Έχουμε βιασύνη, επειδή δεν έχουμε υπομονή. Και δεν έχουμε υπομονή, διότι μάς λείπει ή ταπείνωση. Όπως το φανερώνει και ή λέξη, ή βιασύνη προέρχεται από τη βία.
Είναι κάτι έξω από εμάς, που μάς βιάζει, μάς τσιγκλάει να τρέφομε, όπως κάνει ό γεωργός σαν κεντρίζει το μουλάρι για να πιλαλήσει. Με τη βιασύνη έχουμε σύγχυση και χάνουμε τη γαλήνη της ψυχής μας.
Ό αγιασμένος Γέροντας Σωφρόνιος είχε κάποτε δεκαέξι διακονήματα να επιτελέσει καθημερινά. Πού να τα προφτάσει; Έ, τί έκανε; Τα έγραφε σε ένα χαρτί και έστρεφε τον νου του μονάχα στο πρώτο. Αφού το διεκπεραίωνε, το έσβηνε και κατόπιν στρεφόταν στο δεύτερο... Και με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά, χωρίς άγχος και βιασύνη, έφερνε εις πέρας και με ηρεμία όλα τα διακονήματα.
Να έχουμε, λοιπόν, πάντα τον πρώτο στόχο στο μυαλό μας και να μη χανόμαστε σε πολλές, αγωνιώδεις μέριμνες. Άλλωστε, πού ξέρεις αν ό Θεός θέλει να προφτάσεις και τα υπόλοιπα; Μπορεί να θέλει να σε πάρει σήμερα, σε μίαν ώρα, σε ένα λεπτό. Άς αφεθούμε σαν μικρά παιδιά στην πρόνοια της αγάπης του Θεού και να μην αγχωνόμαστε.
ΠΑΤΗΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
ΓΕΡΟΝΤΑ, πώς θά διώξουμε τή βιασύνη από τη ζωή μας;
Πρέπει να προσέξουμε στην καλή εκμετάλλευση του χρόνου, για να μας πλουτίζει κατά Χριστόν για την αιώνια ζωή. Όταν τον χρόνο τον σπαταλήσουμε έτσι άσκοπα και χωρίς κέρδος πνευματικό, θα φύγουμε από την ζωή χωρίς τίποτε. Και βλέπεις τον αδελφό σου να αγωνίζεται, να εκμεταλλεύεται τον χρόνο και να πλουτίζει, κι εσύ ο ταλαίπωρος να μην κινείσαι, ώστε να κάνεις κάτι καλό. Κι έρχεται και στους δύο ο θάνατος· ο μεν ένας πάει φορτωμένος επάνω, γεμάτος οφέλη, ενώ ο άλλος, εσύ, πας με άδειο «ντορβά», γεμάτος κακίες και αμαρτίες!
Γι’ αυτό, στον χρόνο που μας έδωσε ο Χριστός να προσπαθήσουμε κάθε μέρα να κάνουμε κάτι καλό. Φερ’ ειπείν, πόσο ευεργετικό είναι, όταν εφαρμόζουμε τις παραγγελίες του πνευματικού, που μας λέει: «Παιδί μου, κοίταξε να κάνεις το πρωί την προσευχή σου, να κάνεις τις μετάνοιες, να διαβάζεις το Ευαγγελιάκι σου· το απόγευμα να κάνεις την Παράκλησή σου, το βράδυ πάλι την προσευχή σου, να κάνεις τις μετάνοιές σου· να σκέπτεσαι τον Θεό, να κάνεις εκείνο, το άλλο, να λες την ευχή και να διώχνεις τους κακούς λογισμούς».
Όταν κάνεις υπακοή σ’ αυτά, τη σελίδα της κάθε ημέρας τη γεμίζεις με οφέλη. Αν όμως δεν πας σε πνευματικό και δεν σε βάλει σε μία τάξη, μαζεύεται το «κουβάρι», φθάνει το τέλος και δεν έχεις πολλά πράγματα να παρουσιάσεις. Γι’ αυτό η υπακοή στον πνευματικό γεμίζει του ανθρώπου τη ζωή, την οποία θα παρουσιάσει κατόπιν ενώπιον του Θεού κατάφορτη από αρετή, όπως ένα δένδρο που έχει λυγισμένα τα κλωνάρια του, γιατί είναι κατάφορτα από τον πολύ καρπό.
Κι εμείς, βέβαια, οι πνευματικοί έχουμε ευθύνη μεγάλη γι’ αυτό το πνευματικό εμπόριο που εργαζόμαστε, για να βοηθήσουμε τους άλλους. Το θέμα είναι ότι το έργο μας είναι πάρα πολύ κοπιαστικό, πάρα πολύ επίμοχθο και γεμάτο από θλίψεις και στεναχώριες, όπως λέει κι ο Ιερός Χρυσόστομος: «Το άρχειν ψυχών επιπονώτερον πάντων».
Είμαστε σαν τους εμπόρους τους μεγάλους, που αλωνίζουν τις ηπείρους, για να μπορέσουν να βρούνε θησαυρούς. Και άλλοτε γυρίζουν με κατάφορτα τα πλοία, καμιά φορά όμως πέφτουν σε ληστές, τους τα κλέβουν όλα και τους σκοτώνουν κιόλας. Κι έτσι, ενώ πήγαν για τα πολλά, έχασαν και τα λίγα.
Πάμε κι εμείς να εμπορευθούμε ψυχές, προσπαθούμε να ωφελήσουμε, να πάρουμε κέρδη και οφέλη, αλλά καμιά φορά ο διάβολος μας προκαλεί ναυάγιο, κι εκεί που θα ωφελούσαμε τους άλλους, τους σκανδαλίζουμε. Όπως λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: «Είστε σαν τα ναυαγοσωστικά, που πάνε και σώζουν τους ναυαγούς· πηγαίνουν, έρχονται, αλλά καμιά φορά βουλιάζουν».
Γι’ αυτό να εύχεσθε και για μας, να μας βοηθάει ο Θεός, να μας σκεπάζει, για να μπορέσουμε μέχρι τέλους της ζωής μας να βοηθούμε και να σώζουμε, για να μας ελεήσει κι εμάς ο Θεό, να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας και να μας σώσει.
Έχουμε βιασύνη, επειδή δεν έχουμε υπομονή. Και δεν έχουμε υπομονή, διότι μάς λείπει ή ταπείνωση. Όπως το φανερώνει και ή λέξη, ή βιασύνη προέρχεται από τη βία.
Είναι κάτι έξω από εμάς, που μάς βιάζει, μάς τσιγκλάει να τρέφομε, όπως κάνει ό γεωργός σαν κεντρίζει το μουλάρι για να πιλαλήσει. Με τη βιασύνη έχουμε σύγχυση και χάνουμε τη γαλήνη της ψυχής μας.
Ό αγιασμένος Γέροντας Σωφρόνιος είχε κάποτε δεκαέξι διακονήματα να επιτελέσει καθημερινά. Πού να τα προφτάσει; Έ, τί έκανε; Τα έγραφε σε ένα χαρτί και έστρεφε τον νου του μονάχα στο πρώτο. Αφού το διεκπεραίωνε, το έσβηνε και κατόπιν στρεφόταν στο δεύτερο... Και με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά, χωρίς άγχος και βιασύνη, έφερνε εις πέρας και με ηρεμία όλα τα διακονήματα.
Να έχουμε, λοιπόν, πάντα τον πρώτο στόχο στο μυαλό μας και να μη χανόμαστε σε πολλές, αγωνιώδεις μέριμνες. Άλλωστε, πού ξέρεις αν ό Θεός θέλει να προφτάσεις και τα υπόλοιπα; Μπορεί να θέλει να σε πάρει σήμερα, σε μίαν ώρα, σε ένα λεπτό. Άς αφεθούμε σαν μικρά παιδιά στην πρόνοια της αγάπης του Θεού και να μην αγχωνόμαστε.
ΠΑΤΗΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στους Αγίους Νεομάρτυρες. Νεομάρτυρας είναι ο ορθόδοξος χριστιανός που υπέστη μαρτυρικό θάνατο λόγω της θρησκευτικής πίστης του, κυρίως κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας.Στο πάνθεο των Αγίων νεομαρτύρων συγκαταλέγεται και ένας Αρτινός νεομάρτυρας του οποίου δεν γνωρίζουμε το όνομα.
Δυστυχώς η τοπική εκκλησία μόνο με την ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΤΗΣ τιμά τον νεομάρτυρα αυτό.
Τον βίο και το μαρτύριό του έγραψε ως αυτόπτης μάρτυρας ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός και βρίσκεται σήμερα δημοσιευμένο στον Γ τόμο των Απάντων του Αγίου Μαξίμου,που εξέδωσε η Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου. Για το θέμα αυτό ασχολήθηκε διεξοδικά ο μακαριστός δικηγόρος και ιστορικός Αρτινός ερευνητής Κ.Τσιλιγιάννης. Αυτός εξέδωσε και συγκεκριμένο βιβλίο για τον νεομάρτυρα, όπου παραθέτει πλήθος στοιχείων που αποδεικνύουν ότι το μαρτύριο συνέβη στην Άρτα. Επίσης ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος, ο οποίος ως γνωστόν ασχολήθηκε και με την Ηπειρώτικη Αγιολογία, δημοσίευσε στο περιοδικό ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ (τεύχος 214/Μάϊος 2001) άρθρο με τίτλο ΕΝΑΣ ΕΝΔΟΞΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ στο οποίο αναφέρει από την αρχή ότι ο Μάρτυρας αυτός έζησε και μαρτύρησε στην Άρτα.
Παραθέτουμε στην συνέχεια την διήγηση του μαρτυρίου του άγνωστου Αρτινού νεομάρτυρα.
"Ήταν κάποιος νέος πολύ ευσεβής, στολισμένος με εξωτερική εμφάνιση,είχε άφθονες ψυχικές αρετές και ήταν πιστός χριστιανός. Δεν είχε πλήρη μόρφωση, αλλά είχε ορθόδοξο ήθος.Ήταν σκλάβος ενός πλούσιου Αγαρηνού και βοσκούσε τα πρόβατα εκείνου σε εύφορα λιβάδια.
Η όμορφη κόρη του Τούρκου αγάπησε παράφορα τον νεαρό βοσκό, ο οποίος όμως αρνείται να την παντρευτεί, αν πρώτα δεν βαπτιστεί χριστιανή. “Εκείνη, ερωτευμένη και μαγεμένη από την ομορφιά και τη λεβεντιά του χριστιανού νέου, συμφωνεί ν’ αλλαξοπιστήσει. Για χάρη του κάνει τα πάντα και τελικά αποφασίζουν να φύγουν μαζί έξω από την πόλη. Θέλουν να πάνε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους γονείς και το σπίτι τους”.
“Αλλ’ ο βλέπων όλα τα καλά με ζηλόφθονο μάτι, δεν άφησε έξω από τα δικά του ζηλόφθονα δίχτυα και αυτή την υπόθεση… Και συνεχίζει παραβάλλοντας τα ζηλόφθονα δίχτυα και τις μηχανορραφίες του Σατανά με το κατόρθωμα του διαβολικού Τούρκου, που κατάφερε τελικά να τους ανακαλύψει στο δάσος και να τους συλλάβει”.
” Ο Αγαρηνός, πνέων μένεα, μόλις τους ανακάλυψε τραυμάτισε βάναυσα με φοβερό ξυλοδαρμό τον νεαρό βοσκό του, γιατί δεν ήξερε, ότι τα δύο παιδιά, παρά τον παράφορο έρωτά τους, ήταν ακόμη αγνά.
Ο Τούρκος έδεσε το βοσκό σφιχτά και τον ξανάφερε στο σπίτι του. Εκεί έμεινε άναυδος, όταν πληροφορήθηκε από την ίδια του την κόρη, ότι ο βοσκός ήταν αγνός και εγκρατής και ότι χάρη σ’ αυτόν παρέμεινε αγνή και ανέγγιχτη. Αμέσως γαλήνεψε και αντιμετώπισε ψύχραιμα την κατάσταση. Προσπάθησε με γλυκά λόγια να κάνει το βοσκό να δεχθεί τις προτάσεις του λέγοντας: «Να απαρνηθείς, ω καλό μου παιδί, τη δική σου πατρική πίστη, να δεχθείς τη δικιά μου και να είσαι όπως εγώ και θα δέσω εσένα με την κόρη μου που επιθυμείς με γάμο, και θα σε κάνω γενικό κληρονόμο όλων των κτημάτων μου».
Αλλά οι προτάσεις του Τούρκου κρίθηκαν απαράδεκτες από το νεαρό βοσκό. Το χριστιανόπουλο, ακούγοντας ότι ο Τούρκος τού έδινε την κόρη και την περιουσία με την προϋπόθεση ν’ απαρνηθεί τη χριστιανική πίστη του, σηκώθηκε με ορμή όρθιος και η ύπαρξή του πλημμύρισε ευθύς από το Άγιο Πνεύμα. Φλογίστηκε και φωτίστηκε η αγνή του ψυχή με τη θεϊκή αγάπη και, ως φυσικό επακόλουθο, τού γεννήθηκε η υπέροχη και υπέρτατη επιθυμία του μαρτυρίου. Θεία ακτινοβολία τον περιέλουσε και έλαμψε ολόκληρος”.
Η απάντηση του νέου είναι μαχητική και μακροσκελής.«Εγώ την πίστη στο Θεό μου θα την διαφυλάξω αγνή, όσο έχω τις δυνάμεις μου, εσένα και τα πλούτη και την κόρη σου, και την ίδια την πλάνη του άθεου Μωάμεθ σας απορρίπτω μετά χαράς».
Ο Αγαρηνός εκνευρίσθηκε σφόδρα και όπως ένας λυσσασμένος σκύλος επιτέθηκε κατά του νεαρού και άρχισε να τον κτυπά με γροθιές και κλωτσιές. Ύστερα του έβαλε σχοινί στο λαιμό και δένοντας τα χέρια πίσω τον έσυρε απάνθρωπα και τον παρουσίασε στο δικαστή. Εκεί στο δικαστήριο τον κατηγόρησε ως απαγωγέα και ληστή της κόρης του και ως υβριστή του Μωάμεθ μαζί με άλλες πρόσθετες συκοφαντικές κατηγορίες, που επιβάρυναν καταδικαστικά το δύστυχο νέο.
Οι λόγοι και οι αιτίες της παραπομπής του γενναίου και θεοσεβούς νέου είναι οι ίδιες οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν: ληστεία, απαγωγή και βλασφημία. Οι δύο πρώτες κατηγορίες όμως δεν θα γίνουν αποδεκτές από τον κατή. Γι’ αυτόν ικανοποιητική, για να προχωρήσει στην καταδίκη του νέου, είναι η τρίτη κατηγορία.
“Στο δικαστήριο ο κατής προσπαθεί να καλοπιάσει και να πείσει τον αξιόλογο νεαρό με υποσχέσεις, γλυκόλογα και δολοπλοκίες. Επιδίωξε να πετύχει τα ακατόρθωτα. Προσπάθησε να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικός από τον προσβεβλημένο Τούρκο πατέρα”.
” Προσπαθούσε ο κατής να αφανίσει τον ψυχικό στύλο του εξαίρετου νέου, αλλά συνάντησε σ’ αυτόν αμετακίνητο βουνό, το οποίο και προσπαθούσε να μετακινήσει από τη θέση του και σαν να ήθελε με την βελόνα να ελέγξει τον σκληρότατο αδάμαντα.
Όταν ο κατής βεβαιώθηκε, ότι με κανέναν τρόπο, με καμία υπόσχεση και με κανένα επιχείρημα ή και βασανιστήριο, δεν θα μπορούσε να κάμψει την πεποίθηση του εξαίρετου νέου, διέταξε να τον θανατώσουν μαρτυρικά. Του πέρασαν το σχοινί στο λαιμό. Στη συνέχεια τον σήκωσαν σιγά-σιγά από τη γη και τον κατέβαζαν κάτω απότομα”.
Όμως το μαρτύριο του βοσκού συνεχίζεται και ο κατής του λέγει: «Λυπήσου την ανθηρή νεότητά σου». Του υπενθυμίζει πόσο τρομερό είναι να μαρτυρεί τώρα πάνω στην νεότητά του, στα καλύτερα του χρόνια, και τον πιέζει να επιλέξει τη ζωή με το να αλλάξει την πίστη του. Αλλά ο θαρραλέος νέος είναι πια αποφασισμένος. Έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα του τη χριστιανική πίστη, ψελλίζει την ώρα που τον σφίγγει το σχοινί για να πεθάνει: Ο Χριστός είναι ο Θεός μου και ο Βασιλιάς μου.
“Τρεις φορές μαρτύρησε κατ’ αυτόν τον τρόπο και την τρίτη φορά πέθανε. Η χαρά του μάρτυρα που πραγματοποιεί την υπέρτατη θυσία για το Χριστό, πηγαίνοντας να κατακτήσει την ουράνια ζωή, διακρινόταν εκείνη τη στιγμή στο τελευταίο βλέμμα του θνητού από τη γη προς τον Ουράνιο Πατέρα”.
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία το μαρτύριο του νεομάρτυρα πραγματοποιήθηκε στον ιστορικό πλάτανο που βρίσκεται δίπλα στο θρυλικό γεφύρι της Άρτας.
(Απόσπασμα απο την εργασία μας-ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΝ ΑΡΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ).
Κυριακή Γ'Ματθαίου-Κέντρο της ελευθερίας είναι η καρδιά μας!
Η σημερινή Κυριακή(Γ΄Μτθ, στ: 22-33), θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η Κυριακή της ελευθερίας και της Δικαιοσύνης.
Κέντρο της ελευθερίας, μας λέει το Ευαγγέλιο, είναι η καρδιά μας! Γι’ αυτό προσέξτε πού θα τοποθετήσετε την καρδιά σας. Στον απλόχωρο ουρανό της ελευθερίας, ή στον αδιέξοδο φαύλο κύκλο της μέριμνας και της απληστίας!
Κανένα υλικό αγαθό δεν μπορεί να ελευθερώσει την καρδιά σας. Κι αν της προσφέρετε ακόμη ολόκληρο τον κόσμο, και πάλι θα απαιτεί να της προσφέρετε περισσότερα . Μόνο, αν στρέψετε την καρδιά σας προς το Θεό, θα βρείτε την ελευθερία. Γιατί η καρδιά του ανθρώπου είναι από τη φύση της άπειρη και μόνο, όταν συνταιριάζεται με τον άπειρο Θεό, μπορεί να ελευθερωθεί.
Κάποιοι εντούτοις διατείνονται ότι μπορούν να τα πάνε καλά και με το Θεό και με την πλεονεξία. Αλλά, στην περίπτωση αυτή, το Ευαγγέλιο, είναι ξεκάθαρο: Δεν μπορείτε, μας λέει, ταυτόχρονα να αγαπάτε το Θεό και το Μαμωνά. Αν αγαπάτε τον ένα θα αποστρέφεστε τον άλλο. Όπως ακριβώς κάποιος δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα υπηρέτης σε δύο αφεντικά.
Αλά εμείς και πάλι προβάλλουμε τις αντιρρήσεις μας: Αν δεν έχουμε υλικά αγαθά-λέμε- τότε πώς θα συντηρηθούμε; Πώς θα φάμε, θα πιούμε και θα ντυθούμε;
Και το Ευαγγέλιο μας αποκρίνεται: Ρίξτε μια ματιά στην περίγυρα φύση: Κοιτάξτε τα πουλάκια, πώς ζούνε λεύτερα και ανέμελα! Παρότι ούτε οργώνουν ούτε σπέρνουν ούτε συγκεντρώνουν τροφές σε αποθήκες. Κι όμως ο ουράνιος πατέρας μας φροντίζει να τους εξασφαλίζει την απαραίτητη τροφή…
Κι εξάλλου δέστε τα λουλούδια και τα χορτάρια, που και αυτά ζούνε λεύτερα και ανέμελα. Αφού ούτε γνέθουν ούτε υφαίνουν. Κι όμως ο ουράνιος πατέρας μας τα ντύνει με φορεσιές πιο όμορφες ακόμη κι απ’ αυτές, που φορούσε ο πάμπλουτος Σολομώντας.
Τέλος κοιτάξτε τον εαυτό σας: Ο Θεός, που σας έδωσε την αιώνια ψυχή, δεν θα φροντίσει να σας προσφέρει και την καθημερινή σας τροφή; Ή μήπως αυτός, που σας έδωσε το σώμα, δεν θα φροντίσει να σας δώσει και την ενδυμασία σας!
Αλλά και πάλι εμείς διατυπώνουμε τις αντιρρήσεις μας. Ναι, λέμε, αλλά εμείς πληροφορούμαστε ότι εκεί στην Αφρική και στην Ασία αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο εκατομμύρια άνθρωποι στερούνται και πεθαίνουν απ’ την πείνα και την ανέχεια. Πού είναι, λοιπόν, η πρόνοια του Θεού γι’ αυτούς τους ανθρώπους;
Και το Ευαγγέλιο και πάλι μας αποκρίνεται και μας λέει πως για τη δυστυχία και το θάνατο των εκατομμυρίων ανθρώπων δεν φταίει η αδιαφορία και η απρονοησία του Θεού, αλλά η ανθρώπινη αδικία και πονηρία:
«Το λυχνάρι του σώματος, μας λέει το Ευαγγέλιο, είναι ο οφθαλμός». «Αν το μάτι σου είναι υγιές, όλο σου το σώμα θα είναι φωτεινό. Αν το μάτι σου είναι άρρωστο όλο σου το σώμα θα βρίσκεται στο σκοτάδι». Παρόμοια με το μάτι, που είναι το λυχνάρι του σώματος, η δικαιοσύνη είναι το λυχνάρι για την κοινωνία. Αν υπάρχει στην κοινωνία δικαιοσύνη, τότε υπάρχει ομαλότητα και ειρήνη. Όταν όμως υπάρχει αδικία, τότε επικρατεί ακαταστασία. Και η κοινωνία περισσότερο ή λιγότερο γίνεται ζούγκλα.
Την ακαταστασία στην κοινωνία τη δημιουργεί το πονηρό και άπληστο μάτι των ανθρώπων. Που θέλουν να τα έχουν όλα αυτοί και οι άλλοι να μην έχουν τίποτε. Και αντί τα περισσευούμενα υλικά αγαθά, να τα δώσουν στους άλλους, για να επιβιώσουν, για να κάνουν τους συνανθρώπους τους ευτυχισμένους, τα κάνουν όπλα εξοντωτικά, με τα οποία επαυξάνουν και ολοκληρώνουν τη δυστυχία τους…
Αν όμως το μάτι των ανθρώπων ήταν απλό και γεμάτο αγάπη, τότε δεν θα υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος, που θα κινδύνευε να πεθάνει από στερήσεις και δυστυχία. Αν η καρδιά τους ζούσε μέσα στην ελευθερία του Θεού, τότε δεν θα ένιωθε ξέχωρη και διαφορετική απ’ την καρδιά του οποιουδήποτε ανθρώπου. Τότε θα ένιωθε πως έχει μια ψυχή και μια καρδιά με όλους τους άλλους ανθρώπους. Και η ευτυχία ή η δυστυχία των άλλων, θα ήταν και δική του ευτυχία ή δυστυχία…
Όπως ένιωθαν και οι πρώτοι χριστιανοί. Οι οποίοι είχαν όλοι μια ψυχή και μια καρδιά. Και κανένας δεν έλεγε για τίποτε ότι είναι δικό του, αλλά ήταν όλα για όλους κοινά. Και δεν υπήρχε κανένας φτωχός ανάμεσά τους. Γιατί ο καθένας πρόσφερε ανάλογα με τις δυνάμεις του και έπαιρνε ανάλογα με τι ς ανάγκες του…
Που σημαίνει ότι, αν μείνουμε προσηλωμένοι στα υλικά αγαθά, τότε ισόβια θα σέρνουμε τις αλυσίδες της υποδούλωσής μας στην άπληστη αδικία και στην αγωνιώδη μέριμνα. Αν όμως στρέψουμε την καρδιά μας προς τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, τότε θα ελευθερωθούμε αφενός απ’ το ζυγό της απληστίας και εξάλλου απ’ το ζυγό της ανάγκης. Κι έτσι θα λύσουμε όλα μας τα προβλήματα, από τα προσωπικά, τα οικογενεακά, τα κοινωνικά, μέχρι τα αιώνια….
Το κοινωνικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί, όχι με τα ναζιστικά μέτρα του Χίτλερ ή του Γκέιτς ή του Σβαμπ ή του Χαράρι και γενικότερα της εωσφορικής Δύσης. Που θέλουν να εξοντώσουν τη συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων, εφαρμόζοντας τα μέτρα του Αντίχριστου, αλλά απλά και μόνο με την εφαρμογή της διδασκαλίας του Χριστού.
Αφήστε, καταλήγει το Ευαγγέλιο, τον Ήλιο της Βασιλείας του Θεού και της Δικαιοσύνης του να φωτίσει τη ζωή σας, και όλα σας τα προβλήματα θα βρουν τη λύση τους…
.