Όσο καιρό βρισκόμαστε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, είναι ανάγκη να αγωνιζόμαστε. Και όταν μένουμε μέσα στο σπίτι, και όταν πηγαίνουμε στην αγορά, και όταν καθόμαστε στο τραπέζι για να φάμε, και όταν είμαστε άρρωστοι, και όταν είμαστε υγιείς. Ιδιαίτερα μάλιστα κατά τον καιρό της αρρώστιας, τότε προπάντων, είναι κατάλληλος ο καιρός γι’ αυτή τη μάχη.
Όταν τα βάσανα από παντού συνταράζουν την ψυχή, όταν την πολιορκούν ισχυροί πόνοι, όταν ο διάβολος παραμονεύει και μας παρακινεί να πούμε κάποιο κακό λόγο όπως τον Ιώβ.
Τότε λοιπόν κατ’ εξοχήν πρέπει να ασφαλιζόμαστε, να περιφράσσουμε την ψυχή μας με το θώρακα, με την ασπίδα, με το κράνος, και με όλα τα άλλα όπλα, και να ευχαριστούμε συνεχώς το Θεό. Αυτά είναι φοβερά βέλη εναντίον του εχθρού, αυτό είναι θανατηφόρο πλήγμα κατά του δαίμονα, τότε προπάντων είναι λαμπρά και τα στεφάνια.
Διότι είναι γνωστό ότι και τον μακάριο Ιώβ (διότι τίποτε δεν μας εμποδίζει να καταφύγουμε πάλι σ’ αυτόν και να τον θυμηθούμε) αυτό προπάντων τον έκαμε λαμπρό και ένδοξο, αυτό τον ανακήρυξε, αυτό τον στεφάνωσε, το ότι στον καιρό του πειρασμού και της ασθένειας και της φτώχειας, έδειξε αμετάβλητο χαρακτήρα, ακλόνητη διάνοια.
Το ότι εξέφρασε ευχαριστήρια λόγια στο Θεό και πρόσφερε την πνευματική εκείνη θυσία, διότι θυσία πνευματική ήταν τα λόγια του εκείνα με τα οποία έλεγε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα αφαίρεσε. Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου αιωνίως».
Αυτό λοιπόν ας κάνουμε κι εμείς πάντοτε, κατά τον καιρό των πειρασμών και των περιστάσεων και των επιβουλών, ας δοξάζουμε το Θεό και ας τον ευλογούμε συνέχεια, διότι σ’ αυτόν ανήκει η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία εις τον ΣΤ΄ Ψαλμόν, ΕΠΕ, Ιω. Χρυσοστόμου Έργα, Πατερικές Εκδόσεις ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ, Θεσσαλονίκη 1982, τ. 5, σελ. 240
Ο πραγματικός Θεός της ορθοδόξου πίστεώς μας († Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης)
Είναι γεγονός πως πολλοί από εμάς θα θέλαμε τον Θεό πιο δυναμικό, πιο άμεσο, πιο πάνοπλο, πιο αποτελεσματικό στις νίκες κατά των εχθρών μας, των αντιδίκων μας, των ειρωνευτών μας, των επιβουλευτών μας. Θα επιθυμούσαμε ένα Θεό κυρίαρχο, εξουσιαστή, καταστροφέα των ασεβών αρνητών και αντιπάλων του. Έτσι κι εμείς θα κυκλοφορούσαμε με ψηλά το κεφάλι, υπερήφανοι για τον πανίσχυρο Θεό που ακολουθούμε, προνομιούχοι για τον Θεό που έχουμε.
Όμως, αν καλοσκεφθούμε, εμβαθύνουμε και προσέξουμε, θα δούμε ότι μέσα από τις δοκιμασίες μας έχουμε την πραγματική αίσθηση της μικρότητός μας και της μεγαλοσύνης του Θεού Πατέρα. Παρά τις όποιες κατακτήσεις, επιτυχίες και νίκες ο άνθρωπος παραμένει μικρός, για να διατηρείται στην ωραία ασφάλεια της αγίας ταπεινώσεως. Η μεγαλειότητα της μεγαλοσύνης του Θεού υπάρχει και μέσα στις νομιζόμενες από εμάς ήττες του. Καλούμεθα, αγαπητοί μου, να υποψιαστούμε τον πραγματικό Θεό της ορθοδόξου πίστεώς μας, και όχι ένα Θεό ανάμεσα στους θεούς των θρησκειών και των ανθρώπινων κατασκευών και φαντασιών.
Είναι πράγματι, αδελφοί μου, ένα συγκλονιστικό σκάνδαλο ο Θεός που μας παρουσίασαν οι ιεροκήρυκες στις εκκλησίες μας, οι κατηχητές στα κατηχητικά σχολεία, οι δάσκαλοι με τα θρησκευτικά βιβλία στα σχολεία και οι ευσεβείς γονείς στα σπίτια μας ως παντοδύναμο και πανίσχυρο ν’ απουσιάζει, να σιωπά, να κρύβεται από σεισμούς, πυρκαγιές, ναυάγια, αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, θανάτους παιδιών και νέων.
Η επικράτηση του κακού, η επιβράβευση της κακίας, η άνοδος των ανάξιων, η ευημερία των άτιμων, η ανάδειξη των παρανομούντων γεμίζουν το νου του ανθρώπου πικρούς λογισμούς, παραζάλη, αθυμία, στενοχώρια, αίσθηση εγκατάλειψης, απουσίας του Θεού. Γιατί δεν μιλά; Γιατί δεν παρεμβαίνει; Γιατί δεν παρουσιάζεται; Δεν περίμεναν ποτέ αυτή την εγκατάλειψη από τον Κύριο και Θεό τους, τον Ουράνιο πατέρα τους.
Όμως ο Θεός υπάρχει, σε πείσμα όλων των αντιφρονούντων. Υπάρχει σε όλες τις εστίες του άφατου πόνου, της πιο υψηλής τραγωδίας. Υπάρχει όχι ασφαλώς ως δημιουργός και αίτιος του κακού και του πόνου, όχι ως ένας ανεύθυνος θεατής του ανθρώπινου πόνου, αλλά ως ένας πατέρας που πονά και προσδοκά. Πονά για την κατάχρηση της ελευθερίας, που έδωσε ο ίδιος απλόχερα στα αγαπητά τέκνα του, για την αμετανοησία παρά τις δοκιμασίες των παιδιών, για την αγάπηση των παθών και της κακίας και όχι των αρετών και της ευλογημένης κι ευφρόσυνης πνευματικής ζωής.
Γιατί άραγε μας παιδεύει ο Θεός; Δεν μας αγαπά; Γιατί μας έπλασε; Δεν είναι δίκαιος; Μα, μας τα είπε από νωρίς ξεκάθαρα, με κάθε σαφήνεια και ακρίβεια. Ο δρόμος που θ’ ακολουθήσετε θα ’ναι στενός και ανηφορικός, θα οδηγήσει όμως σε άπλα και ευρυχωρία. Ο πλατύς δρόμος που ακολουθεί ο πολύς κόσμος, θα οδηγήσει σίγουρα σε γκρεμό. Διαλέξτε και πάρτε.
Ο Χριστός μπορούσε ν’ αποφύγει τη σταύρωση. Δεν το έκανε. Στον σταυρό του γράφουμε: Ο Βασιλεύς της Δόξης! Ο Χριστός δοξάσθηκε στον σταυρό. Έμβλημα του χριστιανισμού είναι ο τίμιος σταυρός του Χριστού.
Αυτό έχει μία ιδιαίτερα μεγάλη σημασία. Μερικοί σήμερα μοντέρνοι θεολόγοι θέλουν να μιλούν για έναν ασταύρωτο, αντιασκητικό, άκοπο και άμοχθο χριστιανισμό. Μιλούν για τη μετανεωτερική θεολογία, για τη θεολογία του έρωτος, της χαράς και της απελευθερώσεως.
Ο τάφος του Χριστού καθίσταται ζωοπάροχος. Με τον θάνατό του νίκησε τον θάνατο, έδωσε αφοβία θανάτου, ζωή στους κεκοιμημένους, μας εισήγαγε στην ατελεύτητη ζωή.
(Από το βιβλίο: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, “Η παρουσία του Θεού στη ζωή μας”. Ιερά Μονή Εισοδίων τής Θεοτόκου Μυρτιάς Θέρμου, Αγρίνιο 2011, σελ. 41)
Η γαστριμαργία είναι ένα ελάττωμα, ένα πάθος, που μας παρακινεί να τρώμε και να πίνουμε περισσότερο απ΄ όσο χρειάζεται το σώμα μας για να συντηρηθεί.
Οι άγιοι Πατέρες, και μάλιστα ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, λένε ότι πρόκειται για βαρειά αμαρτία, όπως αποδεικνύεται από την ιστορία του ανθρωπίνου γένους: Αυτή εξόρισε τον Αδάμ από τον παράδεισο, αυτή προκάλεσε τον μεγάλο κατακλυσμό, αυτή έκανε τους Ισραηλίτες ειδωλολάτρες, αυτή έριξε τους ανθρώπους σε μύρια άλλα κακά.
Η γαστριμαργία είναι η θύρα, μέσ΄από την οποία περνούν πολλά πάθη και αμαρτήματα, με πρώτη την πορνεία, όπως γράψαμε στο σχετικό κεφάλαιο. Όποιος, λοιπόν, νικήσει τη γαστριμαργία, πολύ εύκολα θα νικήσει στη συνέχεια και τ΄άλλα πάθη, που αυτή τρέφει.
Στη γαστριμαργία συνήθως πέφτουμε με πέντε τρόπους, δηλαδή σε σχέση
α) με το χρόνο, όταν τρώμε συχνότερα απ΄όσο πρέπει ή νωρίτερα από την κατάλληλη ώρα,
β) με την ποσότητα, όταν τρώμε και πίνουμε περισσότερο απ΄όσο μας χρειάζεται,
γ) με την ποιότητα, όταν επιζητούμε πλούσια, ακριβά και εξεζητημένα φαγητά,
δ) με τον τρόπο, όταν τρώμε με βουλιμία, και
ε) με τη μέριμνα, όταν σπαταλάμε μεγάλο μέρος του πολύτιμου χρόνου της ζωής μας σε γαστρονομικές φροντίδες και ασχολίες.
Η γαστριμαργία είναι πάντοτε αμάρτημα, πλήν όμως όχι θανάσιμο, όταν απλά προτιμάς τα πιο νόστιμα και φροντισμένα φαγητά ή δεν τηρείς με απόλυτη ακρίβεια τον κανόνα των καθορισμένων γευμάτων ή τρως περιστασιακά λίγο περισσότερο κ.ό.κ.
Γίνεται όμως θανάσιμο,
α) όταν προξενεί βλάβη και σκάνδαλο στον πλησίον,
β) όταν γνωρίζεις ότι θα πάθεις κάποια ζημιά (λ.χ. σοβαρή ασθένεια) και δεν εγκρατεύεσαι,
γ) όταν ξοδεύεις πάρα πολλά χρήματα για να τρως πλούσια, τη στιγμή που ο πλησίον σου στερείται τα αναγκαία και δεν τον ελεείς,
δ) όταν, χωρίς να εμποδίζεσαι από κάποιαν αρρώστια, δεν τηρείς τις καθορισμένες από την Εκκλησία μας νηστείες.
Αυτά όλα είναι θανάσιμα αμαρτήματα. Μα κι αν δεν ήταν, θα΄πρεπε να πολεμούσαμε τη γαστριμαργία, γιατί μας βλάπτει και σωματικά. Είναι πια πασίγνωστο, πώς οι κοιλιόδουλοι και οι μέθυσοι καταστρέφουν την υγεία τους, φθείρουν τον οργανισμό τους και έχουν κακό τέλος.
Απεναντίας, οι λιτοδίαιτοι έχουν ως τα γεράματά τους καλή υγεία, ζωτικότητα και ευρωστία.
Μεγαλύτερη αξία, βέβαια, από την υγεία του σώματος έχει η υγεία της ψυχής, που βλάπτεται επίσης από τη γαστριμαργία, αφού, όπως είπαμε, απ΄αυτή γεννιούνται πολλά άλλα πάθη. Για να λυτρωθείς λοιπόν από το ελάττωμα τούτο, πρόσεξε όσα θα διαβάσεις παρακάτω.
Πρώτα-πρώτα μην ξεχνάς, πόσο μεγάλο είναι το βάρος, πόση η ταλαιπωρία που προξενούν στο στομάχι τα πολλά και καρυκευμένα φαγητά, και πόσο μικρή, αντίθετα, η απόλαυσή τους, που δεν κρατάει παρά μόνο όσην ώρα τα έχεις στο στόμα σου.
Μόλις περάσουν το λαιμό, δεν μένει πια ίχνος νοστιμιάς και ηδονής.
Πές μου, από τα τόσα συμπόσια και τα γιορταστικά τραπέζια στα οποία βρέθηκες, απ΄όλες τις λιχουδιές που γεύτηκες, απ΄όλα τα γλυκόπιοτα κρασιά που δοκίμασες, τι σου έμεινε;
Ασφαλώς τίποτα. Είτε έφαγες είτε δεν έφαγες, το ίδιο είναι. Γι΄αυτό, όταν ο λογισμός και η επιθυμία σε σπρώχνουν στη γαστριμαργία, ξεγέλασέ τα με τη σκέψη πως έφαγες και ήπιες ήδη, και πώς η απόλαυση πέρασε.
Και πράγματι, αν απόψε εσύ απολαύσεις διάφορα γευστικά φαγητά και ποτά, και ένας φτωχός ή ένας ασκητής περάσει μόνο με ψωμί και νερό, πές μου, αύριο το πρωί θα έχετε καμιά διαφορά στην αίσθηση της γεύσης;
Όχι, θ΄αποκριθείς. Και σωστά. Θα έχετε όμως, προσθέτω εγώ, διαφορά στην ψυχική κατάσταση, γιατί εσύ θα έχεις όχι μόνο το στομάχι σου βαρύ, απ΄τα μπαχαρικά και το κρασοπότι, μα και την ψυχή σου βαρειά απ΄την κραιπάλη, ενώ εκείνος θα έχει και το στομάχι του ελαφρύ και την ψυχή του ωφελημένη με το μισθό της φτώχειας και της ασκήσεως.
Ύστερα, να θυμάσαι πάντα τις ζημιές που σου προξενεί αυτό το πάθος, τη σπατάλη, τον κόπο, το χασομέρι, τις αρρώστιες, την απροθυμία στα πνευματικά έργα, και πάνω απ΄όλα την αιώνια πείνα και δίψα, που σε περιμένει μετά τον σωματικό θάνατο στην άλλη ζωή.
Γιατί ο Κύριος το είπε ξεκάθαρα: “Αλίμονο σ΄εσάς που τώρα είστε χορτάτοι, γιατί θα πεινάσετε” (Λουκ. 6:25).
Να θυμάσαι ακόμα το μεγάλο δείπνο, για το οποίο μίλησε ο Χριστός (Λουκ. 14:16-24) και όπου είμαστε όλοι καλεσμένοι.
Αν ποθείς ν΄απολαύσεις το πανευφρόσυνο και τρισευλογημένο ουράνιο δείπνο, που θα διαρκέσει αιώνια, ασκήσου τώρα στην εγκράτεια, που θα σου εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις της συμμετοχής σ΄αυτό.
Γιατί πραγματικά είναι “μακάριος όποιος θα πάρει μέρος στο τραπέζι της βασιλείας του Θεού” (Λουκ. 14:15).
Να θυμάσαι, τέλος, το παράδειγμα του Λυτρωτή μας, που νήστεψε στην έρημο σαράντα ημέρες και μετά κατατρόπωσε το διάβολο (Ματθ. 4:1-11), καθώς και τόσων αγίων και ασκητών, πού, όπως διαβάζουμε στα συναξάρια, έκαναν καταπληκτικά θαύματα κι έβγαζαν από τους ανθρώπους τα δαιμόνια, χάρη στην προσευχή και τη νηστεία τους.
Αυτό, άλλωστε, το βεβαίωσε και ο Κύριος, λέγοντας ότι το γένος των δαιμόνων “δεν βγαίνει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία” (Ματθ. 17:21).
Πρέπει, όμως, να ξέρεις και τούτο, πώς όποιος νηστεύει και εγκρατεύεται από φαγητά και ποτά με γογγυσμό και απροθυμία, χάνει το μισθό του.
Ο γνήσιος εργάτης της εγκράτειας είναι ιλαρός, ολοπρόθυμος, όλος αγαλλίαση, γιατί ξέρει πόσο ωφελείται απ΄αυτήν. Όποιος πάλι νηστεύει για την ανθρωπαρέσκεια, δεν εκπληρώνει το σκοπό της εγκράτειας, που είναι η δόξα του Θεού.
Πιο πολύ από την πολυφαγία να φοβάσαι την πολυποσία, γιατί το κρασί, το ρακί και όλα τα όμοια ποτά θολώνουν το νου και διεγείρουν τα σαρκικά πάθη.
Όταν μάλιστα φτάσει να πιει κανείς τόσο πολύ, ώστε να μεθύσει, χάνει τον έλεγχο των πράξεών του, γίνεται παιχνίδι στα χέρια των ανθρώπων και των δαιμόνων, και μπορεί να φτάσει ακούσια ως το έγκλημα.
Γι΄αυτό πρέπει να φυλάγονται από την οινοποσία όσοι ποθούν σωτηρία ψυχής, και προπαντός οι νέοι, οι κληρικοί και οι μοναχοί.
Η σάρκα, αδελφέ, είναι εχθρός πανούργος και δόλιος. Όσο την τρέφεις και την περιποιείσαι, τόσο σε πολεμάει και σε σπρώχνει στην αμαρτία. Όσο την αφήνεις νηστική και την ταλαιπωρείς, τόσο εξασθενίζει και υποχωρεί.
Αν, λοιπόν, θέλεις να την υποτάξεις στο νου, πολέμησέ την με την εγκράτεια, τη μητέρα των αρετών και του αγιασμού.
ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)
(Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός)
Ανάσταση. Μία λέξη που περιέχει μέσα της τόσα πολλά για εμάς τους Έλληνες.
Η Ανάσταση με παραπέμπει αμέσως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού, στην χαρμόσυνη περίοδο του Πάσχα. Ανάσταση σημαίνει συγχώρεση, εκκλησιασμός, κόκκινα αυγά, αντάμωμα με τους οικείους μας, πασχαλινό τραπέζι, ευθυμία, χαρά, ελπίδα.
Ανάσταση όμως πάνω απ’ όλα σημαίνει Σωτηρία. Η Ανάσταση του Χριστού είναι το καθοριστικό γεγονός που σημάδεψε την ανθρώπινη φύση μας. Είναι το γεγονός που μας δίνει την δυνατότητα όχι μόνο να ελπίζουμε αλλά να γνωρίζουμε ότι μπορούμε να σωθούμε. Ο Χριστός αναστήθηκε, νίκησε τον Θάνατο, έσπασε τις πόρτες του Άδη και μας τράβηξε όλους στο Φως, στην Αλήθεια, στην Θέωση.
Όλες αυτές τις ημέρες αντί για άλλους χαιρετισμούς οι Έλληνες Ορθόδοξοι χρησιμοποιούν το «Χριστός Ανέστη» και απαντούν «Αληθώς Ανέστη». Επιβεβαιώνουν συνεχώς ότι η πίστη τους είναι αληθινή, δεν είναι μία θεωρία, δεν είναι μία ιδέα, δεν είναι κάτι έξω από την καθημερινότητά τους.
Ο Χριστός Ανέστη όχι μόνο για μία ημέρα το χρόνο, αλλά για πάντοτε. Ο Χριστός Ανέστη όχι για μερικούς αλλά για όλους. Ο Χριστός Ανέστη όχι για να φάμε και να πιούμε, αλλά για να Τον κοινωνήσουμε.
Χωρίς την Ανάσταση του Χριστού η πίστη μας δεν θα είχε νόημα. Όπως λέγει και ο απόστολος Παύλος : «ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, … κενή δε και η πίστις υμων» (Α’ Κορ. 15,14). Ο Χριστός όμως Ανέστη και τώρα πλέον Ζωή πολιτεύεται.
Η Ανάσταση του Χριστού καθόρισε μια και καλή την πορεία των ανθρώπων. Οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν ότι υπάρχει Κάποιος ο οποίος όχι μόνο κάνει θαύματα, όχι μόνο λέγει όμορφες διδασκαλίες αλλά νικά τον Θάνατο. Αυτός λοιπόν ο Κάποιος είναι ο Θεός. Ένας Θεός διαφορετικός από τους άλλους, γιατί είναι ο Αληθινός. Ένας Θεός ταπεινός, πράος, υπέροχος, σιωπηλός, παντοδύναμος, φιλάνθρωπος, ανεξίκακος, υπέρλογος, αόρατος και ορατός, μελιζόμενος και μη διαιρούμενος, πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος, σταυρωμένος και αναστημένος….Θεός και Άνθρωπος.
Ο Χριστός Ανέστη στην καρδιά του εκατόνταρχου, ο Χριστός Ανέστη στην καρδιά του Πέτρου που τον αρνήθηκε, στις μυροφόρες που ήλπιζαν, στην ύπαρξη του Θωμά που αμφέβαλλε αλλά και λαχταρούσε να Τον δει. Ο Χριστός Ανέστη για τον κάθε άνθρωπο που θέλει ο Χριστός να είναι στην ζωή του, στις χαρές και στις λύπες, στις επιτυχίες και στις αποτυχίες, στην νηνεμία και στις τρικυμίες της καθημερινότητας.
Οι άνθρωποι στον κόσμο ξεχνούν εύκολα ότι ο Χριστός Ανέστη με το που πιάσουν πάλι δουλειά, με το που μπουν πάλι στην αδυσώπητη ρουτίνα της καταναλωτικής κοινωνίας μας. Ο Χριστός όμως παραμένει Αναστημένος και περιμένει. Περιμένει τον καθένα μας. Περιμένει να Τον θυμηθούμε. Να Τον ακούσουμε να μας καλεί να συναναστηθούμε μαζί Του. Πολλοί μένουν αδιάφοροι, κλείνουν τα αυτιά τους, τα μάτια τους, την καρδιά τους στο Αναστάσιμο Φως που βγαίνει από το κενό μνημείο.
Μερικοί όμως Τον αφουγκράζονται, μπαίνουν στο μνημείο και βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια ότι λείπει. Λείπει ώστε να βρίσκεται παντού. Απουσιάζει από τον τάφο για παρουσιάζεται στις καρδιές που Τον αναζητούν. Άνθρωποι απλοί, καθαροί και αμαρτωλοί, επιστήμονες και αγράμματοι, ανήλικοι και ηλικιωμένοι, πλούσιοι και φτωχοί μπορούν να Τον αγγίξουν, μπορούν να Τον δουν, να Τον ακούσουν, να Τον αισθανθούν, αρκεί να ομολογήσουν μαζί με τον απόστολο: «Ο Κύριός μου και ο Θεός», αρκεί να μην δειλιάσουν να ταπεινωθούνε, αρκεί να μην αρκεσθούν στην τρυφή της φθαρτότητας, αρκεί να ατενίσουν μπροστά, πέρα από τα μαρτύρια, τους αγώνες, την άσκηση, τις ταλαιπωρίες και να δουν το Τέλος – την Τελειότητα που προσφέρει ο Θεάνθρωπος δια της Αναστάσεως.
Ο Χριστός Ανέστη νικώντας τους τύπους, νικώντας τον ευσεβισμό, νικώντας την υποκρισία, νικώντας την απιστία, νικώντας την εμπάθεια, νικώντας τον πόνο, τα βάσανα, το μίσος, νικώντας τον Διάβολο, το σκοτάδι, τον Θάνατο.
Ο Χριστός Ανέστη και γι’ αυτό ας μην υπάρχει πλέον κανένας δειλός κλεισμένος στο «υπερώο» του. Ο Χριστός Ανέστη και γι’ αυτό ας βγούμε όλοι έξω στον κόσμο ομολογώντας με την ζωή μας την χαρά που έχουμε, χωρίς μιζέρια, χωρίς αγωνία για το αν γίνουμε πιστευτοί ή όχι διότι δεν είμαστε εμείς που κάνουμε τους άλλους να συνέλθουν αλλά ο Παράκλητος που έρχεται, που ήρθε. Ας σπάσουμε το καβούκι της μετριότητας και ας εισέλθουμε στο πανηγύρι των τελείων, στο ευωδιαστό ξημέρωμα της ανέσπερης ημέρας που ξεπροβάλει κάτω από το πετραχήλι του πνευματικού μας, μέσα στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.
Ανέστη ο Χριστός και η ζωή μας άλλαξε. Ανέστη ο Χριστός και οι τάφοι άδειασαν. Ανέστη ο Χριστός οι κεκοιμημένοι ξύπνησαν. Ανέστη ο Χριστός και οι αμαρτωλοί συγχωρέθηκαν. Ανέστη Χριστός και οι πιστοί Τον γνώρισαν. Ανέστη Χριστός και όλα πλέον έχουν νόημα.