει να είναι όλα και όλοι πλημμυρισμένοι από αισιοδοξία, ελπίδα και χαρά.
«Που σου θάνατε το κέντρον; Που σου θάνατε το νίκος; Ανέστη Χριστός και συ καταβέβλησαι».
"Για εμάς τους Ορθοδόξους Σταυρός και Σταύρωση σημαίνει διακονία, θυσία αγαπητική σαν αυτή του Κυρίου μας"
Αφορμή χαράς πρέπει να είναι για τον πιστό ό,τι αποτελεί αιτία θλίψεως στον παρόντα κόσμο, αφού και δια του Σταυρού, κατ’ εξοχήν σύμβολο πάθους, ήλθε χαρά σ’ όλο τον κόσμο. Άλλωστε στην Ορθόδοξη Πατερική παράδοση δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πάντοτε μιλάμε για το «Χαροποιόν πένθος».
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος σε ομιλία του για την είσοδο στην αγία Τεσσαρακοστή μιλά για την «πνευματική χαρά» που πρέπει να νοιώθουμε οι χριστιανοί την περίοδο αυτή: «Ας μη γίνεται λοιπόν τις κατηφής. ας μη γίνεται τις σκυθρωπός. αλλ’ ας χορεύη, και ας χαίρεται και ας δοξάζη τον κηδεμόνα, και επιμελητήν των ψυχών μας, όπου μας άνοιξεν αυτήν την εξαίρετον στράταν, και ας δεχθή με πολλήν χαράν τον ερχομόν της». Ο Εφραίμ ο Σύρος συνδέοντας αυτή τη χαρά με την Ανάσταση, αποκαλεί τον Σταυρό «ζωοποιόν», «ανοικτήν του Παραδείσου», «νεκρών ανάστασιν», ενώ και ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης υπονοεί ότι την ίδια χαρά πρέπει να νοιώθει ο χριστιανός, αφού με την Ανάσταση διασκορπίζονται «οι εχθροί του δαίμονες. ο εχθρός του θάνατος. ο εχθρός του η αμαρτία. ο εχθρός του ο άδης» σύμφωνα με το αγιογραφικό «αναστήτω ο Θεός και διασκορπίσθήτωσαν οι εχθροί αυτού» (Ψαλμ. ριζ΄ 23).
Δεν πρέπει από τον ορθόδοξο χριστιανό να πάψει να υπάρχει η πίστη και η ελπίδα, ότι δια της χάριτος νικάται η αμαρτία, ότι όπως ο ληστής και η πόρνη, έτσι και αυτός θα κερδίσει τον Παράδεισο. Και αυτό γιατί πίστη των ορθοδόξων είναι ότι η ελπίδα και η χαρά πηγάζουν από το όλο μυστήριο της Θείας Οικονομίας για τη σωτηρία μας, από τη Σάρκωση και το Πάθος, κυρίως όμως και κατ’ εξοχήν από το γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού.
Εφ’ όσον ο Χριστός ανέστη και βεβαίως η ελπίδα και το κίνητρο της χαράς είναι βέβαια μετά απ’ αυτό, η χαρά των χριστιανών δεν έχει να πάθει τίποτε από οποιαδήποτε πραγματικότητα του κόσμου τούτου. Είναι μια χαρά αέναος, αδιάλειπτος, αμετάπτωτος, μη αναιρούμενη. Και αυτό οφείλουμε να μην το ξεχνάμε ποτέ.
Από την άλλη, χωρίς Σταύρωση δεν υπάρχει Ανάσταση και χωρίς την Ανάσταση δεν θα υπήρχε Εκκλησία, επομένως «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή η πίστις υμών» (Α΄ Κορινθ. 15,14).
Για εμάς τους Ορθοδόξους Σταυρός και Σταύρωση σημαίνει διακονία, θυσία αγαπητική σαν αυτή του Κυρίου μας, αγώνας ενάντια σ’ όλες τις δαιμονικές εκείνες δυνάμεις του «άρχοντος του κόσμου τούτου» (Ιωαν 12,31), του οποίου τα έργα ο Κύριος ήλθε «ίνα λύση» (Α΄ Ιωαν. 3,8). Και ποια είναι τα έργα αυτά; Εγωισμός, υποκρισία και ψευτιά, φτώχεια και αρρώστια, καταπίεση, αδικία και ανισότητα καθώς και τόσα άλλα, ειδικά τις μέρες τούτες με τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που βιώνουμε.
Ο Χριστός μας δείχνει το δρόμο για απαλλαγή απ’ όλα αυτά, για σωτηρία, για ανά-ταση και ανά-σταση, εσωτερική του καθενός από εμάς αλλά και κοινωνική, αφού για το κακό που υπάρχει στον κόσμο ευθύνη έχουμε όλοι μας. Και ο Παύλος, ο πρώτος μετά τον Ένα, συνεχίζει στην ίδια πορεία να μας δείχνει το δρόμο λέγοντας: «Μιμηταί μου γίγνεσθαι καθώς καγώ Χριστού» (Α΄ Κορινθ. 11, 1).
Για να γίνουν όλα αυτά βίωμα των χριστιανών όμως, θα πρέπει να κάνουμε μεγάλο αγώνα, για να νικήσουμε τον κακό εαυτό μας πρωτίστως (έργο πολύ δύσκολο ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή, εποχή άκρατου ευδαιμονισμού και καταναλωτισμού), να μεταθέσουμε την ψυχή μας «από των παρόντων στων μελλόντων την μέριμνα» όπως ο Μέγας Βασίλειος προτείνει και τελικά «ούτως ουν τιμήσωμεν τας του Κυρίου εορτάς, μη κοσμικώς, αλλ’ υπερκοσμίως» κατά τον Εφραίμ τον Σύρο.
Η Εκκλησία μας προσφέρει τον τρόπο. Προσευχή και νηστεία, άσκηση πνευματική και σωματική. Φτάνει να ξυπνήσουμε από τον βαθύ λήθαργο που βρισκόμαστε και να αναφωνήσουμε μαζί με τον ψαλμωδό: «Ψυχή μου ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις;» και ακόμη «Δεύρο τάλαινα ψυχή, συν τη σαρκί σου τω πάντων Κτίστη εξομολογού. και απόσχου λοιπόν, της πριν αλογίας. και προσάγαγε Θεώ εν μετανοία δάκρυα» αφού όμως προηγουμένως «…ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού τελωνικώς δια νηστείας …». Να τα μέσα που μας προσφέρει η Εκκλησία. Προσευχή, νηστεία, εξομολόγηση, μετάνοια.
Σκληρός ο αγώνας και αδυσώπητος, χρειάζεται νήψη και εγρήγορση, να έχουμε τα πνευματικά μάτια ανοιχτά, αφού το κακό υπάρχει παντού, ακόμη και εκεί που δεν το περιμένουμε (όπως συμβαίνει πολλές φορές και στις πιο στενές και ιερές σχέσεις όπως αυτές των συζύγων και της οικογένειας όπου κυριαρχούν η υποκρισία και κεκαλυμμένος εγωισμός, ή ακόμη όπως συμβαίνει με αυτή την φρικτή αντιστροφή όρων, της ελευθερίας που στην ουσία υποδουλώνει, της αγάπης, δήθεν χριστιανικής, που στην ουσία πρόκειται για υποκριτική εκμετάλλευση κ.ά.).
Μοιάζει να έχει πλημμυρήσει το κακό τους πάντες και τα πάντα. Για εμάς του ορθοδόξους βέβαια, ήδη ο «άρχων του κόσμου τούτου κέκριται» (Ιωαν. 16,11) και «εκβληθήσεται έξω» (Ιωαν. 12,31), όμως ακόμη «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τινα καταπιείν» (Α΄ Πετρ. 5,8).
Υπάρχουν φορές που πολλοί χριστιανοί απογοητεύονται από το κακό και το μέγεθος αυτού, που κυριαρχεί στον κόσμο. Ακούγονται να λένε, ότι δεν υπάρχει λύση, δεν γίνεται τίποτα, δεν αλλάζουν τα πράγματα. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η άποψη αυτή αποτελεί μια έμμεση μορφή απιστίας, αφού στην ουσία δεν ακούμε τον Χριστό που μας προειδοποιεί ότι «εν τω κόσμω θλίψιν έχετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. 16,33) και ακόμη ότι «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ καν αποθάνη ζήσεται, και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωαν. 11,26).
Λοιπόν, «ιδού ο Νυμφίος έρχεται» και «μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα», δηλαδή όχι με αδιαφορία ή από συνήθεια, ούτε απαθώς, αλλά θεωρώντας «τα πάθη τα σεπτά» ως «φώτα σωστικά», που σημαίνει «μιμηταί Χριστού». Απέναντι λοιπόν στον Νυμφίο και στο «γάμο» που μας καλεί, θα πρέπει να βαδίζουμε με πίστη, αισιοδοξία και χαρά, όπως όλοι οι άγιοί μας όταν βάδιζαν προς το μαρτύριο και έδιναν μαρτυρία δια του πάθους. Άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος με το «Χαίρετε» της Αναστάσεως στους μαθητές του αυτό μας συνιστά. Και ο Παύλος επίσης προς τους Φιλιππισίους «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε» λέγει.
Απαντοχή μας και χαρά μας επομένως ο Χριστός, αλλά χαρά μας και ο πλησίον, η «εικόνα» του Χριστού. «Έως εστι καιρός, Χριστόν επισκεψώμεθα, Χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμεν, Χριστόν συναγάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν» μας λέγει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, για να συμπληρώσει ο Αββάς Απολλώ «είδες γαρ τον αδερφόν σου, είδες Κύριον τον Θεόν σου» και στη συνέχεια ο Όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ όταν προσφωνούσε κάθε άνθρωπο που συναντούσε με τις λέξεις: «χαρά μου».
Αφού λοιπόν «έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. 5,8) και ταυτοχρόνως έγινε «η κεφαλή της εκκλησίας» και ο «πρωτότοκος εκ των νεκρών» (Κολ. 1,18), ο χριστιανός οφείλει να είναι χαρούμενος «επ’ ελπίδι ζωής αιωνίου» (Τιτ. 1,2) και πάντοτε «χαίρειν μετά χαιρόντων» και «κλαίειν μετά κλαιόντων» (Ρωμ. 12,15). Στην ουσία δηλαδή να γινόμαστε κοινωνοί της χαράς και των προβλημάτων των συνανθρώπων μας, σύμφωνα με το «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε» (Γαλ. 6,2). Να υπομένουμε σε τελική ανάλυση και να σηκώνουμε τον δικό μας Σταυρό (να αγωνιζόμαστε δηλαδή όπως ο Χριστός που οδηγήθηκε στον Σταυρό) εναντίον της αδικίας, της κακίας, ενάντια στις δαιμονικές δυνάμεις του άρχοντος του κόσμου τούτου, με φιλάνθρωπα αισθήματα και θυσιαστική αγάπη για τους πλησίον μας, όποιοι και αν είναι αυτοί.
Μόνο έτσι είναι δυνατόν να αλλάξει η κοινωνία μας και ο κόσμος μας και να γίνει Βασιλεία του Θεού, αφού φυσικά προηγουμένως αλλάξουμε εμείς και αποβάλλουμε το «φρόνημα της σαρκός» και αποκτήσουμε το «φρόνημα του πνεύματος» (Ρωμ. 8,6).
Η λύπη και η χαρά ή η χαρά και η λύπη, η χαρμολύπη, ο Σταυρός και η Ανάσταση, στην Ορθόδοξη Πατερική παράδοσή μας, πάνε πάντα μαζί. Δεν ξεχωρίζουν. «Χθες συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι. συνεσταυρούμην σοι χθές. αυτός με συνδόξασον, Σωτήρ, εν τη βασιλεία σου».
Είναι πολύ δύσκολο για τον ορθολογιστή και δυτικοθρεμένο άνθρωπο της σύγχρονης εποχής (και δυστυχώς στην κατηγορία αυτή ανήκουμε πολλοί και από εμάς του ορθοδόξους) να κατανοήσει το μήνυμα της Αναστάσεως, μήνυμα ελπίδας και αισιοδοξίας για το σήμερα και για το αύριο.
Εορτάζει Πάσχα ο σύγχρονος άνθρωπος (δηλαδή πέρασμα σε μια άλλη στάση και διά-σταση ζωής, από την αμαρτωλότητα, τη φθαρτότητα και τη θνητότητα, στη ζωή της χάριτος, της ελπίδας, της σωτηρίας και της αιωνίου ζωής) ρηχό, επιφανειακό, με στοιχεία μεν από την παράδοσή μας, που όμως δεν μιλούν στα κατάβαθα της ψυχής του, δεν προκαλούν την «καλήν αλλοίωσιν».
Πώς να χωνέψει και να κατανοήσει ο ορθολογιστής άνθρωπος της εποχής μας, τη νίκη κατά του θανάτου που βιώνουν (ή μήπως βίωναν;) παραδοσιακά οι ορθόδοξοι χριστιανοί, εκφράζοντάς την για παράδειγμα ανήμερα του Πάσχα με τον πηγαιμό στα μνήματα των προσφιλών τους προσώπων (και όχι μόνο) με νταούλια και βιολιά να γιορτάσουν την Ανάσταση ή με το σπάσιμο των κόκκινων αυγών πάνω στα μνήματα και την επινίκιο φράση «Χριστός Ανέστη»; Στην ουσία δηλαδή με γεγονότα σαν και αυτά δια-δηλώνουν οι ορθόδοξοι την ακράδαντη πίστη τους στη νίκη του Αναστάντος Χριστού πάνω στην αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο, αφού είναι σαν να αναρωτιόνται εκείνη τη στιγμή: «Που σου θάνατε το κέντρον; Που σου θάνατε το νίκος; Ανέστη Χριστός και συ καταβέβλησαι».
Για τον ορθόδοξο χριστιανό που βιώνει το μήνυμα της Αναστάσεως και προσδοκά την ανάσταση των νεκρών και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος, για τον ορθόδοξο χριστιανό που δεν πιστεύει ότι σ’ αυτόν τον κόσμο «φύτρωσε» ή ότι είναι «τυχαίο ατύχημα» της φύσης, αλλά αντίθετα πιστεύει ότι είναι «καλό λίαν» δημιούργημα της άπειρης αγάπης του προσωπικού Θεού Πατέρα, που θυσιάζει από αγάπη για το πλάσμα Του τον Υιό Του τον Μονογενή, για τον ορθόδοξο χριστιανό που η πίστις του είναι αυτή (και μη ξεχνάμε ότι το πιστεύειν είναι τρόπος ζωής, είναι στάση ζωής), δεν χρειάζεται να είναι κατανοητά όλα αυτά νοησιαρχικώς, αφού ήδη τα κάνει πράξη με τη ζωή του (πρέπει να τα κάνει) και βίωμά του.
Για τον δυτικοθρεμμένο και εκκοσμικευμένο άνθρωπο όμως, όλα αυτά είναι ακατανόητα.
Θυμούμαι πριν λίγα χρόνια όταν γινόταν ο πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όταν χρειάσθηκε να εκπατριστούν οι ορθόδοξοι Σέρβοι. Τα Δυτικά μέσα ενημέρωσης έδειχναν τους Σέρβους να ξεθάβουν τους νεκρούς τους και να τους παίρνουν μαζί τους και να σχολιάζουν αρνητικά αυτό το, ακατανόητο γι’ αυτούς, γεγονός. Μα για τον ορθόδοξο χριστιανό η συνέχεια της ζωής και η ενότητα των χριστιανών, ζώντων και κεκοιμημένων, ως Σώμα Χριστού, με κεφαλή τον ίδιο τον Χριστό, είναι αυτονόητη και δεδομένη και το πέρασμα από τη μια μορφή ζωής στην άλλη επίσης. Καθώς επίσης και οι προσευχές των μελών του ενός Σώματος, είτε πρόκειται για ζώντες είτε για κεκοιμημένους, είναι καθημερινή πράξη για τους Ορθοδόξους χριστιανούς.
Όλα αυτά που προαναφέρουμε, δείχνουν ότι ο ορθόδοξος χριστιανός βιώνει καθημερινά την πίστη του. Περιγελά το θάνατο και στην ουσία αυτόν που αποτέλεσε την αιτία και την αφορμή να εισβάλουν στην ανθρωπότητα η αμαρτία, η φθορά και ο θάνατος, δηλαδή τον Διάβολο, αφού «Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες. Ανέστη Χριστός και νεκρός ουδείς εν τω μνήματι. Χριστός γαρ εγερθείς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο». Πως λοιπόν να καταλάβει ο ορθολογιστής άνθρωπος της εποχής μας ότι δεν υπάρχει πλέον θάνατος, αλλά ο φόβος του θανάτου.
Ας ευχηθούμε αδερφοί μου, ιδιαιτέρως αυτήν την δύσκολη και κρίσιμη για το μέλλον της ανθρωπότητας περίοδο που διανύουμε, περίοδο αποπροσανατολισμού και κρίσεως θεσμών και αξιών, όπου οι άνθρωποι ζούνε (ή μήπως και πολλοί κατ’ όνομα χριστιανοί) χωρίς όραμα και ελπίδα, όπως «τον ληστήν αυθημερόν του παραδείσου ηξίωσας Κύριε, καμέ το ξύλω του Σταυρού φώτισον και σώσον με» και διηγούμενοι «πάντα τα θαυμάσιά σου Κύριε» να αναφωνήσουμε στην συνέχεια μαζί με τον ψαλμωδό το «Χαράς τα πάντα πεπλήρωνται της Αναστάσεως την πείραν ειληφότα», που με άλλα λόγια σημαίνει ότι τώρα που έχουμε λάβει την εμπειρία της Αναστάσεως, πως «ήλθεν δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω», πρέπει να είναι όλα και όλοι πλημμυρισμένοι από αισιοδοξία, ελπίδα και χαρά.