Η «πλουτοταπείνωσις» του αγίου Παϊσίου

Όπως το άλας μπαίνει σε όλα τα φαγητά και τα νοστιμίζει, έτσι και στην ζωή του Γέροντα Παϊσίου, σε όλες τις εκδηλώσεις, στα λόγια, στα γραπτά, στις σχέσεις του με τους άλλους, συναντούμε την ταπεινοφροσύνη. Ενδύθηκε η ψυχή του σαν ένδυμα την ταπείνωση, την «στολή της θεότητος» (Αβ. Ισαάκ). Τα θαύματα και οι ευεργεσίες του Θεού αντί να του φέρνουν λογισμούς υπερηφανείας, γίνονταν αφορμές ταπεινώσεως και μεγαλυτέρου αγώνος. Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα της ταπεινώσεώς του. Ταπείνωση αρχοντική, «πλουτοταπείνωσις» (Κλίμαξ Ε’, θ’). Έβλεπε τον εαυτό του κάτω απ’ όλη την κτίση, χειρότερο και από τα ζώα. Αναφέρει σε επιστολή του (25-12-65): «Παρομοιάζουμε τον εαυτό μας με τα ζώα και κατηγορούμε και τα καημένα τα ζώα. Εμείς γινόμαστε χειρότεροι από αυτά. Μιαν ημέρα σκεφτόμουνα να βρω κάτι δια να παρομοιάσω τον εαυτό μου, και κατέληξα τελικά στο σκαθάρι. Μετά από μια καλή εξέταση είδα να το αδικώ και αυτό το καημένο, διότι και αυτό εκτελεί τον προορισμό του εις το να κόβη κομματάκια-κομματάκια την κοπριά και να την κάμη μικρά μπαλάκια και να την αφανίζη. Ενώ εγώ, λογικός άνθρωπος, πλάσμα του Θεού κατ’ εικόνα και ομοίωσιν, συγκεντρώνω κοπριά στον ναό του Θεού δια της αμαρτίας. Και το κακό είναι, που όχι σκαθάρι δεν δέχομαι να με ειπή κανείς, αλλ’ ούτε και γαϊδουράκι, που είναι τουλάχιστον σ’ όλους γνωστές οι πολλές και κοπιαστικές υπηρεσίες που προσφέρει στον άνθρωπο με μεγάλη υπομονή και στο τέλος αφανίζεται». Ζούσε βαθειά το μυστήριο της ταπεινώσεως και ο νους του γεννούσε έννοιες και λόγους ταπεινούς. Ονόμαζε τον εαυτό του «λειψό», «μυξιάρικο», «χωριάτη», «χαμένο», «σκιάχτρο», «αγράμματο», «ολιγόμυαλο» κ.ά. Ασφάλιζε τον εαυτό του με την ταπείνωση. Ήξερε ότι «εν τη υπερηφανεία απώλεια και ακαταστασία πολλή» (Τωβ. 4:13), ενώ η ταπείνωση είναι θείος μαγνήτης που φέρνει στον άνθρωπο όλα τα χαρίσματα και τις ευλογίες του Θεού. Γι’ αυτό την αγάπησε από την καρδιά του και αρεσκόταν να χρησιμοποιή ανάλογες εκφράσεις: «ταπείνωσε την λάμπα», «ένα σκαμνάκι ταπεινό», «αυτό το δένδρο θέλει ταπείνωμα» (κλάδεμα), κ.ά. Αν έπεφτε έξω στην κρίση του, είχε την ταπείνωση να το ομολογήση και, αν κατέκρινε, να ζητήση συγχώρεση. Γνώριζε τα μέτρα του. Δεν πίστευε ότι μπορεί να απαντά σε όλα. Όταν τον ρωτούσαν για θέματα ειδικά, εκκλησιαστικά, κανονικά ή επιστημονικά, τους παρέπεμπε στα κατάλληλα πρόσωπα για να συμβουλευθούν. Ο Γέροντας Παΐσιος αποστρεφόταν και απέφευγε τις τιμές, τις διακρίσεις, τα αξιώματα, την προβολή, όπως η μέλισσα τον καπνό. Είχε βαθειά και αληθινή ταπεινοφροσύνη, όπως φαίνεται από αυθόρμητες εκδηλώσεις του. Όταν ήταν στρατιώτης του απένειμαν παράσημο ανδρείας και στην θέση του πήγε και το πήρε άλλος. «Καλά έκανες», του είπε, «εγώ τι να το κάνω;». Στην Κέρκυρα, όταν συνάντησε τον φίλο και συστρατιώτη του Παντελή Τζέκο, εκείνος τον σύστησε στην μητέρα του: «Αυτός είναι που με έσωσε». Ο Γέροντας τινάχθηκε επάνω και είπε ζωηρά: « Όχι, όχι εγώ, ο Κύριος». Ο Γέροντας τότε έλαβε τα μέτρα του και απέκρυψε το μοναχικό του όνομα. Όταν πολύ αργότερα ο γυιός του Παντελή, Φίλιππος, τον επισκέφθηκε στο Άγιον Όρος, ο Γέροντας κατάλαβε πως είναι γυιός του, αλλά δεν αποκαλύφθηκε. Έστειλε και ευλογίες στον πατέρα του τον Παντελή. Ο Φίλιππος μιλούσε για την καλωσύνη του π. Παϊσίου, αλλά ο κ. Παντελής ήθελε να βρη τον Αρσένιο Εζνεπίδη. Τριανταπέντε χρόνια τον αναζητούσε και έμαθε μετά την κοίμησή του ότι ο Αρσένιος Εζνεπίδης είναι ο γέροντας Παΐσιος. Έλεγε: «Θα διαλαλούσα σ’ όλο τον κόσμο ότι αυτός είναι ο σωτήρας μου και θα πήγαινα να μείνω μαζί του». Πολλοί τιμούσαν τον Γέροντα ως άγιο. Άλλοι, ελάχιστοι, τον κατηγορούσαν ως μάγο. Εκείνος απαντούσε με αυτοσυνειδησία: «Δεν είμαι ούτε άγιος ούτε μάγος. Είμαι ένας αμαρτωλός άνθρωπος, που προσπαθώ να αγωνίζωμαι. Μέσα στο σύμπαν βλέπω τον εαυτό μου σαν ένα μόριο σκόνης. Τουλάχιστον να ήταν καθαρό!». Αυτός ήταν ο Γέροντας. Μέγας, βυθισμένος μέσα στην άβυσσο της «πλουτοταπεινώσεώς» του, με πλήρη επίγνωση των θείων χαρισμάτων αλλά και της αναξιότητός του.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Η δυστυχία των λεγόμενων ανθρώπων της Εκκλησίας είναι ότι και τα κοσμικά δεν μας γεμίζουν πια και τα πνευματικά δεν τα βιώνουμε

Το Άγιον Όρος ασκεί μια ακαταμάχητη γοητεία στους ανθρώπους που το επισκέπτονται για πρώτη φορά. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που δεν θα προσπαθήσουν με την πρώτη ευκαιρία να βρεθούν και πάλι εκεί. Είναι η Παναγία,είναι η προσευχή των μοναχών,είναι η άδολη αγάπη τους, είναι οι άνθρωποι που με τρομερούς ασκητικούς αγώνες αγίασαν,που τα λείψανα τους εκπέμπουν άρρητη ευωδία; Γυρίζουν ύστερα και ο καθένας με τον δικό του τρόπο προσπαθούν να μεταδώσουν τις εμπειρίες τους στους φίλους,στους γονείς,στις συζύγους,στα παιδιά τους. Και εκεί αρχίζουν συνήθως τα δύσκολα. Οι οικιακοί έχοντας συνηθίσει σε έναν κοσμικό τρόπο ζωής, αρνούνται να ακολουθήσουν τους νεοφώτιστους συζύγους τους. Έλεγε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος,ότι αν θέλεις να νηστέψεις και η σύζυγος σου δεν θέλει,τότε η μοιχεία της συζύγου σου θα καταλογιστεί σε σένα. Τόσο μπροστά ήταν οι Άγιοι μας. Και εμείς με δυο τρεις πέντε επισκέψεις, γινόμαστε βασιλικώτεροι του βασιλέως. Σε μια επίσκεψη μου στον Άγιο Παίσιο, του ζήτησα την άδεια να έχω πνευματικό έναν ξακουστό γέροντα στην Σκήτη της Αγίας Άννης. Όχι μου είπε,να βρεις πνευματικό κοντά στο μέρος που ζεις,κι ας μη κάνει θαύματα, απλά να έχει διάκριση. Και Διάκριση είναι να σέβεται κυρίως την ελευθερία σου,να μην επιβάλλεται, να προσεύχεται ,να είναι μια τεράστια αγκαλιά για σένα την γυναίκα σου και τα παιδιά. Η δυστυχία ημών των λεγόμενων ανθρώπων της Εκκλησίας είναι ότι και τα κοσμικά δεν μας γεμίζουν πια και τα πνευματικά δεν τα βιώνουμε . Φανατιζόμαστε και προσπαθούμε να κόψουμε τα κοσμικά και στους γύρω μας, - Τι θα φορέσεις; - Δεν ντρέπεσαι που το έκανες αυτό; - Για να δω με τι μούτρα θα πας να εξομολογηθείς. Η ευσεβίστικη ματιά της " θεούσας" που μόνον αγάπη και ανοχή δεν βγάζει για τους άλλους. Τι σχέση έχουμε με τον Πατέρα της Παραβολής του Ασώτου;
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Τὸ μίσος τοῦ Κοραῆ καὶ τοῦ Βελουχιώτη πρὸς τὸν Καποδίστρια!

Ὑπάρχουν προσωπικότητες τῶν ὁποίων τὸ ἔργο ὄχι μόνον εἶναι συνυφασμένο μὲ μερικὲς ἀπὸ τὶς πιὸ κρίσιμες σελίδες τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας ἀλλὰ καὶ παρέχει τεκμήρια πολύτιμα γιὰ τὴν αὐτοσυνειδησία ἠμῶν τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν ὀρθὴ θέαση τοῦ μέγιστου ἱστορικοῦ γεγονότος τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821 ποὺ ἑορτάζει σήμερα ὅλος ὁ Ἑλληνισμός. Τέτοια ἦταν καὶ ἡ προσωπικότητα τοῦ Βρετανοῦ πολιτικοῦ, στρατιωτικοῦ, ἀγωνιστῆ τῆς Ἀντίστασης κατὰ τοῦ Ναζισμοῦ, μέλους τῶν Βρετανικῶν μυστικῶν ὑπηρεσιῶν, διπλωμάτη καὶ ἱστορικοῦ, Christopher Montague ‘Monty’ Woodhouse, Βαρώνου τοῦ Terrington, ὁ ὁποῖος πέθανε τὸ 2001 σὲ ἡλικία 83 ἐτῶν. Ὅσον ἀφορᾶ στὰ ἑλληνικὰ πράγματα, ἡ συνεισφορὰ τοῦ Woodhouse εῖναι ἐκπληκτικὰ εὐρεία. Σὲ ἐπιχειρησιακὸ ἐπίπεδο σχετίζεται μὲ σειρὰ γεγονότων κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Γερμανικῆς Κατοχῆς. Τὸ 1941 ἦταν ἐκ τῶν Ἐκτελεστικῶν ἀξιωματούχων τῶν Βρετανικῶν Ἀποστολῶν (Special Operations Executive) ποὺ στάλθηκαν στὴν Κρήτη προκειμένου νὰ ὀργανώσουν τὶς δυνάμεις Ἀντίστασης. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1942 τὸν συναντοῦμε ὡς ἀλεξιπτωτιστὴ στὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα, ὑποδιοικητὴ τῆς Δύναμης Ηarling ὅταν μαζὶ μὲ τὸν Διοικητή Εddie Μyers, εἶχαν ὡς ἀποστολὴ τὴν ἀνατίναξη τῆς γέφυρας τοῦ Γοργοποτάμου. Μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασή της, ὁ Woodhouse παρέμεινε στὴν Ἑλλάδα, καθὼς ἦταν ἀπὸ τοὺς λίγους Βρετανοὺς ἀξιωματικοὺς ποὺ μιλοῦσαν ἑλληνικὰ καὶ συχνὰ συνομιλοῦσε μὲ ἑλληνικοὺς πολιτικοὺς παράγοντες στὴν Ἀθήνα, ἐνῶ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1943 τό Foreign Office τόν ὅρισε ἐπικεφαλῆς τῆς Βρετανικῆς Στρατιωτικῆς Ἀποστολῆς στὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἐνδιαφέρον, ὡστόσο τοῦ Woodhouse γιά τὴν Ἑλλάδα, δὲν περιορίζεται στὴν στρατιωτικὴ συνδρομή του. Ἔχοντας μετὰ τὸν πόλεμο ἤδη διατελέσει Βουλευτὴς τῶν Συντηρητικῶν (1959-1966), ὅταν παράλληλα ὑπῆρξε καί Fellow στό Nuffield College στό Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης, ὅπου ἄλλωστε εἶχε πραγματοποιήσει Κλασσικὲς Σπουδές, ὑπῆρξε πολυγραφότατος συγγραφέας πληθώρας ἔργων ποὺ περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν Ἑλλάδα. Ἀπὸ τὴν ἐκτενῆ βιβλιογραφία του, σταθμὸς εἶναι τὸ ἔργο του, Καποδίστριας: Ὁ Θεμελιωτὴς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνεξαρτησίας (Capodistria, The Founder of Greek Independence), ποὺ ἐκδόθηκε ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ὀξφόρδης τὸ 1973, δηλαδὴ ἕνα ἔτος πρίν ὁ Woodhouse ὁλοκληρώσει τὴν δεύτερη Κοινοβουλευτικὴ θητεία του ὡς Βουλευτὴς Ὀξφόρδης (1970-1974). Πρόκειται γιὰ μία ὀγκωδέστατη μελέτη, ἀποτελούμενη ἀπὸ ΄21. Κεφάλαια ποὺ κατανέμονται σὲ 6 τμήματα μίας ἔκδοσης 500 σελίδων, μὲ ἐκτενέστατη βιβλιογραφία πρωτογενῶν καὶ δευτερογενῶν πηγῶν, ὑποστηριζόμενη ἀπὸ πίνακες καὶ χάρτες. Αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐκπληκτικὸ ἐνδιαφέρον εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Woodhouse στό πῶς ἀποφάσισε νὰ ἀσχοληθεῖ συστηματικὰ μὲ τὸν πρῶτο Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδας. Γράφει χαρακτηριστικὰ ὁ Woodhouse (σελ. vii / μετάφραση Π.Γ.Π.): ‘‘Tό ἐνδιαφέρον μου γιὰ τὸν Καποδίστρια ξεκίνησε μὲ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο. Βαδίζοντας στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου τὸν Νοέμβριο τοῦ 1942, συνοδευόμενος ἀπὸ ἀντιστασιακὸ σῶμα ὑπὸ τὴν διοίκηση τοῦ Ναπολέοντα Ζέρβα, τὸν ἐπάξιο ἀπόγονο τῶν Σουλιωτῶν ἡρώων τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἀνεξαρτησίας, σμίξαμε μὲ ἕνα ἄλλο ἐπαναστατικὸ σῶμα στὸ χωριὸ Βίνιανη. Ἐπικεφαλῆς του ἦταν ἕνας Κομμουνιστὴς ὀνόματι Ἀθανάσιος Κλάρας, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ ψευδώνυμο Ἄρης Βελουχιώτης: ὁ θεὸς τοῦ πολέμου ἀπὸ τὸ Βελουχιώτη, ἄλλως γνωστὸ καὶ ὡς Τυμφρηστός, τὸ ὑψηλότερο βουνὸ τῆς κεντρικῆς Πίνδου (σσ.: ἡ συνάντηση Γούντχαουζ – Βελουχιώτη ἔλαβε χώρα τὴν 14η Νοεμβρίου). Ἡ συνδυασμένη δύναμή μας, συνέχισε τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἀποστολή της, ποὺ ἦταν ἡ καταστροφὴ τῆς σιδηροδρομικῆς ὁδογέφυρας στὸν ποταμὸ Γοργοπόταμο. Αἰσθανόμασταν ἤδη τὴν ἐπιτυχία, καὶ δὲν κωλυσιεργήσαμε στὴν διάβασή μας ἀπὸ τὰ ἑλληνικὰ ὅρη. Μετὰ ἀπὸ κάθε χωριό, σταματούσαμε λιγάκι καὶ δίναμε ἐμπνευσμένες ὁμιλίες σὲ ἐνθουσιώδη ἀκροατήρια, διακηρύσσοντας τὸ καθῆκον τῆς ἀντίστασης καὶ τὸ ἐπικείμενον τῆς ἀπελευθέρωσης. Ἦταν μία συναρπαστικὴ ἀλλὰ παροδικὴ ἐμπειρία. Ὁ Ζέρβας κι ἐγὼ περιορίσαμε τὶς ὁμιλίες μας κυρίως σὲ πατριωτικὲς κοινοτοπίες, ἀλλὰ οἱ ὁμιλίες τοῦ Ἄρη ἦταν διαφορετικές. Εἰπωμένες μὲ μία σκληρὴ μονοτονία, μὲ μεγάλη ταχύτητα ἀλλὰ ὡσὰν νὰ σκεφτόταν φωναχτά, ἦταν περισσότερο διαλέξεις στὴν Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας παρὰ πατριωτικὲς ὁμιλίες. Σχεδὸν τὸ μόνο ποὺ θυμᾶμαι λεπτομερῶς ἀπὸ αὐτὲς σήμερα εἶναι ἡ ἐπιμονὴ μὲ τὴν ὁποίαν ἐπιτίθετο στοὺς προηγούμενους κυβερνῆτες τῆς σύγχρονης Ἑλλάδας. Δύο ὀνόματα ἦταν ἀνάθεμα γιὰ αὐτόν: Γλύξμπουργκ (τὸ ὄνομα ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ τὴν βασιλικὴ οἰκογένεια, σκόπιμα ἐπιλεγμένο γιὰ νὰ δίνει ἔμφαση στὶς Γερμανικὲς διασυνδέσεις της), και Καποδίστριας. Τον τελευταῖο τὸν καταδίκαζε ὡς ἕναν ἀδίκαστο ἀλλοδαπὸ τύραννο ὁ ὁποῖος εἶχε διαφθείρει τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποστερήσει τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἀπὸ τὴν ἀνεξαρτησία γιὰ τὴν ὁποία εἶχαν πολεμήσει. Καθώς γνώριζα τὸν Ἄρη Βελουχιώτη καλύτερα, πειθόμουν ὁλοένα καὶ περισσότερο ὅτι, τὸν ὁποιονδήποτε κι ἐὰν μισοῦσε μὲ τόση ἔνταση, περισσότερο ἀπὸ ἕναν αἰώνα μετὰ τὸν θάνατό του, θὰ εἶχε περισσὸ ἐνδιαφέρον νὰ τὸν μελετήσω περαιτέρω’’. Ὁ λόγος ποὺ τὰ γράφουμε αὐτά, εἶναι διότι σὲ αὐτὴ τὴν πολύτιμη ἐπιστημονικὴ συνεισφορὰ τοῦ Woodhouse συναντιόμαστε μὲ μία συγκλονιστικὴ ἀναφορὰ στὴν ἀντίδραση ποὺ προκάλεσε ἡ δολοφονία τοῦ Ἰωάννη Καποδίστρια στὸν Ἀδαμάντιο Κοραή. Μία ἀναφορά, τὴν ὁποία ἀξίζει νὰ παραθέσουμε αὐτοτελῶς ὄχι μόνον διότι εἶναι πολλοὶ οἱ Ἕλληνες ποὺ τὴν ἀγνοοῦν, ἀλλὰ καὶ διότι θεωροῦμε ὅτι σὲ αὐτὴν βρίσκονται ὁρισμένα πολὺ χρήσιμα ἐξαγόμενα ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση τόσο μὲ τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, μὲ τὴν ἀπόπειρα πλήρους ἀποδόμησης τῆς προσωπικότητας τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδας, τὸν ὁποῖο οἱ σημερινοὶ τυφλοὶ ὀπαδοὶ τοῦ Κοραῆ διακηρύττουν διαπρυσίως ὡς δικτάτορα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν συνολικὴ καὶ πολύχρονη προσπάθεια ἀλλοίωσης τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας ἀναφορικὰ μὲ τὴν Ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ἂς δοῦμε τί ἀκριβῶς γράφει ὁ Woodhouse, ἀναφερόμενος στὴν ἀντίδραση τοῦ Κοραῆ κατὰ τὸ ἄκουσμα τῆς δολοφονίας τοῦ Καποδίστρια (σελ. 502-503): ‘‘Δέν προξενεῖ ἐντύπωση τὸ γεγονότος ὅτι ὑπάρχει καταγραφὴ στὰ Ἑλληνικὰ Ἀρχεῖα τῶν ἐγκάρδιων συλλυπητηρίων τοῦ Μακρυγιάννη. Μόνον ὁ Κοραὴς ἦταν ἀδυσώπητος. Εἶχε ἤδη στὸ τυπογραφεῖο πρὸς ἐκτύπωση -μὲ ἡμερομηνία 17 Ὀκτωβρίου 1831- ἕνα φυλλάδιο μὲ τὸ ὁποῖο ἐπιτίθετο στὸν Καποδίστρια, ὅταν ἔμαθε στὸ Παρίσι τὰ νέα τῆς δολοφονίας. Ἀντὶ νὰ τὸ περιορίσει κόσμια καὶ εὐπρεπῶς, ὁ Κοραὴς προσέθεσε ἕναν πρόλογο κι ἕναν ἐπίλογο, ὅπου διακήρυττε ὅτι, ὁ Καποδίστριας, ὡς παραβάτης τῶν νόμων τῆς Ἑλλάδας, ἄξιζε μία ἀκόμη χειρότερη μοίρα -νὰ ἐξοριστεῖ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν χώρα του- καὶ ὅτι, οἱ δολοφόνοι του ἦταν ἄξιοι μομφῆς διότι φταῖνε ποὺ τὸν προφύλαξαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν μοίρα. Τὸ φυλλάδιο αὐτό, τὸ ὁποῖο ἦταν γραμμένο στὴ συνήθη μορφὴ διαλόγου, ἔβριθε ἀκόμη περισσότερου δηλητηρίου κατὰ τοῦ Καποδίστρια, ἀπὸ ὅτι περιεῖχε στὴν ἀρχικὴ μορφή του. Μιλοῦσε γιὰ τὴν «Ἰησουιτικὴ διακυβέρνησή» του, τὴν ἄθλια τυραννία του, καὶ τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεχε ἡ Ἑλλάδα, «τῆς Φαναριώτικης λέπρας ἢ τῆς πλημμύρας τῶν Κοζάκων». Ἐπαναλάμβανε ἐπίσης, τὶς γνωστὲς παραποιήσεις καὶ νοθεύσεις σχετικὰ μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ Καποδίστρια νὰ ἐπιτρέψει τὴν διδασκαλία τῶν Ἀρχαίων Κλασσικῶν, καὶ τὶς ἀπόπειρές του νὰ πείσει τὶς Δυνάμεις ὅτι ἡ Ἑλλάδα ἦταν γεμάτη ταραχοποιούς, κλέφτες καὶ πειρατές. Τέτοιες ποταπὲς ἀνοησίες δὲν θὰ εἶχαν καμία ἀξία νὰ ἀναφερθοῦν, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο γιὰ τὸ γεγονὸς ὅτι, καθὼς προέρχονται ἀπὸ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους μελετητὲς καὶ δημοσιογράφους (δημοσιολόγους) τῆς Ἑλλάδας, μαρτυροῦν τὸ βάρος καὶ τὰ φαρμάκια τῆς ἀντιπολίτευσης τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσει ὁ Καποδίστριας. Ἀκόμη καὶ σὲ μεταγενέστερα γράμματά του σὲ φίλους, ὁ Κοραὴς ἔδειξε ὅτι δὲν μετάνιωσε ποτὲ γιὰ αὐτὴν τὴν φριχτὴ συμπεριφορά του’’. Διαβάζοντας κανεὶς αὐτὲς τὶς γραμμές, τοῦτες μάλιστα τὶς ἡμέρες ποὺ ἡ Ἑλλάδα τελεῖ ὑπὸ μία πολὺ ἰδιάζουσα κατάσταση ἑορτασμοῦ τοῦ Ἰωβηλαίου τῆς Ἐθνικῆς Παλιγγενεσίας, μὲ ἐγκλεισμὸ τῶν Ἑλλήνων διὰ τῆς ἐπιβολῆς μεροληπτικὰ περιοριστικῶν μέτρων μὲ τὸ πρόσχημα τοῦ κορωνοϊοῦ, καὶ κυρίως ἔχοντας ὑποστεῖ μία συστηματικὴ ἀπόπειρα πλύσης ἐγκεφάλου ἀπὸ τὴν ἁρμόδια Κυβερνητικὴ Ἐπιτροπὴ Ἑλλάδα 2021΄ καὶ τὴν περὶ αὐτὴν δορυφόρους ἀλλοιωτὲς τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας, γεννιῶνται ἀβίαστα ὁρισμένα συμπεράσματα ποὺ ἔχουν, θεωρῶ, κάποια ἀξία νὰ ἀναφερθοῦν. 1. Τὸ ἀβυσσαλέο μίσος μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Ἀδαμάντιος Κοραής, ἐκ τῶν πλέον προβεβλημένων σήμερα δῆθεν πρωτεργατῶν τοῦ Ἀγώνα τῆς Ἀνεξαρτησίας, στὴν πραγματικότητα ὅμως προσβολέα τῶν βαθύτερων πτυχῶν τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας καὶ τοῦ Ἕλληνα τρόπου, καταφέρεται κατὰ τοῦ νεκροῦ Ἰωάννη Καποδίστρια, δείχνει ὅτι οἱ ἀξίες τοῦ Διαφωτισμοῦ, στὶς ὁποῖες εἶχε ὁ ἴδιος ὑπερεκτεθεῖ, πόρρω ἀπέχουν ἀπὸ τὴν πρωταρχικὴ ἀξία τοῦ ἑλληνικοῦ ἤθους. Τῆς ἀπόδοσης δηλαδή, τιμῶν στὸν νεκρό, γιὰ τὶς ὁποῖες ἡ Ἀντιγόνη γίνεται ὁ ἀριστουργηματικὸς ὕμνος τοῦ Σοφοκλῆ. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀπὸ μόνο του δείχνει τὶς τεράστιες ἐσωτερικὲς ἐντάσεις μὲ τὶς ὁποῖες ἀντιπάλευε ὁ Ἑλληνισμὸς τὶς κρίσιμες ὧρες τοῦ Ἀγώνα, πλέον τῶν καθημερινῶν διακυβευμάτων ζωῆς καὶ θανάτου. 2. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κοραὴς οὐδέποτε ἐπέδειξε ἔνδειξη μεταμέλειας γιὰ τὴν ὑβριστικὴ καὶ ἀπεχθῆ στάση του ἔναντι τοῦ νεκροῦ Καποδίστρια, μᾶς ὑποψιάζει ἀπολύτως δικαιολογημένα γιὰ τὸ μένος κατὰ τοῦ πρώτου Κυβερνήτη τῆς Ἑλλάδας, ὅπως πολλαπλὰ ἐκφράζεται καὶ σήμερα ἀπὸ θιασῶτες τοῦ Κοραϊσμοῦ καὶ τοῦ Διαφωτισμοῦ, ποὺ στὸ πρόσωπο τοῦ Καποδίστρια εἶδαν τὸν μεγαλύτερο δικτάτορα ποὺ γνώρισε ποτὲ τὸ σύγχρονο ἑλληνικὸ κράτος. Ἄραγε, ὑπῆρξε ποτὲ ἄλλος δικτάτορας στὴν παγκόσμια πολιτικὴ ἱστορία ὁ ὁποῖος δολοφονήθηκε, μὴ ἔχοντας παρὰ μόνον δύο φρουροὺς -καὶ τὸν ἕνα μάλιστα ἡμιανάπηρο- ἀρνούμενος νὰ δεχθεῖ τὸν πολυάριθμο στρατὸ ποῦ προόριζε ὡς φρουρὰ του τὸ ἑλληνικὸ κράτος; 3. Τὸ ὅτι ἕνας σύγχρονος Βρετανὸς ἱστορικός, μία πολυσχιδὴς προσωπικότητα τοῦ 20ου αιώνα, μὲ ἔμπρακτα κατατεθειμένα τὰ διαπιστευτήρια τῆς φιλοπατρίας καὶ τοῦ Φιλελληνισμοῦ του, χαρακτηρίζει τὶς συνήθεις μέχρι σήμερα, καὶ προερχόμενες ἀπὸ τὸν Κοραή, κατηγορίες εἰς βάρος τοῦ Καποδίστρια, ὡς ‘‘ποταπὲς ἀνοησίες ἄνευ ἀξίας’’, εἶναι ἄραγε λόγος ἱκανὸς νὰ μᾶς κάνει νὰ σκεφθοῦμε ἔξυπνα γιὰ τοὺς λόγους ποῦ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴ ‘Ἑλλάδα 2021’ ἐξέλιπαν ἀνάλογες προσωπικότητες; 4. Τὸ ἐκπληκτικὸ γεγονὸς ὅτι, ὁ λόγος ποὺ ὁ Christopher Woodhouse παρακινήθηκε καὶ ἀποφάσισε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν μελέτη τοῦ φαινομένου Ἰωάννης Καποδίστριας, ἦταν — -κατὰ τὴν μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ Γούντχαουζ- οἱ ὑβριστικὲς ἀναφορὲς τοῦ Ἄρη Βελουχιώτη πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Καποδίστρια -τὸν ὁποίο o Βελουχιωτης θεωροῦσε «ἀδίστακτο ξένο τύραννο ὁ ὁποῖος εἶχε διαφθείρει τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀποστερήσει τὸν ἑλληνικὸ λαὸ ἀπὸ τὴν ἀνεξαρτησία γιὰ τὴν ὁποία πολέμησε»- ἐνῶ ταυτόχρονα ὁ Woodhouse καταγράφει τὸν Βελουχιώτη ὡς ἕναν κατὰ βάσιν μᾶλλον θεωρητικό τοῦ Μαρξισμοῦ ποὺ στὰ κηρύγματά του δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἡ πατριωτικὴ ἀφύπνιση τῶν κατακτημένων Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἡ προπαγάνδα τῆς Ἐγελιανῆς καὶ Μαρξιστικῆς θεώρησης τῆς Ἱστορίας καὶ ἡ μέσω αὐτῶν ἐπιβολὴ τοῦ ἀπάτριδου Κομμουνισμοῦ, τὸν ὁποῖο βιώνουμε μέχρι τώρα, λέει κάτι σὲ ἐμᾶς σήμερα ἄραγε; 5. Καὶ γιὰ νὰ πᾶμε καὶ λίγο παραπέρα, μήπως ἡ ἔμμεση μέν, προφανής, δὲ ἑτερόκλητη συσχέτιση μεταξὺ Κοραὴ καὶ Βελουχιώτη, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω βιογραφικὰ ἀποσπάσματα τοῦ Woodhouse, δὲν ἀπέχει καθόλου ἀπὸ τὴν σημερινὴ ταύτιση τῶν ἐθνομηδενιζόντων ὀπαδῶν τοῦ Διαφωτισμοῦ καὶ ὑπέρμαχων τῆς φιλελεύθερης θεώρησης τοῦ Ἀγώνα τοῦ 1821 γιὰ τὴν Λευτεριά, μὲ τὸν ἀνεκδιήγητο ὄχλο τῶν ἀριστεριζόντων πολεμίων τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας καὶ τῆς ὑπερτρισχιολιόχρονης ἐθνικῆς ὑπόστασης καὶ παράδοσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἂς εἶναι αὐτὲς οἱ καταληκτήριες σκέψεις, τὴν παραμονὴ τῆς 25ης Μαρτίου 2021, τόσο ἕνα μικρὸ μνημόσυνο στὴν σπουδαία αὐτὴ προσωπικότητα τοῦ Christopher Woodhouse γιά τὰ ὅσα προσέφερε στὴν Ἑλλάδα, τὸν Ἑλληνισμὸ καὶ τὴν ἱστορία του, ὅσο κι ἕνα λυχνάρι ἑορταστικοῦ φωτὸς καὶ πρόσκλησης γιὰ ἐπίγνωση καὶ ὁμόνοια ὅλων τῶν Ἑλλήνων, στὸ ξημέρωμα τῆς μέγιστης Διπλῆς Ἑορτῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς Λευτεριᾶς ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴ σκλαβιά, καὶ τῆς Ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν Φθορὰ τοῦ Θανάτου, ποὺ Εὐαγγελίζεται ὁ Ἀρχάγγελος στὴν Παναγία.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

Η «θριαμβευτική» τελευταία αναστάσιμη ακολουθία του Οσίου Ευμενίου!

Η «θριαμβευτική» τελευταία αναστάσιμη ακολουθία που τέλεσε μόνος του Ο πατήρ Ευάγγελος Παπανικολάου, ιατρός, και τότε ιεροψάλτης, μας μεταφέρει γλαφυρά την τελευταία Ανάστασι που έκανε κοντά στον πατέρα Ευμένιο (νυν όσιος Ευμένιος): Μεγάλο Σάββατο βράδυ. Ο Γέροντας, λαμπροφορεμένος, υποδεχόταν τον κόσμο και έπαιρνε τις λειτουργιές. Είχε ετοιμάσει τα καντήλια από νωρίς. Έτοιμα όλα, φώτα σβηστά. Άρχισε το «Ευλογητός», πήρε καιρό μέσα στα μαύρα του τα ράσα, με τους βοστρύχους των μαλλιών και των γενιών του να λάμπουν. Σοβαρός-σοβαρός. Ανοιγόκλεινε την πόρτα, παραπατούσε, αλλά έτρεχε κιόλας, προσκυνούσε τις Δεσποτικές εικόνες, τον θρόνο, έμπαινε στο Ιερό, έπαιρνε τις λειτουργιές, ψέλναμε τον Κανόνα «Κύματι θαλάσσης». Δεν είχε ο Γέροντας χρόνο κοσμικό, είχε χρόνο λειτουργικό. Μαζευόταν ο κόσμος, πολύς κόσμος. Χριστιανοί, που τον αγαπούσαν, αλλά και άλλοι από την γειτονιά δρασκέλιζαν την μάντρα, σκύβοντας από το μικρό πορτάκι, άρρωστοι, νοσοκόμες, γιατροί. Καθυστερούσε ο Γέροντας. Σβηστά τα φώτα. Ψέλναμε, ξαναψέλναμε, δεν έβγαινε να πη το «Δεύτε, λάβετε φως». Έφευγα από το ψαλτήρι να πάω στο Ιερό, μου έλεγε: – Ξέρω, ξέρω. Αδημονία. Οι άλλες εκκλησίες σήμαναν ήδη Ανάσταση, βαρελότα πέφτανε κι αυτός δεν έβγαινε. – Ξέρω, ξέρω, μου λέει. Όποιος θέλει ας φύγη. Δεν μπορεί. Ας τους βάλουμε στην εκκλησία, τα προβατάκια του Χριστού μας, Βαγγέλη. Μέσα στην κιβωτό είναι μια φορά τον χρόνο. Ας καθυστερήσουν. Ψάλλε εσύ, ψάλλε. – Τα είπα, Γέροντα, πάλι και πάλι. Τέλος πάντων, βγήκε. Άλλο πανηγύρι. Εκουνούσε την λαμπάδα γελώντας, βλέποντας το φως. Έπεφταν οι Χριστιανοί κι εκείνος εκουνούσε την λαμπάδα του. Πήραν το φως, διαδόθηκε παντού, έξω στις αυλές. Ψέλναμε: «Την Ανάστασίν Σου, Χριστέ Σωτήρ». Βγήκαμε, καθυστερούσε, χαιρετούσε, ευλογούσε, σταύρωνε. Ανέβηκε σε ένα πεζούλι, απέναντι από τον ναό, και πήγαινε πέρα-δώθε. Γελούσε, έλαμπε το πρόσωπό του, σωστό παιδί. Ο κόσμος περίμενε το Ευαγγέλιο. Αφού «έπαιξε» κάμποσο, πηγαίνοντας πέρα- δώθε, εστάθη. Άνοιξε το Ευαγγέλιο, δόξασε την Αγία Τριάδα, διάβασε το κείμενο, το εωθινό, όχι το σύνηθες, αλλά το άλλο, το μεγαλύτερο. Δόξα σοι, είπε το «Χριστός Ανέστη», χτύπησαν οι καμπάνες. Δεν είχαν πολλά βαρελότα. Ψέλναμε όλοι, όλος ο λαός. Νέα χαρά τώρα. – Χριστός Ανέστη, φώναζε. Περιδιάβαινε στο πεζούλι, μετά χάθηκε στον κόσμο. Είχε πάει ώρα 1:30. Μπήκαμε στην εκκλησία. – Ψάλτε, ψάλτε, έλεγε. Λιβάνιζε σε κάθε ωδή. Ψέλναμε τις Καταβασίες. Εάν μας ξέφευγε κανένα τροπάριο και το λέγαμε μόνο μια φορά, αυτός μας έλεγε: – Πες το πάλι. Μνημόνευε στην πρόθεση χιλιάδες ονόματα. Είχε πάει 2:30 το πρωί. Ο κόσμος είχε εγκλωβιστή. Μόνον οι Έλληνες ξέρουν τι σημαίνει, να πας κάπου να αναστήσης και μετά να πας να φας. Ακόμα και οι Χριστιανοί θέλουν να είναι 2 η ώρα στο τραπέζι κι εμείς μόλις που είχαμε αρχίσει. Είπα το «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», τον Απόστολο, διαβάστηκε και το Ευαγγέλιο και ήρθε η ώρα των κατηχουμένων. Τρεις την νύχτα άρχισε να μνημονεύη τους ζωντανούς, χιλιάδες ονόματα. Πολλοί έφυγαν από την εκκλησία. Πήγε η ώρα 4:00 κι ακόμα να βγουν τα Άγια. Τέλος πάντων, ευδόκησε να πάψη τα μνημόνια. Βγήκαν τα Άγια κι άρχισε πάλι να μνημονεύη. Μπήκα στο Ιερό και μου λέει: – Χαίρονται, Βαγγέλη μου, χαίρονται οι πεθαμένοι. Κι εγώ του απαντώ: – Δεν ξέρω αν χαίρωνται οι πεθαμένοι. Οι ζωντανοί όμως; Μου λέει: – Χαίρονται κι αυτοί Βαγγέλη μου, ψάλλε, ψάλλε. Και τι να ψάλω; Περίμενα να τελειώση. Τελείωσε, μας κοινώνησε όλους, μας έδωσε όλα του τα κρασιά και τα πρόσφορα και τ’ αυγά, και φύγαμε κατά τις 5:00. Σκέφθηκα: «Δεν ξανάρχομαι του χρόνου, απαπαπά»! Τον επόμενο χρόνο όμως, δεν λειτούργησε. Ήταν η τελευταία πασχαλιάτικη Λειτουργία, που έκανε μόνος του, μόνος με το ποίμνιό του, ο ποιμένας ο καλός, ο ευλογημένος. (Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Σίμωνος, «Πατήρ Ευμένιος, ο ποιμήν ο καλός και θαυματουργός».) Πηγή : Πεμπτουσία
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼

᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια(Aγ.Φωτεινή η Σαμαρείτιδα)

[....]῾Η δέ Σαμαρεῖτις, καθώς ἄκουσε ἀπό τόν Χριστό αὐτά τά ἐξαίσια καί θεοπρεπῆ λόγια, ὅτι ὁ Θεός πουθενά δέν πρέπει νά προσκυνῆται ἀληθινά, παρά μόνο κατά τό Πνεῦμα καί τήν ᾿Αλήθειά του, ὅπως ἡ στό ῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων ψυχή πού νυμφεύεται τόν Θεό, ἀναπτερωμένη ἀπό τή φωνή τοῦ νυμφίου τῆς ἀφθαρσίας, μνημονεύει τόν προσδοκώμενο καί ποθούμενο καί, κρυφά ἀκόμη, παρόντα νυμφίο, λέγοντας. “γνωρίζω ὅτι ὁ Μεσσίας, ὁ λεγόμενος Χριστός, ἔρχεται.ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα”. Βλέπετε πώς ἦταν ἑτοιμοτάτη γιά τήν πίστι, ὅτι πλησιάζει ἤδη ὁ προσδοκώμενος, καί γεμάτη ἐλπίδα; ῏Αρα δέν ἐταίριαζε νά εἰπῆ καί αὐτή κατά τόν Δαβίδ, “ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, Θεέ, ἕτοιμη εἶναι ἡ καρδιά μου, θά τραγουδήσω καί θά ψάλω κατά τήν δόξα μου” (Ψαλμ. 56,8). ᾿Από πού θά ἐγνώριζε τοῦτο μέ τόση βεβαιότητα καί ἀσφάλεια καί θά εἶχε τήν ψυχική διάθεσι γι᾿ αὐτό, ἄν δέν εἶχε μελετήσει τά προφητικά βιβλία μέ ἄκρα σύνεσι; Γι᾿ αὐτό εἶχε καί τόν νοῦ τόσο μετάρσιο, ἀφοῦ εἶχε γεμίσει ἀπό τήν θεία κατοχή.ὥστε ἐμένα, καθώς βλέπω τώρα μέ χαρά τόν σφοδρό πνευματικό πόθο τῆς Σαμαρείτιδος αὐτῆς πρός τόν Χριστό, μοῦ ἔρχεται νά εἰπῶ πάλι γι᾿ αὐτήν τά λόγια τοῦ Ἄσματος ἐκείνου, “ποιά εἶναι αὐτή πού προβάλλει σάν ἡ αὐγή, ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐκλεκτή σάν ὁ ἥλιος;” (῏Ασμα 6,10). Διότι, ἀφοῦ ἐξαγγέλλει ὅτι σέ λίγο θά φανῆ ὁ νοητός ἥλιος τῆς δικαιοσύνης Χριστός καί ὑποδηλώνει ὅτι δι᾿ αὐτῆς ἀρχίζει ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἐθνῶν, σάν νά ἀνεβαίνη ἀπό ἱερά κολυμβήθρα, τήν πηγή ἐπάνω στήν ὁποία ἐστεκόταν, καθώς κατηχεῖτο ἀπό τόν Σωτῆρα, τήν βλέπω νά προβάλλη σάν πολυέραστος ὄρθρος. Εἶναι δέ ὡραία σάν ἡ σελήνη, ἐπείδη φέγγει, ἄν καί ἐπικρατεῖ ἡ νύκτα τῆς ἀσεβείας ἀκόμη ἐκλεκτή δέ σάν ὁ ἥλιος, γι᾿ αὐτό ὠνομάσθηκε Φωτεινή ἀπό τόν Σωτῆρα καί καταγράφηκε καί αὐτή στόν κατάλογο τῶν μελλόντων νά λάμψουν σάν ὁ ἥλιος κατά τό εὐαγγέλιο, ἐπειδή ἐπεσφράγισε τόν ὑπόλοιπο φωτοειδῆ βίο της μέ μακάριο καί μαρτυρικό τέλος, καί τώρα δέ ἀνεγνώρισε τόν Χριστό ὡς ἀληθινό Θεό καί τόν ἐξύμνησε τελείως ὡς Θεό, καί ὅ,τι εἶπε αὐτός ὕστερα στούς μαθητάς περί τοῦ συμφυοῦς καί ὁμοτίμου Πνεύματος, ὅτι, θά ἔλθη ἐκεῖνος, θά διδάξη ὅλη τήν ἀλήθεια, τοῦτο λέγει προλαβαίνοντας καί αὐτή περί αὐτοῦ, “ὅταν ἔλθη ἐκεῖνος θά μᾶς τά διδάξη ὅλα” (᾿Ιω. 15,26). ᾿Αλλά μόλις τήν εἶδε νά εἶναι τέτοιας λογῆς ὁ νοητός νυμφίος Χριστός, λέγει πρός αὐτήν ἀπροκαλύπτως, “ἐγώ εἶμαι πού σοῦ ὁμιλῶ”. ᾿Εκείνη δέ γίνεται ἀμέσως ἐκλεκτή πραγματικά εὐαγγελίστρια καί ἀφήνοντας τήν ὑδρία καί τρέχοντας πρός τήν πόλι τούς πείθει μέ τά λόγια καί τούς ὁδηγεῖ πρός τήν πίστι τοῦ φανέντος, λέγοντας “ἔλθετε νά ἰδῆτε ἄνθρωπο, πού μοῦ εἶπε ὅλα ὅσα ἔκαμα.μήπως αὐτός εἶναι ὁ Χριστός;”. ῾Ομιλεῖ δέ ἔτσι ὄχι ὅτι ἔχει κάποια ἀμφιβολία, ἀλλά διότι πιστεύει ὅτι καί οἱ ἄλλοι θά πληροφορηθοῦν καλύτερα μέ τή θέα καί θά πεισθοῦν εὐχερέστερα διά τῆς συνομιλίας πρός τόν Κύριο, ὅπως καί στήν πρᾶξι συνέβηκε. ᾿Εγώ καί τά προηγούμενα ἀνέπτυξα συνοπτικῶς, ἀλλά καί τή συνέχεια τῶν εὐαγγελικῶν λόγων θά παραλείψω τώρα, διότι βλέπω ὅτι ἡ ὥρα σᾶς βιάζει πρός τίς ἀνάγκες τοῦ βίου καί τά ἔργα τοῦ βίου. ᾿Αλλά ἐσεῖς προσέξατε αὐτήν τήν Σαμαρείτιδα. Μόλις ἄκουσε τά εὐαγγελικά λόγια, πού ἀνακοινώνομε κι᾿ ἐμεῖς πρός τήν ἀγάπη σας, ἀμέσως κατεφρόνησε ὅλες τίς ἀνάγκες τοῦ σώματος. ῎Αφησε ἀμέσως καί τή στάμνα καί τήν οἰκία, καί, τρέχοντας στήν πόλι καί παρασύροντας τούς Σαμαρεῖτες, ἐπανῆλθε πάλι μαζί μέ αὐτούς πρός τόν Χριστό.διότι τό, “ἔλθετε νά ἰδῆτε”, τοῦτο ἀκριβῶς σημαίνει, “ἀκολουθήσατέ με καί θά σᾶς ὁδηγήσω καί θά σᾶς δείξω τόν ἀπό τούς οὐρανούς Σωτῆρα πού ἦλθε στόν κόσμο”.[.....]
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼