ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΟΛΥΒΙ

Είμαστε πολύ παράξενοι εμείς οι άνθρωποι. Το κακό που θα μας κάνει κάποιος, το θεωρούμε πολύ μεγάλο. Το κακό που κάνουμε εμείς μια ολόκληρη ζωή καταφρονώντας το θέλημα του Θεού, το θεωρούμε ένα τίποτε. Όμως ο Χριστός στην παραβολή των μυρίων ταλάντων (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου) αντιστρέφει τα πράγματα. Την οφειλή των άλλων προς εμάς τη λογαριάζει μικρή: 100 δηνάρια (90 χρυσές δραχμές της εποχής εκείνης). Τη δική μας οφειλή προς τον Θεό και τους άλλους, πολύ μεγάλη: 10.000 τάλαντα (60 εκατομμύρια χρυσές δραχμές). Ο γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας κάνει τη δική του παρομοίωση: Τα δικά μας πταίσματα είναι ολόκληροι τόμοι, ολόκληρα πολυσέλιδα βιβλία, ολόκληρη βιβλιοθήκη. Ενώ των άλλων προς εμάς μια μικρή σελίδα, ή έστω λίγες σελίδες. Και αναρωτιέται: Πώς ο Θεός θα διαγράψει όλους τους τόμους με τα δικά μας αμαρτήματα, όταν εμείς δεν θελήσουμε μια μόνο σελίδα να διαγράψουμε, των αδελφών μας τα πταίσματα; Και επεξηγεί ο αγιασμένος γέροντας: Το οποιοδήποτε κακό που μας έκανε ο άλλος, δεν είναι τόσο μεγάλο, όσο μας φαίνεται. Και σ’ όλη τη ζωή να διαρκέσει, θα περάσει κάποια μέρα. Δεν έχει αιώνια ισχύ και ύπαρξη. Το κακό όμως που κάνουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, όταν δεν συγχωρούμε, είναι χωρίς τέλος. Έχει αιώνια ισχύ. Θα «τιμωρούμεθα» αιώνια. Έχουμε λοιπόν να διαλέξουμε μεταξύ δύο κακών. Το ένα είναι παροδικό, το άλλο αιώνιο. Αν κάποιος είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και πιστεύει στον Θεό, δεν πρέπει να του λείπει το κόκκινο μολύβι. Τί θα πει αυτό; Στα επίσημα βιβλία οι διαγραφές γίνονται με κόκκινο μολύβι. Με αυτό το μολύβι θα διαγράφει από σήμερα κάθε φταίξιμο του αδελφού του. Και αδελφός του είναι κάθε άνθρωπος, γνωστός και άγνωστος. Το μολύβι αυτό θα του χρησιμεύσει σαν κλειδί. Θα το βάλει στην κλειδαριά της πόρτας του Παραδείσου και θα ανοίξει. Εφόσον ακόμη το νήμα της ζωής μας δεν κόπηκε, μπορούμε να συγχωρήσουμε. Μπορούμε να πάρουμε την ηρωική απόφαση “αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών”, που λέμε στην Κυριακή προσευχή. Τί λέμε εκεί στον Θεό; «Συχώρεσέ με, Θεέ μου, όπως συγχωρώ και εγώ». Όταν όμως δεν συγχωρούμε, λέμε ψέματα. Ψευδόμεθα κάθε φορά που προσευχόμεθα με το «Πάτερ ημών», διότι, ενώ δεν συγχωρούμε, απαιτούμε συγχώρηση από τον Θεό. Να συγχωρούμε, οπότε και ο Θεός θα μας συγχωρήσει. Μας είπε, α) στην προσευχή μας πρώτα να ζητάμε να συγχωρήσει ο Θεός όλους εκείνους που μας έκαναν κακό . β) Να συγχωρήσει επίσης και όλων των ανθρώπων τις αμαρτίες. Και γ) μετά να ζητάμε να συγχωρήσει και εμάς, που του πταίσαμε δυστυχώς πολύ περισσότερο (από ομιλία Γέροντος Εφραίμ, Η συγχώρηση των εχθρών). Συγχωρώντας λοιπόν αφειδώς, πλούσια, τον κάθε άνθρωπο που μας κάνει κακό, αποκτούμε θάρρος, παρρησία στην προσευχή να ζητάμε απ’ τον Θεό την αιώνια συγγνώμη μας. Μια τέλεια προοπτική για μας! Δεν μας αρκεί;

Οταν δεν καταλάβαινα γιατί ο Αγ.Κοσμάς ....έφυγε από το Αγιον Ορος(Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος)

Όταν ήμουν στο Άγιο Όρος εκεί τιμούσαμε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Εγώ δεν τον εκτιμούσα αυτόν τον Άγιο, να σας εξομολογηθώ, διότι εθύμωνα μαζί του που έφυγε από το Άγιο Όρος. Και έλεγα, κοίταξε ρε παιδί μου όρεξη που την είχε να φύγει από το Άγιο Όρος. Πού να 'ξερα ότι θα πάθαινα κι εγώ τα ίδια!! Να φύγει από το Άγιο Όρος και να πάει στην Ελλάδα να γυρίζει τα χωριά, να κάνει κηρύγματα! Είναι πράγματα αυτά; Δεν είχε άλλους να τα κάνουν αυτά; Άφησε το Άγιο Όρος που ήταν ένας ιδανικός χώρος των μοναχών μέσα σε κείνη τη μακαριότητα της μοναχικής πολιτείας και πήγε και γύριζε τα χωριά όλα και έχτιζε σχολεία. Στο Άγιο Όρος τον τιμούσαν πάρα πολύ γιατί ήταν Αγιορείτης ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ήταν από τη μονή Φιλοθέου. Έκαναν αγρυπνία-πανήγυρη και πήγαιναν όλοι οι Αγιορείτες, 200-300-500 μοναχοί στην πανήγυρη. Εγώ δεν πήγα ποτέ διότι δεν τον εκτιμούσα, να πω την αλήθεια. Τον τιμούσα βέβαια σαν Άγιο αλλά δεν τον είχα και σε μεγάλη ευλάβεια. Πάντα μέσα στο νου μου ήταν αυτό το ερώτημα, γιατί έφυγε από το Άγιο Όρος! Είναι παράδειγμα αυτό που έδωσε, ας πούμε; Αν κάνουμε κι εμείς οι υπόλοιποι το ίδιο και βγούμε όλοι έξω, τι θα γινόταν μετά; Και μετά δεν καταλάβαινα τι μανία τον έπιασε να χτίζει σχολεία. Λέω, αντί να χτίζει Εκκλησίες χτίζει σχολεία; Έχτισε, ας πούμε, 250 σχολεία και 50 Εκκλησίες αντί να κάνει το αντίθετο. Έτσι μου έλεγε ο λογισμός μου. Αλλά είδα σήμερα ότι είχε δίκιο ο Άγιος Κοσμάς διότι έλεγε εκεί σε μία διδαχή του -έτσι απλά όπως τα έλεγε- λέει: "Χριστιανοί μου, τα παιδιά σας τα στέλνετε στα σχολειά;" Λέγανε: "Όχι, Άγιε του Θεού". "Ε, τότε", λέει, "δεν είναι παιδιά αυτά που έχετε, είναι γουρούνια! Είναι γουρουνόπουλα γιατί αν ο άνθρωπος δεν πάει στο σχολείο γίνεται γουρούνι!" Τους τα έλεγε έτσι για να καταλάβουν βέβαια, ήταν Τουρκοκρατία τότε. Και έκτιζε σχολεία και λέει κάπου: "Να χτίζεται σχολειά και να στέλνετε τα παιδιά σας γιατί τα σχολειά φέρνουν τα παιδιά στην Εκκλησία". Και γιατί το έλεγε αυτό; Διότι είναι γεγονός, η Εκκλησία, ο λόγος του Θεού, η εν Χριστώ ζωή για να γίνει δεκτή στον άνθρωπο χρειάζονται άλλα πράγματα προηγουμένως. Χρειάζεται μία προπαιδεία. Χρειάζεται μία παιδεία. Βλέπετε, για να έρθει ο Χριστός, το Ευαγγέλιο, οι Απόστολοι και να δεχθεί ο κόσμος αυτά τα πράγματα ήταν ανάγκη να προβληθεί η Ελληνική φιλοσοφία, η Ρωμαϊκή φιλοσοφία, η Αιγυπτιακή σοφία, να καλλιεργηθεί ο κόσμος, να φύγουν από εκείνη την κατάσταση την κατώτερη που ήταν οι άνθρωποι, να αποκτήσουν και νόηση ακόμα και παιδεία τέτοια που να μπορούσαν να καταλάβουν, να αισθανθούν, να συλλάβουν αυτά τα οποία θα έλεγε ο Θεός. Και προηγήθηκαν οι φιλόσοφοι για να καλλιεργήσουν τον λόγο σε τέτοιο σημείο ώστε μετά, ερχόμενο το Ευαγγέλιο και οι Πατέρες να πάρουν έτοιμη τη φιλοσοφία -τους ορισμούς τους φιλοσοφικούς- για να εκφράσουν το μεγαλείο της Θεολογίας, το οποίο είναι ανώτερο από τη φιλοσοφία.

Πολύ λυπούμαι που δεν πιστεύεις μέσα σου ότι οι απόστολοι πήγανε, εν πνεύματι, στην κηδεία της Παναγίας(Αγ.Παΐσιος)

Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ημέρα από την εμφάνιση του αγγέλου, λίγο πριν κοιμηθεί η Θεοτόκος, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε, ακούστηκε ήχος δυνατής βροντής και συγκεντρώθηκαν πολλά νέφη, τα οποία μετέφεραν από τα πέρατα της οικουμένης, τους αποστόλους και τους έφεραν στην οικία της Παναγίας, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμησή της. Μαζί με τους Αποστόλους ήλθε ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος και ο Διονύσιος Aρεοπαγίτης, ο Άγιος Iερόθεος επίσκοπος Αθηνών, ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Aπόστολος Tιμόθεος, και οι λοιποί Εβδομήκοντα Απόστολοι και θεόσοφοι Iεράρχες, μεταφερόμενοι «επί των νεφελών». Όταν δε έφτασε και ο θεσπέσιος Απόστολος Παύλος, το σκεύος της εκλογής, ο οποίος έπεσε στα πόδια της Θεοτόκου και την προσκύνησε και την εγκωμίασε με πολλά ουράνια εγκώμια, λέγοντας : «Χαίρε, ω Μήτερ της ζωής και του κηρύγματός μου η υπόθεσις, διότι εγώ παρόλο που δεν είδα σωματικά τον Υιόν Σου επί της γης, όμως βλέποντάς Σε, νόμιζα ότι βλέπω Εκείνον τον ίδιο». Κατα την τρίτη ώρα (9 π.μ.) ακούστηκε «βροντή μεγάλη από τον ουρανό» και όλοι αισθάνθηκαν μια ευωδία να πλημμυρίζει τον χώρο. Ο Ιησούς, συνοδευόμενος από πλήθος αγγέλων (που παρέμεναν έξω από τον οίκο της Παναγίας υμνώντας), μπήκε στο δωμάτιο της μητέρας του και την ασπάσθηκε, όπως και τους Αποστόλους. Παρέλαβε την ψυχή της, η οποία, όπως παρατήρησαν οι Απόστολοι, ήταν «επτά φορές λευκότερη από τον ήλιο». Τότε, ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, άρχισε να εκφωνεί στην Θεοτόκο επιτάφια εγκώμια και οι λοιποί Απόστολοι πήραν το νεκροκρέβατο, ψάλλοντας ύμνους και κρατώντας λαμπάδες, οδήγησαν το θεοδόχο σώμα της Θεομήτορος στον τάφο, στην Γεσθημανή. Ο Άγιος Ιερόθεος, αναδείχθηκε και χαρισματικός υμνολόγος, οπου έψαλλε εξαίσιους ύμνους προς τιμήν της Θεοτόκου, οι οποίοι υπερείχαν σε περιεχόμενο και μελωδία από όλους τους άλλους ύμνους, που είχαν ποιήσει οι υπόλοιποι. Το γεγονός αυτό το μαρτυρεί και ο ίδιος ο μαθητής του, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «Όταν οι άγιοι Απόστολοι έφθασαν στον Τάφο της Κυρίας Θεοτόκου και αποχαιρετώντας Την, έκαστος έψαλλε εγκώμια θεία και ένθεα προς Αυτήν, όλοι δε είπαν διάφορα εγκώμια. Ο Ιερόθεος είπε τέτοια εγκώμια, προς την Παναγία μας, που υπερέβαιναν όλων των άλλων, και τολμώ να πω, ήταν τόσο εξαίρετα και καταπληκτικά, ώστε αυτοί οι άγιοι Άγγελοι δεν θα μπορούσαν, καταλεπτώς (με κάθε λεπτομέρεια), καθώς τα είπεν εκείνος». Mία φορά ήρθε, στον Άγιο Παΐσιο, μία ομάδα από ιερείς και ένας θεολόγος καθηγητής. Aφού μίλησαν, τους λέει, πηγαίνετε εσείς και θα μείνω με τον καθηγητή (ο οποίος ήταν και ψάλτης). Του λέει ο γέροντας: –Πολύ λυπούμαι που έχεις απιστία στην Παναγία μας, διότι όταν ψάλεις το «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε» δεν πιστεύεις μέσα σου ότι οι απόστολοι πήγανε, εν πνεύματι, στην κηδεία της Παναγίας. Αυτός έμεινε! Λέει: -Ναι πράγματι, δεν πιστεύω, αμφιβάλω. Ο γέροντας ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του και του λέει: -Αυτή την ώρα θα ταξιδέψουμε μαζί και θα πάμε σε όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις που σπούδασες. Πήγαν μαζί στην Αγγλία, στο Μόναχο, στο Βουκουρέστι και σε άλλες ακόμη δύο πόλεις, και σε λίγα λεπτά ήρθαν πίσω. Και συνεχίζει ο γέροντας: –Όπως εμείς πήγαμε μαζί, σε μια στιγμή, σε αυτές τις πόλεις που γνωρίζεις και ξέρεις, έτσι πήγαν και οι απόστολοι στην κηδεία της Υπεραγίας Θεοτόκου.

«Ε, βρε μπαρμπ’-Αλέξανδρε! Που να ζούσες τώρα να δεις την Ελλάδα!

«Ε, βρε μπαρμπ’-Αλέξανδρε! – είπα μοναχός μου. Που να ζούσες τώρα να δεις την Ελλάδα! Στα χρόνια σου ήτανε ελληνικότατη, κι όλο γκρινιάζεις για τη λεβαντινιά της. Έπρεπε να σε είχα τώρα, να δεις τη γελοιογραφία της Ελλάδας. Να δεις τετραφωνία και βαρκαρόλες στις εκκλησίες, να δεις τσιγαροφούγαρα τις Ελληνίδες, να δεις αδιαντροπιές, να δεις τεντυμπόηδες, να δεις νεολαία που ξημεροβραδιάζεται στους κινηματογράφους και στα καμπαρέ, να δεις μαϊμούδες αντί Έλληνες, να δεις ξενύχτια με την τράπουλα στο χέρι, να δεις πολυτέλεια κι επίδειξη από το ΄να μέρος, και δυστυχία αβάσταχτη από τ’ άλλο, και να κλάψεις, να κλάψεις σαν τον Ιερεμία…». (Φώτης Κόντογλου, Ευλογημένο καταφύγιο, “Η πνευματική ξενοδουλία μας”)

Το μοναστήρι της Παναγίας Διβρουνίου στη Β.Ηπειρο που ίδρυσε ο Αγ.Κοσμάς ο Αιτωλός

Το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου, γνωστό με τις ονομασίες «Μονή Διβροβουνίου» ή «Μονή Στύλου και Δίβρεως» βρίσκεται πάνω απ' το χωριό της Δίβρης Βορείου Ηπείρου, στο βουνό Διβροβούνι. Ιδρύθηκε, από τον Κοσμά τον Αιτωλό το 1775, ανώτερη σχολή της αρχαίας διαλέκτου και των επιστημών, όπου λειτούργησε μέχρι το 1870, που την σκυτάλη παίρνει η Κεντρική Σχολή Δίβρης, με ένα διδάσκαλο και 70 μαθητές και δαπάνη συντήρησης 2700 γρόσια. Για τη συντήρηση του σχολείου διάθετε η Μονή 15 λίρας Τουρκίας το χρόνο και η Μονή Αγίου Νικολάου 6 λίρες Τουρκίας. Η Σχολή της Δίβρης λειτούργησε κανονικά ως το 1878, οπότε οι Λιάπηδες κατέστρεψαν τη μονή και πυρπόλησαν το σχολικό κτίριο, το οποίο ανεγέρθηκε από τους κατοίκους της Δίβρης και περιχώρων, μεταξύ ετών 1878-1882. Με την κατάργηση της θρησκείας στην Αλβανία το μοναστήρι σταμάτησε να λειτουργεί. Το 1975 μαθητές των γύρω χωριών οδηγήθηκαν στο μοναστήρι με εντολή να συγκεντρώσουν όλο το αρχείο και τα βιβλία στον προαύλιο χώρο και να βάλουν φωτιά! Το μοναστήρι επιμένει να αντιστέκεται στο χρόνο! Ελάχιστοι καταφέρνουν σήμερα να το προσεγγίσουν να ανάψουν ένα κεράκι, καθώς βρίσκεται σε υψόμετρο 900 περίπου μέτρων και η πρόσβαση είναι δύσκολη.