Αποφθέγματα γέροντος Νεκταρίου της Καλυβιανής

«Ὅλοι εἴμαστε ὑπὸ κατασκευήν. Ὁ ἐν μηδενὶ λειπόμενος εἶναι ἀνύπαρκτος». «Ὅταν τυλιχθοῦμε τὸ ράσο χωρὶς νὰ ξετυλιχθοῦμε τὶς ἁμαρτίες μας, τότε ἀντὶ νὰ οἰκοδομοῦμε, χαλοῦμε καὶ τὰ λίγα ποὺ μένουν ὄρθια». «Ὅποιος θέλγεται νὰ διαφημίζει σκάνδαλα, θέλει νὰ σκεπάσει τὸν ἑαυτό του. Λέει ἐνδόμυχα στοὺς ἀκροατές του: ''ἐλᾶτε νὰ δεῖτε τί κάνουν οἱ ἄλλοι, γιὰ νὰ μὴν ἀντιληφθεῖτε τί κάνω ἐγώ. Ἐλᾶτε νὰ δεῖτε, γιὰ νὰ μὴν δείτε…». «Ὅταν ἡ Ἑλλάδα ἔχει ἐθνικὲς συμφορές, τότε βγάζει ἥρωες. Καὶ ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἔχει ἐκκοσμίκευση τότε ἐμφανίζει Ἁγίους. Πολλοὺς Ἁγίους». «Τοὺς Ἁγίους τοὺς τιμᾶμε γιατὶ ἔζησαν σὲ διαφορετικὴ ἐποχὴ ἀπὸ ἐμᾶς. Ἂν ζοῦσαν σήμερα καὶ προέβαιναν στὰ ἴδια πνευματικὰ κατορθώματα ,ποὺ ἔκαναν τότε, θὰ τοὺς κλείναμε στὸ φρενοκομεῖο». «Ὅσο χτυπιέται ἕνας Ἅγιος, τόσο καὶ μεγαλύνεται». «Τὸ πιὸ εὔκολο πράγμα στὸν κόσμο σήμερα, εἶναι νὰ χειροτονηθεῖ κάποιος Παπᾶς. Καὶ τὸ πιὸ δύσκολο νὰ ζεῖ σὰν Παπᾶς». «Θέλεις νὰ μὴν ἀπογοητευθεὶς ἀπὸ κανένα; Μὴν γοητευθεὶς ἀπὸ κανένα». «Ὅταν ἐμεῖς καμαρώνουμε τὰ χαρίσματά μας, τότε σηκώνουν ἐπανάσταση τὰ ἀνθρώπινά μας». «Μὲ συνέχει ὁ λόγος τοῦ ψαλμωδοῦ: ''Ἡ ἀφ’ ἡμῶν πορεία σύντριμμα''. Στὴν πορεία τῆς πνευματικῆς μας τελείωσης, πρέπει νὰ συντριβεῖ ἡ ψευτοπλουμισμένη βιτρίνα μας. Ἂν δὲν τὸ κάνουμε ἐμεῖς, θὰ τὸ κάνει ὁ Θεός. Γιατὶ στὸν παράδεισο δὲν μπαίνει ὅποιος ἔχει φτιασιδωμένη φινέτσα, ἀλλὰ ὅποιος ἔχει σπασμένη καρδιά. ''Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει'' ». «Πῆγα νὰ μαλώσω μὲ τὸν Χριστὸ ὅταν εἶδα τὶς σατανικότητες καὶ τοὺς ἐκφυλισμούς, ποὺ γίνονται στὸ ὄνομά Του. Ἀλλὰ μόλις γύρισα τὴν πλάτη μου στὸν ''Χριστὸ'' τοῦ σαθροῦ συστήματος, τότε ἀκριβῶς, ἔπεσα στὴν ἀγκαλιά Του. Καὶ διαπίστωσα ὅτι αὐτὸ ποὺ ἀποστράφηκα δὲν ἦταν ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἦταν ἕνα παραμορφωτικὸ κάτοπτρο ποὺ ἀλλοίωνε τὴν εἰκόνα Του». «Ταπείνωση δὲν εἶναι νὰ κατηγορεῖς μόνο τὸν ἑαυτό σου, ἀλλὰ νὰ ἀναγνωρίζεις ὅτι καὶ ἄλλοι εἶναι ''κάτι''. Τουλάχιστον ὅ,τι καὶ σύ». «Ὅταν μὲ ἀπειλοῦν, μονίμως ἀπαντῶ: Ἂν ἔχετε ἐξουσία ἀπὸ τὸν Θεο, τότε θὰ μὲ φάτε. Ἀλλιῶς ἄδικα μοῦ ποζάρετε τὰ ἀκονισμένα δόντια σας». «Ὁ Χριστὸς μας ἔχει λεπτότητα καὶ αρχοντιά. Σὲ κανένα δὲν ἐπεμβαίνει μὲ τὸ ζόρι. Ἀκόμη καὶ στὰ θαύματα ποὺ ἐπιτελοῦσε, ρωτοῦσε πρώτα, πρὶν ἐνεργήσει.''Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;'', ''Τί σοι θέλεις ποιήσω; Κύριε ἵνα ἀναβλέψω. Ἀνάβλεψον''. Ὁ ἀντίδικος ὅμως, ἔρχεται καὶ φουκαρώνει μέσα στὶς ψυχές μας, χωρὶς νὰ ρωτήσει κανένα. Ἀρκεῖ νὰ βρεῖ , ἔστω καὶ λίγο ἀφύλακτη τὴν πόρτα, λόγῳ τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἑδραιώνεται, βασανίζει καὶ δὲν φεύγει εὔκολα».

Από την Ιταλία… στο Νόβγκοροντ: Η θαυμαστή ιστορία του Οσίου Αντωνίου του Ρωμαίου

Τα στοιχεία για τον Άγιο Αντώνιο το Ρωμαίο τα παίρνουμε από το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», από το κείμενο “Duchovnaja gramota”, ενός είδους διαθήκης του αγίου και από την προφορική παράδοση του Νόβγκοροντ, η οποία φθάνει έως τον 16ο αιώνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ο Άγιος Αντώνιος γεννήθηκε στη Ρώμη το 1067 από πλούσιους και ευσεβείς ορθόδοξους γονείς. Σε ηλικία 17 ετών πηγαίνει στην Νότια Ιταλία, όπου γίνεται μοναχός σε κάποιο από τα πολλά ελληνικά μοναστήρια της περιοχής. Για 20 χρόνια ζει σαν ερημίτης με απόλυτη σιωπή και προσευχή, κατεβαίνοντας στο μοναστήρι μόνο για την εορτή του Πάσχα. Κατά τη διάρκεια του διωγμού των ορθοδόξων από τους Νορμανδούς κατακτητές, ο άγιος καταφεύγει σε ένα βράχο δίπλα στη θάλασσα, όπου για ένα χρόνο ζει μιμούμενος τους αρχαίους στυλίτες. Στις 5 Σεπτεμβρίου του 1106 κατά τη διάρκεια μιας φοβερής τρικυμίας, ο βράχος αποκολλήθηκε από την ακτή και έπεσε στη θάλασσα. Ο άγιος, όμως, αντί να βυθιστεί και να βρει τραγικό θάνατο, βρέθηκε να ταξιδεύει πάνω στο βράχο που έπλεε πάνω στα κύματα. Αφού διέπλευσε τη Μεσόγειο θάλασσα πάνω στο πρωτοφανές αυτό πλεούμενο, πέρασε τον Ατλαντικό και τη Βαλτική θάλασσα, μπήκε στον ποταμό Νέβα, πέρασε τη λίμνη Λάντογκα και ανεβαίνοντας τον ποταμό Βαλκόβ, έφθασε στο Νόβγκοροντ, δοξάζοντας το Θεό που τον έφερε σε ορθόδοξη χώρα. Αφού πήρε την ευλογία του επισκόπου Αγίου Νικήτα, χρησιμοποιώντας για μεταφραστή έναν έμπορο που γνώριζε ελληνικά και λατινικά, ίδρυσε τη μονή του Γενεθλίου της Θεοτόκου, στο σημείο που θαυματουργικά τον έφερε ο βράχος, όπου και παρέμεινε ηγούμενος έως της κοιμήσεώς του στις 3 Αυγούστου του 1147. Ο Βίος του γράφηκε από το μοναχό Νήφωνα το 16ο αιώνα. Ο Βίος αυτός βασίστηκε σε προγενέστερο και συντομότερο βίο – συγγραφείς από τον Όσιο Ανδρέα, διαδόχου του Αγίου Αντωνίου στην ηγουμενία της μονής. Στη μονή του «Γενεθλίου» του Νόβγκοροντ σώζονται μια πέτρα, η οποία σύμφωνα με την παράδοση είναι αυτή πάνω στην οποία ταξίδεψε ο Άγιος, καθώς και άλλα προσωπικά του αντικείμενα, ορισμένα εκ των οποίων δυτικής προελεύσεως. Οι περισσότεροι επιστήμονες και ερευνητές αρνούνται την ιστορικότητα του βίου αυτού, όμως δεν είναι απίθανο κάποιος μοναχός της Νοτίου Ιταλίας να φύγει από την πατρίδα του για να γλιτώσει από τις πιέσεις των Λατίνων κατακτητών και να καταφύγει προς τον ορθόδοξο πληθυσμό κατά τον 11ο – 12ο αιώνα. Ο Όσιος Αντώνιος εορτάζει στις 3 Αυγούστου και απαντάται σε όλα τα ρωσικά «Μηναία» και συναξαριστές από το 17ο αιώνα και μετά.

Η λέξη ''φυλακή''στα αγιογραφικά χωρία

"Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου" (Ψαλμ. 140:3), "ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτός (Ψαλμ. 129:6), "ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με" (Ματθ. 25:36). Τρεις περιπτώσεις στις οποίες έχουμε την ίδια λέξη ("φυλακή") με διαφορετικές σημασίες (σημασίες όχι άσχετες μεταξύ τους, βέβαια, χωρίς όμως και να ταυτίζονται) σε αγιογραφικά χωρία, τα οποία μάλιστα ακούγονται στις εκκλησιαστικές ακολουθίες (τα δύο πρώτα σε τακτική βάση, ενώ το τρίτο υπάρχει στο Ευαγγέλιο της Κυριακής των Απόκρεω). Η λέξη "φυλακή" (συνδεόμενη με το ρήμα "φυλάσσω/φυλάττω") έχει να κάνει γενικά με αυτό που λέμε "φύλαξη". Από εκεί απορρέουν και οι ειδικότερες σημασίες που θα δούμε εδώ. Μία από τη σημασίες αυτές είναι εκείνη της "φρουράς", της ομάδας δηλ. προσώπων που "φυλάσσουν", επιτηρούν, κάποιο πρόσωπο ή κάποιον χώρο. Αυτή είναι και η σημασία της λέξης "φυλακή" στο πρώτο απόσπασμα ("θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόματί μου" = "θέσε [βάλε], Κύριε, φρουρά στο στόμα μου"). Όπως σήμερα στον στρατό, έτσι και στην αρχαιότητα οι φρουρές αυτές είχαν "βάρδιες", δηλ. κανονισμένες ώρες διάρκειας. Σήμερα οι βάρδιες αυτές είναι κατά κανόνα δίωρες. Στην αρχαιότητα κρατούσαν συνολικά ένα δωδεκάωρο (από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης μέρας), και, καθώς δεν υπήρχαν ρολόγια (με τη σημερινή τους μορφή τουλάχιστον), αποτελούσαν και μονάδα μέτρησης του χρόνου. Οι βάρδιες αυτές ήταν τρεις ή πέντε, αλλά στους Ρωμαίους ήταν τέσσερις (άρα τρίωρης διάρκειας η καθεμία: 6-9, 9-12, 12-3, 3-6). Στο χωρίο Ματθ. 14:25 διαβάζουμε: "τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς", δηλ. κατά το τέταρτο τρίωρο: 3-6 το πρωί. Επομένως, η φράση "ἀπὸ φυλακῆς πρωΐας μέχρι νυκτός" πρέπει να κατανοηθεί ως "από πολύ πρωί ["αξημέρωτα", "από τον βαθύ όρθρο" θα λέγαμε] μέχρι τη νύχτα", άρα, κατ' επέκταση, "όλη την ημέρα". Στην περίπτωση του "ἐν φυλακῇ ἤμην καὶ ἤλθετε πρός με" έχουμε τη σημερινή (τοπική) σημασία της λέξης "φυλακή" ως του χώρου φυλάκισης.

Δ Ε Κ Α Π Ε Ν Τ Ε Α Υ Γ Ο Υ Σ Τ Ο Ι

Έρχονται χέρι χέρι θυμωνιές κι' ονείρατα με τα πρώτα διάσωσον των δεκαπέντε Αυγούστων. Ανεμίζουν χρυσά κι' απεραντα τα στάχυα καρπερή η μήτρα τη Μεσαρκάς στείρος ο πόνος αχ , μάνες τζιαι παιδκιά ... "Στάχυν η βλαστήσασα τον θείον" ταχύ αποδίωξε Α σ τ α θ κ ι ώ τ ι σ σ α ,τις ρημάχτρες ακρίδες . Παλλούρες ψηλές περιζήτητες σε σκέπουν Μητέρα . Ασήμι το τάμα :Να γλέπουμεν νύκταν τζιαι μέραν τούτο τον Σπόρο !Λυσσασμένα τα όρνια θαρκιέσαι εχορτάσαν ; Χαίρε ,το Άνθος της Αφθαρσίας ,χαίρε Τρανή Π α λ λ ο υ ρ ι ώ τ ι σ σ α . Ποιός είδε ποτές γλυκιά γλυκύτατη αψινθιά ; Χωρίς εξοχές χωρίς αγγυλώσεις διπλοστρόγγυλοι αριθμοί... Κι όταν άνοιξε την όγδοη σφραγίδα ,ο Αρχάγγελος σάλπισε περίτρανα : Αν ο Παράδεισος ήταν στη γη ,θάτανε σίγουρα εδώ . Δύστηνοι οι καιροί... Όρθιες οι λόγχες των φύλλων φυλάνε στο στόμιο της σπηλιάς τον αρχέτυπο Γλυκασμό των Αγγέλων. Χαίρε Κόρη Α ψ ι ν θ ι ώ τ ι σ σ α . Ματζινοήσιν μαζεύει απ' τους γύρω κήπους ο γέρο Παναής. Τι εστί ματζινοήσιν νοείς ; Ο αγιογράφος εντός ,πλατύφυλλη ιχνογραφεί τη Χάρη στα μάγουλά Σου Θεομήτορ Μ α κ ε δ ο ν ί τ ι σ σ α . Στο Τριμίθι μεγάλη η τριμηθιά. Μεγίστη η Τριμιθιώτισσα Να τρί τωνε , Θεέ μου ,Μεγάλος Παρακλητικός το χιλιοποθούμενο . Θα γυρίσεις , το ξέρω πάντα γυρίζεις ασυμβίβαστη Εσύ Τ ρ ι μ ι θ κ ι ώ τ ι σ σ α . Δεκαπέντε Αύγουστοι ευλύγιστοι χωρίς τη σκληράδα της εγκατάλειψης πλέκουν κρίνα και γιασεμιά στην πάσαν Ε λ π ί δ α τους !

Πόσο χαίρομαι πού έγινα ορθόδοξος!

Όποιος βαφτίστηκε μικρός δεν ξέρει και δεν μπορεί να φανταστεί τι σημαίνει βάπτισμα. Πάνω μου, έρχονται κάθε τόσο όλο και πιο συχνά κύματα ευτυχίας. Τελικά είναι αλήθεια ότι το βάπτισμα είναι άγιο μυστήριο, γιατί όντως υπάρχουν άγια μυστήρια. Διαφορετικά αυτή η ευτυχία που με κατακλύζει, με κυριεύει, με ντύνει , με νικά, δεν θα μπορούσε να είναι τόσο απίστευτα θαυμαστή και πλήρης. Ησυχία και τέλεια απάθεια. Για όλα. ‘Αλλά και μια γλυκύτητα. Στο στόμα, στους μυς, όλο το σώμα. Και ταυτόχρονα μια καρτερία, μια αίσθηση πως θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε, ένα κίνητρο για να συγχωρέσω τον οποιονδήποτε, ένα χαμόγελο ανεκτικότητας που υπάρχει παντού (όχι μόνο στα χείλη). Κι ένα είδος τρυφερού αέρα τριγύρω, μια ατμόσφαιρα όμοια μ’ εκείνη των βιβλίων που διάβαζα στα παιδικά μου χρόνια. Μια αίσθηση απόλυτης σιγουριάς και μια ατέλειωτη απομάκρυνση στην ηρεμία. Ένα χέρι που μου απλώνεται, ένα χέρι γεμάτο σοφία και καλοσύνη. Είναι κι αυτή ή αίσθηση του καινούργιου… είμαι καινός άνθρωπος. Από που να έρχεται τόση φρεσκάδα και ανανέωση; Επιβεβαιώνεται στην Αποκάλυψη (21,5) το "ιδού καινά ποιώ πάντα", δηλαδή και τώρα όλα τα κάνω καινούργια, αλλά ο Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά: "Όταν κάποιος είναι με τον Χριστό, είναι καινή ύπαρξη. Τα παλιά πέρασαν, όλα τώρα έγιναν καινούργια". Διήγηση στη Μονή Βάρατεκ, 1971 Στη νηστεία του Δεκαπενταύγουστου εξομολογούμαι στον π. Καλλίνικο. Ανάμεσα στ' άλλα, του λέω: "ένας πρώην συγκρατούμενος μου στις φυλακές, έρχεται συνεχώς και μου γυρεύει δανεικά (κι αγύριστα). Βρωμοκοπάει κρασί και κάπου-κάπου μου πετάει χοντρά ψέματα: πως πέθανε το παιδί του και δεν έχει χρήματα για την κηδεία (ξεχνάει ότι εγώ ξέρω πως δεν είχε ποτέ του παιδί), έδωσα ότι του έδωσα και μετά απομακρύνθηκα. Αισθάνομαι παρ' όλα αυτά ένταση μέσα μου. Πώς όμως να φερθεί κανείς με κάποιον μεθύστακα;" "Καλά έκανες και του έδωσες", με κόβει ο πνευματικός. "Αν ξανάρθει, να του δώσεις πάλι, μην τον διώξεις. Κι εγώ", λέει ό π. Καλλίνικος, "έχω έναν φίλο που μεθάει ο κακομοίρης κι όταν έρχεται από δω, του δίνω από ανθρωπιά.." Πόσο χαίρομαι πού έγινα ορθόδοξος! π.Nicolae Steinhardt