..έβλεπε από την εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, που υπάρχει στο κελλί της, να βγαίνη μία παιδούλα με πλεξούδες σε ηλικία δώδεκα ετών...

Την εβδομάδα πριν από την κοίμησή της είπε σε μία από τις μεγαλύτερες αδελφές, την αδελφή Εφραιμία, κατά την ώρα που της έπλενε τα πόδια, «αυτά τα πόδια σε λίγες μέρες θα είναι μέσα στο χώμα». Κατά τις τελευταίες ημέρες επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με πολλούς ανθρώπους γνωστούς της, τους προσκαλούσε στο Μοναστήρι και τους έδιδε τις τελευταίες συμβουλές της, χαρίζοντας και κάτι από το κελλί της ως ευλογία. Την περίοδο αυτή, λόγω της καρδιακής της ανεπάρκειας, είχε δυσκολία στην αναπνοή. Τα βράδια που η κατάστασή της επιδεινωνόταν έβλεπε από την εικόνα της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου, που υπάρχει στο κελλί της, να βγαίνη μία παιδούλα με πλεξούδες σε ηλικία δώδεκα ετών, να την πλησιάζη και να την σκεπάζη. Καθώς την κοίταζε, υποχωρούσε η δυσκολία της και έτσι μπορούσε να αποκοιμηθή. Η Γερόντισσα δεν το είχε αναφέρει αυτό σε κανένα και δεν άφηνε καμμία αδελφή να μένη στο κελλί της, για να μη χάση αυτή την ουράνια συντροφιά της Παναγίας. Κάποιο βράδυ η αδελφή Εφραιμία, ανησυχώντας για την δύσπνοια που παρουσίαζε, σύρθηκε αθόρυβα στον καναπέ του κελλιού της και όταν κάποια στιγμή η Γερόντισσα σηκώθηκε και την είδε, την επέπληξε και ακουσίως της φανέρωσε ότι λόγώ της παρουσίας της στερήθηκε εκείνο το βράδυ την επίσκεψη της Παναγίας. Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου

Η τελειότητα των Χριστιανών δεν έγκειται στον αλάνθαστο βίο αλλά στη μετάνοια.

Η τελειότητα των Χριστιανών δεν έγκειται στον αλάνθαστο βίο αλλά στη μετάνοια. Η μετάνοια είναι αυτή η οποία μας σώζει και μας καθιστά τέκνα Θεού. Και μετανοεί ο άνθρωπος ο ταπεινός, ο οποίος καταλαβαίνει την κατάστασή του και ζητά από το Θεό τη Θεία βοήθεια. Ο υπερήφανος δεν μετανοεί ποτέ διότι έχει καλή εικόνα για τον εαυτό του. Γιατί νομίζει ότι είναι καλός. Έχει φτιάξει ένα είδωλο του εαυτού του και το προσκυνά μέρα-νύχτα. Και αλοίμονο σε όποιον αμφισβητήσει το είδωλό του! Δεν θα δεχτεί καμία αμφισβήτηση. Αλλά ο ταπεινός άνθρωπος συνέτριψε τα είδωλα και προσκυνά τον μόνο αληθινό Θεό και ζήτα από Αυτόν τη δύναμη και τη βοήθεια Του και να βασιλεύσει Αυτός μέσα στην καρδιά του. Και τότε γίνεται τέλειος! Έστω και αν έχει εξωτερικά πολλές ατέλειες. Γίνεται τέλειος διότι η ταπείνωση και η μετάνοια τον παραστέκει ενώπιον του Θεού ως τέλειο δημιούργημά Του και πραγματικό τέκνο Θεού. Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος

Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη-«Καυτές μνήμες από τη Σμύρνη»

Το υπέροχο βιβλίο της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1985 με τον τίτλο «Καυτές μνήμες από τη Σμύρνη» από τις Εκδόσεις Φιλιππότη και το 1998 από τις Εκδόσεις Πατάκη, ανατυπώθηκε και επανακυκλοφορεί ! — Σήκω, γιε μου! Γάμους και πανηγύρια έχουμε. Όπως το ’θελε η καρδούλα σου και δε το ’θελε η δικιά μου η αφορεσμένη. Μαλλιοτραβιόταν η μάνα εκεί στο τέρμα του σοκακιού. Καθισμένη κατάχαμα στο σκονισμένο καλντερίμι, με τη φούστα της να σέρνεται στη βρομιά· κρατούσε από τη μέση το σκοτωμένο γιο της και ήταν σα να τον νανούριζε. Το κεφάλι του ακουμπούσε στον κόρφο της, τα χέρια του άψυχα πηγαινοέρχονταν σε κάθε λυγμό της μάνας του. Η λαοθάλασσα, που έτρεχε αλαφιασμένη να γλιτώσει απ’ το μαχαίρι του άπιστου, έσπρωχνε τη μάνα, κλότσαγε τα πόδια του παλικαριού, τα πάταγε. Το παλικάρι ταξίδευε σε άλλο κόσμο και δε γνοιαζόταν γι’ αυτό το ποδοπάτημα. Κι η μάνα ούτε το ’παιρνε χαμπάρι. Οι στερνές στιγµές της καταρρέουσας Σµύρνης. Μέσα από τις προσωπικές ιστορίες απλών ανθρώπων, που ζουν στο επίκεντρο του φοβερού χαλασµού, δίνεται µε έξοχη δύναµη αναπαράστασης ο επιθανάτιος σπασµός της φλεγόµενης πόλης. Η συγγραφέας βλέπει τις φλόγες, αλλά δε σταµατά σ’ αυτές: προχωρεί στο ψυχικό ολοκαύτωµα των πρωταγωνιστών της µεγάλης καταστροφής. Της δίνεται έτσι η ευκαιρία να δηµιουργήσει τύπους αυθεντικούς, που υψώνουν το ατοµικό σε πανανθρώπινο, το επικαιρικό σε αιώνιο. Λόγος µεστός, εικόνες καθαρές, χαρακτήρες υπαρκτοί, γλώσσα πλούσια, διάλογος ουσιαστικός, αίσθηµα βαθιάς ανθρωπιάς κάνουν τις «Μνήµες της Σµύρνης» αλησµόνητες. -Βρείτε το βιβλίο εδώ: www.patakis.gr/bm/02357

Σεπτεμβριανά: Πώς, γιατί και χάριν ποιου σώθηκαν οι Άγιοι Απόστολοι από τον τουρκικό όχλο

Στα Σεπτεμβριανά όλες οι εκκλησίες της Πόλεως και των ομόρων Μητροπόλεων υπέστησαν δηώσεις, καταστροφές και ιεροσυλίες αφάνταστες. Μια, όμως, εγλύτωσε. Ποια; Οι Άγιοι Απόστολοι στο Φερίκιοϊ. Το τι θα συνέβαινε εκείνη την φοβερή αποφράδα νύχτα, στους λεγάμενους (στους Τούρκους δηλαδή) ήταν γνωστό από ημερών πολλών. Έγινε θέμα συζητήσεως στους θαμώνες του απέναντι του ιερού ναού καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οι Τούρκοι μεταξύ τους. Άλλοι υπέρ, άλλοι κατά. Κάποιος επεμβαίνει. – Πρέπει να προστατέψουμε την ρωμαίικη εκκλησία, διότι σ’ αυτήν, το ξέρετε όλοι, είναι ένας παπάς που μας βοηθάει στις ανάγκες μας, στις αρρώστιες μας, στην ανέχειά μας. – Πάψε, ρε! Παραμύθια! λένε οι φωνασκούντες αντιτιθέμενοι. – Θα σας το αποδείξω! Αμέσως κιόλας. Δεν έχω ούτε μια λίρα πάνω μου, ψάξτε με! Θα πάω στο σπίτι του παπά και θα σας φέρω 500 λίρες! Πάει, λοιπόν, και χτυπάει την πόρτα. Ζητάει τα χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πως έχει μεγάλη ανάγκη, άρρωστη γυναίκα και άλλα τέτοια. Ο παπάς απαντά: – Βρε παιδί μου, δεν έχω τόσα χρήματα πάνω μου, και μάλιστα τέτοια ώρα. Θα ζητήσω και από τις αδελφές μου, όμως. Περίμενε! Συγκεντρώνει το ποσόν και του το δίδει. Τότε ο Τούρκος τρέχει στο καφενείο και κρατώντας τα χρήματα στα χέρια του ψηλά και δείχνοντας τα φωνάζει στους ομοφύλους του: – Βλέπετε, όλοι; Αυτός είναι ο παπάς! Έτσι, λοιπόν, εκείνο το φρικτό βράδυ του 1955, όλοι οι Τούρκοι γείτονες περικύκλωσαν την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και όταν άρχισαν να έρχονται οι παρακρατικοί τραμπούκοι και ο μαινόμενος όχλος με ρόπαλα και μαχαίρια, βρήκαν τους ομοθρήσκους τους να προασπίζονται αποφασισμένοι τον ιερό ναό· «θα περάσετε πάνω απ’ τα πτώματά μας και ύστερα θα πειράξετε τον ναό και τον παπά»! Το όνομα του εφημερίου; Δημήτριος Παπαδόπουλος. «Άνους» κατά τον Πατριάρχη Αθηναγόρα. Ταπεινός και απέριττος, ευλαβής και αφανής. Ποιος Δημήτριος; Ο κατόπιν Οικουμενικός Πατριάρχης Δημήτριος! Από τους καλυτέρους Πατριάρχας του 20ού αιώνος! Ας είναι αυτά τα ολίγα, ταπεινό μνημόσυνο γι’ αυτόν τον υπέροχο Πατριάρχη!

Το ότι κατακρίνουμε τι σημαίνει; Ότι θεωρούμε τον εαυτό μας μη σφάλλοντα σε οποιοδήποτε αμάρτημα.

Το ότι κατακρίνουμε τι σημαίνει; Ότι θεωρούμε τον εαυτό μας μη σφάλλοντα σε οποιοδήποτε αμάρτημα. Γι’ αυτό λέει ο Κύριος: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε… εν ω κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε» (Ματθ. 7:1). Είναι τόσο σοβαρή βέβαια η κατάκριση, παρ’ ότι εμείς την έχουμε για «ψωμοτύρι» και σαν εμπερίστατη αμαρτία. Εμπερίστατη αμαρτία είναι αυτή, που γίνεται σε κάθε περίσταση και κάθε ώρα. Καίτοι τέτοιοι είμαστε κι εμείς όλοι, λαβωμένοι, καίτοι όλοι είμαστε φορτωμένοι από πληγές κι αμαρτήματα, λέμε για τον άλλον. Όταν πάμε στο νοσοκομείο, θα δούμε ότι όλοι είναι άρρωστοι. Βλέπετε όμως ότι κανένας δεν κατακρίνει τον άλλο άρρωστο· το έχετε παρατηρήσει; Κανείς δεν λέει στον άλλο: «Γιατί εσύ είσαι στο κρεβάτι», αφού είναι κι αυτός άρρωστος στο κρεβάτι. Ενώ εμείς εδώ όλοι είμαστε άρρωστοι ψυχικά κι όμως ο ένας χτυπάει τον άλλον. Ο ένας είναι άρρωστος στο μάτι και κοιτάζει τον άλλον που είναι άρρωστος στο πνευμόνι. Κι όμως δεν το καταλαβαίνουμε οι ταλαίπωροι. Μας σκοτίζει η αμαρτία, μας σκοτίζει ο δαίμονας, για να μας κρατάει όλους στην κατάκριση. «Θα πεθάνουν αύριο και θα τους πιάσω μια χαρά στη φάκα», λέει ο διάβολος· και ο Χριστός, που είναι δικαιοσύνη θα τους πει: «Κρίνατε; Κρίνατε; Τι σας είπα εγώ στο Ευαγγέλιο; Μη κρίνετε. Εσείς είσθε οι κριτές; Από πού είσθε κριτές εσείς; Εγώ είμαι ο Κριτής». Κι έτσι θα μας καταδικάσει όλους εμάς με το μέτρο που μετρούμε τους άλλους. Κι όμως εμείς οι ταλαίπωροι δεν το καταλαβαίνουμε κι ανοίγουμε το στόμα και μιλάμε για τον ένα, για τον άλλο και ρίχνουμε την πέτρα του αναθέματος, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι εμείς πρώτοι έχουμε το ανάθεμα. Πόσοι και πόσοι άνθρωποι, που εμείς τους έχουμε για τιποτένιους και για αμαρτωλούς, μία μέρα μπορεί να βρεθούνε στην Βασιλεία του Θεού· κι εμείς που παίρνουμε την καθέδρα του δικαστού και κρίνουμε, να βρεθούμε κατακριτέοι και να περάσουμε στην κόλαση! Γι’ αυτό, λοιπόν, χρειάζεται πάρα πολλή προσοχή στα έργα μας και να αγωνιζόμαστε να ξεριζώσουμε τον εγωισμό, αυτό το φοβερό θηρίο, που μας τρώει όλα τα σωθικά. Το «εγώ»! Αυτό φουντώνει μέσα μας και θυμώνουμε και οργιζόμαστε και κατακρίνουμε και απαιτούμε το ένα, απαιτούμε το άλλο και βρίζουμε και χλευάζουμε τον έναν και ταπεινώνουμε τον άλλον. Θηρίο! Αυτό βοηθάει στην κατάκριση, αυτό φουσκώνει τον λογισμό ότι κάτι φτιάχνουμε, ότι είμαστε καλοί, ότι έχουμε αρετές, και χίλια δύο άλλα. Η αφετηρία των καλών είναι η ταπεινοφροσύνη και η αφετηρία των κακών ο εγωισμός. Όταν εγώ κρίνω έναν άνθρωπο από συμπάθεια, όχι για να τον κατακρίνω, να τον κατηγορήσω και να τον ταπεινώσω από το φούσκωμα του εγωισμού, αλλά από μια αγάπη και στοργή – π.χ. λέμε ότι ο τάδε, αν δεν έκανε αυτό, πόσο θα ωφελούσε – με πόνο το λέμε και προσευχόμαστε γι’ αυτόν, αυτό δεν είναι κατάκριση. Ενώ όταν τον χαρακτηρίζουμε σαν κακό και εγωιστή και τον ταπεινώνουμε μπροστά στους άλλους, αυτό είναι αμαρτία και κατάκριση. Από το βιβλίο: Γέροντος Εφραίμ Προηγουμένου Ι.Μ. Φιλοθέου, Η τέχνη της σωτηρίας. Έκδ. Ι.Μ. Φιλοθέου, Άγιον Όρος 2005.