Ανέστη Χριστός και πλέον όλα έχουν νόημα!

Ανάσταση. Μία λέξη που περιέχει μέσα της τόσα πολλά για εμάς τους Έλληνες. Η Ανάσταση με παραπέμπει αμέσως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, στην χαρμόσυνη περίοδο του Πάσχα. Ανάσταση σημαίνει συγχώρεση, εκκλησιασμός, κόκκινα αυγά, αντάμωμα με τους οικείους μας, πασχαλινό τραπέζι, ευθυμία, χαρά, ελπίδα. Ανάσταση όμως πάνω απ’ όλα σημαίνει Σωτηρία. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το καθοριστικό γεγονός που σημάδεψε την ανθρώπινη φύση μας. Είναι το γεγονός που μας δίνει την δυνατότητα όχι μόνο να ελπίζουμε αλλά να γνωρίζουμε ότι μπορούμε να σωθούμε. Ο Χριστός αναστήθηκε, νίκησε τον Θάνατο, έσπασε τις πόρτες του Άδη και μας τράβηξε όλους στο Φως, στην Αλήθεια, στην Θέωση. Όλες αυτές τις ημέρες αντί για άλλους χαιρετισμούς οι Έλληνες Ορθόδοξοι χρησιμοποιούν το «Χριστός Ανέστη» και απαντούν «Αληθώς Ανέστη». Επιβεβαιώνουν συνεχώς ότι η πίστη τους είναι αληθινή, δεν είναι μία θεωρία, δεν είναι μία ιδέα, δεν είναι κάτι έξω από την καθημερινότητά τους. Ο Χριστός Ανέστη όχι μόνο για μία ημέρα το χρόνο, αλλά για πάντοτε. Ο Χριστός Ανέστη όχι για μερικούς αλλά για όλους. Ο Χριστός Ανέστη όχι για να φάμε και να πιούμε, αλλά για να Τον κοινωνήσουμε. Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού η πίστη μας δεν θα είχε νόημα. Όπως λέγει και ο απόστολος Παύλος : «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, … κενή δε και η πίστις υμων» (Α’ Κορ. 15,14). Ο Χριστός όμως Ανέστη και τώρα πλέον Ζωή πολιτεύεται. Η Ανάσταση του Χριστού καθόρισε μια και καλή την πορεία των ανθρώπων. Οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι υπάρχει Κάποιος ο οποίος όχι μόνο κάνει θαύματα, όχι μόνο λέγει όμορφες διδασκαλίες αλλά νικά τον Θάνατο. Αυτός λοιπόν ο Κάποιος είναι ο Θεός. Ένας Θεός διαφορετικός από τους άλλους, γιατί είναι ο Αληθινός. Ένας Θεός ταπεινός, πράος, υπέροχος, σιωπηλός, παντοδύναμος, φιλάνθρωπος, ανεξίκακος, υπέρλογος, αόρατος και ορατός, μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, σταυρωμένος και αναστημένος….Θεός και Άνθρωπος. Ο Χριστός Ανέστη στην καρδιά του εκατόνταρχου, ο Χριστός Ανέστη στην καρδιά του Πέτρου που τον αρνήθηκε, στις μυροφόρες που ήλπιζαν, στην ύπαρξη του Θωμά που αμφέβαλλε αλλά και λαχταρούσε να Τον δει. Ο Χριστός Ανέστη για τον κάθε άνθρωπο που θέλει ο Χριστός να είναι στην ζωή του, στις χαρές και στις λύπες, στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, στην νηνεμία και στις τρικυμίες της καθημερινότητας. Οι άνθρωποι στον κόσμο ξεχνούν εύκολα ότι ο Χριστός Ανέστη με το που πιάσουν πάλι δουλειά, με το που μπουν πάλι στην αδυσώπητη ρουτίνα της καταναλωτικής κοινωνίας μας. Ο Χριστός όμως παραμένει Αναστημένος και περιμένει. Περιμένει τον καθένα μας. Περιμένει να Τον θυμηθούμε. Να Τον ακούσουμε να μας καλεί να συναναστηθούμε μαζί Του. Πολλοί μένουν αδιάφοροι, κλείνουν τα αυτιά τους, τα μάτια τους, την καρδιά τους στο Αναστάσιμο Φως που βγαίνει από το κενό μνημείο. Μερικοί όμως Τον αφουγκράζονται, μπαίνουν στο μνημείο και βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι λείπει. Λείπει ώστε να βρίσκεται παντού. Απουσιάζει από τον τάφο για παρουσιάζεται στις καρδιές που Τον αναζητούν. Άνθρωποι απλοί, καθαροί και αμαρτωλοί, επιστήμονες και αγράμματοι, ανήλικοι και ηλικιωμένοι, πλούσιοι και φτωχοί μπορούν να Τον αγγίξουν, μπορούν να Τον δουν, να Τον ακούσουν, να Τον αισθανθούν, αρκεί να ομολογήσουν μαζί με τον απόστολο: «Ο Κύριός μου και ο Θεός», αρκεί να μην δειλιάσουν να ταπεινωθούνε, αρκεί να μην αρκεσθούν στην τρυφή της φθαρτότητας, αρκεί να ατενίσουν μπροστά, πέρα από τα μαρτύρια, τους αγώνες, την άσκηση, τις ταλαιπωρίες και να δουν το Τέλος – την Τελειότητα που προσφέρει ο Θεάνθρωπος δια της Αναστάσεως. Ο Χριστός Ανέστη νικώντας τους τύπους, νικώντας τον ευσεβισμό, νικώντας την υποκρισία, νικώντας την απιστία, νικώντας την εμπάθεια, νικώντας τον πόνο, τα βάσανα, το μίσος, νικώντας τον Διάβολο, το σκοτάδι, τον Θάνατο. Ο Χριστός Ανέστη και γι’ αυτό ας μην υπάρχει πλέον κανένας δειλός κλεισμένος στο «υπερώο» του. Ο Χριστός Ανέστη και γι’ αυτό ας βγούμε όλοι έξω στον κόσμο ομολογώντας με την ζωή μας την χαρά που έχουμε, χωρίς μιζέρια, χωρίς αγωνία για το αν γίνουμε πιστευτοί ή όχι διότι δεν είμαστε εμείς που κάνουμε τους άλλους να συνέλθουν αλλά ο Παράκλητος που έρχεται, που ήρθε. Ας σπάσουμε το καβούκι της μετριότητας και ας εισέλθουμε στο πανηγύρι των τελείων, στο ευωδιαστό ξημέρωμα της ανέσπερης ημέρας που ξεπροβάλει κάτω από το πετραχήλι του πνευματικού μας, μέσα στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Ανέστη ο Χριστός και η ζωή μας άλλαξε. Ανέστη ο Χριστός και οι τάφοι άδειασαν. Ανέστη ο Χριστός οι κεκοιμημένοι ξύπνησαν. Ανέστη ο Χριστός και οι αμαρτωλοί συγχωρέθηκαν. Ανέστη Χριστός και οι πιστοί Τον γνώρισαν. Ανέστη Χριστός και όλα πλέον έχουν νόημα.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Πώς αναζητούμε τον Θεό, Θ. Ι. Ρηγινιώτης

Οι παρακάτω περιπτώσεις δείχνουν ότι ο Θεός εμφανίζεται μόνον όταν Τον αναζητάς με οδύνη, όταν η εύρεσή Του δεν είναι για σένα δευτερεύον ζήτημα, αλλά ζήτημα ζωής ή θανάτου. Η αναζήτηση του Θεού μπορεί να κρατήσει χρόνια και οπωσδήποτε συνοδεύεται από έντονους συνειδησιακούς σεισμούς. Είτε μου αρέσει είτε όχι, όταν γεμίζω τη ζωή μου με άλλες ανάγκες και ενδιαφέροντα, και απλώς λέω (όταν το θυμηθώ), «αν ο Θεός θέλει να Τον πιστέψω, ας εμφανιστεί να Τον δω», ο Θεός ΔΕΝ εμφανίζεται. Ο λόγος είναι απλός: Εκείνος θέλει να Τον πιστέψω, εγώ όμως θέλω; Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938). «Έζησε στη γη ένας άνθρωπος, άνδρας με άσβεστη πνευματική δίψα, που λεγόταν Συμεών. Προσευχόταν για πολύν καιρό με ασταμάτητο θρήνο: «Ελέησόν με!». Αλλά δεν τον άκουγε ο Θεός. Πέρασαν μήνες και μήνες με τέτοια προσευχή και οι δυνάμεις της ψυχής του εξαντλήθηκαν. Έφθασε μέχρι την απόγνωση και φώναξε: «Είσαι αδυσώπητος!» (=αλύπητος). Και όταν με αυτές τις λέξεις ράγισε κάτι μέσα στη συντετριμμένη από την απόγνωση ψυχή του, είδε ξαφνικά τον ζώντα Χριστό. Πυρ γέμισε την καρδιά του και όλο του το σώμα με τέτοια δύναμη, που, αν κρατούσε ακόμη μια στιγμή η όραση, θα πέθαινε. Από τότε δεν μπορούσε πια να λησμονήσει το ανείπωτα πράο, το απέραντα αγαπητικό, το χαρούμενο και γεμάτο από υπερνοητή ειρήνη βλέμμα του Χριστού. Και στα επόμενα χρόνια της μακράς ζωής του μαρτυρούσε ακούραστα ότι «ο Θεός αγάπη εστίν», αγάπη άπειρη, που ξεπερνά κάθε νου» (βλ. π. Σωφρονίου [Σαχάρωφ], Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2003). Ο άγιος γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (1896-1993), Ρώσος ζωγράφος στο Παρίσι, με οκταετή θητεία στον υπερβατικό διαλογισμό και μεταφυσικές εμπειρίες μέσω του διαλογισμού. Για χρόνια αντιμετώπισε πειρασμούς, όπως «αν υπάρχει Θεός, πώς είναι δυνατόν να μην είμαι εγώ ο Θεός;» και «γιατί ο Ιησούς να είναι ο Υιός του Θεού και όχι εγώ;». Εγκατέλειψε το μυστικισμό αυτού του είδους απογοητευμένος και, όταν ανακάλυψε την ορθοδοξία, ταξίδεψε στο Άγιο Όρος, όπου έγινε μοναχός. Οι θεοπτικές εμπειρίες του (όραση του ακτίστου φωτός) ήταν κατακλυσμιαίες, πράγμα που τον στήριξε σε περιόδους επίπονων προσπαθειών να πλησιάσει το Θεό και οδυνηρής μετάνοιας για την προηγούμενη απόρριψή Του. Από αυτές κατάλαβε ότι ο Θεός είναι ταπεινή αγάπη και ότι έρχεται όταν Εκείνος θέλει (όταν κάποιος πρόκειται αληθινά να ωφεληθεί), ενώ ο άνθρωπος είναι αδύνατο να προκαλέσει την εμφάνισή Του με κάποια «μέθοδο» (βλ. π. Σωφρονίου, Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστί [=Θα δούμε το Θεό όπως είναι]). Ο γιατρός Αντώνιος Μπλουμ, μετέπειτα ορθόδοξος επίσκοπος στην Αγγλία. Ως νέος, ήταν σκληροπυρηνικός άθεος. Βασανιζόταν όμως έντονα από την απουσία νοήματος στη ζωή. Αποφάσισε λοιπόν να ερευνήσει αν υπήρχε νόημα στη ζωή και, αν σε ένα χρόνο διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει νόημα, να αυτοκτονήσει. Μια μέρα, παρακινημένος από φίλο του, παρακολούθησε την ομιλία ενός Ρώσου ορθόδοξου ιερέα. Αυτά που άκουσε τον εξόργισαν τόσο, ώστε, γυρίζοντας σπίτι, πήρε την Καινή Διαθήκη της μητέρας του, για να δει αν το Ευαγγέλιο υποστηρίζει αυτά που είπε ο ιερέας στην ομιλία του. Λίγη ώρα αργότερα, είχε την αίσθηση ότι Κάποιος καθόταν, αόρατος, απέναντί του – και ότι Αυτός ο «κάποιος» ήταν ο Χριστός. [Σημειωτέον ότι, επειδή ήταν απόλυτα σίγουρος για την ανυπαρξία του Θεού, δεν είναι λογικό να «φαντάστηκε» την παρουσία του Χριστού. Θα έπρεπε να «φανταστεί» κάτι σύμφωνο με τις απόψεις του, όχι αντίθετο με αυτές]. Βλ. π. Ιωάννη Κωστώφ, Αθεϊσμός – Τίνος είναι η αυταπάτη. Ο Γκλεμπ Ποντμοσένσκι, μετέπειτα π. Γερμανός, ιδρυτής της Αδελφότητας του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας (Καλιφόρνια): «Επιθυμούσα τη ζωή αλλά έπρεπε να ξέρω γιατί. Να ζω απλώς και μόνον επειδή γεννήθηκα, για να υποφέρω αναίτια και να πεθάνω; Εγώ δεν ζήτησα να γεννηθώ! Ήθελα πραγματικά να ζήσω, αλλά είχα ήδη προχωρήσει πιο πέρα από μια κατάσταση απελπισίας, όπου τα πάντα μοιάζουν αφόρητα απεχθή και μια δαιμονική ενέργεια πλήρους αδιαφορίας κυριεύει ολόκληρο το είναι του ανθρώπου αφαιρώντας κάθε φυσικό φόβο. Αυτή η κατάσταση μπορεί να ονομαστεί “βουβός τρόμος”. Έχοντας λοιπόν περάσει ο ίδιος από μια τέτοια εμπειρία, γνωρίζω τι περνούν στις μέρες μας οι νέοι με αυτοκτονικές τάσεις. Υπήρξα κι εγώ ένας απ’ αυτούς. Ήμουν μόλις δεκαοκτώ – δεκαεννιά χρονών». Μόνον η χάρη του Θεού μπορούσε να γλιτώσει τον Γκλεμπ από μια τέτοια κατάσταση. Στεκόταν σε μια γέφυρα στη Βοστόνη και σκεπτόταν ν’ αυτοκτονήσει, όταν, αίφνης, του ήρθε σαν αστραπή μια ανάμνηση από πολλές έγχρωμες φωτογραφίες ενός αγίου που γνώριζε από παιδί – του αγίου Σεργίου του Ραντονέζ. Ο Ρώσος αυτός ασκητής του 14ου αιώνα είχε ζήσει όπως ακριβώς ο άνθρωπος είναι προορισμένος να ζει: μαζί με το Θεό στην αγκαλιά της φύσης. Ο λογισμός ψιθύρισε στον Γκλεμπ: «Δώσε μια ευκαιρία. Δες αν μια τέτοια γνήσια ζωή αγνότητας, μακριά από τον κόσμο και σε ενότητα με τη φύση, είναι μια πραγματικότητα. Αν δεν είναι, αν όλα τούτα είναι απλώς η ψευδαίσθηση ενός ονειροπόλου, ένα παραμύθι, ένα “όπιο του λαού”, τότε μόνο αφαίρεσε τη ζωή σου…». (Βλ. π. Δαμασκηνού [Κρίστενσεν], π. Σεραφείμ Ρόουζ, η ζωή και τα έργα του, τ. Α΄, Μυριόβιβλος 2006, σελ. 293-294) Ο Ευγένιος Ρόουζ, μετέπειτα π. Σεραφείμ Ρόουζ (1931-1982), συνιδρυτής της Αδελφότητας του Αγίου Γερμανού της Αλάσκας: Όπως και πολλοί άλλοι νέοι της εποχής του, άρχισε να ζει στο κλίμα του ηδονισμού και της σεξουαλικής ανηθικότητας. […] Ο Ευγένιος προκαλούσε το Θεό, όπως είχε κάνει και στην κορυφή του βουνού Μπάλντυ – αυτή τη φορά, αψηφώντας τους νόμους Του. […] Όπως ο ίδιος ανέφερε αργότερα, αυτή ήταν η πιο σκοτεινή και η πιο δυστυχισμένη περίοδος της ζωής του. Οι απαγορευμένες πράξεις τον αηδίαζαν, ακόμα και τη στιγμή που τις έκανε. Κατόπιν, επέσπευδαν την εμφάνιση μέσα του μακροχρόνιων περιόδων κατάθλιψης. […] Όμως ακόμα και στα πιο άγρια μεθύσια του, ο Θεός, τον οποίο είχε απορρίψει ως «αφηρημένη έννοια», δεν τον άφηνε ήσυχο. Σε ένα γράμμα του προς κάποιο φίλο στην Πομόνα, γραμμένο σε κατάσταση μέθης, εξαπέλυε λόγια κακόβουλου, δαιμονικού παλληκαρισμού και στη συνέχεια κατέληγε με το ερώτημα: «Ξέρεις για ποιο λόγο είμαι στο Σαν Φρανσίσκο; Επειδή θέλω να μάθω ποιος είμαι και ποιος είναι ο Θεός. Εσύ θέλεις να τα μάθεις αυτά; Για μένα, αυτά είναι τα μόνα πράγματα που με νοιάζει να μάθω». (Βλ. π. Δαμασκηνού [Κρίστενσεν], στο ίδιο, σελ. 104-105). Ιδιαίτερα ταλαντούχος, διδάκτορας των ανατολικών γλωσσών στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, ο Ευγένιος εγκατέλειψε την προοπτική να γίνει καθηγητής πανεπιστημίου, απογοητευμένος από τη διαφθορά και την υποκρισία που είδε στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Μελέτησε την κινέζικη σοφία, ασχολήθηκε με το βουδισμό ζεν, όταν όμως ανακάλυψε την ορθοδοξία «ένιωσε» ότι «βρήκε την πατρίδα». Μετά από βαθιά μελέτη, έγινε ορθόδοξος, αργότερα μόνασε στα δάση της Καλιφόρνιας με τον π. Γερμανό και εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους ορθόδοξους διδασκάλους στο δυτικό κόσμο.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Ἡ Θεοπτία τοῦ Ἁγίου Παϊσίου: "Ἐγώ εἰμί ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνη, ζήσεται"

Ἀπό τό βιβλίο: Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου Διηγήθηκε ὁ Γέροντας: «Ἀπό ἕνδεκα χρονῶν διάβαζα βίους Ἁγίων καί ἔκανα νηστεῖες καί ἀγρυπνίες. Ὁ ἀδελφός μου ὁ μεγαλύτερος ἔπαιρνε καί ἔκρυβε τούς βίους. Δέν κατάφερε τίποτε. Πήγαινα στό δάσος καί συνέχιζα. Κάποιος φίλος τοῦ τότε, ὁ Κώστας, τοῦ εἶπε: "Θά σου τόν κάνω νά τά παρατήση ὅλα"» Ἦρθε καί μοῦ ἀνέπτυξε τήν θεωρία τοῦ Δαρβίνου. Κλονίστηκα τότε καί εἶπα: "Θά πάω νά προσευχηθῶ καί, ἄν ὁ Χριστός εἶναι Θεός, θά μοῦ παρουσιαστή νά πιστέψω. Μιά σκιά, μιά φωνή, κάτι θά μου δείξει". Τόσο μούκοβε. Πῆγα καί ἄρχισα μετάνοιες καί προσευχή γιά ὧρες, ἀλλά... τίποτε. Στό τέλος τσακισμένος σταμάτησα.» Μοῦ ἦρθε τότε στήν σκέψη κάτι πού μοῦ 'χέ πεῖ ὁ Κώστας: "Παραδέχομαι ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἕνας σπουδαῖος ἄνθρωπος, δίκαιος, ἐνάρετος, τόν ὁποῖο ἐμίσησαν ἀπό φθόνο γιά τήν ἀρετή του καί τόν καταδίκασαν οἱ συμπατριῶτες του". Τότε εἶπα: "Ἀφοῦ εἶναι τέτοιος, καί ἄνθρωπος νά ἦταν, ἀξίζει νά τόν ἀγαπήσω, νά τόν ὑπακούσω καί νά θυσιασθῶ γι' Αὐτόν. Δέν θέλω οὔτε παράδεισο οὔτε τίποτε. Γιά τήν ἁγιότητά του καί τήν καλωσύνη του ἀξίζει κάθε θυσία". (Καλός λογισμός καί φιλότιμο). Ὁ Θεός περίμενε τήν ἀντιμετώπισή μου. Ὕστερα ἀπό αὐτό παρουσιάσθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μέσα σέ ἄφθονο φῶς. Φαινόταν ἀπό τήν μέση καί πάνω. Μέ κοίταξε μέ πολλή ἀγάπη καί μοῦ εἶπε: "Ἐγώ εἰμί ἡ ἀνάστασις καί ἡ ζωή. Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἄν ἀποθάνη, ζήσεται" (Ἰω. 11:25). Τά λόγια αὐτά ἦταν γραμμένα καί στό Εὐαγγέλιο πού κρατοῦσε ἀνοικτό στό ἀριστερό χέρι Του. Τό γεγονός αὐτό διέλυσε στόν δεκαπενταετῆ Ἀρσένιο τούς λογισμούς ἀμφιβολίας, πού τάραζαν τήν παιδική του ψυχή, καί γνώρισε μέ την χάρι τοῦ Θεοῦ τόν Χριστό ὡς Θεό ἀληθινό καί Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Βεβαιώθηκε γιά τόν Θεάνθρωπο, ὄχι ἀπό ἄνθρωπο ἤ ἀπό βιβλία, ἀλλά ἀπό τόν ἴδιο τόν Κύριο, πού τοῦ ἀποκαλύφθηκε καί μάλιστα σέ τέτοια ἡλικία. Στερεωμένος πλέον στήν πίστη μονολογοῦσε: «Κώστα, ἅμα θέλης τώρα, ἔλα νά συζητήσουμε». Ἀπό τό βιβλίο: Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, ΒΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ Παϊσιου ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Στ' ἔκδοσις, Ἅγιον Ὄρος,Ὅρος 2008, σελ. 50.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Οι προϋποθέσεις συνάντησης με τον Αναστημένο Χριστό...

Το σπουδαιότερο γεγονός στην ιστορία είναι η ανάσταση του Χριστού. Ο αρνητής Ρενάν δήλωσε ότι ο Χριστιανισμός στηρίζεται σε έναν άδειο τάφο. Ο απ. Παύλος επισημαίνει ότι η ανάσταση του Χριστού προετοιμάζει και την δική μας ανάσταση κατά την Δεύτερη Παρουσία Του. Ο Θεάνθρωπος αναστήθηκε και ένωσε έτσι ουρανό και γη, συμφιλίωσε Θεό και άνθρωπο, γκρέμισε το φράγμα μεταξύ Θεού και ανθρώπων και άνοιξε τον Παράδεισο για όλους. Είναι ο μεγάλος ειρηνοποιός με το αίμα του σταυρού του. Υπάκουσε ως νέος Αδάμ στον Θεό Πατέρα και μάλιστα μέχρι θανάτου. Είναι γι’ αυτό ο μοναδικά αυθεντικός άνθρωπος στην ιστορία. Και «δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγάπη από το να δώσεις την ζωή σου γι’ όσους αγαπάς», δίδαξε ο Χριστός και το έκανε πράξη με τη θυσία Του. Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός είχε προαναγγείλει όσο ζούσε επί της γης την δική του ανάσταση: Θυμίζουμε τα λόγια του: «Γκρεμίστε αυτόν τον ναό και σε τρεις ημέρες θα τον οικοδομήσω και πάλι» (Ιω. 2,19). Τότε νόμιζαν πως εννοεί τον ναό των Ιεροσολύμων, αλλά μετά την ανάστασή του φάνηκε καθαρά ότι μιλούσε για το ένδοξο σώμα του. Και θυμίζει η θυσία του Χριστού τη γνωστή διήγηση (εγκώμιο) περί της πελεκάνου – μάνας, η οποία διαθέτοντας αίμα που παρέχει ανοσία στο δηλητήριο του φιδιού, δεν φείδεται και αυτής της ζωής της, σκίζοντας με το ράμφος της το στήθος της, προκειμένου το αίμα που ξεπετάγεται να επουλώσει τις πληγές και να σώσει τα τραυματισθέντα από το επικίνδυνο ερπετό νεογνά της. Στο τριήμερο του θανάτου του Κυρίου και πριν γίνει η ζωηφόρος ανάστασή Του, ο Θεάνθρωπος (η ανθρώπινη ψυχή Του ενωμένη με τη Θεότητά Του) μετέβη στον άδη και λύτρωσε τα εν τη φυλακή πνεύματα (όσους είχαν τις προϋποθέσεις να αποδεχθούν το κάλεσμά Του). Γι’ αυτό η Εκκλησία σταματά το πένθος την Μ. Παρασκευή το πρωί, όταν τελείται η ακολουθία της Αποκαθή­λωσης. Διότι ο Λυτρωτής έχει ήδη θριαμβεύσει επί του θανάτου. Και οι τέσσερις ευαγγελιστές αναφέρουν ότι ο τάφος του Κυρίου βρέθηκε άδειος, ότι τον φυλούσαν 16 ένοπλοι φρουροί, ότι η πέτρινη ταφόπλακα ήταν πολύ βαριά για να μετακινηθεί και ότι οι απόστολοι από τη μεγάλη τους δειλία είχαν κρυφτεί ήδη πριν από τη δίκη του Χριστού. Ακόμη, οι Ιουδαίοι θα είχαν σταματήσει τη μαρτυρία της ανάστασης από την αρχή της αν παρουσίαζαν δημοσίως το δήθεν κλεμμένο σώμα του Ιησού. Δεν το έκαναν, διότι δεν το είχαν. Είχε πραγματικά αναστηθεί. Για τον ίδιο λόγο δεν συνέφερε τους ίδιους τους Ιουδαίους να το πάρουν. Εφοβούντο τη διάδοση της ανάστασης. Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης είναι η μαρτυρία για την Θεότητα του Ιησού. Ο Χριστός είχε πλήρη συνείδηση ότι ήταν Θεός. Ο ίδιος αποκαλύ­πτει: «Πριν γεννηθεί ο Αβραάμ εγώ υπάρχω» (Ιω. 8,58). Ακόμη λέγει: «εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα» (Ιω. 10,30). Και όταν ο Φίλιππος τού ζήτησε να τους δείξει τον Πατέρα Του, τού είπε: «Τόσο καιρό είμαι μαζί σας Φίλιππε και δεν με γνώρισες; Εκείνος που έχει δει εμένα έχει δει τον Πατέρα» (Ιω. 14,9). Παραθέτουμε επίσης τα λόγια του δύσπιστου απ. Θωμά, μετά από την πρόσκληση του αναστημένου Χριστού να αγγίξει τις πληγές Του. Του λέει με δάκρυα στα μάτια ο Θωμάς: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου» (Ιω. 20,28). Τότε ο Κύριος όχι μόνο δεν αρνήθηκε ότι είναι Θεός, αλλά τον παρατήρησε επειδή πίστεψε σ’ Αυτόν αφού τον είδε, ενώ ευτυχισμένοι θα είναι του λέει όσοι πιστέψουν σε Αυτόν χωρίς να τον δουν. Γιατί πολλοί δεν πιστεύουν στην Θεανθρωπότητα του Χριστού και στην Ανάστασή Του; Διότι ο Χριστός ήταν, είναι και θα είναι μυστήριο λειτουργικό: δεν συλλαμβάνεται ορθολογιστικά, αλλά αποκαλύπτεται εσωτερικά, εκκλησια­στικά, μυστηριακά και δια του Αγίου Πνεύματος. Ο ίδιος αποκαλύπτει το μυστήριο της «νέας γέννησης» στον άρχοντα Νικόδημο, της αναγέννησης δηλαδή του πιστού δια της Θείας Χάριτος. Αυτό φάνηκε και στον δρόμο προς Εμμαούς, όπου οι πορευόμενοι μ’ Αυτόν μαθητές δεν τον αναγνώρισαν παρά μόνο όταν τέλεσε την Θεία Κοινωνία μπροστά τους. Αλλά και στον δύσπιστο Θωμά, και μέσω αυτού σε μας, προφητεύει ότι ευτυχισμένοι θα είναι όσοι δεν τον βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια, αλλά εμπειρικά τον ζουν με τα μάτια της αγιοπνευματικής ζωής. Οι προϋποθέσεις για αυτήν την συνάντηση με τον Χριστό είναι μια ζωή ταπείνωσης, αγάπης, καθαρής καρδιάς και συμμετοχής στα εκκλησιαστικά μυστήρια. Toυ Θεολόγου καθηγητή Μιχαήλ Γ. Χούλη
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Σε μια Εκκλησία του Γαλατά στην Πόλη, όπου συχνάζουν οι ναυτικοί και ταξιδιώται ν’ ανάψουν το κεράκι τους για τους δικούς τους και το καλό ταξίδι προς τις φουρτουνιασμένες θάλασσες του Πόντου. Εκεί τη Μεγάλη Σαρακοστή του 195… πήγε να λειτουργήση και να ξομολογήση τους Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός, για πρώτη φορά επισκεπτόμενος την Πόλη. Ο τακτικός εφημέριος, εξυπηρετών και άλλην Εκκλησίαν εις γειτονικόν Αγίασμα, αφού τον κατετόπισε εις τα του Ιερού βήματος, του έδωσε δε και μερικές δεκάδες ονομάτων «ζώντων και τεθνεώτων», τον ωδήγησε εις συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, και αφού του έδειξε μικράν κλίμακα ανερχομένην ελικοειδώς τα Κατηχούμενα τον Ναού, του είπεν εμπιστευτικώς, ότι τον περιμένουν επάνω καμμιά δεκαριά άνθρωποι για να εξομολογηθούν και είναι ανάγκη ν’ ανεβή να τους εξομολογήση και μεταλάβουν είτα εις την Λειτουργίαν, διότι επείγονται να φύγουν το βράδυ με το πλοίο της γραμμής, είναι ξένοι από μακρυά. Ανέβαινε ο Γέρων συλλογιζόμενος το δύσκολον ζήτημα της συνεννοήσεως μετ’ αυτών, εφ’ όσον ήσαν ξένοι από μακρυά· αυτός δε πλην της Ελληνικής δεν εγνώριζεν άλλην γλώσσαν. Εκεί εις το ημίφως του υπερώου διέκρινε δεκάδα ανδρών χωρικών μεγάλης ηλικίας, οίτινες εις το αντίκρυσμά του έβαλον όλοι μετάνοιαν και ο γεροντότερος του είπεν εις ποντιακήν διάλεκτον:– «Ήμες Χριστιανοί, πάτερ, α σον Πόντον, και λαλεύομεν (φιλούμεν) τα πόδα σου, να ξαγουρεύομεν και μεταλάβομεν σήμερον και απές να λέομεν στην αγιωσύνην σου ντο θέλομεν ένα κι’ άλλον». Ευτυχώς ότι ο Γέρων συναναστραφείς προ ετών μετά Ποντίων προσφύγων εν Μακεδονία ενεθυμείτο αρκετά της απηρχαιωμένης αυτής ελληνικής διαλέκτου και εννόησε τι ήθελον, και τι θα του έλεγον εξομολογούμενοι. Έμαθε λοιπόν παρ’ αυτών ότι ολόκληρον το χωρίον των είναι κρυπτοχριστιανοί από πολλών ετών, και εις την ανταλλαγήν δεν τους επετράπη να φύγουν εις την Ελλάδα, διότι τα «νεφούζια» τους (ταυτότητες) ήσαν με τουρκικά ονόματα, ότι στο φανερό είναι Οθωμανοί και Τούρκοι, και στο κρυφό είναι Χριστιανοί και Έλληνες και περιμένουν να τους γλυτώση ο Θεός από την σκλαβιά. Στα φανερά λέγονται Χασάνηδες και Μεμέτηδες, και τα πραγματικά ονόματά τους είναι Γεώργιος, Παναγιώτης κλπ. Έχουν ένα δικό τους δήθεν Χότζα, αλλά ούτε περιτομή κάνουν, ούτε ραμαζάνια και Μπάϊράμια· τουναντίον, μυστικά σε υπόγειες Εκκλησίες εορτάζουν Χριστιανικά το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, της Παναγίας. Πριν της «ανταλλαγής» έπαιρναν Παπά από γειτονικά χωριά και τους βάπτιζε, τους στεφάνωνε, τους λειτουργούσε τις μεγάλες εορτές και μετελάμβανον. Αλλά τώρα δεν υπάρχει πουθενά Παπάς και αναγκαστικώς έρχονται στην Πόλη εκ περιτροπής για δουλειές δήθεν και γίνονται Χριστιανοί. Ο Γέρων Πνευματικός τα ήκουσε σαστισμένος, του εφαίνετο ότι διάβαζε συναξάρι, της εποχής του Διοκλητιανού και δεν ημπορούσε να συγκρατήση τα δάκρυα από την συγκίνηση. Εξωμολογήθηκαν βιαστικά, και όλοι μαζί κατέβηκαν αθόρυβα εις το σκοτεινό Παρεκκλήσι, απ’ όπου θα ήκουον την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, χωρίς κανείς να τους βλέπει. Και όταν μετά την λήξιν εμετάλαβον οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι, εγένετο η απόλυσις και έφυγε και ο Κανδηλάπτης, έμεινε δε μόνος ο λειτουργός Πνευματικός με τον γνωστόν σκοπόν της εξομολογήσεως, τότε κλείσας έσωθεν τας θύρας και λαβών τα Άγια εισήλθεν εις το Βήμα του Παρεκκλησίου και εκάλεσε τους μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ίνα «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθωσι». «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού: Γιορίκας – Γεώργιoς, το τίμιον και πανάσπιλον και ζωοποιόν Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις ίασιν σώματος και ψυχής, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον. Αμήν». «Μεταλαμβάνει ο δούλος του θεού: Ανάστας – Αναστάσιος εις…». Μετά την «Ευχαριστίαν» και την απόλυσιν, είπον εις τον Πνευματικόν: «Πάτερ, να κάνης μας άλλον κι’ έναν χάριν, έχουμες αδά σην Πόλιν και τας καρίδας (γυναίκας) και τέσσαρα παιδία μουν, και το πουρνίν (αύριον) να βαπτίζης τα παιδία, να μυρώνης τα, Πάτερ, κουρμπάν (άγιε) Πάτερ, ποίσον τα Χριστιανούς. Ο Πουπάν αδά της Εκκλησίας φοβόσκετεν, Πάτερ, τους Τουρκάδες κ’ εβαπτίζε τα. Ντο να κάνουμεν, Πάτερ, σεμέτερον την Ελλάδαν κι’ αφήνουν μας να δεβαίνουμεν. Στο Χριστό και στην Παναγίαν την Σουμελάν ορκίζομέν σε, Πάτερ, ποίσον το καλόν α σε μας τα παιδία σου». – «Μα ο Παπάς αδά είπε με, πως θα φύγετε το βράδυν με το παπόρ». – «Να συγχωρέης μας, Πάτερ, λέομεν ψεματίας, ωσάν να λάσκομεν τες δουλείες μας. Ντο να κάνουμεν, Πάτερ; Ο Θεόν να λυπάται τα μέτεραν τα βάσαναν». Έμειναν σύμφωνοι να έλθουν το βράδυ με τας γυναίκας και τα παιδία, να μείνουν στο δωμάτιο του Παπά, ο οποίος υπό μίαν πρόφασιν θα έλειπε, και την νύκτα μυστικά θα γινόταν η βάπτισις των παιδιών κλπ. Ήλθον τμηματικά και με προφυλάξεις το βράδυ προς το σουρούπωμα, έως ότου καθησυχάση ο κόσμος. Εξωμολογήθηκαν και αι γυναίκες, και προ του μεσονυκτίου εγένετο και η βάπτισις, το μύρωμα και ο Εκκλησιασμός των παιδίων εις το Παρεκκλήσιον. Μετά το νεοβάπτισμα κοιμηθήκανε επάνω υπό την φύλαξιν μιας γυναικός, οι δε άλλοι εξημερώθηκαν εις τον Ναόν… Ο Γέρων Πνευματικός τους έκαμε ευχέλαιον, κατόπιν τους έκανε και παράκλησιν της Παναγίας, και ενόσω αυτός εδιάβαζεν και έψαλλεν, αυτοί όλοι, άνδρες και γυναίκες γονατιστοί εψιθύριζον το «Κύριε ελέησον» και «Παναγία Θεοτόκε, σώσον ημάς». Όταν εξημέρωσε, τους είπε να μη φύγουν, να πάνε να ησυχάσουν και την άλλην ημέραν την Παρασκευήν θα κάμη πάλιν Λειτουργίαν να μεταλάβουν αι γυναίκες και τα νεοβάπτιστα παιδία. Τους άφησε και εισήλθε εις το Ιερόν, ίνα ρίψη ολίγον νερό εις το πρόσωπόν του εις τον «Νιπτήρα» και ανανήψη εκ της αγρυπνίας. Αυτοί ανέβηκαν επάνω και σε λίγο κατέβηκαν πάλιν δύο, οι γεροντότεροι και του είπαν: – «Ατώρα, Πάτερ, να λέομέν σε έναν κι’ άλλον τ’ αμέτεραν τας δουλείας. Τα πόδα σου να λαλεύομεν, κουρμπάν Πάτερ, ν’ ακούης μας, σ’ εμέτερον το χωρίον Πουπάν κι’ έχουμεν, ανάστασιν και ξέρομεν αδά στα τριάντα χρονίας. Ντο ψυήν να δίομεν σον Θεόν, Πάτερ; Τα παιδία μουν αντρέβουν χωρίς Πουπάν, στεφάν ποίον να θέκη τα στο αφκάλ; Γκουρτσουλάν (οι καϋμένοι) παπούδες μας και χασταλήδες (άρρωστοι) ποθαίνουν χωρίς Λειτουργίαν, Πάτερ. Αχ! αφωρισμένον σκλαβίαν. Ενέγκαμεν, Πάτερ, ένα σακίν μικρό, χώμα τεμέτερον το κοιμητήρ, να διαβάζης το να ρίξωμεν εκεί και σην τάφοιν του. Να διης μας, Πάτερ, λειτουργίαν, να δίομεν σαμέτερα τα παιδία, Πάσχα έρχετεν, Πάτερ, και να κάνης μας και ίναν ανάστασιν, ν’ ακούσουμε «Χριστός ανέστη», Πάτερ, κι’ απές ας πεθάσκομεν». Τους είπεν ο Πνευματικός να έλθουν πάλι και το βράδυ όλοι τους, όπως και έγινε. Και αφού κοιμήθηκαν τα παιδία, τους είπε όσα ηδύνατο περί της αγίας θρησκείας μας, τους συνεβούλευσε να είναι σταθεροί εις την πίστιν του Χριστού και να έχουν εις αυτόν την ελπίδα τους, ότι μια μέρα θα τελειώσουν τα βάσανά τους. Τον διέκοπταν με ερωτήσεις σπαρακτικές: -«Ντο κάνουν ταμέτερα τα παιδία, Πάτερ, στη Πατρίδα μας την Ελλάδαν; Ντο κάνει ο μέτερον ο Βασιλέαν ο Κωνσταντίνον;…». Του ξέφυγε και τους είπε με δάκρυα στους οφθαλμούς ότι ο Κωνσταντίνον ο Βασιλέαν απέθανεν!… Όλοι τους ήρχισαν τα κλάμματα, και αι γυναίκες περισσότερον να κλαίγουν λέγοντας: -«Ο Κωνσταντίνον μας κι’ επεθαίνει, ο Βασιλέαν μας ζη, ο Κωνσταντίνον μας θα παίρνη μας να δεβαίνομεν στη Πατρίδα, αοίκον λόγον χαπάρ κι’ χουμε, Πάτερ». Τους καθησύχασε λέγοντας, ότι ο Θεός θα στείλη άλλον Κωνσταντίνον να τους ελευθερώση και να τους πάγη όπου αυτός θέλει, και μόνον υπομονήν και ελπίδα να έχουν και αγάπη μεταξύ των. Μετά κατέβηκαν στην Εκκλησίαν και ο Γέρων Πνευματικός ανέγνωσε την νεκρώσιμον ακολουθίαν με τα ονόματα των «τεθνεώτων» επί του χώματος, έπειτα τους έδωσε και το κλειδίον του άλλου δωματίου, όπου έμενεν αυτός και τους έστειλε να ξεκουραστούν, και το πρωί θα τους ξυπνούσε ο ίδιος. Όρθρου βαθέος ανέβηκε και τους εξύπνησε, και έως ότου αυτοί ετοιμασθούν, έψαλλε τον κανόνα του Μεγάλου Σαββάτου «Κύματι Θαλάσσης», κατέβηκαν και αυτοί και από τα γράμματα κατάλαβαν, ότι θα τους κάνη την Ανάστασιν. Εκάλεσε τον γεροντότερον και του είπε να πάρη από το παγκάρι τόσα κηρία, όσες ψυχές είναι εις το χωρίον των και να μοιράση εις όλους ανά δέκα. Εισελθών δε εις το Άγιον Βήμα και φορέσας λευκά άμφια εξήλθεν εις την ωραίαν Πύλην με αναμμένη λαμπάδα και είπε με φωνήν παλλομένην: «Δεύτε λάβετε φως», «δεύτε λάβετε φως», «δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός και δοξάσατε Χριστόν τον αναστάντα εκ νεκρών». Τους είπε και ήναψαν όλα τα κηρία, ανέγνωσεν έπειτα το β’ εωθινόν «Διαγενομένου του Σαββάτου» και μετά το «Δόξα τη αγία και ζωοποιώ και αδιαιρέτω Τριάδι…» έψαλλε το «Χριστός ανέστη» εκ τρίτου. Και ότε έστρεψε ίνα ειπή εις αυτούς να ψάλλουν και αυτοί, όλοι τους ήσαν αγκαλιασμένοι και έκλαιον και κατεφιλούντο. Ήρπασε και αυτός εις τας αγκάλας του τα μικρά νεοφώτιστα και τα εφίλησε, είτα τους είπε παρηγορητικούς λόγους, ότι «και το Γένος θ’ αναστηθή μίαν ημέραν ολόκληρον, και ηνωμένον θα εορτάζη πλέον την Ανάστασιν του Κυρίου, ως μία οικογένεια». Τους συνέστησε έπειτα να σβήσουν τα κηρία, και όταν υπάγουν εις το χωρίον των την ημέραν του Πάσχα να τα μοιράσουν εις όλους να τ’ ανάψουν βαπτισμένοι και αβάπτιστοι, να ψάλλουν το «Χριστός ανέστη», και ότι όσοι είναι βαπτισμένοι και στεφανωμένοι να μεταλάβουν από την Αγίαν Κοινωνίαν, που θα τους δώση αύριον να πάρουν μαζί τους. Έως ότου ξημερώση καλά, εδιάβαζεν εις επήκοον πάντων την Ακολουθίαν της Μεταλήψεως, είτα την συγχωρητικήν ευχήν. Όλοι τους εισήλθον εις το Παρεκκλήσιον, αφ’ όπου ήκουον την θείαν Λειτουργίαν. Εις το τέλος μετέδωκε πρώτον τα άχραντα Μυστήρια εις τα νεοφώτιστα παιδία, εις τας γυναίκας έπειτα, και κατόπιν εις τους άνδρας. Εκείνοι εδίσταζαν: -«Ίνεται, Πάτερ, έναν και άλλον κοινωνίαν»; [Γίνεται, Πάτερ, να κοινωνήσουμε ξανά;] -«Γίνεται», τους είπε, «Σώμα Χριστού μεταλάβετε, πηγής αθανάτου γεύσασθε». Όλα έγιναν εν τάξει. Και όταν μετ’ ολίγον ανέβηκε εις το δωμάτιον και επρόκειτο να χωρισθούν, ίνα προς το εσπέρας φύγουν με το πλοίον, θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς, αλλά σιωπηλός κατέκλυσε την αίθουσα! Αυτοί δεν ήθελον να τον αφήσουν, και αυτός δεν ημπορούσε να τους ξεπροβοδίση πέραν της Εκκλησίας, διότι φορούσε τα ράσα… Και η… πολιτισμένη αυτή χώρα δεν τα επιτρέπει. -«Να λαλεύομέν σε, Πάτερ… να μνημονεύης, Πάτερ, ντο να λέομέν σε, Πάτερ;». Να ειπήτε τας ευχάς μου στους Χριστιανούς μας, να είναι καλοί Χριστιανοί, να πιστεύουν στον Χριστόν μας και στην Ελλάδα μας και ο Θεός θα τους ευλογή, η Πατρίδα μας θα τους σκέφτεται πάντοτε και εγώ δεν θα σας λησμονήσω ποτέ». Και πώς να τους λησμονήση, όπου τα δάκρυά των κατέβρεξαν τας χείρας του, πώς να μην ενθυμήται την άκραν ευλάβειάν των και τα περιστατικά των, όμοια προς τα των Χριστιανών των πρώτων αιώνων, πώς να ξεχάση την κατακόμβην του Παρεκκλησίου της Γοργοεπηκόου; Πάντοτε τους ενθυμείται και αρκείται ήδη εν γήρει εις το ψαλμικόν: «Μνήσθητι, Κύριε, της ταλαιπωρίας των πτωχών και του σπαραγμού των πενήτων· Κύριε, επίφανον το πρόσωπόν σου και σωθησόμεθα». Πώς να λησμονήσω τα βάσανα της εκλεκτής αυτής Φυλής, που βρέθηκε γεωγραφικώς μεταξύ λαών βαρβάρων την ψυχήν, λαών ανεπιδέκτων πραγματικού πολιτισμού, λαών με θηριώδη ένστικτα!… Μέσα από το βιβλίο «Από τον κήπο του Παππού, Αγιορειτικές Διηγήσεις Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου», κεφάλαιο «Σύγχρονα Μαρτυρολόγια» (εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας). Το γεγονός αυτό το έζησε ο ίδιος. Οι φωτογραφίες προέρχονται από το βιβλίο που έγραψε ο Γεώργιος Ανδρεάδης «Οι Κλωστοί» (εκδόσεις Γόρδιος). Χριστός Ανέστη
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼