Ο ΘεΌς εἶναι τά πάντα...!

Ο ζω­γρά­φος Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος,ἐ­νῶ μιὰ ζω­ὴ ζω­γρά­φι­ζε νε­κρὲς φύ­σεις, λου­λού­δια σὲ βά­ζα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α,μιὰ μέ­ρα, ἔ­τσι, στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να,ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζω­γρα­φί­σει τὸ Θε­ό. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, ἀ­πο­φά­σι­σε ἐ­πί­σης πὼς ὅ­,τι εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει μέ­χρι τό­τε ἦ­ταν ἀ­νά­ξιο λό­γου κι ἄ­ξιο νὰ κα­εῖ. Ἔ­ρι­ξε λοι­πὸν στὴ φω­τιὰ ὅ­λες τὶς νε­κρὲς φύ­σειςκαὶ τὰ λου­λού­δια σὲ βά­ζα κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα σχε­τι­κά, ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει,καὶ βάλ­θη­κε νὰ σκέ­φτε­ται πῶς νὰ ζω­γρα­φί­σει τὸ Θε­ό. Τὸ πρό­βλη­μα δὲν ἦ­ταν δι­ό­λου ἁ­πλό,για­τί ὁ Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος ἦ­ταν κα­λὸς ζω­γρά­φοςκαὶ δὲν τοῦ πή­γαι­νε νὰ φτιά­ξει ἕ­ναν ἀ­σπρο­μάλ­λη γέ­ρο σὰν τὸν Ἄϊ Βα­σί­λη ἢ κά­τι τέ­τοι­ο. Ἔ­με­νε λοι­πὸν σι­ω­πη­λός, μέ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες, μπρο­στὰ στὴν κά­τα­σ­πρη, λεί­α ἐ­πι­φά­νεια τοῦ στο­κα­ρι­σμέ­νου μου­σα­μά του, μὲ μιὰ μό­νο σκέ­ψη νὰ γυ­ρί­ζει μέ­σα στὸ μυα­λό του: «Πῶς εἶ­ναι ὁ Θε­ός;» Οἱ μέ­ρες ἔ­γι­ναν μή­νας κι ὁ μή­νας μῆ­νες κι ὁ Δο­μί­νι­κος δὲν ἔ­λε­γε νὰ κου­νή­σει ἀ­π’ τὴ θέ­ση του, δὲν ἔ­λε­γε νὰ βά­λει ἄλ­λη σκέ­ψη στὸ μυα­λό του. Τὸ φαΐ ποὺ τοῦ ‘­φερ­νε μιὰ γριὰ γει­τό­νισ­σα ἔ­με­νε σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο. Οἱ φί­λοι του, κα­φε­νό­βιοι καλ­λι­τέ­χνες, ὅ­πως ἄλ­λω­στε ἦ­ταν κι ὁ ἴ­διος κά­πο­τε, τὸν ἔ­χα­σαν ἀ­π’ τὶς πα­ρέ­ες τους. Ἕ­νας δε­σμός, ποὺ πι­θα­νὸν νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ γά­μο, δι­α­λύ­θη­κε. Ἀ­κό­μα κι ἡ γριὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ τὸν φρόν­τι­ζε, στα­μά­τη­σε στὸ τέ­λος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται, για­τί φο­βή­θη­κε πὼς τοῦ ‘­χε στρί­ψει καί, πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται μ’ αὐ­τοὺς τοὺς τρε­λοὺς καλ­λι­τέ­χνες. Μιὰ μέ­ρα, ἕ­νας ζη­τιά­νος χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα του. Μὴν παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση καὶ βρί­σκον­τας ξε­κλεί­δω­τα, μπῆ­κε κι εἶ­δε τὸ Δο­μί­νι­κο νὰ κά­θε­ται, μὲ τὴν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν πόρ­τα, ἀ­κί­νη­τος μπρο­στὰ στὸ κα­βα­λέ­το του. «Ὁ Θε­ὸς νὰ σοῦ δί­νει χρό­νια, πα­λι­κά­ρι μου», εἶ­πε ο ζη­τιά­νος, «δῶ­σε μου μιὰ βο­ή­θεια». Στὸ ἄ­κου­σμα τῆς λέ­ξης Θε­ός, ὁ Δο­μί­νι­κος βγῆ­κε ἀ­π’ τὸν ἱ­ε­ρό του λή­θαρ­γο καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὸ γέ­ρο. «Ἔ­χεις δεῖ πο­τὲ τὸ Θε­ό;» ρώ­τη­σε. «Συ­νέ­χεια τὸν ἔ­χω ἐμ­πρός μου», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ζη­τιά­νος.«Ἀ­κό­μα καὶ τού­τη τὴ στιγ­μὴ πού σου μι­λῶ τὸν βλέ­πω,για­τί ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι τὰ πάν­τα». «Τὰ πάν­τα…», ἐ­πα­νέ­λα­βε σὰν ἠ­χὼ ὁ Δο­μί­νι­κος. «Ναί, τὰ πάν­τα», ξα­νά­πε ὁ ζη­τιά­νος.«Εἶ­ναι μα­χαί­ρι καὶ ἀρ­νὶ καὶ πυρ­κα­γιὰ καὶ δά­σος καὶ ἔ­ρη­μος καὶ πο­τα­μὸς καὶ σύν­νε­φο καὶ γῆ καὶ κό­κα­λα γυ­μνὰ καὶ γυ­μνὸ κορ­μί… Τὰ πάν­τα». «Εἶ­σαι ζη­τιά­νος ἢ σο­φός;» ρώ­τη­σε, γε­μά­τος θαυ­μα­σμό, ὁ Δο­μί­νι­κος. «Εἶμαι Θεός», ἀποκρίθηκε ὁ ζητιάνος. Ὁ Δομίνικος πετάχτηκε τότε ἀπ’ τὴ θέση του κι ἔπεσε στὰ γόνατα νὰ προσκυνήσει ἐκεῖνον ποὺ τόσον καιρὸ ἔψαχνε τὴ μορφή του. Ὁ ζητιάνος γέλασε καλοσυνάτα. «Δὲν εἶπα ὁ Θεός», εἶπε, «εἶπα Θεός, ὅπως Θεὸς εἶσαι κι ἐσὺ καὶ οἱ μπογιὲς καὶ τὰ πινέλα σου.Δέ σοῦ ‘πα ὅτι τὰ πάντα εἶναι Θεός; Σήκω τώρα καὶ δῶσε μου μιὰ βοήθεια,γιατί ἔχω τρεῖς μέρες νὰ βάλω Θεὸ στὸ στόμα μου». Ὁ Δομίνικος ὑπάκουσε κι ὁ ζητιάνος ἔφυγε εὐχαριστημένος. Ὅταν ξανάμεινε μόνος, ὁ Δομίνικος ἄρχισε νὰ κλαίει. Δὲν ἔκλαιγε ἀπὸ ἀπελπισία οὔτε ἀπὸ χαρά,δὲν καταλάβαινε κὰν ὅτι ἔκλαιγε. Τὰ δάκρυα ἀνάβλυζαν μονα τους ἀπ’ τὰ μάτια του. Ἀπὸ τότε, ὁ Δομίνικος ξανάρχισε νά ζωγραφίζει νεκρὲς φύσεις καὶ ζωντανὲς κι ὅ,τι ἄλλο τοῦ ‘ρχότανε στὸ νοῦ νὰ ζωγραφίσει καὶ ποτὲ δὲν ξανάκαψε τίποτα, γιατί τὰ πάντα ἦταν τώρα Θεός. Αργύρης Χιόνης
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼


Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από σένα;

Θυμάμαι, όταν είχα πάει κάποτε στο Άγιον Όρος, μέσα σε έναν πυκνά δενδροφυτευμένο τόπο, βλέπω από μακριά κάποιον ασκητή, ο οποίος προχωρούσε ψάλλοντας. Ενώ έψαλλε, από ώρα σε ώρα έκανε μία βαθειά μετάνοια, προσκυνούσε, σηκωνόταν και πάλι προχωρούσε. Μου έκανε εντύπωση. Ποιον άραγε προσκυνούσε; Τρέχω μέσα από τα δένδρα, τον φθάνω, τον σταματώ. - Γέροντα, ποιόν προσκυνάς στον δρόμο; - Μα, παιδί μου, δεν τον βλέπεις; - Ποιόν; - Τον Χριστόν. Τουλάχιστον, αν δεν τον βλεπης, δεν τον νοιώθεις ότι είναι μπροστά σου; μου απήντησε εκείνος. Αγαπητοί μου, οι άνθρωποι έλεγαν παλαιότερα το όνομα του Χριστού ή το άκουγαν και βούρκωναν τα ματιά τους, άρπαζαν φωτιές τα στήθη τους, έπεφταν στα γόνατά τους. Εμείς γιατί; Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από σένα; Γιατί τόσο σπάνια σε ποθούμε; Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας, λέγει η Αγία Γραφή. Σαν να λέμε: Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει, πόσο αξίζει η ζωή σου για τον Χριστόν, για τον ουρανό; Όσο τον διψάς, όσο σε αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει Ένας άλλος ασκητής τα τελευταία χρόνια, πόσες φορές, όταν ελειτούργει, εχρειάζετο ώρας ολοκλήρους, διότι τον επεσκέπτοντο οι άγιοι και μαζί του συλειτουργούσαν και καθυστερούσε και έβγαζε έξω τα καλογέρια, δια να είναι μόνος του και να μη εκπλήσσωνται. Και όταν τελείωνε η έκστασις, άνοιγε την πόρτα και έλεγε «Να συνεχίσωμε την λειτουργίαν». Ένας άλλος μοναχός, προσευχόμενος μίαν νύκτα μέσα εις την ακολουθίαν, ο νους του ξέφυγε και επέταξεν επάνω εις την θάλασσαν, επήγεν εις τα βουνά και εις τα λαγκάδια, αγνάντεψε τα δένδρα, τα λουλούδια, τα ψάρια της θαλάσσης, τα βουνά, τα νησιά, επεσκόπευσε την γην και τον ουρανόν, και είδε και ήκουσεν ότι όλα δοξολογούν τον Θεόν. Από την ημέραν εκείνην δεν ημπορούσε να σταθή καθόλου και από τους οξυδρόμους οφθαλμούς του δεν εσταμάτησαν τα δάκρυα. Είδε και έλεγεν ότι η άψυχος κτίσις εκχέει τα δάκρυά της με την δοξολογίαν «και εγώ, που έχω ψυχήν, είμαι μέσα εις την αμαρτίαν». Αιμιλιανος Σιμωνοπετρίτης
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼


Η καλή εκμετάλλευση του χρόνου

Έχουμε βιασύνη, επειδή δεν έχουμε υπομονή. Και δεν έχουμε υπομονή, διότι μάς λείπει ή ταπείνωση. Όπως το φανερώνει και ή λέξη, ή βιασύνη προέρχεται από τη βία. Είναι κάτι έξω από εμάς, που μάς βιάζει, μάς τσιγκλάει να τρέφομε, όπως κάνει ό γεωργός σαν κεντρίζει το μουλάρι για να πιλαλήσει. Με τη βιασύνη έχουμε σύγχυση και χάνουμε τη γαλήνη της ψυχής μας. Ό αγιασμένος Γέροντας Σωφρόνιος είχε κάποτε δεκαέξι διακονήματα να επιτελέσει καθημερινά. Πού να τα προφτάσει; Έ, τί έκανε; Τα έγραφε σε ένα χαρτί και έστρεφε τον νου του μονάχα στο πρώτο. Αφού το διεκπεραίωνε, το έσβηνε και κατόπιν στρεφόταν στο δεύτερο... Και με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά, χωρίς άγχος και βιασύνη, έφερνε εις πέρας και με ηρεμία όλα τα διακονήματα. Να έχουμε, λοιπόν, πάντα τον πρώτο στόχο στο μυαλό μας και να μη χανόμαστε σε πολλές, αγωνιώδεις μέριμνες. Άλλωστε, πού ξέρεις αν ό Θεός θέλει να προφτάσεις και τα υπόλοιπα; Μπορεί να θέλει να σε πάρει σήμερα, σε μίαν ώρα, σε ένα λεπτό. Άς αφεθούμε σαν μικρά παιδιά στην πρόνοια της αγάπης του Θεού και να μην αγχωνόμαστε. ΠΑΤΗΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼


ΓΕΡΟΝΤΑ, πώς θά διώξουμε τή βιασύνη από τη ζωή μας;

Πρέπει να προσέξουμε στην καλή εκμετάλλευση του χρόνου, για να μας πλουτίζει κατά Χριστόν για την αιώνια ζωή. Όταν τον χρόνο τον σπαταλήσουμε έτσι άσκοπα και χωρίς κέρδος πνευματικό, θα φύγουμε από την ζωή χωρίς τίποτε. Και βλέπεις τον αδελφό σου να αγωνίζεται, να εκμεταλλεύεται τον χρόνο και να πλουτίζει, κι εσύ ο ταλαίπωρος να μην κινείσαι, ώστε να κάνεις κάτι καλό. Κι έρχεται και στους δύο ο θάνατος· ο μεν ένας πάει φορτωμένος επάνω, γεμάτος οφέλη, ενώ ο άλλος, εσύ, πας με άδειο «ντορβά», γεμάτος κακίες και αμαρτίες! Γι’ αυτό, στον χρόνο που μας έδωσε ο Χριστός να προσπαθήσουμε κάθε μέρα να κάνουμε κάτι καλό. Φερ’ ειπείν, πόσο ευεργετικό είναι, όταν εφαρμόζουμε τις παραγγελίες του πνευματικού, που μας λέει: «Παιδί μου, κοίταξε να κάνεις το πρωί την προσευχή σου, να κάνεις τις μετάνοιες, να διαβάζεις το Ευαγγελιάκι σου· το απόγευμα να κάνεις την Παράκλησή σου, το βράδυ πάλι την προσευχή σου, να κάνεις τις μετάνοιές σου· να σκέπτεσαι τον Θεό, να κάνεις εκείνο, το άλλο, να λες την ευχή και να διώχνεις τους κακούς λογισμούς». Όταν κάνεις υπακοή σ’ αυτά, τη σελίδα της κάθε ημέρας τη γεμίζεις με οφέλη. Αν όμως δεν πας σε πνευματικό και δεν σε βάλει σε μία τάξη, μαζεύεται το «κουβάρι», φθάνει το τέλος και δεν έχεις πολλά πράγματα να παρουσιάσεις. Γι’ αυτό η υπακοή στον πνευματικό γεμίζει του ανθρώπου τη ζωή, την οποία θα παρουσιάσει κατόπιν ενώπιον του Θεού κατάφορτη από αρετή, όπως ένα δένδρο που έχει λυγισμένα τα κλωνάρια του, γιατί είναι κατάφορτα από τον πολύ καρπό. Κι εμείς, βέβαια, οι πνευματικοί έχουμε ευθύνη μεγάλη γι’ αυτό το πνευματικό εμπόριο που εργαζόμαστε, για να βοηθήσουμε τους άλλους. Το θέμα είναι ότι το έργο μας είναι πάρα πολύ κοπιαστικό, πάρα πολύ επίμοχθο και γεμάτο από θλίψεις και στεναχώριες, όπως λέει κι ο Ιερός Χρυσόστομος: «Το άρχειν ψυχών επιπονώτερον πάντων». Είμαστε σαν τους εμπόρους τους μεγάλους, που αλωνίζουν τις ηπείρους, για να μπορέσουν να βρούνε θησαυρούς. Και άλλοτε γυρίζουν με κατάφορτα τα πλοία, καμιά φορά όμως πέφτουν σε ληστές, τους τα κλέβουν όλα και τους σκοτώνουν κιόλας. Κι έτσι, ενώ πήγαν για τα πολλά, έχασαν και τα λίγα. Πάμε κι εμείς να εμπορευθούμε ψυχές, προσπαθούμε να ωφελήσουμε, να πάρουμε κέρδη και οφέλη, αλλά καμιά φορά ο διάβολος μας προκαλεί ναυάγιο, κι εκεί που θα ωφελούσαμε τους άλλους, τους σκανδαλίζουμε. Όπως λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: «Είστε σαν τα ναυαγοσωστικά, που πάνε και σώζουν τους ναυαγούς· πηγαίνουν, έρχονται, αλλά καμιά φορά βουλιάζουν». Γι’ αυτό να εύχεσθε και για μας, να μας βοηθάει ο Θεός, να μας σκεπάζει, για να μπορέσουμε μέχρι τέλους της ζωής μας να βοηθούμε και να σώζουμε, για να μας ελεήσει κι εμάς ο Θεό, να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας και να μας σώσει. Έχουμε βιασύνη, επειδή δεν έχουμε υπομονή. Και δεν έχουμε υπομονή, διότι μάς λείπει ή ταπείνωση. Όπως το φανερώνει και ή λέξη, ή βιασύνη προέρχεται από τη βία. Είναι κάτι έξω από εμάς, που μάς βιάζει, μάς τσιγκλάει να τρέφομε, όπως κάνει ό γεωργός σαν κεντρίζει το μουλάρι για να πιλαλήσει. Με τη βιασύνη έχουμε σύγχυση και χάνουμε τη γαλήνη της ψυχής μας. Ό αγιασμένος Γέροντας Σωφρόνιος είχε κάποτε δεκαέξι διακονήματα να επιτελέσει καθημερινά. Πού να τα προφτάσει; Έ, τί έκανε; Τα έγραφε σε ένα χαρτί και έστρεφε τον νου του μονάχα στο πρώτο. Αφού το διεκπεραίωνε, το έσβηνε και κατόπιν στρεφόταν στο δεύτερο... Και με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά, χωρίς άγχος και βιασύνη, έφερνε εις πέρας και με ηρεμία όλα τα διακονήματα. Να έχουμε, λοιπόν, πάντα τον πρώτο στόχο στο μυαλό μας και να μη χανόμαστε σε πολλές, αγωνιώδεις μέριμνες. Άλλωστε, πού ξέρεις αν ό Θεός θέλει να προφτάσεις και τα υπόλοιπα; Μπορεί να θέλει να σε πάρει σήμερα, σε μίαν ώρα, σε ένα λεπτό. Άς αφεθούμε σαν μικρά παιδιά στην πρόνοια της αγάπης του Θεού και να μην αγχωνόμαστε. ΠΑΤΗΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼


Ο Αρτινός Ανώνυμος νεομάρτυρας

Η σημερινή Κυριακή είναι αφιερωμένη στους Αγίους Νεομάρτυρες. Νεομάρτυρας είναι ο ορθόδοξος χριστιανός που υπέστη μαρτυρικό θάνατο λόγω της θρησκευτικής πίστης του, κυρίως κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας.Στο πάνθεο των Αγίων νεομαρτύρων συγκαταλέγεται και ένας Αρτινός νεομάρτυρας του οποίου δεν γνωρίζουμε το όνομα. Δυστυχώς η τοπική εκκλησία μόνο με την ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ ΤΗΣ τιμά τον νεομάρτυρα αυτό. Τον βίο και το μαρτύριό του έγραψε ως αυτόπτης μάρτυρας ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός και βρίσκεται σήμερα δημοσιευμένο στον Γ τόμο των Απάντων του Αγίου Μαξίμου,που εξέδωσε η Ι.Μ.Μ.Βατοπαιδίου. Για το θέμα αυτό ασχολήθηκε διεξοδικά ο μακαριστός δικηγόρος και ιστορικός Αρτινός ερευνητής Κ.Τσιλιγιάννης. Αυτός εξέδωσε και συγκεκριμένο βιβλίο για τον νεομάρτυρα, όπου παραθέτει πλήθος στοιχείων που αποδεικνύουν ότι το μαρτύριο συνέβη στην Άρτα. Επίσης ο μακαριστός Μητροπολίτης Νικοπόλεως και Πρεβέζης Μελέτιος, ο οποίος ως γνωστόν ασχολήθηκε και με την Ηπειρώτικη Αγιολογία, δημοσίευσε στο περιοδικό ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ (τεύχος 214/Μάϊος 2001) άρθρο με τίτλο ΕΝΑΣ ΕΝΔΟΞΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ στο οποίο αναφέρει από την αρχή ότι ο Μάρτυρας αυτός έζησε και μαρτύρησε στην Άρτα. Παραθέτουμε στην συνέχεια την διήγηση του μαρτυρίου του άγνωστου Αρτινού νεομάρτυρα. "Ήταν κάποιος νέος πολύ ευσεβής, στολισμένος με εξωτερική εμφάνιση,είχε άφθονες ψυχικές αρετές και ήταν πιστός χριστιανός. Δεν είχε πλήρη μόρφωση, αλλά είχε ορθόδοξο ήθος.Ήταν σκλάβος ενός πλούσιου Αγαρηνού και βοσκούσε τα πρόβατα εκείνου σε εύφορα λιβάδια. Η όμορφη κόρη του Τούρκου αγάπησε παράφορα τον νεαρό βοσκό, ο οποίος όμως αρνείται να την παντρευτεί, αν πρώτα δεν βαπτιστεί χριστιανή. “Εκείνη, ερωτευμένη και μαγεμένη από την ομορφιά και τη λεβεντιά του χριστιανού νέου, συμφωνεί ν’ αλλαξοπιστήσει. Για χάρη του κάνει τα πάντα και τελικά αποφασίζουν να φύγουν μαζί έξω από την πόλη. Θέλουν να πάνε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους γονείς και το σπίτι τους”. “Αλλ’ ο βλέπων όλα τα καλά με ζηλόφθονο μάτι, δεν άφησε έξω από τα δικά του ζηλόφθονα δίχτυα και αυτή την υπόθεση… Και συνεχίζει παραβάλλοντας τα ζηλόφθονα δίχτυα και τις μηχανορραφίες του Σατανά με το κατόρθωμα του διαβολικού Τούρκου, που κατάφερε τελικά να τους ανακαλύψει στο δάσος και να τους συλλάβει”. ” Ο Αγαρηνός, πνέων μένεα, μόλις τους ανακάλυψε τραυμάτισε βάναυσα με φοβερό ξυλοδαρμό τον νεαρό βοσκό του, γιατί δεν ήξερε, ότι τα δύο παιδιά, παρά τον παράφορο έρωτά τους, ήταν ακόμη αγνά. Ο Τούρκος έδεσε το βοσκό σφιχτά και τον ξανάφερε στο σπίτι του. Εκεί έμεινε άναυδος, όταν πληροφορήθηκε από την ίδια του την κόρη, ότι ο βοσκός ήταν αγνός και εγκρατής και ότι χάρη σ’ αυτόν παρέμεινε αγνή και ανέγγιχτη. Αμέσως γαλήνεψε και αντιμετώπισε ψύχραιμα την κατάσταση. Προσπάθησε με γλυκά λόγια να κάνει το βοσκό να δεχθεί τις προτάσεις του λέγοντας: «Να απαρνηθείς, ω καλό μου παιδί, τη δική σου πατρική πίστη, να δεχθείς τη δικιά μου και να είσαι όπως εγώ και θα δέσω εσένα με την κόρη μου που επιθυμείς με γάμο, και θα σε κάνω γενικό κληρονόμο όλων των κτημάτων μου». Αλλά οι προτάσεις του Τούρκου κρίθηκαν απαράδεκτες από το νεαρό βοσκό. Το χριστιανόπουλο, ακούγοντας ότι ο Τούρκος τού έδινε την κόρη και την περιουσία με την προϋπόθεση ν’ απαρνηθεί τη χριστιανική πίστη του, σηκώθηκε με ορμή όρθιος και η ύπαρξή του πλημμύρισε ευθύς από το Άγιο Πνεύμα. Φλογίστηκε και φωτίστηκε η αγνή του ψυχή με τη θεϊκή αγάπη και, ως φυσικό επακόλουθο, τού γεννήθηκε η υπέροχη και υπέρτατη επιθυμία του μαρτυρίου. Θεία ακτινοβολία τον περιέλουσε και έλαμψε ολόκληρος”. Η απάντηση του νέου είναι μαχητική και μακροσκελής.«Εγώ την πίστη στο Θεό μου θα την διαφυλάξω αγνή, όσο έχω τις δυνάμεις μου, εσένα και τα πλούτη και την κόρη σου, και την ίδια την πλάνη του άθεου Μωάμεθ σας απορρίπτω μετά χαράς». Ο Αγαρηνός εκνευρίσθηκε σφόδρα και όπως ένας λυσσασμένος σκύλος επιτέθηκε κατά του νεαρού και άρχισε να τον κτυπά με γροθιές και κλωτσιές. Ύστερα του έβαλε σχοινί στο λαιμό και δένοντας τα χέρια πίσω τον έσυρε απάνθρωπα και τον παρουσίασε στο δικαστή. Εκεί στο δικαστήριο τον κατηγόρησε ως απαγωγέα και ληστή της κόρης του και ως υβριστή του Μωάμεθ μαζί με άλλες πρόσθετες συκοφαντικές κατηγορίες, που επιβάρυναν καταδικαστικά το δύστυχο νέο. Οι λόγοι και οι αιτίες της παραπομπής του γενναίου και θεοσεβούς νέου είναι οι ίδιες οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν: ληστεία, απαγωγή και βλασφημία. Οι δύο πρώτες κατηγορίες όμως δεν θα γίνουν αποδεκτές από τον κατή. Γι’ αυτόν ικανοποιητική, για να προχωρήσει στην καταδίκη του νέου, είναι η τρίτη κατηγορία. “Στο δικαστήριο ο κατής προσπαθεί να καλοπιάσει και να πείσει τον αξιόλογο νεαρό με υποσχέσεις, γλυκόλογα και δολοπλοκίες. Επιδίωξε να πετύχει τα ακατόρθωτα. Προσπάθησε να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικός από τον προσβεβλημένο Τούρκο πατέρα”. ” Προσπαθούσε ο κατής να αφανίσει τον ψυχικό στύλο του εξαίρετου νέου, αλλά συνάντησε σ’ αυτόν αμετακίνητο βουνό, το οποίο και προσπαθούσε να μετακινήσει από τη θέση του και σαν να ήθελε με την βελόνα να ελέγξει τον σκληρότατο αδάμαντα. Όταν ο κατής βεβαιώθηκε, ότι με κανέναν τρόπο, με καμία υπόσχεση και με κανένα επιχείρημα ή και βασανιστήριο, δεν θα μπορούσε να κάμψει την πεποίθηση του εξαίρετου νέου, διέταξε να τον θανατώσουν μαρτυρικά. Του πέρασαν το σχοινί στο λαιμό. Στη συνέχεια τον σήκωσαν σιγά-σιγά από τη γη και τον κατέβαζαν κάτω απότομα”. Όμως το μαρτύριο του βοσκού συνεχίζεται και ο κατής του λέγει: «Λυπήσου την ανθηρή νεότητά σου». Του υπενθυμίζει πόσο τρομερό είναι να μαρτυρεί τώρα πάνω στην νεότητά του, στα καλύτερα του χρόνια, και τον πιέζει να επιλέξει τη ζωή με το να αλλάξει την πίστη του. Αλλά ο θαρραλέος νέος είναι πια αποφασισμένος. Έχοντας βαθιά ριζωμένη μέσα του τη χριστιανική πίστη, ψελλίζει την ώρα που τον σφίγγει το σχοινί για να πεθάνει: Ο Χριστός είναι ο Θεός μου και ο Βασιλιάς μου. “Τρεις φορές μαρτύρησε κατ’ αυτόν τον τρόπο και την τρίτη φορά πέθανε. Η χαρά του μάρτυρα που πραγματοποιεί την υπέρτατη θυσία για το Χριστό, πηγαίνοντας να κατακτήσει την ουράνια ζωή, διακρινόταν εκείνη τη στιγμή στο τελευταίο βλέμμα του θνητού από τη γη προς τον Ουράνιο Πατέρα”. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα ιστορικά στοιχεία το μαρτύριο του νεομάρτυρα πραγματοποιήθηκε στον ιστορικό πλάτανο που βρίσκεται δίπλα στο θρυλικό γεφύρι της Άρτας. (Απόσπασμα απο την εργασία μας-ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΗΣ ΕΝ ΑΡΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ).
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼