Ὃ διάβολος παντοίους τρόπους μεταχειρίζεται γιά νά βλάψει τόν κληρικό(Γέροντας Ιερώνυμος).

Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρεται σε έναν φόβο και σεβασμό του Ηρώδη απέναντι στον Πρόδρομο και πώς έπαιρνε συμβουλές από αυτόν και τον άκουγε με ευχαρίστηση. Αυτός ο σεβασμός δεν είναι τίποτα άλλο από τον φόβο και την δεισιδαιμονία πού δείχνουν οι άνθρωποι της εξουσίας απέναντι στους αγνούς και αληθινούς ανθρώπους, τους οποίους δεν τους σκιάζει κακό και εξάρτηση και ζούν την απόλυτη ελευθερία. Ελέγχονται και πάσχουν. Φοβούνται πώς θα τους κάνουν κακό. Είναι ο καθρέφτης αυτών πού θα έπρεπε να είναι. Κρύβονται από αυτούς και όταν δεν μπορούν να κρυφτούν ή να τους κρύψουν, τους αφανίζουν. Ο Ηρώδης είχε να χάσει πολλά, θρόνο, εξουσία, ηδονική ευμάρεια, πλούτη, θέση. Ο Πρόδρομος είχε απελευθερωθεί από τα πιο ασήμαντα(τροφή, ενδυμασία, κατοικία) έως και τα σπουδαιότερα(φόβο απέναντι στην εξουσία και την τυραννία των ανθρώπων). Ο Ηρώδης ήταν σκλάβος παθών και υλικών πραγμάτων. Ο Πρόδρομος ήταν ελεύθερος άνθρωπος, μιλούσε αντί από θρόνων μέσα από τον τάφο του, ως υπόλογος Προφήτης έναντι του Θεού. Έτσι συμβαίνει σε αυτό τον κόσμο. Οι τύραννοι και οι σφετεριστές, οι αιματοβαμμένοι βασιλείς και όσοι στηρίζουν την εξουσία τους πάνω στην βία και την καταπίεση, ζούν μέσα στην τρομοκρατία και τον φόβο της εκδίκησης. Περιστοιχίζονται από μάγους και αστρολόγους και γκουρού και "πνευματικούς" συμβούλους, όχι μόνο για να τους προστατεύουν από τα επερχόμενα κακά, αλλά και για να ξεπλένουν τις αμαρτίες τους ενώπιον του απρόσωπου Θεού, του "υπερφυσικού εκδικητικού τέρατος" , το οποίο τους καταδιώκει. Αυτές είναι οι αυλές και οι θρόνοι και τα κογκλάβια του κόσμου. Απαρτίζονται από ασυνείδητους, δεισιδαίμονες, απαίδευτους ανθρωπίσκους, πού η συνείδηση τους ξυπνά μόνον μέσα από τους εφιάλτες τους.Ενώ οι προφήτες και οι δίκαιοι ζούν με την ελπίδα, την γαλήνη, την ηρεμία συνείδησης, την αγάπη πού έξω βάλει κάθε φόβον. Και είναι λίγοι από την άρχουσα τάξη αυτοί πού γνωρίζουν τον όντα Θεό και αλλάζουν δρόμο και νου και πορεία.Και αυτοί γίνονται ποιμένες των αδελφών τους, γιατί έτσι έταξε ο Θεός. Οι περισσότεροι όμως συμπαρασύρουν τον λαό τους στον όλεθρο, αφού πρώτα τον διαφθείρουν με τον τρόπο της ζωής και τις συνήθειες τους. Γιατί συνήθως όλη η βρώμα πάει προς τα κάτω και βρίσκει ηδεία ανταπόκριση. Είτε από φτηνό μιμητισμό είτε από φόβο γι αυτούς πού χρίστηκαν ανώτεροι ανάμεσα στους ανθρώπους.

Ποιά ήταν η τύχη της Σαλώμης, της μιαράς κόρης κι άσεμνης χορεύτριας;

Αλλά και η τύχη της Σαλώμης, της μιαράς κόρης κι άσεμνης χορεύτριας, που ζήτησε ψυχρά κι αναίσθητα την κεφαλή του Προδρόμου επί πίνακι ήτανε πολύ χειρότερη. Η Σαλώμη είχε πρώτα σύζυγο τον Φίλιππο, Τετράρχη της Ιτουραίας και της Τριχωνίδας, και κατόπιν τον Αριστόβουλο, γιο του Ηρώδη, βασιλιά της Χαλκίδας της Συρίας. Όπως διηγείται ο Νικηφόρος Κάλλιστος στην Εκκλησιαστική Ιστορία, η Σαλώμη βρήκε τραγικό τέλος, ίδιο σχεδόν με το τέλος του Προδρόμου. Της κόπηκε κι αυτής το κεφάλι. Και να πώς: Η Σαλώμη δεν μπορούσε να ησυχάσει από τα αισθήματα ενοχής που την έπνιγαν και για το λόγο αυτό επιδόθηκε σε ταξίδια μακρινά. Μια μέρα, σε ένα από τα ταξίδια αυτά, που έκανε σε καιρό χειμώνα, ενώ περνούσε πάνω από ένα παγωμένο ποταμό, για να πάει στην αντίπερα όχθη «πεζεύουσα», ο πάγος έσπασε κάτω από τα πόδια της. Τότε το σώμα της βούλιαξε με ορμή προς τα κάτω στα παγωμένα νερά, σαν να άνοιξε η γη να την καταπιεί. Και στο απότομο αυτό πέσιμο, ενώ το σώμα της βυθίστηκε, το κεφάλι της κρατήθηκε από κοφτερές πλάκες του παγωμένου ποταμού. Ο πάγος σαν κοφτερό μαχαίρι έκοψε το κεφάλι της στο λαιμό! Όλοι δηλαδή οι θεατές θυμήθηκαν τότε την κεφαλή του Ιωάννου, που είχε ζητήσει «επί πίνακι» και κατάλαβαν το γιατί πέθανε και η ίδια κατά τον τρόπο αυτό, βρίσκοντας κατά τα έργα της. Για το λόγο αυτό άλλωστε είναι γραμμένο στην Ιερή Αποκάλυψη ότι «τα έργα αυτών ακολουθεί μετ’ αυτών» (14, 13), ενώ και από τον Απόστολο Παύλο σημειώθηκε θεόπνευστα ότι ο Θεός «αποδώσει εκάστω κατά τα έργα αυτού» (Ρωμ. 2, 6).

Κυριακή ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ- Γιατί οι άνθρωποι είμαστε σκληρόκαρδοι εις βάρος των συνανθρώπων μας;

ΑΠΕΛΘΩΝ ΕΒΑΛΕΝ ΑΥΤΟΝ ΕΙΣ ΦΥΛΑΚΗΝ ”Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον” (Ματθ. 18,30) “Εκεῖνος ὅμως δὲν δεχόταν, ἀλλὰ πῆγε καὶ τὸν ἔβαλε στὴ φυλακή, ὥσπου νὰ ξεπληρώσει ὅ,τι τοῦ χρωστοῦσε” Γιατί οι άνθρωποι είμαστε σκληρόκαρδοι εις βάρος των συνανθρώπων μας; Το ερώτημα αυτό απασχολεί πολλούς χριστιανούς. Ζώντας, μάλιστα, σε μια εποχή στην οποία η βία θριαμβεύει, η εκδίκηση θεωρείται αυτονόητη ανταμοιβή για την όποια παρουσία του κακού που υφιστάμεθα οι άνθρωποι, ώστε να επικρατήσει το δίκιο, όπως πιστεύουμε, η ευσπλαχνία, η μακροθυμία, η ανοχή, η συγχώρηση θεωρούνται αρετές που δεν μπορούν να νοηματοδοτήσουν την ζωή μας. Ιδίως οι νεώτεροι έχουν μέσα τους περισσότερο από τους μεγαλύτερους αναπτυγμένο το αίσθημα του δικαίου και δύσκολα κάποιος μπορεί να το αμφισβητήσει. Δεν διστάζουν να στραφούν και εναντίον του Θεού που επιτρέπει την αδικία, που δεν παρεμβαίνει για να τιμωρήσει το κακό, υπερασπιζόμενος αυτούς που επιμένουν στην οδό της καλοσύνης, στην οποία εύκολα οι χριστιανοί τρέφουμε την ψευδαίσθηση ότι βαδίζουμε. Η σκληροκαρδία πηγάζει από μία μυωπική αντίληψη θεοποίησης του εαυτού μας. Συχνά νομίζουμε ότι είμαστε αλάθητοι ή, ακόμη κι αν νιώθουμε ότι σφάλλουμε, επικαλούμαστε την επιείκεια των άλλων, διότι χρειαζόμαστε δεύτερες ευκαιρίες και “άνθρωποι είμαστε”. Αυτό δεν ισχύει όμως όταν οι άλλοι το ζητούν από εμάς. Εκεί μας πιάνει το παράπονο, ότι δεν μας καταλαβαίνουν, ότι δεν πρέπει να μας οφείλουν, ότι χρειάζεται να εκτιμήσουν ό,τι εμείς έχουμε κάνει για εκείνους και να μας δώσουν καλό, ακόμη κι αν δεν το αξίζουμε. Η σκληροκαρδία πηγάζει ακόμη από την αίσθηση ότι ο Θεός δεν παρεμβαίνει υπέρ ημών και ότι χρειάζεται να πάρουμε την ζωή μας στα χέρια μας, να ελέγχουμε την πορεία μας και τους άλλους σύμφωνα με τις δικές μας αντιλήψεις. Το βλέπουμε αυτό στους γονείς που δεν αφήνουν τα παιδιά τους να κάνουν επιλογές ελευθερία σε σημαντικά ζητήματα. Που δεν διστάζουν να απορρίψουν, να αποκληρώσουν τα παιδιά τους, ή να βρίσκονται σε μία κατάσταση συνεχούς γκρίνιας, διότι δεν συμφωνούν με τις απόψεις τους. Στην πολιτική και την κοινωνία όπου ο καθένας θεωρεί μόνο τις δικές του απόψεις σωστές και επικαλείται και χρησιμοποιεί μηχανισμούς χειραγώγησης ή προπαγάνδας για να υποβαθμίσει και να ευτελίσει τις απόψεις των άλλων, χωρίς να θέτει τα πάντα στην προοπτική των επιχειρημάτων και της κριτικής και, επομένως, της ανάδειξης του αληθινού. Τα παραδείγματα αυτά, και άλλα, αναδεικνύουν καρδιές που δεν μπορούν να μπούνε στην θέση των άλλων, με αποτέλεσμα η αγάπη να περιθωριοποιείται ή να εκμηδενίζεται ή να θεωρείται ασήμαντη. Η σκληροκαρδία πηγάζει και από το γεγονός ότι πιστεύουμε πως δεν έχουμε χρόνο και ότι το όποιο δίκιο πρέπει να επιβληθεί εδώ και τώρα. Και όντως, το “νυν” είναι σπουδαίο. Αν κάτι μπορεί να αναδειχθεί τώρα, καλό είναι να αναδειχθεί. Όμως στην ζωή υπάρχει και η υπομονή. Ο χρόνος του Θεού που μας δείχνει ότι, χωρίς να παραιτούμαστε από τον αγώνα για να δείξουμε τι είναι αληθινό, χρειάζεται να αφήνουμε χρόνο και στους άλλους να κατανοούν τι δεν πάει καλά, να τους δίνουμε δεύτερες ευκαιρίες, ώστε να παλέψουν να διορθώσουν ό,τι μπορεί να διορθωθεί. Κι ακόμα κι αν δεν διορθώνονται όλα, η προσπάθεια για μια καινούργια αρχή, το “βαλείν αρχήν μετανοίας” που ζητούνε οι ασκητές πατέρες της πίστης μας, είναι ήδη το ήμισυ του παντός. Η χριστιανική πίστη δεν αρνείται την κριτική στον άνθρωπο. Δεν λειτουργεί στην αντιφατική προοπτική των καιρών μας που από την μία ζητούν ένα συνεχές “δεν πειράζει” και από την άλλη είναι έτοιμοι να κατακεραυνώσουν όποιον δεν πορεύεται σύμφωνα με τα κάθε λογής πρότυπα ή όποιον σφάλλει, είτε λόγω των παθών του είτε λόγω της στιγμής. Η χριστιανική πίστη μιλά για αμαρτίες και το εννοεί. Ταυτόχρονα, όμως, ζητά την αγάπη, την συγχώρεση, την υπομονή και την αναγνώριση ότι όποιος σφάλλει, όποιος χρωστά, είναι άνθρωπος. Αρκεί όμως και εκείνος να αναγνωρίζει τα λάθη του, να αναλαμβάνει τις ευθύνες γι’ αυτά και να δίνει δεύτερες ευκαιρίες και στους συνανθρώπους του. Σε μία από τις πιο ωραίες παραβολές του ευαγγελίου ο Χριστός μιλά για τον δούλο εκείνον που έδειξε αχαριστία έναντι του Θεού. Ο Κύριος του έδωσε συγχώρεση , για ένα μεγάλο χρέος, με γενναιοδωρία. Εκείνος όμως δεν έδειξε ίχνος ευσπλαχνίας στον συνάνθρωπό του, που του χρωστούσε κάτι ελάχιστο, δείχνοντας τελικά στον Θεό ότι για τον εαυτό του υποκριτικά ζήτησε το έλεος του Θεού. Αν δεν ξεκινάμε από την αγάπη για τους άλλους, δεν μπορούμε να ζητούμε τελικά από τον Θεό, στον Οποίο, έτσι κι αλλιώς, οφείλουμε. π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 28 Αυγούστου 2022 Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου

Αποβάλλοντας το φαρμάκι της αμαρτίας...

Το ελάφι δεν είναι μόνο χορτοφάγο, αλλά τρέφεται και με φίδια και μάλιστα δηλητηριώδη. Έτσι όταν το ελάφι δεχτεί μέσα του το φαρμακερό φίδι, δημιουργείται μέσα του μια αφόρητη δίψα. Αυτή η δίψα, του προκαλεί τον πόθο, να τρέξει στην πηγή, για να ξεδιψάσει αφενός την δίψα του και αφετέρου να εξουδετερώσει με το νερό, το δηλητήριο του φιδιού που εισήλθε μέσα του. Εάν όμως το ελάφι καθυστερήσει και δεν πάει εγκαίρως στην πηγή, τότε πεθαίνει από το φαρμάκι του φιδιού. Κατά τον ίδιο τρόπο, η αμαρτία, ο διάβολος είναι ο νοητός όφις. Αυτό το νοητό φίδι της αμαρτίας με την ηδονή, δηλητηριάζει την ψυχή του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος αμαρτήσει, νιώθει δριμύτατο έλεγχο στην συνείδηση. Η συνείδηση, η στενοχώρια, ο πόνος, αναγκάζει τον αμαρτωλό άνθρωπο, να τρέξει στην πηγή της αιωνίας ζωής. Τον αναγκάζει να τρέξει στα Μυστήρια της Εκκλησίας και εκεί στην πηγή, το εξομολογητήρι, αποβάλλει το φαρμάκι της αμαρτίας και δέχεται το αιώνιο ύδωρ. Σε αυτό το πνευματικό λουτρό, ο άνθρωπος αποπλύνεται από την δυσωδία της αμαρτίας και εξέρχεται ολοκάθαρος, δροσισμένος στην ψυχή και ανάλαφρος στην συνείδηση. Με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος γλυτώνει από τον ψυχικό θάνατο που δημιουργεί η αμαρτία με το φαρμάκι της ηδονής. Όποιος όμως καθυστερεί την εξομολόγησή του, κινδυνεύει άμεσα από το δηλητήριο της αμαρτίας που θα τον οδηγήσει στον ψυχικό θάνατο. Πρέπει ο άνθρωπος να προστρέξει με πολύ πόθο στο Θεό! Γέροντας Εφραίμ ο Αριζονιτης.

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΜΟΛΥΒΙ

Είμαστε πολύ παράξενοι εμείς οι άνθρωποι. Το κακό που θα μας κάνει κάποιος, το θεωρούμε πολύ μεγάλο. Το κακό που κάνουμε εμείς μια ολόκληρη ζωή καταφρονώντας το θέλημα του Θεού, το θεωρούμε ένα τίποτε. Όμως ο Χριστός στην παραβολή των μυρίων ταλάντων (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου) αντιστρέφει τα πράγματα. Την οφειλή των άλλων προς εμάς τη λογαριάζει μικρή: 100 δηνάρια (90 χρυσές δραχμές της εποχής εκείνης). Τη δική μας οφειλή προς τον Θεό και τους άλλους, πολύ μεγάλη: 10.000 τάλαντα (60 εκατομμύρια χρυσές δραχμές). Ο γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας κάνει τη δική του παρομοίωση: Τα δικά μας πταίσματα είναι ολόκληροι τόμοι, ολόκληρα πολυσέλιδα βιβλία, ολόκληρη βιβλιοθήκη. Ενώ των άλλων προς εμάς μια μικρή σελίδα, ή έστω λίγες σελίδες. Και αναρωτιέται: Πώς ο Θεός θα διαγράψει όλους τους τόμους με τα δικά μας αμαρτήματα, όταν εμείς δεν θελήσουμε μια μόνο σελίδα να διαγράψουμε, των αδελφών μας τα πταίσματα; Και επεξηγεί ο αγιασμένος γέροντας: Το οποιοδήποτε κακό που μας έκανε ο άλλος, δεν είναι τόσο μεγάλο, όσο μας φαίνεται. Και σ’ όλη τη ζωή να διαρκέσει, θα περάσει κάποια μέρα. Δεν έχει αιώνια ισχύ και ύπαρξη. Το κακό όμως που κάνουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας, όταν δεν συγχωρούμε, είναι χωρίς τέλος. Έχει αιώνια ισχύ. Θα «τιμωρούμεθα» αιώνια. Έχουμε λοιπόν να διαλέξουμε μεταξύ δύο κακών. Το ένα είναι παροδικό, το άλλο αιώνιο. Αν κάποιος είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και πιστεύει στον Θεό, δεν πρέπει να του λείπει το κόκκινο μολύβι. Τί θα πει αυτό; Στα επίσημα βιβλία οι διαγραφές γίνονται με κόκκινο μολύβι. Με αυτό το μολύβι θα διαγράφει από σήμερα κάθε φταίξιμο του αδελφού του. Και αδελφός του είναι κάθε άνθρωπος, γνωστός και άγνωστος. Το μολύβι αυτό θα του χρησιμεύσει σαν κλειδί. Θα το βάλει στην κλειδαριά της πόρτας του Παραδείσου και θα ανοίξει. Εφόσον ακόμη το νήμα της ζωής μας δεν κόπηκε, μπορούμε να συγχωρήσουμε. Μπορούμε να πάρουμε την ηρωική απόφαση “αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών”, που λέμε στην Κυριακή προσευχή. Τί λέμε εκεί στον Θεό; «Συχώρεσέ με, Θεέ μου, όπως συγχωρώ και εγώ». Όταν όμως δεν συγχωρούμε, λέμε ψέματα. Ψευδόμεθα κάθε φορά που προσευχόμεθα με το «Πάτερ ημών», διότι, ενώ δεν συγχωρούμε, απαιτούμε συγχώρηση από τον Θεό. Να συγχωρούμε, οπότε και ο Θεός θα μας συγχωρήσει. Μας είπε, α) στην προσευχή μας πρώτα να ζητάμε να συγχωρήσει ο Θεός όλους εκείνους που μας έκαναν κακό . β) Να συγχωρήσει επίσης και όλων των ανθρώπων τις αμαρτίες. Και γ) μετά να ζητάμε να συγχωρήσει και εμάς, που του πταίσαμε δυστυχώς πολύ περισσότερο (από ομιλία Γέροντος Εφραίμ, Η συγχώρηση των εχθρών). Συγχωρώντας λοιπόν αφειδώς, πλούσια, τον κάθε άνθρωπο που μας κάνει κακό, αποκτούμε θάρρος, παρρησία στην προσευχή να ζητάμε απ’ τον Θεό την αιώνια συγγνώμη μας. Μια τέλεια προοπτική για μας! Δεν μας αρκεί;