Η δυστυχία των λεγόμενων ανθρώπων της Εκκλησίας είναι ότι και τα κοσμικά δεν μας γεμίζουν πια και τα πνευματικά δεν τα βιώνουμε

Το Άγιον Όρος ασκεί μια ακαταμάχητη γοητεία στους ανθρώπους που το επισκέπτονται για πρώτη φορά. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν θα προσπαθήσουν με την πρώτη ευκαιρία να βρεθούν και πάλι εκεί. Είναι η Παναγία,είναι η προσευχή των μοναχών,είναι η άδολη αγάπη τους, είναι οι άνθρωποι που με τρομερούς ασκητικούς αγώνες αγίασαν,που τα λείψανα τους εκπέμπουν άρρητη ευωδία; Γυρίζουν ύστερα και ο καθένας με τον δικό του τρόπο προσπαθούν να μεταδώσουν τις εμπειρίες τους στους φίλους,στους γονείς,στις συζύγους,στα παιδιά τους. Και εκεί αρχίζουν συνήθως τα δύσκολα. Οι οικιακοί έχοντας συνηθίσει σε έναν κοσμικό τρόπο ζωής, αρνούνται να ακολουθήσουν τους νεοφώτιστους συζύγους τους. Έλεγε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,ότι αν θέλεις να νηστέψεις και η σύζυγος σου δεν θέλει,τότε η μοιχεία της συζύγου σου θα καταλογιστεί σε σένα. Τόσο μπροστά ήταν οι Άγιοι μας. Και εμείς με δυο τρεις πέντε επισκέψεις, γινόμαστε βασιλικώτεροι του βασιλέως. Σε μια επίσκεψη μου στον Άγιο Παίσιο, του ζήτησα την άδεια να έχω πνευματικό έναν ξακουστό γέροντα στην Σκήτη της Αγίας Άννης. Όχι μου είπε,να βρεις πνευματικό κοντά στο μέρος που ζεις,κι ας μη κάνει θαύματα, απλά να έχει διάκριση. Και Διάκριση είναι να σέβεται κυρίως την ελευθερία σου,να μην επιβάλλεται, να προσεύχεται ,να είναι μια τεράστια αγκαλιά για σένα την γυναίκα σου και τα παιδιά. Η δυστυχία ημών των λεγόμενων ανθρώπων της Εκκλησίας είναι ότι και τα κοσμικά δεν μας γεμίζουν πια και τα πνευματικά δεν τα βιώνουμε . Φανατιζόμαστε και προσπαθούμε να κόψουμε τα κοσμικά και στους γύρω μας, - Τι θα φορέσεις; - Δεν ντρέπεσαι που το έκανες αυτό; - Για να δω με τι μούτρα θα πας να εξομολογηθείς. Η ευσεβίστικη ματιά της " θεούσας" που μόνον αγάπη και ανοχή δεν βγάζει για τους άλλους. Τι σχέση έχουμε με τον Πατέρα της Παραβολής του Ασώτου;
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Τὸ μίσος τοῦ Κοραῆ καὶ τοῦ Βελουχιώτη πρὸς τὸν Καποδίστρια!

Ὑπάρχουν προσωπικότητες τῶν ὁποίων τὸ ἔργο ὄχι μόνον εἶναι συνυφασμένο μὲ μερικὲς ἀπὸ τὶς πιὸ κρίσιμες σελίδες τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἀλλὰ καὶ παρέχει τεκμήρια πολύτιμα γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία ἠμῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν ὀρθὴ θέαση τοῦ μέγιστου ἱστορικοῦ γεγονότος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 ποὺ ἑορτάζει σήμερα ὅλος ὁ Ἑλληνισμός. Τέτοια ἦταν καὶ ἡ προσωπικότητα τοῦ Βρετανοῦ πολιτικοῦ, στρατιωτικοῦ, ἀγωνιστῆ τῆς Ἀντίστασης κατὰ τοῦ Ναζισμοῦ, μέλους τῶν Βρετανικῶν μυστικῶν ὑπηρεσιῶν, διπλωμάτη καὶ ἱστορικοῦ, Christopher Montague ‘Monty’ Woodhouse, Βαρώνου τοῦ Terrington, ὁ ὁποῖος πέθανε τὸ 2001 σὲ ἡλικία 83 ἐτῶν. Ὅσον ἀφορᾶ στὰ ἑλληνικὰ πράγματα, ἡ συνεισφορὰ τοῦ Woodhouse εῖναι ἐκπληκτικὰ εὐρεία. Σὲ ἐπιχειρησιακὸ ἐπίπεδο σχετίζεται μὲ σειρὰ γεγονότων κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς. Τὸ 1941 ἦταν ἐκ τῶν Ἐκτελεστικῶν ἀξιωματούχων τῶν Βρετανικῶν Ἀποστολῶν (Special Operations Executive) ποὺ στάλθηκαν στὴν Κρήτη προκειμένου νὰ ὀργανώσουν τὶς δυνάμεις Ἀντίστασης. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1942 τὸν συναντοῦμε ὡς ἀλεξιπτωτιστὴ στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα, ὑποδιοικητὴ τῆς Δύναμης Ηarling ὅταν μαζὶ μὲ τὸν Διοικητή Εddie Μyers, εἶχαν ὡς ἀποστολὴ τὴν ἀνατίναξη τῆς γέφυρας τοῦ Γοργοποτάμου. Μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασή της, ὁ Woodhouse παρέμεινε στὴν Ἑλλάδα, καθὼς ἦταν ἀπὸ τοὺς λίγους Βρετανοὺς ἀξιωματικοὺς ποὺ μιλοῦσαν ἑλληνικὰ καὶ συχνὰ συνομιλοῦσε μὲ ἑλληνικοὺς πολιτικοὺς παράγοντες στὴν Ἀθήνα, ἐνῶ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1943 τό Foreign Office τόν ὅρισε ἐπικεφαλῆς τῆς Βρετανικῆς Στρατιωτικῆς Ἀποστολῆς στὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἐνδιαφέρον, ὡστόσο τοῦ Woodhouse γιά τὴν Ἑλλάδα, δὲν περιορίζεται στὴν στρατιωτικὴ συνδρομή του. Ἔχοντας μετὰ τὸν πόλεμο ἤδη διατελέσει Βουλευτὴς τῶν Συντηρητικῶν (1959-1966), ὅταν παράλληλα ὑπῆρξε καί Fellow στό Nuffield College στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης, ὅπου ἄλλωστε εἶχε πραγματοποιήσει Κλασσικὲς Σπουδές, ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας πληθώρας ἔργων ποὺ περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ τὴν ἐκτενῆ βιβλιογραφία του, σταθμὸς εἶναι τὸ ἔργο του, Καποδίστριας: Ὁ Θεμελιωτὴς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνεξαρτησίας (Capodistria, The Founder of Greek Independence), ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης τὸ 1973, δηλαδὴ ἕνα ἔτος πρίν ὁ Woodhouse ὁλοκληρώσει τὴν δεύτερη Κοινοβουλευτικὴ θητεία του ὡς Βουλευτὴς Ὀξφόρδης (1970-1974). Πρόκειται γιὰ μία ὀγκωδέστατη μελέτη, ἀποτελούμενη ἀπὸ ΄21. Κεφάλαια ποὺ κατανέμονται σὲ 6 τμήματα μίας ἔκδοσης 500 σελίδων, μὲ ἐκτενέστατη βιβλιογραφία πρωτογενῶν καὶ δευτερογενῶν πηγῶν, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ πίνακες καὶ χάρτες. Αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐκπληκτικὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Woodhouse στό πῶς ἀποφάσισε νὰ ἀσχοληθεῖ συστηματικὰ μὲ τὸν πρῶτο Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδας. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Woodhouse (σελ. vii / μετάφραση Π.Γ.Π.): ‘‘Tό ἐνδιαφέρον μου γιὰ τὸν Καποδίστρια ξεκίνησε μὲ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο. Βαδίζοντας στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου τὸν Νοέμβριο τοῦ 1942, συνοδευόμενος ἀπὸ ἀντιστασιακὸ σῶμα ὑπὸ τὴν διοίκηση τοῦ Ναπολέοντα Ζέρβα, τὸν ἐπάξιο ἀπόγονο τῶν Σουλιωτῶν ἡρώων τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἀνεξαρτησίας, σμίξαμε μὲ ἕνα ἄλλο ἐπαναστατικὸ σῶμα στὸ χωριὸ Βίνιανη. Ἐπικεφαλῆς του ἦταν ἕνας Κομμουνιστὴς ὀνόματι Ἀθανάσιος Κλάρας, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ ψευδώνυμο Ἄρης Βελουχιώτης: ὁ θεὸς τοῦ πολέμου ἀπὸ τὸ Βελουχιώτη, ἄλλως γνωστὸ καὶ ὡς Τυμφρηστός, τὸ ὑψηλότερο βουνὸ τῆς κεντρικῆς Πίνδου (σσ.: ἡ συνάντηση Γούντχαουζ – Βελουχιώτη ἔλαβε χώρα τὴν 14η Νοεμβρίου). Ἡ συνδυασμένη δύναμή μας, συνέχισε τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἀποστολή της, ποὺ ἦταν ἡ καταστροφὴ τῆς σιδηροδρομικῆς ὁδογέφυρας στὸν ποταμὸ Γοργοπόταμο. Αἰσθανόμασταν ἤδη τὴν ἐπιτυχία, καὶ δὲν κωλυσιεργήσαμε στὴν διάβασή μας ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ ὅρη. Μετὰ ἀπὸ κάθε χωριό, σταματούσαμε λιγάκι καὶ δίναμε ἐμπνευσμένες ὁμιλίες σὲ ἐνθουσιώδη ἀκροατήρια, διακηρύσσοντας τὸ καθῆκον τῆς ἀντίστασης καὶ τὸ ἐπικείμενον τῆς ἀπελευθέρωσης. Ἦταν μία συναρπαστικὴ ἀλλὰ παροδικὴ ἐμπειρία. Ὁ Ζέρβας κι ἐγὼ περιορίσαμε τὶς ὁμιλίες μας κυρίως σὲ πατριωτικὲς κοινοτοπίες, ἀλλὰ οἱ ὁμιλίες τοῦ Ἄρη ἦταν διαφορετικές. Εἰπωμένες μὲ μία σκληρὴ μονοτονία, μὲ μεγάλη ταχύτητα ἀλλὰ ὡσὰν νὰ σκεφτόταν φωναχτά, ἦταν περισσότερο διαλέξεις στὴν Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας παρὰ πατριωτικὲς ὁμιλίες. Σχεδὸν τὸ μόνο ποὺ θυμᾶμαι λεπτομερῶς ἀπὸ αὐτὲς σήμερα εἶναι ἡ ἐπιμονὴ μὲ τὴν ὁποίαν ἐπιτίθετο στοὺς προηγούμενους κυβερνῆτες τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας. Δύο ὀνόματα ἦταν ἀνάθεμα γιὰ αὐτόν: Γλύξμπουργκ (τὸ ὄνομα ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὴν βασιλικὴ οἰκογένεια, σκόπιμα ἐπιλεγμένο γιὰ νὰ δίνει ἔμφαση στὶς Γερμανικὲς διασυνδέσεις της), και Καποδίστριας. Τον τελευταῖο τὸν καταδίκαζε ὡς ἕναν ἀδίκαστο ἀλλοδαπὸ τύραννο ὁ ὁποῖος εἶχε διαφθείρει τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποστερήσει τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἀπὸ τὴν ἀνεξαρτησία γιὰ τὴν ὁποία εἶχαν πολεμήσει. Καθώς γνώριζα τὸν Ἄρη Βελουχιώτη καλύτερα, πειθόμουν ὁλοένα καὶ περισσότερο ὅτι, τὸν ὁποιονδήποτε κι ἐὰν μισοῦσε μὲ τόση ἔνταση, περισσότερο ἀπὸ ἕναν αἰώνα μετὰ τὸν θάνατό του, θὰ εἶχε περισσὸ ἐνδιαφέρον νὰ τὸν μελετήσω περαιτέρω’’. Ὁ λόγος ποὺ τὰ γράφουμε αὐτά, εἶναι διότι σὲ αὐτὴ τὴν πολύτιμη ἐπιστημονικὴ συνεισφορὰ τοῦ Woodhouse συναντιόμαστε μὲ μία συγκλονιστικὴ ἀναφορὰ στὴν ἀντίδραση ποὺ προκάλεσε ἡ δολοφονία τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια στὸν Ἀδαμάντιο Κοραή. Μία ἀναφορά, τὴν ὁποία ἀξίζει νὰ παραθέσουμε αὐτοτελῶς ὄχι μόνον διότι εἶναι πολλοὶ οἱ Ἕλληνες ποὺ τὴν ἀγνοοῦν, ἀλλὰ καὶ διότι θεωροῦμε ὅτι σὲ αὐτὴν βρίσκονται ὁρισμένα πολὺ χρήσιμα ἐξαγόμενα ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση τόσο μὲ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, μὲ τὴν ἀπόπειρα πλήρους ἀποδόμησης τῆς προσωπικότητας τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδας, τὸν ὁποῖο οἱ σημερινοὶ τυφλοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Κοραῆ διακηρύττουν διαπρυσίως ὡς δικτάτορα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν συνολικὴ καὶ πολύχρονη προσπάθεια ἀλλοίωσης τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας ἀναφορικὰ μὲ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ἂς δοῦμε τί ἀκριβῶς γράφει ὁ Woodhouse, ἀναφερόμενος στὴν ἀντίδραση τοῦ Κοραῆ κατὰ τὸ ἄκουσμα τῆς δολοφονίας τοῦ Καποδίστρια (σελ. 502-503): ‘‘Δέν προξενεῖ ἐντύπωση τὸ γεγονότος ὅτι ὑπάρχει καταγραφὴ στὰ Ἑλληνικὰ Ἀρχεῖα τῶν ἐγκάρδιων συλλυπητηρίων τοῦ Μακρυγιάννη. Μόνον ὁ Κοραὴς ἦταν ἀδυσώπητος. Εἶχε ἤδη στὸ τυπογραφεῖο πρὸς ἐκτύπωση -μὲ ἡμερομηνία 17 Ὀκτωβρίου 1831- ἕνα φυλλάδιο μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιτίθετο στὸν Καποδίστρια, ὅταν ἔμαθε στὸ Παρίσι τὰ νέα τῆς δολοφονίας. Ἀντὶ νὰ τὸ περιορίσει κόσμια καὶ εὐπρεπῶς, ὁ Κοραὴς προσέθεσε ἕναν πρόλογο κι ἕναν ἐπίλογο, ὅπου διακήρυττε ὅτι, ὁ Καποδίστριας, ὡς παραβάτης τῶν νόμων τῆς Ἑλλάδας, ἄξιζε μία ἀκόμη χειρότερη μοίρα -νὰ ἐξοριστεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν χώρα του- καὶ ὅτι, οἱ δολοφόνοι του ἦταν ἄξιοι μομφῆς διότι φταῖνε ποὺ τὸν προφύλαξαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν μοίρα. Τὸ φυλλάδιο αὐτό, τὸ ὁποῖο ἦταν γραμμένο στὴ συνήθη μορφὴ διαλόγου, ἔβριθε ἀκόμη περισσότερου δηλητηρίου κατὰ τοῦ Καποδίστρια, ἀπὸ ὅτι περιεῖχε στὴν ἀρχικὴ μορφή του. Μιλοῦσε γιὰ τὴν «Ἰησουιτικὴ διακυβέρνησή» του, τὴν ἄθλια τυραννία του, καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεχε ἡ Ἑλλάδα, «τῆς Φαναριώτικης λέπρας ἢ τῆς πλημμύρας τῶν Κοζάκων». Ἐπαναλάμβανε ἐπίσης, τὶς γνωστὲς παραποιήσεις καὶ νοθεύσεις σχετικὰ μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ Καποδίστρια νὰ ἐπιτρέψει τὴν διδασκαλία τῶν Ἀρχαίων Κλασσικῶν, καὶ τὶς ἀπόπειρές του νὰ πείσει τὶς Δυνάμεις ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἦταν γεμάτη ταραχοποιούς, κλέφτες καὶ πειρατές. Τέτοιες ποταπὲς ἀνοησίες δὲν θὰ εἶχαν καμία ἀξία νὰ ἀναφερθοῦν, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι, καθὼς προέρχονται ἀπὸ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους μελετητὲς καὶ δημοσιογράφους (δημοσιολόγους) τῆς Ἑλλάδας, μαρτυροῦν τὸ βάρος καὶ τὰ φαρμάκια τῆς ἀντιπολίτευσης τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Καποδίστριας. Ἀκόμη καὶ σὲ μεταγενέστερα γράμματά του σὲ φίλους, ὁ Κοραὴς ἔδειξε ὅτι δὲν μετάνιωσε ποτὲ γιὰ αὐτὴν τὴν φριχτὴ συμπεριφορά του’’. Διαβάζοντας κανεὶς αὐτὲς τὶς γραμμές, τοῦτες μάλιστα τὶς ἡμέρες ποὺ ἡ Ἑλλάδα τελεῖ ὑπὸ μία πολὺ ἰδιάζουσα κατάσταση ἑορτασμοῦ τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, μὲ ἐγκλεισμὸ τῶν Ἑλλήνων διὰ τῆς ἐπιβολῆς μεροληπτικὰ περιοριστικῶν μέτρων μὲ τὸ πρόσχημα τοῦ κορωνοϊοῦ, καὶ κυρίως ἔχοντας ὑποστεῖ μία συστηματικὴ ἀπόπειρα πλύσης ἐγκεφάλου ἀπὸ τὴν ἁρμόδια Κυβερνητικὴ Ἐπιτροπὴ Ἑλλάδα 2021΄ καὶ τὴν περὶ αὐτὴν δορυφόρους ἀλλοιωτὲς τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, γεννιῶνται ἀβίαστα ὁρισμένα συμπεράσματα ποὺ ἔχουν, θεωρῶ, κάποια ἀξία νὰ ἀναφερθοῦν. 1. Τὸ ἀβυσσαλέο μίσος μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ἀδαμάντιος Κοραής, ἐκ τῶν πλέον προβεβλημένων σήμερα δῆθεν πρωτεργατῶν τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἀνεξαρτησίας, στὴν πραγματικότητα ὅμως προσβολέα τῶν βαθύτερων πτυχῶν τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας καὶ τοῦ Ἕλληνα τρόπου, καταφέρεται κατὰ τοῦ νεκροῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, δείχνει ὅτι οἱ ἀξίες τοῦ Διαφωτισμοῦ, στὶς ὁποῖες εἶχε ὁ ἴδιος ὑπερεκτεθεῖ, πόρρω ἀπέχουν ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ ἀξία τοῦ ἑλληνικοῦ ἤθους. Τῆς ἀπόδοσης δηλαδή, τιμῶν στὸν νεκρό, γιὰ τὶς ὁποῖες ἡ Ἀντιγόνη γίνεται ὁ ἀριστουργηματικὸς ὕμνος τοῦ Σοφοκλῆ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀπὸ μόνο του δείχνει τὶς τεράστιες ἐσωτερικὲς ἐντάσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀντιπάλευε ὁ Ἑλληνισμὸς τὶς κρίσιμες ὧρες τοῦ Ἀγώνα, πλέον τῶν καθημερινῶν διακυβευμάτων ζωῆς καὶ θανάτου. 2. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κοραὴς οὐδέποτε ἐπέδειξε ἔνδειξη μεταμέλειας γιὰ τὴν ὑβριστικὴ καὶ ἀπεχθῆ στάση του ἔναντι τοῦ νεκροῦ Καποδίστρια, μᾶς ὑποψιάζει ἀπολύτως δικαιολογημένα γιὰ τὸ μένος κατὰ τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδας, ὅπως πολλαπλὰ ἐκφράζεται καὶ σήμερα ἀπὸ θιασῶτες τοῦ Κοραϊσμοῦ καὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ, ποὺ στὸ πρόσωπο τοῦ Καποδίστρια εἶδαν τὸν μεγαλύτερο δικτάτορα ποὺ γνώρισε ποτὲ τὸ σύγχρονο ἑλληνικὸ κράτος. Ἄραγε, ὑπῆρξε ποτὲ ἄλλος δικτάτορας στὴν παγκόσμια πολιτικὴ ἱστορία ὁ ὁποῖος δολοφονήθηκε, μὴ ἔχοντας παρὰ μόνον δύο φρουροὺς -καὶ τὸν ἕνα μάλιστα ἡμιανάπηρο- ἀρνούμενος νὰ δεχθεῖ τὸν πολυάριθμο στρατὸ ποῦ προόριζε ὡς φρουρὰ του τὸ ἑλληνικὸ κράτος; 3. Τὸ ὅτι ἕνας σύγχρονος Βρετανὸς ἱστορικός, μία πολυσχιδὴς προσωπικότητα τοῦ 20ου αιώνα, μὲ ἔμπρακτα κατατεθειμένα τὰ διαπιστευτήρια τῆς φιλοπατρίας καὶ τοῦ Φιλελληνισμοῦ του, χαρακτηρίζει τὶς συνήθεις μέχρι σήμερα, καὶ προερχόμενες ἀπὸ τὸν Κοραή, κατηγορίες εἰς βάρος τοῦ Καποδίστρια, ὡς ‘‘ποταπὲς ἀνοησίες ἄνευ ἀξίας’’, εἶναι ἄραγε λόγος ἱκανὸς νὰ μᾶς κάνει νὰ σκεφθοῦμε ἔξυπνα γιὰ τοὺς λόγους ποῦ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴ ‘Ἑλλάδα 2021’ ἐξέλιπαν ἀνάλογες προσωπικότητες; 4. Τὸ ἐκπληκτικὸ γεγονὸς ὅτι, ὁ λόγος ποὺ ὁ Christopher Woodhouse παρακινήθηκε καὶ ἀποφάσισε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν μελέτη τοῦ φαινομένου Ἰωάννης Καποδίστριας, ἦταν — -κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Γούντχαουζ- οἱ ὑβριστικὲς ἀναφορὲς τοῦ Ἄρη Βελουχιώτη πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Καποδίστρια -τὸν ὁποίο o Βελουχιωτης θεωροῦσε «ἀδίστακτο ξένο τύραννο ὁ ὁποῖος εἶχε διαφθείρει τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποστερήσει τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἀπὸ τὴν ἀνεξαρτησία γιὰ τὴν ὁποία πολέμησε»- ἐνῶ ταυτόχρονα ὁ Woodhouse καταγράφει τὸν Βελουχιώτη ὡς ἕναν κατὰ βάσιν μᾶλλον θεωρητικό τοῦ Μαρξισμοῦ ποὺ στὰ κηρύγματά του δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ πατριωτικὴ ἀφύπνιση τῶν κατακτημένων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἡ προπαγάνδα τῆς Ἐγελιανῆς καὶ Μαρξιστικῆς θεώρησης τῆς Ἱστορίας καὶ ἡ μέσω αὐτῶν ἐπιβολὴ τοῦ ἀπάτριδου Κομμουνισμοῦ, τὸν ὁποῖο βιώνουμε μέχρι τώρα, λέει κάτι σὲ ἐμᾶς σήμερα ἄραγε; 5. Καὶ γιὰ νὰ πᾶμε καὶ λίγο παραπέρα, μήπως ἡ ἔμμεση μέν, προφανής, δὲ ἑτερόκλητη συσχέτιση μεταξὺ Κοραὴ καὶ Βελουχιώτη, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω βιογραφικὰ ἀποσπάσματα τοῦ Woodhouse, δὲν ἀπέχει καθόλου ἀπὸ τὴν σημερινὴ ταύτιση τῶν ἐθνομηδενιζόντων ὀπαδῶν τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ ὑπέρμαχων τῆς φιλελεύθερης θεώρησης τοῦ Ἀγώνα τοῦ 1821 γιὰ τὴν Λευτεριά, μὲ τὸν ἀνεκδιήγητο ὄχλο τῶν ἀριστεριζόντων πολεμίων τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας καὶ τῆς ὑπερτρισχιολιόχρονης ἐθνικῆς ὑπόστασης καὶ παράδοσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἂς εἶναι αὐτὲς οἱ καταληκτήριες σκέψεις, τὴν παραμονὴ τῆς 25ης Μαρτίου 2021, τόσο ἕνα μικρὸ μνημόσυνο στὴν σπουδαία αὐτὴ προσωπικότητα τοῦ Christopher Woodhouse γιά τὰ ὅσα προσέφερε στὴν Ἑλλάδα, τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν ἱστορία του, ὅσο κι ἕνα λυχνάρι ἑορταστικοῦ φωτὸς καὶ πρόσκλησης γιὰ ἐπίγνωση καὶ ὁμόνοια ὅλων τῶν Ἑλλήνων, στὸ ξημέρωμα τῆς μέγιστης Διπλῆς Ἑορτῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς Λευτεριᾶς ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴ σκλαβιά, καὶ τῆς Ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν Φθορὰ τοῦ Θανάτου, ποὺ Εὐαγγελίζεται ὁ Ἀρχάγγελος στὴν Παναγία.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Η «θριαμβευτική» τελευταία αναστάσιμη ακολουθία του Οσίου Ευμενίου!

Η «θριαμβευτική» τελευταία αναστάσιμη ακολουθία που τέλεσε μόνος του Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ιατρός, και τότε ιεροψάλτης, μας μεταφέρει γλαφυρά την τελευταία Ανάστασι που έκανε κοντά στον πατέρα Ευμένιο (νυν όσιος Ευμένιος): Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Ο Γέροντας, λαμπροφορεμένος, υποδεχόταν τον κόσμο και έπαιρνε τις λειτουργιές. Είχε ετοιμάσει τα καντήλια από νωρίς. Έτοιμα όλα, φώτα σβηστά. Άρχισε το «Ευλογητός», πήρε καιρό μέσα στα μαύρα του τα ράσα, με τους βοστρύχους των μαλλιών και των γενιών του να λάμπουν. Σοβαρός-σοβαρός. Ανοιγόκλεινε την πόρτα, παραπατούσε, αλλά έτρεχε κιόλας, προσκυνούσε τις Δεσποτικές εικόνες, τον θρόνο, έμπαινε στο Ιερό, έπαιρνε τις λειτουργιές, ψέλναμε τον Κανόνα «Κύματι θαλάσσης». Δεν είχε ο Γέροντας χρόνο κοσμικό, είχε χρόνο λειτουργικό. Μαζευόταν ο κόσμος, πολύς κόσμος. Χριστιανοί, που τον αγαπούσαν, αλλά και άλλοι από την γειτονιά δρασκέλιζαν την μάντρα, σκύβοντας από το μικρό πορτάκι, άρρωστοι, νοσοκόμες, γιατροί. Καθυστερούσε ο Γέροντας. Σβηστά τα φώτα. Ψέλναμε, ξαναψέλναμε, δεν έβγαινε να πη το «Δεύτε, λάβετε φως». Έφευγα από το ψαλτήρι να πάω στο Ιερό, μου έλεγε: – Ξέρω, ξέρω. Αδημονία. Οι άλλες εκκλησίες σήμαναν ήδη Ανάσταση, βαρελότα πέφτανε κι αυτός δεν έβγαινε. – Ξέρω, ξέρω, μου λέει. Όποιος θέλει ας φύγη. Δεν μπορεί. Ας τους βάλουμε στην εκκλησία, τα προβατάκια του Χριστού μας, Βαγγέλη. Μέσα στην κιβωτό είναι μια φορά τον χρόνο. Ας καθυστερήσουν. Ψάλλε εσύ, ψάλλε. – Τα είπα, Γέροντα, πάλι και πάλι. Τέλος πάντων, βγήκε. Άλλο πανηγύρι. Εκουνούσε την λαμπάδα γελώντας, βλέποντας το φως. Έπεφταν οι Χριστιανοί κι εκείνος εκουνούσε την λαμπάδα του. Πήραν το φως, διαδόθηκε παντού, έξω στις αυλές. Ψέλναμε: «Την Ανάστασίν Σου, Χριστέ Σωτήρ». Βγήκαμε, καθυστερούσε, χαιρετούσε, ευλογούσε, σταύρωνε. Ανέβηκε σε ένα πεζούλι, απέναντι από τον ναό, και πήγαινε πέρα-δώθε. Γελούσε, έλαμπε το πρόσωπό του, σωστό παιδί. Ο κόσμος περίμενε το Ευαγγέλιο. Αφού «έπαιξε» κάμποσο, πηγαίνοντας πέρα- δώθε, εστάθη. Άνοιξε το Ευαγγέλιο, δόξασε την Αγία Τριάδα, διάβασε το κείμενο, το εωθινό, όχι το σύνηθες, αλλά το άλλο, το μεγαλύτερο. Δόξα σοι, είπε το «Χριστός Ανέστη», χτύπησαν οι καμπάνες. Δεν είχαν πολλά βαρελότα. Ψέλναμε όλοι, όλος ο λαός. Νέα χαρά τώρα. – Χριστός Ανέστη, φώναζε. Περιδιάβαινε στο πεζούλι, μετά χάθηκε στον κόσμο. Είχε πάει ώρα 1:30. Μπήκαμε στην εκκλησία. – Ψάλτε, ψάλτε, έλεγε. Λιβάνιζε σε κάθε ωδή. Ψέλναμε τις Καταβασίες. Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε: – Πες το πάλι. Μνημόνευε στην πρόθεση χιλιάδες ονόματα. Είχε πάει 2:30 το πρωί. Ο κόσμος είχε εγκλωβιστή. Μόνον οι Έλληνες ξέρουν τι σημαίνει, να πας κάπου να αναστήσης και μετά να πας να φας. Ακόμα και οι Χριστιανοί θέλουν να είναι 2 η ώρα στο τραπέζι κι εμείς μόλις που είχαμε αρχίσει. Είπα το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», τον Απόστολο, διαβάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρεις την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία. Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια. Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια. Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει: – Χαίρονται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι. Κι εγώ του απαντώ: – Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμένοι. Οι ζωντανοί όμως; Μου λέει: – Χαίρονται κι αυτοί Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε. Και τι να ψάλω; Περίμενα να τελειώση. Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε όλα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ’ αυγά, και φύγαμε κατά τις 5:00. Σκέφθηκα: «Δεν ξανάρχομαι του χρόνου, απαπαπά»! Τον επόμενο χρόνο όμως, δεν λειτούργησε. Ήταν η τελευταία πασχαλιάτικη Λειτουργία, που έκανε μόνος του, μόνος με το ποίμνιό του, ο ποιμένας ο καλός, ο ευλογημένος. (Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Σίμωνος, «Πατήρ Ευμένιος, ο ποιμήν ο καλός και θαυματουργός».) Πηγή : Πεμπτουσία
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια(Aγ.Φωτεινή η Σαμαρείτιδα)

[....]῾Η δέ Σαμαρεῖτις, καθώς ἄκουσε ἀπό τόν Χριστό αὐτά τά ἐξαίσια καί θεοπρεπῆ λόγια, ὅτι ὁ Θεός πουθενά δέν πρέπει νά προσκυνῆται ἀληθινά, παρά μόνο κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του, ὅπως ἡ στό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων ψυχή πού νυμφεύεται τόν Θεό, ἀναπτερωμένη ἀπό τή φωνή τοῦ νυμφίου τῆς ἀφθαρσίας, μνημονεύει τόν προσδοκώμενο καί ποθούμενο καί, κρυφά ἀκόμη, παρόντα νυμφίο, λέγοντας. “γνωρίζω ὅτι ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός, ἔρχεται.ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα”. Βλέπετε πώς ἦταν ἑτοιμοτάτη γιά τήν πίστι, ὅτι πλησιάζει ἤδη ὁ προσδοκώμενος, καί γεμάτη ἐλπίδα; ῏Αρα δέν ἐταίριαζε νά εἰπῆ καί αὐτή κατά τόν Δαβίδ, “ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, Θεέ, ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, θά τραγουδήσω καί θά ψάλω κατά τήν δόξα μου” (Ψαλμ. 56,8). ᾿Από πού θά ἐγνώριζε τοῦτο μέ τόση βεβαιότητα καί ἀσφάλεια καί θά εἶχε τήν ψυχική διάθεσι γι᾿ αὐτό, ἄν δέν εἶχε μελετήσει τά προφητικά βιβλία μέ ἄκρα σύνεσι; Γι᾿ αὐτό εἶχε καί τόν νοῦ τόσο μετάρσιο, ἀφοῦ εἶχε γεμίσει ἀπό τήν θεία κατοχή.ὥστε ἐμένα, καθώς βλέπω τώρα μέ χαρά τόν σφοδρό πνευματικό πόθο τῆς Σαμαρείτιδος αὐτῆς πρός τόν Χριστό, μοῦ ἔρχεται νά εἰπῶ πάλι γι᾿ αὐτήν τά λόγια τοῦ Ἄσματος ἐκείνου, “ποιά εἶναι αὐτή πού προβάλλει σάν ἡ αὐγή, ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐκλεκτή σάν ὁ ἥλιος;” (῏Ασμα 6,10). Διότι, ἀφοῦ ἐξαγγέλλει ὅτι σέ λίγο θά φανῆ ὁ νοητός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός καί ὑποδηλώνει ὅτι δι᾿ αὐτῆς ἀρχίζει ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἐθνῶν, σάν νά ἀνεβαίνη ἀπό ἱερά κολυμβήθρα, τήν πηγή ἐπάνω στήν ὁποία ἐστεκόταν, καθώς κατηχεῖτο ἀπό τόν Σωτῆρα, τήν βλέπω νά προβάλλη σάν πολυέραστος ὄρθρος. Εἶναι δέ ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐπείδη φέγγει, ἄν καί ἐπικρατεῖ ἡ νύκτα τῆς ἀσεβείας ἀκόμη ἐκλεκτή δέ σάν ὁ ἥλιος, γι᾿ αὐτό ὠνομάσθηκε Φωτεινή ἀπό τόν Σωτῆρα καί καταγράφηκε καί αὐτή στόν κατάλογο τῶν μελλόντων νά λάμψουν σάν ὁ ἥλιος κατά τό εὐαγγέλιο, ἐπειδή ἐπεσφράγισε τόν ὑπόλοιπο φωτοειδῆ βίο της μέ μακάριο καί μαρτυρικό τέλος, καί τώρα δέ ἀνεγνώρισε τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί τόν ἐξύμνησε τελείως ὡς Θεό, καί ὅ,τι εἶπε αὐτός ὕστερα στούς μαθητάς περί τοῦ συμφυοῦς καί ὁμοτίμου Πνεύματος, ὅτι, θά ἔλθη ἐκεῖνος, θά διδάξη ὅλη τήν ἀλήθεια, τοῦτο λέγει προλαβαίνοντας καί αὐτή περί αὐτοῦ, “ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα” (᾿Ιω. 15,26). ᾿Αλλά μόλις τήν εἶδε νά εἶναι τέτοιας λογῆς ὁ νοητός νυμφίος Χριστός, λέγει πρός αὐτήν ἀπροκαλύπτως, “ἐγώ εἶμαι πού σοῦ ὁμιλῶ”. ᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια καί ἀφήνοντας τήν ὑδρία καί τρέχοντας πρός τήν πόλι τούς πείθει μέ τά λόγια καί τούς ὁδηγεῖ πρός τήν πίστι τοῦ φανέντος, λέγοντας “ἔλθετε νά ἰδῆτε ἄνθρωπο, πού μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα.μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;”. ῾Ομιλεῖ δέ ἔτσι ὄχι ὅτι ἔχει κάποια ἀμφιβολία, ἀλλά διότι πιστεύει ὅτι καί οἱ ἄλλοι θά πληροφορηθοῦν καλύτερα μέ τή θέα καί θά πεισθοῦν εὐχερέστερα διά τῆς συνομιλίας πρός τόν Κύριο, ὅπως καί στήν πρᾶξι συνέβηκε. ᾿Εγώ καί τά προηγούμενα ἀνέπτυξα συνοπτικῶς, ἀλλά καί τή συνέχεια τῶν εὐαγγελικῶν λόγων θά παραλείψω τώρα, διότι βλέπω ὅτι ἡ ὥρα σᾶς βιάζει πρός τίς ἀνάγκες τοῦ βίου καί τά ἔργα τοῦ βίου. ᾿Αλλά ἐσεῖς προσέξατε αὐτήν τήν Σαμαρείτιδα. Μόλις ἄκουσε τά εὐαγγελικά λόγια, πού ἀνακοινώνομε κι᾿ ἐμεῖς πρός τήν ἀγάπη σας, ἀμέσως κατεφρόνησε ὅλες τίς ἀνάγκες τοῦ σώματος. ῎Αφησε ἀμέσως καί τή στάμνα καί τήν οἰκία, καί, τρέχοντας στήν πόλι καί παρασύροντας τούς Σαμαρεῖτες, ἐπανῆλθε πάλι μαζί μέ αὐτούς πρός τόν Χριστό.διότι τό, “ἔλθετε νά ἰδῆτε”, τοῦτο ἀκριβῶς σημαίνει, “ἀκολουθήσατέ με καί θά σᾶς ὁδηγήσω καί θά σᾶς δείξω τόν ἀπό τούς οὐρανούς Σωτῆρα πού ἦλθε στόν κόσμο”.[.....]
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ-Εἶναι ἀδύνατον νά τόν δεῖ καί νά τόν καταλάβει κάποιος, ἔξω ἀπό τήν Πίστη του,

Δέν µπορεῖ νά σκεφτεῖ κανείς τόν µῆνα Μάϊο, χωρίς νά τοῦ ἔρθει στό νοῦ ἐκεῖνος ὁ βασιλιάς, πού πῆρε τήν ἀνθρωπότητα ἀπό τό βαθύ σκοτάδι τοῦ χειµῶνα τῆς εἰδωλολατρικῆς κακίας καί τήν ὁδήγησε στήν ἄνοιξη τῆς ζωῆς “ὡς ἐν Οὐρανῷ καί ἐπί τῆς γῆς”. Μέσα σέ αὐτόν τόν τρίτο µῆνα τῆς ἄνοιξης, συνοψίζεται ἡ περίληψη τῆς ἱστορίας τῆς ἀπόπειρας τῆς ἀνθρωπότητας νά φέρει γιά πρώτη -καί µᾶλλον καί γιά τελευταία- φορά, τό πρότυπο τῆς ζωῆς τοῦ Οὐρανοῦ στή γῆ. Καί συνοψίζεται µέ τρεῖς ἐπετείους: α) Μέ τήν ἑορτή τῆς ἐπετείου τοῦ θανάτου αὐτοῦ τοῦ βασιλιά, ὁ ὁποῖος θεµελίωσε τοῦτο τό καινό, τό µηδέποτε, µέχρι τότε, δοκιµασµένο πολίτευµα, β) Μέ τήν ἐπέτειο τῆς γέννησης τῆς Πόλης του, δηλαδή τά ἐγκαίνιά της καί, γ) Μέ τήν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τῆς Πόλης του, δηλαδή, τῆς Ἅλωσής της ἀπό βαρβάρους καί τῆς ὁριστικῆς της ἀλλοτρίωσης ἀπό τόν τρόπο ζωῆς, πού ὁ ἱδρυτής της εἶχε ὁραµατιστεῖ. Ὁ Μάϊος ἀνήκει στόν Κωνσταντῖνο, στόν πρῶτο καί Μέγα βασιλέα καί αὐτοκράτορα καί στήν Πόλη τοῦ Κωνσταντίνου, στήν Βασιλεύουσα Πόλη, στό “καύχηµα τῶν ὑπό τήν ἡλίου Ἀνατολήν”, στήν Κωνσταντινούπολη. Τήν εἰκοστή πρώτη µέρα αὐτοῦ τοῦ Μαΐου, θά ἀπέχουµε χίλια ἑξακόσια ὀγδόντα καί πέντε χρόνια ἀπό τήν ὁσία τελείωση τοῦ µεγάλου βασιλέα. Τήν ἑνδέκατη µέρα αὐτοῦ τοῦ Μαΐου, θά ἀπέχουµε χίλια ἑξακόσια ἐνενῆντα καί δύο χρόνια ἀπό τά ἐγκαίνια τῆς Πόλης του. Καί τήν εἰκοστή ἔνατη µέρα αὐτοῦ τοῦ Μαΐου, θά ἀπέχουµε πεντακόσια ἑξῆντα καί ὀκτώ χρόνια ἀπό τήν πτώση τῆς Πόλης του, ἀπό τό τέλος τοῦ πολιτεύµατος, τό ὁποῖο ἦταν ἐκεῖνος ὁ πρῶτος του ἐµπνευστής, ἀλλά κατανοήθηκε καί ἀγαπήθηκε ἀπό ὁλόκληρο τόν ἑτερόκλητο πληθυσµό τῆς Ἀνατολικῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ ζωή καί ἡ προσωπικότητα αὐτοῦ τοῦ Μεγάλου ἀνθρώπου, δέν ἦταν καί δέν εἶναι εὔκολο νά κατανοηθεῖ. Σάν ἄνθρωπος χωρίς πατρίδα, ἔζησε καί γνώρισε σχεδόν ὅλη τήν τότε οἰκουµένη καί διάλεξε µόνος του τόν τόπο πού ἔκανε πατρίδα του καί τόν ἔδωσε καί σέ ὅλους ὅσοι θέλησαν νά ξεπεράσουν τά στενά ὅρια τῆς φυλῆς, τῆς καταγωγῆς, τῆς γενεᾶς καί νά ἐνταχθοῦν σέ ἕνα νέο “λαό”, στόν Λαό τοῦ Θεοῦ. Γι᾽αὐτό καί οἱ αὐτοκράτορες πού τόν ἀκολούθησαν, δέν εἶχαν κανένα φυλετικό ἤ ἄλλο ἐµπόδιο, ἀλλά ἦσαν ἀπό ὅλες τίς φυλές, Θρᾶκες, Ἕλληνες, Ἴσαυροι, Ἀρµένιοι, Μακεδόνες, ἀπό ὅλα τά µορφωτικά ἐπίπεδα, διανοούµενοι εὐγενεῖς ἤ ὀλιγογράµµατοι (ἤ καί ἀγράµµατοι) στρατιῶτες, ἀλλά ὑπέγραφαν ὅλοι, µηδενός ἐξαιρουµένου: «Πιστός ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωµαίων»! Βασιλεῖς καί πολῖτες τῆς Πόλης τοῦ Κωνσταντίνου καί τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Κωνσταντίνου, ἔτσι προσδιόριζαν τόν ἑαυτό τους, ἔτσι δήλωναν τήν καταγωγή τους, ἔτσι δήλωναν τήν ταυτότητά τους: Πιστοί στόν Χριστό, τόν Θεό, Ρωµαῖοι. Αὐτή ἦταν ἡ σφραγῖδα τῆς ὕπαρξής τους καί ἔτσι ἔµειναν στήν ἱστορική µνήµη τῶν ἀνθρώπων, ἀκόµη καί αὐτῶν πού δέν συµφωνοῦσαν µέ αὐτό τόν τρόπο ζωῆς, ἤ, πού δέν συµφωνοῦν οὔτε σήµερα, ἀλλά δέν µποροῦν νά µήν τόν βλέπουν καί νά µήν τόν διαπιστώνουν. Γράφει ἕνας σύγχρονος ἱστορικός: «Ἀπό τόν καιρό τοῦ Κωνσταντίνου εἶναι πού µπορεῖ κανείς ἐξ ἀρχῆς νά διακρίνει ὅλα τά χαρακτηριστικά στοιχεῖα τοῦ Βυζαντινοῦ πολιτισµοῦ: µιά µνηµειώδη καί ἀπόρθητη πρωτεύουσα στήν Κωνσταντινούπολη· κυρίαρχη Χριστιανικότητα· ἕνα πολιτικό σύστηµα πού ἐξαίρει τό αὐτοκρατορικό ἀξίωµα, ἀλλά ταυτόχρονα τοῦ βάζει περιορισµούς· θαυµασµό τῆς ἀσκητικῆς πνευµατικότητας· ἔµφαση στήν ἔµπρακτη ἔκφραση τῆς πνευµατικότητας· καί µιά τέτοια θεώρηση τῆς ἀπειλῆς τῶν ὁρίων, πού ξεπερνοῦσε τήν ἀµειγῶς στρατιωτική θεώρηση»1. Ἑποµένως, ὅταν δέν καταλαβαίνουν οἱ Δυτικοί ἱστορικοί τήν ἰδιαιτερότητα καί τόν τρόπο τῆς ζωῆς τῆς Ἀνατολικῆς Ρωµαϊκῆς αὐτοκρατορίας, δέν εἶναι ὅτι δέν καταλαβαίνουν, ἀλλά ὅτι δέν θέλουν νά καταλάβουν! Καί, ὅπως παραδέχεται καί ἕνας ἄλλος σύγχρονος ἱστορικός, καθηγητής τῆς Ὀξφόρδης: «Γιά νά κάνει κάποιος µιά ἐκτίµηση τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, εἶναι ἀπαραίτητο τό νά κάνει ἕνα ἅλµα πίστεως, πρός ὁποιαδήποτε κατεύθυνση καί ἄν τό κάνει»2. Καί, ἀναφέροντας τό τεράστιο διάστηµα ἀνάµεσα στή λατρεία καί στό ἔντονο µῖσος, πού δείχνουν κάποιοι ἱστορικοί πρός τό πρόσωπο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, παραδέχεται ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά τόν δεῖ καί νά τόν καταλάβει κάποιος, ἔξω ἀπό τήν Πίστη του, συµπληρώνοντας: «ἀκόµα καί οἱ πιό οὐδέτεροι, µπορεῖ νά εἶναι προκατειληµµένοι»3. Μά πῶς µπορεῖ νά δεῖ κανείς, αὐτή τήν προσωπικότητα καί τή ζωή του, ἔξω ἀπό τήν Πίστη; Δέν εἶναι ἀρκετός ὁ χῶρος, ὄχι ἑνός περιοδικοῦ, ἀλλά οὔτε καί ἑνός βιβλίου γιά νά ἀναφέρει περιληπτικά κανείς, πόσες φορές ἡ ζωή του κρεµόταν ἀπό µία κλωστή καί πῶς σωζόταν τήν τελευταία στιγµή. Πῶς νά ἑρµηνεύσει κανείς, ἔξω ἀπό τήν Πίστη, τό ὅτι ἕνας εἰδωλολάτρης, ὀπαδός τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ-Ἥλιου, ὑπακούει σέ ἕνα ὅραµα, ἀναγνωρίζει ἕνα Φῶς πιό δυνατό ἀπό αὐτό τοῦ ἥλιου, πού µέχρι τότε ἤξερε, κι ἀποφασίζει νά παραδώσει τή ζωή του σέ Αὐτόν πού δέν ἤξερε καί νά Τόν ἀκολουθήσει σέ ἕνα δρόµο πού ἔβγαζε στή Μουλβία Γέφυρα, σέ ἕνα δρόµο πού, στρατηγικά, δέν ἦταν σωστός, ἔχοντας ἀπέναντί του ἕναν µεγαλύτερο καί καλύτερα ὁπλισµένο στρατό, γνωρίζοντας καλά ὅτι, αὐτή ἡ µάχη, θά τέλειωνε µόνο µέ δύο τρόπους: ἤ µέ τό θάνατό του, ἤ µέ τή νίκη του! Ποιός τρελός τό κάνει αὐτό χωρίς Πίστη; Καί τό ἀποτέλεσµα τί ἔδειξε; Τί λέτε; Ἦταν τρελός; Ἐπίσης, ὅταν προχωροῦσε πρῶτος, πάνω στό ἄλογό του χαράζοντας τά ὅρια τῆς Πόλης του καί οἱ ἀξιωµατικοί του καί οἱ µηχανικοί πού ἀκολουθοῦσαν πίσω του κουράστηκαν καί τόν ρώτησαν πότε θά σταµατήσει καί αὐτός ἀπάντησε: «ὅταν σταµατήσει αὐτός πού πηγαίνει µπροστά µου», ἐνῶ κανείς τους δέν ἔβλεπε τίποτα, τί πιστεύετε; Τόν πέρασαν γιά τρελό; Κι ἡ πράξη, ποιόν δικαίωσε; Τήν Πίστη τοῦ Κωνσταντίνου, πού µᾶς ἐµπιστεύτηκε τήν Πόλη του καί τόν τρόπο τῆς ζωῆς του, ἤ τήν ὀλιγοπιστία τή δική µας καί τόν δικό µας τρόπο ζωῆς, πού µᾶς ἔκανε νά καταφέρουµε νά τήν κρατήσουµε µόνο γιά 1123 χρόνια καί 17 ἡµέρες; Νινέττα Βολουδάκη«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 237 Μάϊος 2022
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼