Ένα χαρακτηριστικό σύμπτωμα της ναρκισσιστικής παθολογίας έγκειται στην αδυναμία συνεργασίας του Έλληνα

Σε πρόσφατη συνάντηση Ελλήνων οι οποίοι διαπρέπουν στο εξωτερικό στον τομέα της βιοτεχνολογίας, εφημερίδα συγκέντρωσε γνώμες τους σχετικά με ενδεχόμενη ανάλογη δραστηριότητα και στη χώρα μας. Αντιγράφω, λοιπόν, κάτι που μού έκανε μεγάλη εντύπωση. Είπε, συγκεκριμένα, η οικονομολόγος υγείας κ. Ξένια Καπόρη: «Οι επενδυτές που θα έρθουν θα πρέπει να ξεπεράσουν κατ’ αρχάς τον τεράστιο σκόπελο της γραφειοκρατίας. Κι έπειτα είναι και οι νοοτροπίες που μάς κρατούν πίσω. Από τη μια, υπάρχουν παντού άνθρωποι με απίστευτη όρεξη για δουλειά, τους οποίους το σύστημα συνήθως δεν αξιοποιεί. Κι από την άλλη, οι περισσότεροι Έλληνες, αντί να βρίσκουν λύσεις, διαπιστώνουν παντού προβλήματα. Δεν μέ ενδιαφέρει να μού πεις γιατί δεν μπορεί να γίνει κάτι, αλλά πώς θα γίνει, πώς θα βρεθούν τρόποι να ξεπεραστούν τα εμπόδια». (Διαβάστε περισσότερα εδώ). Η αποκαρδιωτική αυτή διαπίστωση για την κουλτούρα μας μού έφερε στο νου παρόμοιες εμπειρίες, στις οποίες οι αναγνώστες ίσως να προσθέσουν και δικές τους. Θυμήθηκα, λοιπόν, ότι στο κείμενό μου ”Η κρίση ως σύμπτωμα ενός βαριά άρρωστου λαού” (που βρίσκεται στο βιβλίο μου «Φυγή προς τα εμπρός»), έγραφα: «Ένα ακόμη χαρακτηριστικό σύμπτωμα της ναρκισσιστικής παθολογίας έγκειται στην αδυναμία συνεργασίας του Έλληνα. Όταν διαφωνεί κάποιος και η πρότασή του δεν εισακούεται, από καμιά εκ των δύο πλευρών δεν επικρατεί συμβιβαστική διάθεση ώστε να βρεθεί ένας κοινός τόπος. Η συνήθης κατάληξη είναι να αποχωρεί ‘ηρωικά’ ο διαφωνών, καταγγέλλοντας όσους δεν βλέπουν το συμφέρον του τόπου, του δήμου, του συλλόγου κτλ. Προτιμά την υστεροφημία του στις φαντασιώσεις του παρά την αποτελεσματικότητα. Γενικά ο Έλληνας εμφανίζεται να έχει κακές σχέσεις με την αποτελεσματικότητα, επειδή προηγούνται τα μικροσυμφέροντα και η δήθεν ιδεολογική καθαρότητα. Απολαμβάνει τις ”εκθέσεις ιδεών” του (το είδος κυκλοφορεί σε αφθονία στον δημόσιο χώρο), αλλά απεχθάνεται το να βρεθεί σε συνθήκες στις οποίες θα χρειασθεί να τίς κάνει πράξη. Ο πλασμένος μόνο για διευθυντής Έλληνας δεν καταδέχεται να καταπιαστεί με ταπεινές δουλειές, ούτε να τεθεί υπό τις εντολές άλλου. Όπως έλεγε μια ξένη που ζει χρόνια στην Ελλάδα, ”για κάποιο πρόβλημά μου όλοι εδώ μού έλεγαν τι να κάνω, αλλά κανείς δεν μέ βοηθούσε να τό κάνω”»! Γιατί άραγε; Για ποιους λόγους στα όρια της χώρας μας ευδοκιμούν νοοτροπίες που ακυρώνουν και εμποδίζουν, ενώ όταν βρεθούμε σε χώρες με εποικοδομητική κουλτούρα (όπως οι ΗΠΑ) αλλάζουμε και προοδεύουμε; Χωρίς να έχω ακόμη μια ικανοποιητική απάντηση γι’ αυτή τη θλιβερή ελληνική ιδιαιτερότητα, θα αποπειραθώ να διατυπώσω κάποιες υποθέσεις για τα αίτια αυτής της ζημιογόνας στάσης. * - Αυτάρεσκη ανάδειξη της ατομικότητας Αν συμφωνήσεις με τον άλλον, δεν ξεχωρίζεις. Για να αναδείξεις την δική σου προσωπικότητα πρέπει να διαφωνήσεις. Και όχι μόνο αυτό, αλλά πρέπει να αναδείξεις ότι ο άλλος δεν ξέρει, γι’ αυτό είναι αισιόδοξος. Εσύ γνωρίζεις διότι είσαι ”ξύπνιος”. Όσοι χαρακτηρίζονται από αυτή την παθολογία υποφέρουν επειδή αισθάνονται ότι δεν έχουν λάβει αναγνώριση. Για κάποιους αυτό ίσως να είναι αλήθεια – τά έχει αυτά η ζωή. Εκείνο που κάνει τα πράγματα χειρότερα είναι ότι αυτοεκπαιδεύθηκαν να πιστεύουν ότι θα αναδείξουν την προσωπικότητά τους μόνο αν εντοπίσουν τις κρυφές δυσκολίες που ο συνομιλητής τους δεν είναι τόσο έξυπνος ώστε να διακρίνει. Μα, θα μπορούσε να διαπρέψει η προσωπικότητά τους επινοώντας λύσεις, εντοπίζοντας τα περάσματα εκείνα μέσα από τα οποία θα ευοδωθεί ο στόχος. Γιατί να μην ξεχωρίσουν μέσα από την επιτυχία; Μάλλον διότι βλέποντας παντού προβλήματα λάμπουν ως δήθεν ρεαλιστές, ενώ ονειρευόμενοι στόχους και επιτεύγματα γίνονται χαζοί, ‘αμερικανάκια’. Θα προσέθετα: ακυρώνοντας δεν θα χρειαστεί να κοπιάσουν. Φαντασίωση μεγαλείου χωρίς μόχθο: δύο σε ένα. - Εκλογίκευση του φθόνου Αλλά δεν αρκούν τα παραπάνω. Η ιδέα ήταν άλλου, συνεπώς γιατί να ανεχθεί κάποιος έναν στόχο ο οποίος ενδέχεται να πετύχει; Αν συμφωνήσω και τόν ενισχύσω με τις δικές μου δυνάμεις, θα καρπωθεί τη δόξα κάποιος άλλος. Με τη λογική αυτή έχουν ακυρωθεί σε δήμους και υπουργεία χρήσιμοι στόχοι επειδή η εκάστοτε αντιπολίτευση δεν ανεχόταν να τούς υλοποιήσει η πλειοψηφούσα παράταξη. Το αίσθημα του φθόνου είναι ανυπόφορο ακόμη και για τα ελάχιστα ψήγματα ηθικής συνείδησης, συνεπώς πρέπει επειγόντως να αλλάξει μορφή και να εκλογικευθεί. Έτσι επιστρατεύονται ψευδοεπιχειρήματα τα οποία, είτε ανακαλύπτουν ανύπαρκτες δυσκολίες, είτε διογκώνουν υπαρκτές αλλά ικανές να ξεπεραστούν. - Απόλαυση της ακύρωσης και της εξουσίας Διάρθρωσα τα επίπεδα κλιμακωτά, από τα ελαφρότερα στα πιο νοσηρά κίνητρα. Στην εκδοχή που συζητάμε τώρα ενυπάρχει διαστροφικός χαρακτήρας στην απόλαυση. Ο ψυχισμός ενεργεί σαδιστικά. Εδώ οι αντιρρήσεις προβάλλονται ακριβώς για να ακυρωθεί ο στόχος. Η διαστροφή έγκειται στο γεγονός ότι δεν έχει βιωθεί η χαρά της δημιουργικότητας, πολύ περισσότερο της συνεργατικότητας η οποία είναι παντελώς άγνωστη. Ο αντιρρησίας απολαμβάνει την αποθάρρυνση την οποία προκαλεί διότι με αυτή ασκεί εξουσία στον ψυχισμό του συνομιλητή του. Με τα λόγια του έχει τη δύναμη να ορίζει τι θα αισθανθεί και τι θα καταφέρει ο άλλος. * Υπάρχει τρόπος να λυτρωθούμε από αυτήν την ”κατάρα”; Σίγουρα όχι βραχυπρόθεσμος. Αν υπάρχει διέξοδος, αυτή χρειάζεται να προετοιμασθεί μεθοδικά επί χρόνια μέσω της παιδείας. Προφανώς δεν θα τό καταφέρουμε με απλές νουθεσίες στους μαθητές. Κανείς δεν κατάφερε να αποκτήσει αυτοεκτίμηση και να αποβάλει τον φθόνο απλώς επειδή τού τό συνέστησαν οι δάσκαλοί του. Κάτι άλλο χρειάζεται. Σκέφτομαι μήπως απαιτείται να αλλάξει φιλοσοφία το σχολείο. Μήπως είναι καιρός να επιβραβεύει τον ανταγωνιστικό ατομισμό κάθε μαθητή και να δώσει βάρος στις ομαδικές εργασίες, σε πρότζεκτ συνεργασίας – και όχι μόνο μαθησιακά. Αλλά για να γίνει αυτό χρειάζεται νέα λογική στους εκπαιδευτικούς. Μόνο αν συνειδητοποιήσουν οι ίδιοι την αναγκαιότητα θα μπορέσουν να εμπνεύσουν τους μαθητές. Μέχρι τώρα – λένε οι διάφορες πληροφορίες – οσάκις ανατίθενται ομαδικές εργασίες σε μαθητές ή φοιτητές καταλήγουν να διεκπεραιώνονται από έναν, συνήθως τον χρήσιμο ηλίθιο ή τον ψυχαναγκαστικό της ομάδας. Οι περισσότεροι δεν συμμετέχουν, είτε επειδή διαποτίστηκαν τόσα χρόνια από την κουλτούρα της αδιαφορίας, είτε επειδή δεν ξέρουν πώς να τό κάνουν. Κανείς δεν δίδαξε τα παιδιά μας πώς να συνεργάζονται – ούτε καν οι γονείς τους! Ατομιστική νεολαία φέρνει μετά από λίγα χρόνια λαό που σπαράσσεται. Είτε με τοξικό μίσος, είτε με ύπουλη μοχθηρή ακύρωση στον στίβο της πολιτικής. Οι πολιτικοί που θα μείνουν στην ιστορία είναι εκείνοι που θα καταφέρουν να αναδείξουν ό,τι καλύτερο διαθέτει αυτός ο λαός μέσα του.
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼


Ο ΘεΌς εἶναι τά πάντα...!

Ο ζω­γρά­φος Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος,ἐ­νῶ μιὰ ζω­ὴ ζω­γρά­φι­ζε νε­κρὲς φύ­σεις, λου­λού­δια σὲ βά­ζα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α,μιὰ μέ­ρα, ἔ­τσι, στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να,ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζω­γρα­φί­σει τὸ Θε­ό. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, ἀ­πο­φά­σι­σε ἐ­πί­σης πὼς ὅ­,τι εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει μέ­χρι τό­τε ἦ­ταν ἀ­νά­ξιο λό­γου κι ἄ­ξιο νὰ κα­εῖ. Ἔ­ρι­ξε λοι­πὸν στὴ φω­τιὰ ὅ­λες τὶς νε­κρὲς φύ­σειςκαὶ τὰ λου­λού­δια σὲ βά­ζα κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα σχε­τι­κά, ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει,καὶ βάλ­θη­κε νὰ σκέ­φτε­ται πῶς νὰ ζω­γρα­φί­σει τὸ Θε­ό. Τὸ πρό­βλη­μα δὲν ἦ­ταν δι­ό­λου ἁ­πλό,για­τί ὁ Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος ἦ­ταν κα­λὸς ζω­γρά­φοςκαὶ δὲν τοῦ πή­γαι­νε νὰ φτιά­ξει ἕ­ναν ἀ­σπρο­μάλ­λη γέ­ρο σὰν τὸν Ἄϊ Βα­σί­λη ἢ κά­τι τέ­τοι­ο. Ἔ­με­νε λοι­πὸν σι­ω­πη­λός, μέ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες, μπρο­στὰ στὴν κά­τα­σ­πρη, λεί­α ἐ­πι­φά­νεια τοῦ στο­κα­ρι­σμέ­νου μου­σα­μά του, μὲ μιὰ μό­νο σκέ­ψη νὰ γυ­ρί­ζει μέ­σα στὸ μυα­λό του: «Πῶς εἶ­ναι ὁ Θε­ός;» Οἱ μέ­ρες ἔ­γι­ναν μή­νας κι ὁ μή­νας μῆ­νες κι ὁ Δο­μί­νι­κος δὲν ἔ­λε­γε νὰ κου­νή­σει ἀ­π’ τὴ θέ­ση του, δὲν ἔ­λε­γε νὰ βά­λει ἄλ­λη σκέ­ψη στὸ μυα­λό του. Τὸ φαΐ ποὺ τοῦ ‘­φερ­νε μιὰ γριὰ γει­τό­νισ­σα ἔ­με­νε σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο. Οἱ φί­λοι του, κα­φε­νό­βιοι καλ­λι­τέ­χνες, ὅ­πως ἄλ­λω­στε ἦ­ταν κι ὁ ἴ­διος κά­πο­τε, τὸν ἔ­χα­σαν ἀ­π’ τὶς πα­ρέ­ες τους. Ἕ­νας δε­σμός, ποὺ πι­θα­νὸν νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ γά­μο, δι­α­λύ­θη­κε. Ἀ­κό­μα κι ἡ γριὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ τὸν φρόν­τι­ζε, στα­μά­τη­σε στὸ τέ­λος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται, για­τί φο­βή­θη­κε πὼς τοῦ ‘­χε στρί­ψει καί, πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται μ’ αὐ­τοὺς τοὺς τρε­λοὺς καλ­λι­τέ­χνες. Μιὰ μέ­ρα, ἕ­νας ζη­τιά­νος χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα του. Μὴν παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση καὶ βρί­σκον­τας ξε­κλεί­δω­τα, μπῆ­κε κι εἶ­δε τὸ Δο­μί­νι­κο νὰ κά­θε­ται, μὲ τὴν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν πόρ­τα, ἀ­κί­νη­τος μπρο­στὰ στὸ κα­βα­λέ­το του. «Ὁ Θε­ὸς νὰ σοῦ δί­νει χρό­νια, πα­λι­κά­ρι μου», εἶ­πε ο ζη­τιά­νος, «δῶ­σε μου μιὰ βο­ή­θεια». Στὸ ἄ­κου­σμα τῆς λέ­ξης Θε­ός, ὁ Δο­μί­νι­κος βγῆ­κε ἀ­π’ τὸν ἱ­ε­ρό του λή­θαρ­γο καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὸ γέ­ρο. «Ἔ­χεις δεῖ πο­τὲ τὸ Θε­ό;» ρώ­τη­σε. «Συ­νέ­χεια τὸν ἔ­χω ἐμ­πρός μου», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ζη­τιά­νος.«Ἀ­κό­μα καὶ τού­τη τὴ στιγ­μὴ πού σου μι­λῶ τὸν βλέ­πω,για­τί ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι τὰ πάν­τα». «Τὰ πάν­τα…», ἐ­πα­νέ­λα­βε σὰν ἠ­χὼ ὁ Δο­μί­νι­κος. «Ναί, τὰ πάν­τα», ξα­νά­πε ὁ ζη­τιά­νος.«Εἶ­ναι μα­χαί­ρι καὶ ἀρ­νὶ καὶ πυρ­κα­γιὰ καὶ δά­σος καὶ ἔ­ρη­μος καὶ πο­τα­μὸς καὶ σύν­νε­φο καὶ γῆ καὶ κό­κα­λα γυ­μνὰ καὶ γυ­μνὸ κορ­μί… Τὰ πάν­τα». «Εἶ­σαι ζη­τιά­νος ἢ σο­φός;» ρώ­τη­σε, γε­μά­τος θαυ­μα­σμό, ὁ Δο­μί­νι­κος. «Εἶμαι Θεός», ἀποκρίθηκε ὁ ζητιάνος. Ὁ Δομίνικος πετάχτηκε τότε ἀπ’ τὴ θέση του κι ἔπεσε στὰ γόνατα νὰ προσκυνήσει ἐκεῖνον ποὺ τόσον καιρὸ ἔψαχνε τὴ μορφή του. Ὁ ζητιάνος γέλασε καλοσυνάτα. «Δὲν εἶπα ὁ Θεός», εἶπε, «εἶπα Θεός, ὅπως Θεὸς εἶσαι κι ἐσὺ καὶ οἱ μπογιὲς καὶ τὰ πινέλα σου.Δέ σοῦ ‘πα ὅτι τὰ πάντα εἶναι Θεός; Σήκω τώρα καὶ δῶσε μου μιὰ βοήθεια,γιατί ἔχω τρεῖς μέρες νὰ βάλω Θεὸ στὸ στόμα μου». Ὁ Δομίνικος ὑπάκουσε κι ὁ ζητιάνος ἔφυγε εὐχαριστημένος. Ὅταν ξανάμεινε μόνος, ὁ Δομίνικος ἄρχισε νὰ κλαίει. Δὲν ἔκλαιγε ἀπὸ ἀπελπισία οὔτε ἀπὸ χαρά,δὲν καταλάβαινε κὰν ὅτι ἔκλαιγε. Τὰ δάκρυα ἀνάβλυζαν μονα τους ἀπ’ τὰ μάτια του. Ἀπὸ τότε, ὁ Δομίνικος ξανάρχισε νά ζωγραφίζει νεκρὲς φύσεις καὶ ζωντανὲς κι ὅ,τι ἄλλο τοῦ ‘ρχότανε στὸ νοῦ νὰ ζωγραφίσει καὶ ποτὲ δὲν ξανάκαψε τίποτα, γιατί τὰ πάντα ἦταν τώρα Θεός. Αργύρης Χιόνης
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼


Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από σένα;

Θυμάμαι, όταν είχα πάει κάποτε στο Άγιον Όρος, μέσα σε έναν πυκνά δενδροφυτευμένο τόπο, βλέπω από μακριά κάποιον ασκητή, ο οποίος προχωρούσε ψάλλοντας. Ενώ έψαλλε, από ώρα σε ώρα έκανε μία βαθειά μετάνοια, προσκυνούσε, σηκωνόταν και πάλι προχωρούσε. Μου έκανε εντύπωση. Ποιον άραγε προσκυνούσε; Τρέχω μέσα από τα δένδρα, τον φθάνω, τον σταματώ. - Γέροντα, ποιόν προσκυνάς στον δρόμο; - Μα, παιδί μου, δεν τον βλέπεις; - Ποιόν; - Τον Χριστόν. Τουλάχιστον, αν δεν τον βλεπης, δεν τον νοιώθεις ότι είναι μπροστά σου; μου απήντησε εκείνος. Αγαπητοί μου, οι άνθρωποι έλεγαν παλαιότερα το όνομα του Χριστού ή το άκουγαν και βούρκωναν τα ματιά τους, άρπαζαν φωτιές τα στήθη τους, έπεφταν στα γόνατά τους. Εμείς γιατί; Γιατί, Θεέ μου, τόσο λίγο σε σκεπτόμαστε και τόσο λίγο συγκινούμεθα από σένα; Γιατί τόσο σπάνια σε ποθούμε; Όπου ο θησαυρός μας εκεί και η καρδιά μας, λέγει η Αγία Γραφή. Σαν να λέμε: Θέλεις να μάθης πόσο κοστίζει, πόσο αξίζει η ζωή σου για τον Χριστόν, για τον ουρανό; Όσο τον διψάς, όσο σε αυτόν έχεις την καρδιά σου, τόσο κοστίζει Ένας άλλος ασκητής τα τελευταία χρόνια, πόσες φορές, όταν ελειτούργει, εχρειάζετο ώρας ολοκλήρους, διότι τον επεσκέπτοντο οι άγιοι και μαζί του συλειτουργούσαν και καθυστερούσε και έβγαζε έξω τα καλογέρια, δια να είναι μόνος του και να μη εκπλήσσωνται. Και όταν τελείωνε η έκστασις, άνοιγε την πόρτα και έλεγε «Να συνεχίσωμε την λειτουργίαν». Ένας άλλος μοναχός, προσευχόμενος μίαν νύκτα μέσα εις την ακολουθίαν, ο νους του ξέφυγε και επέταξεν επάνω εις την θάλασσαν, επήγεν εις τα βουνά και εις τα λαγκάδια, αγνάντεψε τα δένδρα, τα λουλούδια, τα ψάρια της θαλάσσης, τα βουνά, τα νησιά, επεσκόπευσε την γην και τον ουρανόν, και είδε και ήκουσεν ότι όλα δοξολογούν τον Θεόν. Από την ημέραν εκείνην δεν ημπορούσε να σταθή καθόλου και από τους οξυδρόμους οφθαλμούς του δεν εσταμάτησαν τα δάκρυα. Είδε και έλεγεν ότι η άψυχος κτίσις εκχέει τα δάκρυά της με την δοξολογίαν «και εγώ, που έχω ψυχήν, είμαι μέσα εις την αμαρτίαν». Αιμιλιανος Σιμωνοπετρίτης
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼


Η καλή εκμετάλλευση του χρόνου

Έχουμε βιασύνη, επειδή δεν έχουμε υπομονή. Και δεν έχουμε υπομονή, διότι μάς λείπει ή ταπείνωση. Όπως το φανερώνει και ή λέξη, ή βιασύνη προέρχεται από τη βία. Είναι κάτι έξω από εμάς, που μάς βιάζει, μάς τσιγκλάει να τρέφομε, όπως κάνει ό γεωργός σαν κεντρίζει το μουλάρι για να πιλαλήσει. Με τη βιασύνη έχουμε σύγχυση και χάνουμε τη γαλήνη της ψυχής μας. Ό αγιασμένος Γέροντας Σωφρόνιος είχε κάποτε δεκαέξι διακονήματα να επιτελέσει καθημερινά. Πού να τα προφτάσει; Έ, τί έκανε; Τα έγραφε σε ένα χαρτί και έστρεφε τον νου του μονάχα στο πρώτο. Αφού το διεκπεραίωνε, το έσβηνε και κατόπιν στρεφόταν στο δεύτερο... Και με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά, χωρίς άγχος και βιασύνη, έφερνε εις πέρας και με ηρεμία όλα τα διακονήματα. Να έχουμε, λοιπόν, πάντα τον πρώτο στόχο στο μυαλό μας και να μη χανόμαστε σε πολλές, αγωνιώδεις μέριμνες. Άλλωστε, πού ξέρεις αν ό Θεός θέλει να προφτάσεις και τα υπόλοιπα; Μπορεί να θέλει να σε πάρει σήμερα, σε μίαν ώρα, σε ένα λεπτό. Άς αφεθούμε σαν μικρά παιδιά στην πρόνοια της αγάπης του Θεού και να μην αγχωνόμαστε. ΠΑΤΗΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼


ΓΕΡΟΝΤΑ, πώς θά διώξουμε τή βιασύνη από τη ζωή μας;

Πρέπει να προσέξουμε στην καλή εκμετάλλευση του χρόνου, για να μας πλουτίζει κατά Χριστόν για την αιώνια ζωή. Όταν τον χρόνο τον σπαταλήσουμε έτσι άσκοπα και χωρίς κέρδος πνευματικό, θα φύγουμε από την ζωή χωρίς τίποτε. Και βλέπεις τον αδελφό σου να αγωνίζεται, να εκμεταλλεύεται τον χρόνο και να πλουτίζει, κι εσύ ο ταλαίπωρος να μην κινείσαι, ώστε να κάνεις κάτι καλό. Κι έρχεται και στους δύο ο θάνατος· ο μεν ένας πάει φορτωμένος επάνω, γεμάτος οφέλη, ενώ ο άλλος, εσύ, πας με άδειο «ντορβά», γεμάτος κακίες και αμαρτίες! Γι’ αυτό, στον χρόνο που μας έδωσε ο Χριστός να προσπαθήσουμε κάθε μέρα να κάνουμε κάτι καλό. Φερ’ ειπείν, πόσο ευεργετικό είναι, όταν εφαρμόζουμε τις παραγγελίες του πνευματικού, που μας λέει: «Παιδί μου, κοίταξε να κάνεις το πρωί την προσευχή σου, να κάνεις τις μετάνοιες, να διαβάζεις το Ευαγγελιάκι σου· το απόγευμα να κάνεις την Παράκλησή σου, το βράδυ πάλι την προσευχή σου, να κάνεις τις μετάνοιές σου· να σκέπτεσαι τον Θεό, να κάνεις εκείνο, το άλλο, να λες την ευχή και να διώχνεις τους κακούς λογισμούς». Όταν κάνεις υπακοή σ’ αυτά, τη σελίδα της κάθε ημέρας τη γεμίζεις με οφέλη. Αν όμως δεν πας σε πνευματικό και δεν σε βάλει σε μία τάξη, μαζεύεται το «κουβάρι», φθάνει το τέλος και δεν έχεις πολλά πράγματα να παρουσιάσεις. Γι’ αυτό η υπακοή στον πνευματικό γεμίζει του ανθρώπου τη ζωή, την οποία θα παρουσιάσει κατόπιν ενώπιον του Θεού κατάφορτη από αρετή, όπως ένα δένδρο που έχει λυγισμένα τα κλωνάρια του, γιατί είναι κατάφορτα από τον πολύ καρπό. Κι εμείς, βέβαια, οι πνευματικοί έχουμε ευθύνη μεγάλη γι’ αυτό το πνευματικό εμπόριο που εργαζόμαστε, για να βοηθήσουμε τους άλλους. Το θέμα είναι ότι το έργο μας είναι πάρα πολύ κοπιαστικό, πάρα πολύ επίμοχθο και γεμάτο από θλίψεις και στεναχώριες, όπως λέει κι ο Ιερός Χρυσόστομος: «Το άρχειν ψυχών επιπονώτερον πάντων». Είμαστε σαν τους εμπόρους τους μεγάλους, που αλωνίζουν τις ηπείρους, για να μπορέσουν να βρούνε θησαυρούς. Και άλλοτε γυρίζουν με κατάφορτα τα πλοία, καμιά φορά όμως πέφτουν σε ληστές, τους τα κλέβουν όλα και τους σκοτώνουν κιόλας. Κι έτσι, ενώ πήγαν για τα πολλά, έχασαν και τα λίγα. Πάμε κι εμείς να εμπορευθούμε ψυχές, προσπαθούμε να ωφελήσουμε, να πάρουμε κέρδη και οφέλη, αλλά καμιά φορά ο διάβολος μας προκαλεί ναυάγιο, κι εκεί που θα ωφελούσαμε τους άλλους, τους σκανδαλίζουμε. Όπως λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος: «Είστε σαν τα ναυαγοσωστικά, που πάνε και σώζουν τους ναυαγούς· πηγαίνουν, έρχονται, αλλά καμιά φορά βουλιάζουν». Γι’ αυτό να εύχεσθε και για μας, να μας βοηθάει ο Θεός, να μας σκεπάζει, για να μπορέσουμε μέχρι τέλους της ζωής μας να βοηθούμε και να σώζουμε, για να μας ελεήσει κι εμάς ο Θεό, να συγχωρέσει τις αμαρτίες μας και να μας σώσει. Έχουμε βιασύνη, επειδή δεν έχουμε υπομονή. Και δεν έχουμε υπομονή, διότι μάς λείπει ή ταπείνωση. Όπως το φανερώνει και ή λέξη, ή βιασύνη προέρχεται από τη βία. Είναι κάτι έξω από εμάς, που μάς βιάζει, μάς τσιγκλάει να τρέφομε, όπως κάνει ό γεωργός σαν κεντρίζει το μουλάρι για να πιλαλήσει. Με τη βιασύνη έχουμε σύγχυση και χάνουμε τη γαλήνη της ψυχής μας. Ό αγιασμένος Γέροντας Σωφρόνιος είχε κάποτε δεκαέξι διακονήματα να επιτελέσει καθημερινά. Πού να τα προφτάσει; Έ, τί έκανε; Τα έγραφε σε ένα χαρτί και έστρεφε τον νου του μονάχα στο πρώτο. Αφού το διεκπεραίωνε, το έσβηνε και κατόπιν στρεφόταν στο δεύτερο... Και με αυτόν τον τρόπο, σιγά-σιγά, χωρίς άγχος και βιασύνη, έφερνε εις πέρας και με ηρεμία όλα τα διακονήματα. Να έχουμε, λοιπόν, πάντα τον πρώτο στόχο στο μυαλό μας και να μη χανόμαστε σε πολλές, αγωνιώδεις μέριμνες. Άλλωστε, πού ξέρεις αν ό Θεός θέλει να προφτάσεις και τα υπόλοιπα; Μπορεί να θέλει να σε πάρει σήμερα, σε μίαν ώρα, σε ένα λεπτό. Άς αφεθούμε σαν μικρά παιδιά στην πρόνοια της αγάπης του Θεού και να μην αγχωνόμαστε. ΠΑΤΗΡ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΤΑΜΠΑΚΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ
ΣΚΙΑΘΟΣ
ΛΕΥΚΑΔΑ
 
  • ΧΡΩΜΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ▼
    • ΑΠΑΛΟ ΠΡΑΣΙΝΟ
    • ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ
  • ΧΡΩΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ▼