Μετά τη βάφτισή μου στο Άγιον Όρος, για μια ολόκληρη εβδομάδα, είχα την αίσθηση ότι βρίσκομαι στον Ουρανό(Η μεταστροφή ενός Αμερικάνου)

Ο πατήρ Ιωάννης Ντόουνι (John Lincoln Downie) γεννήθηκε το 1971 στην πόλη Μπίβερ Φόλς της Πενσιλβανίας των ΗΠΑ. Το 1992 τελείωσε εκεί τη Σχολή Βιολογίας και Φιλοσοφίας του Χριστιανικού Κολεγίου της Γενεύης. Επί δύο χρόνια έζησε στη Μονή Κουτλουμουσίου στο Άγιον Όρος (1999 – 2001), όπου βαφτίστηκε ορθόδοξος. Κατόπιν φοίτησε στη Σχολή Ορθόδοξης Θεολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου (2001 – 2006). Η μεταπτυχιακή διατριβή του ήταν πάνω στο θέμα «Νόημα κτιστών πραγμάτων κατά τον π. Ντουμίτρου Στανιλόαε». Στη συνέχεια πήρε το master του στην Βιβλική Θεολογία . Τώρα είναι ορθόδοξος ιερέας στη Ρουμανία. Η συνέντευξη μαζί του έλαβε χώρα πριν να χειροτονηθεί ιερέας. – Κύριε Ντόουνι, τι μπορείτε να πείτε για τα παιδικά σας χρόνια και τη θρησκεία, στο πλαίσιο της οποίας μεγαλώσατε; – Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα σε μια μικρή πόλη της Πενσιλβανίας. Γεννήθηκα σε οικογένεια που άνηκε στη Μεταρρυθμισμένη Πρεσβυτεριανή Εκκλησία. Έτσι πήγαινα σε προτεσταντικό σχολείο. Τα παιδικά χρόνια μου ήταν σχεδόν ειδυλλιακά. Ήμασταν πέντε αδέλφια κι εγώ ήμουν ο πιο μικρός. Είχαμε πάρα πολύ καλές σχέσεις μεταξύ μας, ενώ είχαμε διαφορετικούς χαρακτήρες. Η οικογένειά μας ήταν μια απλή, ήσυχη, προτεσταντική οικογένεια. Όταν ήμουν φοιτητής στο Κολέγιο, «επαναστάτησα». Και η «επανάστασή» μου δεν είχε κάτι το άσχημο. «Επαναστατούσα» εναντίον λεγόμενης «επιτυχίας», εναντίον του υλισμού, που διαπερνούσε ολόκληρη την Αμερική. – Και πώς γνωρίσατε την Ορθοδοξία; – Κάποιες φορές νιώθω ότι μπορώ να μιλάω για το πώς ανακάλυψα την Ορθοδοξία επί μία εβδομάδα, όμως θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος. Ο πατέρας μου, που ήταν άνθρωπος καλά ενημερωμένος και γενικώς με ευρύ πνεύμα, κατάλαβε πως ταλαντεύομαι, ως προς την επιλογή του δρόμου της ζωής μου. Έτσι, παρατήρησε ότι δείχνω ενδιαφέρον για τα έργα των Αγίων πατέρων της Εκκλησίας (του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, του Αγίου Ιγνατίου της Αντιοχείας) και για την «Ιστορία της Εκκλησίας» του Ευσεβίου Καισαρείας – βιβλία, τα οποία ο πατέρας, τυχαία, έφερε στο σπίτι. Επίσης, μου έδωσε ένα βιβλίο για την Ορθόδοξη Εκκλησία, που γράφτηκε από έναν προτεστάντη. Το βιβλίο είχε τίτλο «Ανατολική Ορθοδοξία – δυτική προοπτική»[1], το οποίο μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και ακριβές. Στο βιβλίο, μάλιστα, υπήρχαν μερικά λάθη στην ερμηνεία της Ορθοδοξίας, όμως, παρ’ όλα αυτά, μου προκάλεσε το ενδιαφέρον για ένα ορθόδοξο μοναστήρι, που είχαμε κοντά μας. Το μοναστήρι αυτό ιδρύθηκε από τον Ρουμάνο ιερέα Ρωμανό (Μπράγκα) [2] και την πριγκίπισσα Ιλεάνα της Ρουμανίας (μητέρα του Αλεξάνδρου) [3]. Πρώτη φορά μπήκα σε ορθόδοξο ναό και αμέσως ένιωσα απόλυτη γαλήνη Πρώτη φορά μπήκα σε ορθόδοξο ναό και αμέσως ένιωσα την απόλυτη γαλήνη και την έλξη, που ενυπήρχαν εκεί. Από τότε άρχισα να σέβομαι την Ορθόδοξη Εκκλησία σε μεγάλο βαθμό και είδα, αν και όχι ξεκάθαρα από τότε, τη διαφορά, που υπήρχε μεταξύ της Ορθόδοξης και της Καθολικής Εκκλησίας. Σιγά – σιγά, στη διάρκεια περίπου 2 – 3 ετών, είχα αγαπήσει τις ορθόδοξες ακολουθίες και ένιωσα μεγάλη επιθυμία να δοκιμάσω να ζήσω, έστω και για λίγο, τη μοναχική ζωή. Γιατί ήθελα απλώς να δοκιμάσω; Από τη μία πλευρά, εκείνην τη στιγμή δεν ήμουν ακόμα ώριμος να γίνω μοναχός και, από την άλλη, όλοι οι συγγενείς μου ήταν προτεστάντες και καθολικοί, ενώ εγώ μέσα στην ψυχή μου αισθανόμουν τον εαυτό μου ορθόδοξο. Ελκυόμενος από τον μοναχικό βίο, πήγα στο Άγιον Όρος, με την ελπίδα να εμβαθύνω στην πνευματική ζωή. Εκεί βρήκα υποστήριξη από τους αγιορείτες μοναχούς, οι οποίοι με είχαν εμπνεύσει να βαφτιστώ ορθόδοξος. Στην εφηβεία μου είχα βαφτιστεί ως προτεστάντης και όταν έγινα ορθόδοξος στην Αμερική, μου είπαν ότι κατ’ οικονομίαν μπορώ να λάβω μόνο το Χρίσμα. Αυτό ήταν πολύ βασικό στοιχείο για μένα και τελικά αποφάσισα να βαφτιστώ ξανά. Έμενα στη μονή Κουτλουμουσίου, όπου ήμουν δόκιμος. Οι πατέρες με βάφτισαν αμέσως στη θάλασσα, στο σημείο που ονομάζεται Καλιάγρα, που σημαίνει «καλό μέρος για ψάρεμα». Τι να πω; Οι μοναχοί είναι όντως άγιοι άνθρωποι. Αισθανόμουν μεγάλη θλίψη στον αποχαιρετισμό μαζί τους, αλλά δεν ήμουν έτοιμος τότε να γίνω μοναχός αγιορείτης. Τώρα προσεύχομαι με ελπίδα, ώστε, πριν έρθει η ώρα ν’ αφήσω αυτόν τον κόσμο, ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα να με ελεήσουν και να μου επιτρέψουν να γευθώ ξανά εκείνην τη Χάρη και τη γαλήνη. Σας ομολογώ ότι μετά τη βάφτισή μου στο Άγιον Όρος, για μια ολόκληρη εβδομάδα, είχα την αίσθηση ότι βρίσκομαι στον Ουρανό. Παρακαλώ να εύχεστε για μένα, επειδή τώρα είμαι πολύ μακριά από την αίσθηση εκείνης της Χάριτος. – Τι μπορείτε να πείτε για τη μεταστροφή σας; – Πιστεύω στη συνεχή μεταβολή, που διαρκεί ολόκληρη τη ζωή. Είναι η διαδικασία μετάβασης από τον θάνατο στη ζωή. Αισθάνομαι ότι θα μπορούσα ν’ ακολουθώ αυτόν τον δρόμο επ’ άπειρον. Επειδή έχω κάνει τόσα πολλά, μάλιστα σε συνεργασία με τη Χάρη του Θεού, ώστε ο Θεός να με οδηγήσει στην απόφαση να γίνω ορθόδοξος! Όμως, αν έγινα αληθινός ορθόδοξος; Κοιτάζοντας τη ζωή μου, δεν νομίζω ότι μπορώ ν’ αποκαλέσω τον εαυτό μου ορθόδοξο. Πιστεύω σε όλα, όμως μόνο με το μυαλό. Η καρδιά μου είναι πολύ μακριά από τον Θεό. Είναι, άραγε, ορθόδοξος εκείνος, η καρδιά του οποίου είναι κρύα και στερημένη από το φως της Χάριτος; Προσεύχομαι, ώστε να «μεταμορφωθώ» πλήρως πριν τον θάνατό μου. Πιο συγκεκριμένα, όταν άρχισα να καταλαβαίνω την προσευχή και να προσεύχομαι περισσότερο, συνειδητοποίησα ότι η ορθόδοξη παράδοση έχει διατηρήσει την πιο βαθιά εμπειρία προσευχής. Αυτή η μοναδική παράδοση, σε σύγκριση με άλλες Εκκλησίες, διακηρύττει ότι ο Θεός έγινε Άνθρωπος, ώστε ο άνθρωπος να μπορέσει να γίνει Θεός. Αυτή μόνη ομολογεί ότι ο άνθρωπος, που διαδίδει το λόγο του Θεού, είναι εκείνος που αληθώς προσεύχεται στον Θεό. Αυτή μόνη διδάσκει ότι πρέπει ν’ απελευθερωθούμε από τις προκαταλήψεις μας, όσον αφορά στον Θεό, για να έρθουμε πιο κοντά Του. Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι ο νους έχει ανάγκη να ενωθεί με την καρδιά. Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία διδάσκει ότι ο νους έχει ανάγκη να ενωθεί με την καρδιά Όλα αυτά βασίζονται στέρεα πάνω στην Αγία Γραφή. Επίσης, από την ιστορικής άποψης, μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία τα διατηρεί χωρίς παραμορφώσεις. – Η επίσκεψή σας στο μοναστήρι της Γερόντισσας Αλεξάνδρας σας ώθησε να μάθετε περισσότερα για την Ορθοδοξία στη Ρουμανία; Και πως βρεθήκατε εκεί; – Είναι μια ακόμη δύσκολη ερώτηση και θα χρειαζόμουν πολλή ώρα ν’ απαντήσω, όμως θα είμαι σύντομος. Όταν ήμουν στην Ελλάδα, εκεί συνάντησα μερικούς Ρουμάνους και αισθάνθηκα την ανάγκη να επισκεφτώ τη Ρουμανία ή να μετακομίσω κιόλας εκεί, για να μελετήσω Θεολογία. Εξεπλάγην με τα προηγούμενα γεγονότα και το τι είχε υποφέρει η Εκκλησία εκεί κατά τον κομμουνισμό και ήθελα να είμαι πιο κοντά στους αληθινούς Αγίους. Είχα ακούσει για τον πατέρα Κλεόπα και τον πατέρα Σοφιανό, καθώς και τον μοναχό Νικόλαο Στάινχαρντ[4] – αληθινούς χριστιανούς. – Πώς βλέπετε την κατάσταση των πραγμάτων σήμερα στη Ρουμανία; – Στη Σχολή Θεολογίας με υποδέχτηκαν πολύ καλά. Την πρώτη χρονιά έμενα στη φοιτητική εστία. Δεν έχω συναντήσει ποτέ τέτοιους Ρουμάνους, με τους οποίους θα έχω φάει τόσες τηγανιτές πατάτες... Οι άνθρωποι εκεί με βοηθούσαν πολύ και με ενέπνεαν με το παράδειγμά τους. Δεν μπορώ να περιγράψω τα συναισθήματά μου, όταν συνειδητοποίησα πως οι καθηγητές και οι πνευματικοί πατέρες μου ήταν άνθρωποι, που ήταν φυλακισμένοι για την αγάπη τους προς τον Χριστό. Ήμουν ενθουσιασμένος. Είδα τον πατέρα Σοφιανό και είχα μιλήσει λίγο με τον Γέροντα Ιουστίνο (Πίρβου). Έχω καθηγητές, οι πνευματικοί πατέρες των οποίων ήταν ο πατήρ Στανιλόαε και ο πατήρ Σοφιανός. Μερικές φορές στεναχωριέμαι και δεν μπορώ να καταλάβω πώς οι άλλοι δεν συνειδητοποιούν πόσο μεγάλη τιμή είναι γι’ αυτούς να βρίσκονται δίπλα σε τέτοιες προσωπικότητες! Ο π. Γκαλερίου, ο π. Στανιλόαε, ο π. Σοφιανός, ο π. Κλεόπας, ο π. Ιλιέ Λακατούσου[5], ο π. Αρσένιος (Μπόκα). Όλοι αυτοί δεν πέθαναν, αλλά είναι μαζί με τον Θεό! Χαίρομαι όχι για το ότι είναι Ρουμάνοι, αλλά για το ότι είναι Άγιοι. – Μπορείτε να κάνετε σύγκριση μεταξύ της χριστιανικής κοινωνίας της Αμερικής και του ρουμάνικου ορθόδοξου κόσμου; – Δεν θέλω να τονίσω τις διαφορές, γιατί οι άνθρωποι είναι παντού άνθρωποι. Όμως δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει κανείς ότι από πνευματικής άποψης η Ρουμανία είναι πλούσια χώρα, ενώ η Αμερική φτωχή. Ο υλισμός εκεί βρίσκεται σε ακμή. Σε δημόσια σχόλια απαγορεύεται τα παιδιά ν’ ακούνε για τον Ιησού Χριστό. Εάν κάποιος στην Αμερική θελήσει να συναντήσει τον Ιησού Χριστό, θα κινδυνεύσει να παραπλανηθεί και να βρεθεί σε λάθος δρόμο. Εάν κάποιος στην Αμερική θελήσει να συναντήσει τον Ιησού Χριστό, θα κινδυνεύσει να παραπλανηθεί και να βρεθεί σε λάθος δρόμο Η οικονομική επιτυχία είναι πολύ ελκυστικό πράγμα, όμως όλος αυτός ο κόσμος των επιχειρήσεων στην Αμερική είναι άπιστος. Μοιάζει με κάποια ειρωνεία. Εκεί κυριαρχεί ένας κακός τρόπος σκέψης, που μπορεί και να είναι χειρότερος από τον κομμουνισμό. Κατά τον αθεϊστικό κομμουνισμό, έλεγαν: «Ο Θεός δεν υπάρχει, δεν πρέπει να πιστεύετε σε Αυτόν». Ενώ στην Αμερική σήμερα λένε: «Δεν υπάρχει πρόβλημα, αν υπάρχει ο Θεός ή όχι. Όλες οι θρησκείες είναι ίδιες, μόνο η αγάπη μετράει. Εάν νομίζετε ότι η δική σας θρησκεία είναι αληθινή, πιο πιθανόν είναι να είστε φανατικός». Οι κομμουνιστές τους χριστιανούς τους κυνηγούσαν σκληρά, γεγονός το οποίο μας λέει ότι όλοι οι ηγέτες των κομμουνιστικών χωρών συνειδητοποιούσαν τη δύναμη της θρησκείας. Στην Αμερικής απαγορεύεται να κάνει κανείς διακρίσεις ανάμεσα στις θρησκείες. Η Κυβέρνηση της χώρας λέει ότι είναι θρησκευτικά ουδέτερη. Σήμερα η Ρουμανία επιστρέφει στον Θεό, γιατί δεν έχει τίποτα άλλο. Όμως δεν είναι έτσι, γιατί έχει το πιο σημαντικό! Η πραγματική δοκιμασία για τη Ρουμανία θα είναι μετά την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν θα μπορέσει να διατηρήσει την ορθόδοξη πίστη της [6]. Ιερέας Ιωάννης Ντόουνι Τις ερωτήσεις στον ιερέα Ιωάννη Ντόουνι έκανε ο Γεωργίτσα Τσοτσόι Μετάφραση από ρωσικά της Κατερίνα Πολονέιτσικ Pravoslavie.ru 3/26/2020 [1] «Eastern Orthodoxy – a Western Рerspective». [2] Αρχιμανδρίτης Ρωμανός (Μπράγκα, 1922 – 2015). Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους Ρουμάνους πνευματικούς συγγραφείς. Πέρασε περισσότερα από 10 χρόνια στη φυλακή, καταδικασμένος για τη συμμετοχή στο πνευματικό κίνημα «Άφλεκτος Βάτος» και τη σχέση του με τη Σιδηρά Φρουρά (1948–1953 και 1959–1964). Την περίοδο 1968 – 1972 ήταν ιεραπόστολος στη Βραζιλία και από το 1979 στις ΗΠΑ, όπου εκοιμήθη. Ενταφιάστηκε στη Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην πόλη Ράιβς Τζάνκσιον, της πολιτείας του Μίσιγκαν. [3] Πριγκίπισσα Ιλεάνα της Ρουμανίας (1909–1991). Υπήρξε διακεκριμένη και πολύ διάσημη προσωπικότητα. Στα παιδικά της χρόνια ήταν πολύ στενή φίλη με τον δεύτερο εξάδελφό της, τον μέλλοντα μάρτυρα Αλέξιο Τσεσαρέβιτς. Στην πατρίδα της ήταν ενεργή σε κοινωνικές δραστηριότητες, γεγονός για το οποίο ήταν λαοφιλής. Το 1931 παντρεύτηκε με τον Αντώνιο, αρχιδούκα της Αυστρίας και πρίγκιπα της Τοσκάνης. Το 1947 μετά την παραίτηση του βασιλιά της Ρουμανίας Μιχαήλ Α΄, στην αρχή δραπέτευσε στη Ρωσία και μετά στη Δύση. Το 1961, στη Γαλλία, εκάρη μοναχή με το όνομα Αλεξάνδρα. Το 1965, στο Έλγουντ Σίτι της Πενσιλβανίας, ίδρυσε το ορθόδοξο μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, όπου πέρασε τα τελευταία 26 χρόνια της ζωής της και εκοιμήθη. [4] Μοναχός Νικόλαος Στάινχαρντ (1912–1989). Υπήρξε νομικός και δημοσιολόγος. Έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στο εβραϊκό ζήτημα («Δοκίμιο για την καθολική ιδέα στον ιουδαϊσμό» [1935], «Εβραϊκές αυταπάτες και αληθινά γεγονότα [1937] κ.α.). Το 1958 συνελήφθη για Συνεργασία με τη Σιδηρά Φρουρά και καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκισης. Το 1960, στη φυλακή της περιοχής Ζιλάβα, βαφτίστηκε «εις τον Ιησού Χριστό». Το Μυστήριο τελέστηκε από έναν ορθόδοξο ιερομόναχο με την παρουσία 5 μη ορθοδόξων ιερέων, δηλαδή δύο καθολικών, δύο ουνιτών κι ενός προτεστάντη, ώστε «το μυστήριο να έχει οικουμενικό χαρακτήρα». Το 1964 απελευθερώθηκε στο πλαίσιο γενικής αμνηστείας. Οι αναμνήσεις του από τα χρόνια του στη φυλακή κατεγράφησαν σε βιβλίο, με τον τύτλο «Ημερολόγιο μακαριότητας». [5] https://proskynitis.blogspot.com/2009/10/1909-1983.html [6] Η συνομιλία δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Ο Κόσμος της Πίστης» («Lumea credintei»), πριν τη χειροτονία του ιερέα Ιωάννη Ντόουνι.

KYΠΡΟΣ 1974: "Την έγδυσαν, την έδεσαν πίσω από ένα τζιπ και την έσερναν για να μαρτυρήσει που έκρυβε τους στρατιώτες"

Στη μάχη της Λαπήθου στις 6 Αυγούστου 1974, 12 στρατιώτες αποκόπηκαν και έμειναν εγκλωβισμένοι πίσω από τις εχθρικές γραμμές. Αυτούς τους στρατιώτες εντόπισε η 74χρονη τότε Κυρία Ευφροσύνη Προεστού. Τους έκρυψε σε μια μικρή σπηλιά δίπλα στο σπίτι της και τους φρόντιζε για έναν ολόκληρο μήνα κάτω από τα βλέμματα των πολυάριθμων Τούρκων που βρίσκονταν ήδη μέσα στη Λάπηθο. Οι Τούρκοι την υποψιάστηκαν και άρχισαν να την ανακρίνουν. Υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Πέρα από τους άγριους ξυλοδαρμούς στο Κάστρο της Κερύνειας, τους τεχνητούς πνιγμούς στην θάλασσα, τα βάναυσα κτυπήματα με το κομμένο σχοινί της καμπάνας, το οποίο έκοψαν κι έδεσαν κόμπους για να είναι πιο επώδυνα τα πλήγματα, η πιο εξευτελιστική δοκιμασία που την υπέβαλαν, ήταν η βασανιστική διαπόμπεψη στους δρόμους της Λαπήθου: Την έγδυσαν, την έδεσαν πίσω από ένα στρατιωτικό τζιπ και την έσερναν στην άσφαλτο μέχρι που το δέρμα της από τις πληγές έγινε κατακόκκινο από τα αίματα… Κι όμως η κυρά της Λαπήθου άντεξε. Της έβγαλαν τον σταυρό από το λαιμό και της ζητούσαν να τον φτύσει. Η αλύγιστη Κυρά δεν έσπασε και δεν αποκάλυψε ποτέ που έκρυβε τα παιδιά της. Παρά τον διασυρμό, δεν της πήραν ούτε μια λέξη από το στόμα της. ΔΕΝ ΠΡΟΔΩΣΕ ! Η Κυρά και τα 12 παλικάρια της επέζησαν. Οι στρατιώτες που γλίτωσε την είχαν σαν δεύτερη μητέρα τους, σαν προστάτιδα Παναγιά. Ήταν η πρώτη που φιλούσε τα στέφανα τους όταν παντρεύονταν. Την φιλοξενούσαν εκ περιτροπής στα σπίτια τους για μερικές εβδομάδες ο καθένας. Κι όταν απεβίωσε το 1993 σε ηλικία 90 ετών, οι 12 στρατιώτες, τα παιδιά της, έστησαν την προτομή της μπροστά στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας, για να ατενίζει τον σκλαβωμένο Πενταδάκτυλο. «Το ότι ζούμε σήμερα, το χρωστάμε στην κυρά Φροσύνη», λένε. Οι στρατιώτες που ανήκαν τρείς στο 256 ΤΠ και οι άλλοι εννιά στο 286 ΜΤΠ είναι οι: Πανίκος Παραλιμνίτης, Κώστας Καστελλανής, Γιώργος Χριστοφή, Στέλιος Θεοδούλου, Κούλλης Κυριάκου, Νίκος Παπαναστασίου, Παύλος Νικολάου, Ανδρέας Γρηγορίου, Νίκος Νικολάου, Πολύκαρπος Πέτρου, Αντώνης Φιλίππου και Γιώργος Παπανικολάου. Η Κυρία Ευφροσύνη αρνιόταν πεισματικά να δώσει συνέντευξη για πολλά χρόνια κι όταν επιτέλους και μετά από πίεση δέχτηκε, η τελευταία φράση της ήταν: «Εγώ ότι έκαμα, το έκαμα για να έχω ένα καλό απέναντι στον Θεό!» Επάξια πήρε τον τίτλο ευγνωμοσύνης "Η Κυρά τής Λαπήθου". Τα Κυπριακά Ταχυδρομεία στις 6 Μαϊου, 2021, κυκλοφόρησαν την αναμνηστική σειρά «Η Κυρά της Λαπήθου Ευφροσύνη Προεστού». Προς τιμήν της έχει αφιερωθεί η οδός Ευφροσύνης Προεστού, που είναι πάροδος της οδού Λαπήθου, δίπλα στο Πάρκο της Κερύνειας, στην συνοικία Παρισινός, στην περιοχή Εγκωμή στη Λευκωσία.

Η εικόνα της Αγίας Τριάδας του Ρουμπλιώβ στην Λαύρα της Αγίας Τριάδας του Αγίου Σέργιου

Η εικόνα της Αγίας Τριάδας του Ρουμπλιώβ μεταφέρθηκε για λίγες ημέρες από το Μουσείο Τετριακώβ της Μόσχας στην Λαύρα της Αγίας Τριάδας του Αγίου Σέργιου με την ευκαιρία του εορτασμού των 600 χρόνια από την ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Σεργίου του Ραντόνεζ το 1422 Το σκήνωμα του Αγίου Σεργίου μπορεί σήμερα να το προσκυνήσει κάποιος μέσα σε αυτόν τον ναό, που είναι αφιερωμένος στην Αγία Τριάδα και αποτελεί το παλαιότερο από όλα τα σωζόμενα σήμερα κτίσματα της Μονής. Οι μεγαλύτεροι αγιογράφοι της μεσαιωνικής Ρωσίας, οι Αντρέι Ρουμπλιόφ και Δανιήλ Τσιόρνι, κλήθηκαν να αγιογραφήσουν το καθολικό * * * * * * Τριάντα περίπου χρόνια είχαν περάσει από την κοίμηση του Οσίου Σεργίου του Ραντονέζ (✞ 25 Σεπτεμβρίου 1392). Κοντά στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος ζούσε ένας ενάρετος Χριστιανός, που ευλαβούνταν τον Όσιο Σέργιο και πήγαινε συχνά στον τάφο του για να προσευχηθεί.Μια νύχτα, καθώς κοιμόταν, ο Όσιος του εμφανίστηκε σε όνειρο και του είπε:- Πήγαινε και πες στον Ηγούμενο της Λαύρας, γιατί μ’ αφήνουν τόσον καιρό στον τάφο, ανάμεσα στα νερά;Ο άνθρωπος ξύπνησε φοβισμένος αλλά και χαρούμενος. Πρωί-πρωί πήγε στη Μονή και διηγήθηκε το όνειρό του στον Ηγούμενο Νίκωνα. Εκείνος αμέσως συγκάλεσε την Αδελφότητα σε σύναξη. Αποφάσισαν να ανακομίσουν το τίμιο Λείψανο του Οσίου. Την ημέρα της Ανακομιδής 5/18 Ιουλίου του 1422, πολύς κόσμος συγκεντρώθηκε στη Λαύρα. Ήρθε και ο Ηγεμόνας του Σβενιγκύροντ Γιούρι Ντιμίτριεβιτς, που αγαπούσε σαν πατέρα του τον Όσιο κι έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για τη Μονή. Μόλις άνοιξαν τον τάφο, μια εξαίσια ευωδία ξεχύθηκε ολόγυρα! Έκπληκτοι τότε όλοι είδαν ότι όχι μόνο το σώμα του Οσίου είχε διατηρηθεί άφθαρτο, αλλά και η ενδυμασία του είχε παραμείνει άθικτη. Με Ιερή αγαλλίαση δόξασαν τον Θεό, που είχε δώσει τόση Χάρη στον πιστό υπηρέτη Του. Στη συνέχεια τοποθέτησαν με ευλάβεια το Άγιο Λείψανο σε μια καινούργια Λάρνακα. Από το βιβλίο: ''Όσιος Σέργιος του Ραντονέζ'', έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου.

Κάποτε, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο π. Βησσαρίων ανταμώθηκε με τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη....

-Κάποτε, στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, που βρίσκεται στη Σουρωτή, ο π. Βησσαρίων ανταμώθηκε με τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη. Παρότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε ο ένας τον άλλον, αλληλοπροσφωνήθηκαν με τα ονόματά τους. Κάποια στιγμή, στη μεταξύ τους συζήτηση, ο π. Παΐσιος είπε στον π. Βησσαρίωνα: «Σε ζηλεύω, πατέρα Βησσαρίωνα». Όταν έφυγαν από το μοναστήρι, και πήραν τον δρόμο του γυρισμού, ο π. Βησσαρίων είπε στον οδηγό που τον μετέφερε: «Άκουσες, παιδί μου, τι είπε ο π. Παΐσιος; Με ζηλεύει, είπε. Εμένα ζηλεύει; τα ζηλέψει από μένα τον ταλαίπωρο Βησσαρίωνα;» Αυτά μας τα διηγηθηκε κάποιο πνευματικό του παιδί, που ήταν ο οδηγός που τον μετεφερε. Ο π. Παΐσιος είναι πλέον Άγιος της Εκκλησίας μας. Παγκόσμιος άμβωνας έγινε το κελλί του αγίου Παϊσίου, αλλά και παγκόσμια φωνή έγινε, με το θαύμα της αφθαρσίας, και η βραχνή φωνή του ταπεινού Βησσαρίωνα. Εγώ, αδελφοί μου, δεν σας τα λέγω αυτά γιατί ανησυχώ για την αγιότητα του π. Βησσαρίωνα. Αυτή είναι δεδομένη από τον Θεό και, μάλιστα με τέτοιο τρόπο που κανένας, σώφρων άνθρωπος, δεν μπορεί να την αμφισβητήσει. Άγιος, και, μάλιστα ολόσωμος! Ποιος άλλος τόπος αξιώθηκε να ζήσει, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, τέτοια μεγάλη ευλογία; Μέσα στο μοναστήρι του Οσίου Αγάθωνα, ο π. Βησσαρίων με τη σεμνότητά του και το ήθος του κέρδισε τις ψυχές όλων των συμμοναστών του γιατί ήταν, πραγματικά, μια ευλογημένη πνευματική μορφή. Το σώμα του ήταν ασκητικό, περιβεβλημένο με το φτωχικό του ράσο. Το πρόσωπο του έλαμπε. Ακτινοβολούσε τη λαμπρότητα της ευλογημένης ψυχής του. Όλη τη μέρα, τα χείλη του ψέλλιζαν λόγια προσευχής, χωρίς σταματημό, είτε στεκόταν μπροστά στο καθολικό, για να υποδεχθεί τους προσκυνητές, είτε στεκόταν μπροστά στην Παναγία την Αγάθωνη, στον Όσιο Αγάθωνα και στις άλλες εικόνες που κοσμούν και αγιάζουν το Καθολικό της μονής μας. Πολλές φορές, ακούγαμε τον Παππούλη μέσα στο καθολικό της μονής να κουβεντιάζει με κάποιον. Μπαίναμε να δούμε με ποιον κουβεντιάζει και δεν βλέπαμε κανέναν. Με την Παναγία κουβέντιαζε; Με τον Άγιο Αγάθωνα; Ώρες πολλές προσευχόταν μπροστά στις άγιες εικόνες και το βράδυ συνέχιζε στο κελλί του, το οποίο, πολλές φορές, ευωδίαζε! Ευωδία, που την ένοιωθε όποιος περνούσε από εκεί. Ήταν ο μεγάλος πτωχός που πλούτισε πολλούς. Λίγοι άνθρωποι σ’ αυτό τον κόσμο έφτασαν στο ύψος της δικής του ελεημοσύνης και φιλανθρωπίας...- Την ευχή του να έχουμε!

A Sermon for the Feast of the Royal Martyrs of Russia

This article was originally published on 17th July 2021, on the web site of the Holy Cross Monastery, a monastic community of the Russian Orthodox Church Outside Russia (ROCOR), situated in Wayne, West Virginia, USA. I remember the first time I saw a portrait of Tsar Nicholas II in a church. As a recent American convert to Orthodoxy, it seemed strange to me, and something within me bristled. Not surprisingly, most Americans are uneasy with the concept of monarchy. Our nation was born in casting off the rule of a monarch and the founding a democratic republic. We have always defined ourselves in opposition to the antiquated ways and entrenched hierarchies of the Old World. And now, the Church sets before us the last living representatives of that order for our pious admiration and veneration. What are we to make of this as Americans? For us, the words “czar” and “autocrat” have the negative connotations of someone who wields power in an arbitrary or oppressive manner. They are practically synonymous with “tyrant” and “despot”. The voice of the inner cynic suggests that the canonization of the last Tsar and his family is just an expression of Russian chauvinism and reactionary nostalgia for a time when the Orthodox Church enjoyed the patronage of the State. Why should a repressive Russian tyrant command the affection and devotion of an American heart reared on the ideals of liberty and democracy? Perhaps your inner cynic has never had such thoughts, but mine has, and others like them—Were the Royal Martyrs really deserving of sainthood? They did not perform any miracles in their lifetime. Were they even truly martyrs? For unlike the martyrs of the early Church, they were not killed by state-sanctioned persecutors simply for confessing Christ; rather, they were killed precisely because they represented and embodied the very conjunction of State power and the Christian faith. The presence of their relics here in our little chapel tells us that the last Royal Family of Russia is not meant for Russia alone, but for Christians of all peoples and nations. First, though, we may have to set aside the objections of the cynic, the distortions of history, and our American political prejudices, and simply encounter this holy family as fellow human beings and fellow Christians. If we are willing to do so, then no sensitive heart can fail to be moved by their lives, to be drawn by the beauty of their virtues, to be struck by the horror of their slaughter, and to be in awe of their ultimate sacrifice. On this human level, there is indeed much to admire about Tsar Nicholas II. He was a deeply and sincerely pious man, a patriot in the truest sense of the word, a devoted husband, and a loving father. Born on the feast-day of Righteous Job the much-suffering, he had a clear sense of the historic tragedy that was his providential lot to live through. He understood his role as Tsar to be a charge from God, and he accepted it self-sacrificially, ready to bear any suffering in order to fulfill his sacred calling. Secular historians often judge him to be a weak and ineffective ruler. Instead, it is the modernizing and Westernizing rulers Peter I and Catherine II whom they remember as “the Great”. And from the point of view of their earthly accomplishments, they were indeed great. But things appear differently from the Church’s point of view. During the reign of “the Greats” the Moscow Patriarchate was abolished, and the Russian Church was reorganized as a department of state, on the model of certain Protestant Churches in Western Europe; monasteries were closed, their lands taken; obstacles were created to prevent young men and women from entering monastic life; the eremitical life was outlawed. The pious Tsar Nicholas had a much different attitude to the Church. During his reign the first steps were taken to restore the Patriarchate, culminating in the All-Russian Council of 1917-18. The Tsar also had a great devotion to the saints. It was thanks to his encouragement and insistence that St. Seraphim of Sarov was officially canonized, and he took part personally in the solemnities of his glorification. He was a great patron of church building, and had an exquisite taste for traditional Russian church art and architecture. Even today, you can go to Russia and see with your own eyes the concrete legacy of the Tsar in all of the magnificent churches he commissioned and funded. In these places of sacred beauty—monuments of craftsmanship, artistry, and imagination that surpass anything to be found in the New World—it becomes tangibly clear just what it meant for there to be an Orthodox Tsar in Russia, to protect, defend, nurture and support the life of the Church. The imposing majesty and celestial beauty of these temples needs no explanation or apology; it is its own justification for an Orthodox regime and a Christian civilization. PHOTO: Shrine and reliquary for the Holy Royal Martyrs, in the Hermitage of the Holy Cross, a Russian Orthodox monastery in Wayne, West Virginia, USA. It was installed on July 17th, 2018, to mark the centenary of the tragic murder of Tsar Nicholas II and his family. On my pilgrimage to Russia with Fr. David and Nicholas two years ago, we visited a number of these churches associated with Tsar Nicholas II. The one that had the deepest stamp of his personality was the Fyodorovskiy Cathedral in Tsarkoe Selo. It was built for the Royal Family to worship together with the soldiers who were garrisoned the town, where the Tsar lived for much of the year. The first floor of the church was covered in darkly stained hardwood, which gave the spacious nave a sense of inviting warmth, a very down-to-earth quality. Standing there during the Divine Liturgy, halfway across the world, I had the uncanny sense of being of right at home—home in my parish where I first saw the Tsar’s portrait and found myself skeptical of the Royal Family’s veneration. Now it felt as though they were welcoming me here, and the grace of their presence was overwhelming. There was no more room for skepticism, only inexplicable tears of recognition and devotion. After the Liturgy, we were given a tour of the basement church in the cathedral, which was dedicated to St. Seraphim and was the Royal Family’s private chapel, only open to others by their invitation. In that dark and low-ceilinged chapel, the Family worshipped together, knelt together, fasted and prayed together. I saw the plain wooden chair in which the Emperor sat during church; the narrow alcove looking in on the altar for the Empress to observe the services; the side-room built for the Emperor to address urgent state affairs; a pillow embroidered by the Empress’ own hands. Beneath the outward splendor, their life here was so unassuming, so disarmingly homely. It all pointed to something deeper about their character—to a goodness and spiritual nobility that inspired loyalty, fidelity, and love. By all accounts, this is how they were in life, too. Nicholas and his family, and everything they stood for, were hated and reviled by certain segments of Russian society. The Russian press spread the most vile slanders about the Tsar and his family. They did not shrink from inventing and printing total fabrications in order to stir up public opinion against them, so intense was the animosity directed against them. During the days of their final imprisonment, their guards, having been fed on this propaganda, were often hostile to them at first. But the godly family would win them over eventually with patience, charity, and their noble simplicity. New guards, even more violent, crude, and full of revolutionary fervor, had to be found who would not deal with them so humanely. At last, after months of increasingly restrictive and deprived confinement, they and a handful of loyal servants were hauled into a basement cellar, and shot in cold blood by a band of committed revolutionaries. Their bodies were violated, disfigured and maimed, then disposed of like animals. Yet after seventy long years, full of suffering for the Russian land, they were recovered; and even more improbably, fragments of them now have a permanent home in our holler. What does this mean for us as 21st century Americans? We don’t have to become avid Russophiles or staunch monarchists to appreciate the fact that their death represents the end of a world—that of Christendom. The era of Christian monarchs that began with Constantine the Great and lasted for 1600 years, came to an end with Tsar Nicholas. Some, of course, greet this as a welcome development, or at least an ambivalent one. After all, the Christian Gospel cannot be exclusively identified with one particular regime, or one particular people. But true as that may be, it is nonetheless possible for a regime or for a people to identify themselves with the Gospel. That is the meaning of Holy Rus’. The Royal Martyrs were the last representatives of this union of Church and State, and were killed because of it. But like their forebears Boris and Gleb, they died ultimately because of their personal fidelity to Christ. They could have fled Russia and lived, but they chose to remain and suffer together with the people whom God had entrusted to them, to undergo their sorrowful fate together with them. They died for the ideal of a Christian Russia, a holy Russia. And they modelled this holiness in their lives, as they walked the path to their own Golgotha with patience, with kindness to their persecutors, with grace and nobility, with total forgiveness for their enemies, and with pure Christian love. Their lives and deaths indeed bear witness to the truth of the Christian Faith. They are justly called saints and martyrs. As we gaze upon their icon and venerate their relics, we can scarcely begin to fathom all that was lost in the fire and bloodshed of Revolution. Although we may have some inkling of the goodness that was irretrievably spoiled, and of the evil that took its place, we should not feel nostalgic for a lost past. There is no sense in us as Americans pining for the days of Holy Rus’ and the benevolent reign of a pious Tsar. We must live out our Christian struggle in the time and the place to which God has called us. And there is so much about the lives of the Royal Martyrs that can help us find our way through our own time in America, where more and more people are abandoning the Christian faith, where Christian morals are in retreat from the law and the public sphere. Their personal example shows us how to remain steadfast in even the most difficult circumstances. In our time, when most marriages end in divorce, the Royal Martyrs present us with a perfect icon of Christian marriage and family life. Now, when children are exposed to images of sex and violence at younger and younger ages, the Royal Martyrs show us an image of youthful innocence, chastity, and purity. In our time of indifference and cynicism, they show us that it is possible to live self-sacrificially in service to a lofty spiritual ideal. In short, they manifest the fulness of Christian life on the level of the individual and the family, as well as the nation. Whatever our age or whatever our calling, we can draw great strength in our struggle by prayerfully turning to them for support. No matter how far our own country may turn from Christ, when we look upon the Royal Martyrs, we should be reminded that every triumph of evil in this world is only temporary. Their contemporaries and their historians have all made their judgments, but God’s judgment is the one that prevails in the end. And Christ has glorified them. So let us also glorify them, and turn to them in prayer, asking that we too might remain faithful to Christ amidst the darkness of this world. So may we find a place together with them in Christ’s heavenly kingdom. Amen.