Κυριακή Γ'Λουκά-«Έστω κι αν ζήσω χίλια χρόνια ακόμη· έπειτα όμως τί;»

Ο Χριστός μιλούσε στους ανθρώπους για πράγματα που ήταν πολλές φορές δύσκολο να γίνουν αποδεκτά. Για να τα πιστέψουν πιο εύκολα οι άνθρωποι, ο Χριστός τους έδινε κάποιο «σημείο». Κάτι που το έβλεπαν να γίνεται αμέσως μπροστά στα μάτια τους, ή που θα γινόταν στο κοντινό μέλλον. Έτσι το σημείο γινόταν εγγύηση, ότι θα πραγματοποιηθεί και ό,τι άλλο έλεγε και υποσχόταν ο Χριστός, έστω κι αν αυτό φαινόταν εντελώς απίστευτο, ή επρόκειτο να λάβει χώρα ακόμα και στο απώτερο μέλλον. Προλέγοντας π. χ. το τέλος του κόσμου, για να γίνει πιστευτός ο λόγος του, τους έδωσε για σημάδι κάτι που θα το έβλεπαν με τα μάτια τους. Το τέλος της Ιερουσαλήμ, την πλήρη καταστροφή και ερήμωσή της από τους Ρωμαίους, που θα γινόταν προτού «παρέλθη η γενεά αύτη». Όπως και έγινε (το 70 μ. Χ.). Η ανάσταση του μοναχογιού της χήρας στην πόλη Ναΐν (Κυριακή Γ΄ Λουκά) ήταν κι αυτή «σημείο». Το θαύμα δεν είχε φυσικά σκοπό να θρέψει ψευδαισθήσεις, ότι στο εξής ο Χριστός θα έκανε το ίδιο στον καθένα που θα πέθαινε. Τί νόημα θα είχε να χαρίζει ο Χριστός μια ζωή, που σε λίγο θα τελείωνε ξανά; Να δίνει στο γεγονός του θανάτου μια μικρή απλώς αναβολή; Αυτό δεν θα έδινε πραγματική λύση στην αγωνία του ανθρώπου. Λέγει ο άγιος Σωφρόνιος ότι από μικρός βασανιζόταν με το ερώτημα: «Είναι άραγε αιώνιος ο άνθρωπος, ή όλοι μας θα καταλήξουμε πάλι στο σκοτάδι της ανυπαρξίας;» Κάποτε η εικόνα του θανάτου ορθώθηκε μπροστά του. Η «φυσιολογική» του αντίδραση ήταν ότι είναι ακόμα νέος και υγιής, ότι ο θάνατος ενδέχεται να είναι ακόμα μακριά, ότι φυσιολογικά μπορεί να ζήσει ακόμα σαράντα ή πενήντα χρόνια. Πριν όμως τελειώσει τη σκέψη του, σαν απάντηση σ’ αυτή, εισέβαλε μέσα του ξαφνικά και με δύναμη μια φωνή: «Έστω κι αν ζήσω χίλια χρόνια ακόμη· έπειτα όμως τί;» Ακόμα και τα χίλια χρόνια στη συνείδησή του συρρικνώνονταν σε μια σύντομη στιγμή, όσο κρατάει ένας ηλεκτρικός σπινθήρας. Οι άνθρωποι τού φαίνονταν νεκροί, τα έργα τους χωρίς νόημα. «Ήταν λυπηρό», λέει, «να τους κοιτάζεις, ακόμα κι όταν διασκέδαζαν… Η ψυχή δεν ικανοποιούνταν ούτε με τη σκέψη να ζήσω χίλια χρόνια, ούτε με την ιδέα για παγκόσμια ισχυρή βασιλεία, ούτε με αιώνια ιστορική δόξα -μεγαλύτερη από εκείνη του Αλεξάνδρου ή του Σωκράτη ή οποιουδήποτε άλλου από τις περίφημες μεγαλοφυΐες ποιητών, καλλιτεχνών, φιλοσόφων κ. λ. π.- αλλά με ισχυρή φωνή, που τα ξεπερνούσε όλα αυτά, έλεγε, ότι όλοι αυτοί πέθαναν, άρα όλα είναι μηδέν… Τελικά έφτασε η ημέρα, κατά την οποία στο βάθος του είναι μου θυμήθηκα τους λόγους του Χριστού: “Πριν Αβραάμ γενέσθαι, Εγώ ειμι”»(*). Η ανάσταση του μοναχογιού της χήρας ήταν το σημείο, ότι κοντά μας ήρθε ήδη κάτι άλλο. «Ήγγικεν η Βασιλεία των ουρανών». Ήρθε αυτός που ζούσε πριν από όλους και από όλα. Η Ζωή και η Ανάσταση. Στη μίζερη ζωή μας που τη σκοτείνιαζε αναπότρεπτα η σκιά του θανάτου, ανέτειλε αυτός που «ζώντων και νεκρών κυριεύει». Όχι για να προσφέρει απλώς ένα προσωρινό δωράκι, μια παροδική παρηγοριά, μα κάτι πολύ μεγαλύτερο. Όχι κάτι από τον εαυτό του, αλλά τον ίδιο τον εαυτό του. Ώστε όποιος θέλει «εν αυτώ μένειν, …καν αποθάνη ζήσεται». Η όντως ζωή, η Βασιλεία του Θεού, δεν είναι κάτι που θα μας δοθεί στην άλλη ζωή. Δεν είναι μόνο αναμενόμενη. Έχει έλθει. Είναι ήδη παρούσα στη ζωή μας. «Εντός ημών εστι».

Το πίσω κάθισμα...

Γεννιόμαστε με ένα ζευγάρι κλειδιά στο χέρι… Και μένει σε μας, να αποφασίσουμε, το τι θα κάνουμε με αυτά. Μένει σε εμάς, να αποφασίσουμε, το ποιος θα οδηγήσει. Είδα ανθρώπους να παίρνουνε οι ίδιοι το τιμόνι της ζωής τους. Να παλεύουνε να κρατήσουνε στο δρόμο το αμάξι. Να αγχώνονται για τη διαδρομή, για τον προορισμό, για τις κακοτοπιές, για τις στροφές και για τις ανηφόρες. Τους είδα να αγχώνονται για τα καύσιμα. Τους είδα, να μπερδεύονται με χάρτες. Τους είδα να μαλώνουνε με τους συνεπιβάτες τους. Τους είδα να αρρωσταίνουνε από τη πολλή προσπάθεια. Να χάνονται μέσα στις μέριμνες και μέσα στο πολύ το άγχος. Είδα όμως και άλλους. Ανθρώπους, απλούς. Ανθρώπους ταπεινούς. Ανθρώπους που κάθονται στο πίσω κάθισμα. Ανθρώπους, που κάνουνε μέσα στη μέρα ό,τι καλύτερο μπορούν αλλά μετά δεν μεριμνούν. Μετά αφήνονται... Κάθονται στο πίσω κάθισμα και αφήνουνε το Θεό να οδηγήσει. Δε θα σου πω ψέματα. Αυτούς τους δεύτερους, τους ανθρώπους που κάθονται στα πίσω τα καθίσματα, πολύ τους ζήλεψα.Και θέλω πολύ να γίνω ένας από δαύτους. Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος

Τότε θα έχουμε το δικαίωμα να λέμε πως είμαστε ελεύθεροι!

Όταν ο Καποδίστριας έβαζε τον θεμέλιο λίθο στο σχολείο της Πάτρας, στα 1828, είπε: - Ακόμα όμως δεν είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Ελευθερωθήκαμε από τους Τούρκους αλλά δεν ελευθερωθήκαμε από την σκλαβιά των εαυτών μας... Πρέπει τώρα να ελευθερωθούμε από τις κακές μας συνήθειες, τις προλήψεις, την αμάθεια και τη φτώχεια μας. Τότε θα έχουμε το δικαίωμα να λέμε πως είμαστε ελεύθεροι!

Το τελευταίο κατόρθωμα του τηλεοπτικού υπονόμου

Και ενώ δεν βουλιάζουμε απλώς αλλά κυριολεκτικά πνιγόμαστε πλέον μέσα στα λύματα της παρακμής, της χυδαιότητας και της βλασφημίας και με αγωνία ψάχνουμε ολόγυρα κάτι για να ακουμπήσουμε τη ματιά μας και να βρούμε λίγες έστω στιγμές ανάπαυσης και παρηγοριάς, υπάρχει ένα τεράστιο σύστημα που είναι ολοκληρωτικά ταγμένο να μας παραχώσει όλο και βαθύτερα μέσα στη βρωμερή λάσπη. Η άθλια ελληνέζικη τηλεόραση, με πρωτοπόρα τα ιδιωτικά κανάλια (αλλά πλέον άξιο συμπαραστάτη και τα κρατικά) αποτελεί εδώ και τρεις τουλάχιστον δεκαετίες βασικότατο γρανάζι στον συνολικό μηχανισμό του εκμαυλισμού και εκφαυλισμού αυτού του τόπου, ως φορέας προπαγάνδας, αισχρότητας, κατασπίλωσης όλων των ηθικών και πνευματικών αξιών, προβολής κάθε ανωμαλίας, αποθέωσης κάθε διαστροφής και συνολικής εξοικείωσης της ελληνικής κοινωνίας με όλο το δυσώδες πακέτο της νεοεποχίτικης ατζέντας. Το τελευταίο κατόρθωμα του εν λόγω τηλεοπτικού υπονόμου αφορά στη νέα σειρά που αρχίζει οσονούπω να προβάλλεται από τον MEGA πρωτεργάτη της τριακονταετούς και πλέον τηλεκπόρνευσης. Βασίζεται σε ένα δήθεν μυθιστόρημα (εκ της γνωστής νεοελληνέζικης ψευτολογοτεχνικής χωματερής) και σε τι αφορά; Στην ιστορία, λέει, μίας 22χρονης δόκιμης - αλλά όπως παρατηρούμε στις φωτογραφίες ρασοφόρας - μοναχής που ζει από 12 χρονών σε ένα μοναστήρι, παρά το ότι μάλιστα ο πατέρας της δεν συναινεί (ειλικρινά αδυνατώ να φανταστώ ποιος διανοητικά προβληματικός και παντελώς ανίδεος νους συνέλαβε τέτοια συνολικά εξωπραγματική γελοιότητα) και κάποια στιγμή (πλέον ο ανίδεος νους γίνεται σιχαμερά μιαρός) πηγαίνει για λίγο στο πατρικό της και σταδιακά παρεκκλίνει και παρασύρεται από τη φλόγα του σαρκικού έρωτα με ένα φίλο του αδελφού της. Περισσότερα δεν πρόκειται να πω εδώ (μπορεί όποιος θέλει να βρει λεπτομέρειες στο διαδίκτυο), παρά μόνο ότι το όλο πατσαβούργημα που πλασάρεται από το κανάλι και ως…πολυαναμενόμενη σειρά και προμετωπίδα του φετινού του τηλεοπτικού προγράμματος, φέρει τον εύγλωττο τίτλο «Μαύρο Ρόδο» και αποτελεί μία ακριβή παραγωγή με πολύ γνωστούς συντελεστές. Ενδεικτικά όντως όλα αυτά της ιδιαίτερης προσοχής με την οποία κάποιοι επιμένουν να πασπαλίζουν επιμελώς με άχνη ζάχαρη τις κοπριές για να δείχνουν κάτι άλλο από αυτό που στην πραγματικότητα είναι. Εμείς όμως ειλικρινά δεν γίνεται να την αντέξουμε άλλο τη μπόχα τους. Εδώ και χρόνια τα βοθροκάναλα της καταισχύνης έχουν μεταβάλει τον τηλεοπτικό μας αέρα σε έναν απέραντο σκουπιδότοπο, όπου οτιδήποτε - από ταινίες και σήριαλ έως ριάλιτυ, αλλά ακόμη και διαφημίσεις προϊόντων πλέον - βρωμάει νεοταξίλα και ζέχνει αρρώστια και διαστροφή. Και πέρα από όλο το υπόλοιπο πακέτο της καταρράκωσης, είναι και το ράσο που σπιλώνεται και διακωμωδείται συστηματικά εδώ και χρόνια μέσα από διάφορα γελοία σήριαλ της κακιάς ώρας, στα οποία εμφανίζονται new wave (για να μην πω new age) κουρεμένοι, χυδαίοι ή σαχλεπίσαχλοι ιερείς να ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό που θα έπρεπε. Τώρα δηλαδή ήρθε η ώρα να πιάσουν στο βρωμερό στόμα τους και τον ορθόδοξο μοναχισμό; Ή μήπως - συνεχίζοντας το πασπάλισμα που προαναφέρθηκε - θα αρχίσουν πάλι όλοι αυτοί οι αχρείοι τα γνωστά σοφίσματα για «ανθρώπινες ιστορίες που είναι μέσα από τη ζωή» και «για ανθρώπινα πλάσματα που δεν είναι υπεράνθρωποι, αλλά επειδή έχουν συναισθήματα υπόκεινται και σε πτώσεις»; Εμείς τους απαντάμε ότι τέτοιες αθλιότητες δεν είναι καθόλου μέσα από τη ζωή, γιατί άλλη είναι η ζωή του μοναχισμού (είναι αγώνας και κόπος και συνεχής θυσία και ατελεύτητος πόλεμος κατά των δαιμόνων) και ακόμη κι όταν υπάρχουν πτώσεις, αν εσύ επιλέξεις να επικεντρώσεις στις εξαιρέσεις και όχι στον κανόνα, είσαι απλά ένας εγκάθετος θεομπαίχτης με συγκεκριμένη στόχευση. Την ίδια στόχευση που έχει πλέον επανειλημμένα διαπιστωθεί στις προθέσεις και τις πράξεις όλου αυτού του ανεκδιήγητου αλητοσυρφετού: να λασπολογηθεί και να καθυβριστεί κάθε τι το υψιπετές, να αποδομηθούν όλες οι αξίες, να αποσαθρωθεί κάθε ιερό και όσιο, να γκρεμιστούν με λίγα λόγια όλα όσα γέννησαν και κράτησαν επί αιώνες όρθιο αυτόν τον λαό και αυτή την αγιοτόκο πατρίδα. Ένα ελεεινό έργο συνολικής και ολοκληρωτικής κατεδάφισης που το ζούμε εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Και φυσικά μην τολμήσει κανένας να πει ότι κρίνουμε κάτι που δεν έχουμε δει ακόμη. Δεν χρειάζεται να μπεις μέσα στον βόθρο για να τον κρίνεις, η αποφορά του είναι κι από μακριά αρκετή. Ήδη όσα έχουν διαρρεύσει επίσημα περί του επερχόμενου τηλεσκουπιδιού, είναι υπεραρκετά. Δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο. Και βεβαίως εννοείται ότι δεν πρόκειται να χαραμίσουμε ούτε στιγμή τηλοψίας για το σκουπίδι. Και μόνο όμως που υπάρχει τέτοιο πράγμα και προβάλλεται, συνιστά επαρκή λόγο οργής και αγανάκτησης. Και φυσικά διαμαρτυρίας. Διαμαρτυρίας που οφείλει να είναι μαζική και επίμονη. Γιατί βεβαίως όλα τα παραπάνω θεωρώ ότι δίνουν επίσης απάντηση και σε όσους, από την άλλη, θα πουν «εγώ δεν βλέπω τηλεόραση, δεν με αφορά το θέμα» ή «πετάξτε την τηλεόραση και μην ασχολείστε». Θα είναι και «πιστοί Χριστιανοί» μάλιστα οι περισσότεροι από αυτούς. Το θέμα ωστόσο δεν είναι προσωπικό, ούτε μπορεί να λυθεί με εύκολους αφορισμούς και κυρίως ακόμη πιο εύκολους (και τόσο βολικούς) στρουθοκαμηλισμούς. Και αν βλέπουμε και αν δεν βλέπουμε τηλεόραση, είναι τελείως αδιάφορο προκειμένου. Γιατί, εντελώς ανεξάρτητα από εμάς, το πρόβλημα συνεχίζει να υφίσταται. Και είναι μία ακόμη μόλυνση στο ήδη παμμίαρο τοπίο ολόγυρά μας. Για τον λόγο μάλιστα αυτό δεν έχει νόημα ούτε το άλλο ανόητο (και επίσης φυγόπονα βολικό) «επιχείρημα» να μη μιλάμε, «γιατί έτσι τους κάνουμε διαφήμιση». Εδώ έχουμε ένα όνειδος που ήδη διαφημίζεται από πολλές μεριές. Και είναι απολύτως βέβαιο ότι αυτή η διαφήμιση θα πολλαπλασιαστεί από ένα ολόκληρο τηλεθεάμον κοινό αποχαυνωμένων (ελληνοφώνων, αλλά ανελλήνιστων) χλευαστών. Αλλά ακόμη και αν δεν συνέβαινε, θα το επαναλάβω και πάλι, προς πλήρη εμπέδωση: και μόνη η ύπαρξή του συνιστά ένα ακόμη στίγμα. Μία ακόμη εστία ρύπανσης και πνευματικού μαγαρισμού. Ένα ακόμη μαύρο σύννεφο στον σκοτεινό ουρανό της καταπληγιασμένης πατρίδας. Έως πότε θα τα αφήνουμε αδιαμαρτύρητα να μαζεύονται έχοντας τα κεφάλια μας χωμένα στην άμμο; Έως πότε θα την καταπίνουμε αμάσητη όλη τη δυσωδία και τη σαπίλα; Έως πότε, ενώ οι καιροί απαιτούν επιτακτικά νινευιτική μετάνοια, εμείς θα επιμένουμε να ξεπέφτουμε όλο και πιο χαμηλά;

Ο όρθρος της τελευταίας αγιασμένης πνοής του...(π.Συμεών Κραγιόπουλος)

30 Σεπτεμβρίου 2015 πέταξε στον ουρανό η ψυχή του π. Συμεών Κραγιοπούλου , την ώρα που ψάλλεται, συνήθως, η Τιμιωτέρα των Χερουβείμ ! Από βραδύς μου στείλανε μήνυμα :" Ο πάτερ πορεύεται..." Τα ξημερώματα, η Τιμιωτέρα των Χερουβείμ , η Παναγία μας , ανάμεσα στο ευωδιαστό θυμίαμα και στην ορθρινή μυσταγωγία , πήρε την αγιασμένη ψυχή του να την ξεκουράσει από τις αμαρτίες μας και να εισέλθει στη χαρά του Κυρίου. Στον Κύριο που αγάπησε και υπηρέτησε δίνοντας όλη τη ζωή του ως καιομένη λαμπάδα ενώπιόν Του. Η ψυχή του ας αγάλλεται και ας ευφραίνεται " εις τας αυλάς του παραδείσου " και ας εύχεται και για μας ! Ένα υπέροχο κείμενο του κυρίου Γεωργίου Γαλίτη, Καθηγητού της Θεολογικής Σχολής Αθηνών , από τη σελίδα της Μονής : Ὁ Γ. Γαλίτης εἰς μνήμην τοῦ π. Συμεών γράφει: «Ὁ λόγος τοῦ π. Συμεών ἦταν προφητικός. Ὅπως στόν ἀρχαῖο Ἰσραήλ ὁ Θεός ἔστελνε τούς προφῆτες πού μιλοῦσαν ἐξ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ λέγοντας τήν ἀλήθεια, καυτηριάζοντας τό ψέμα καί ὁδηγώντας τόν λαό, ἔτσι καί στήν περίπτωση τοῦ π. Συμεών. Ἀκούγοντάς τον εἶχες τήν αἴσθηση ὅτι ἀκοῦς τή φωνή τοῦ Θεοῦ, ὅτι ὁ λόγος του εἶναι ὑπεύθυνος, αὐθεντικός, ἔγκυρος. Δέν ἐπεβάλλετο μέ ἀνθρώπινο καταναγκασμό, ἀλλά μέ τό κῦρος τοῦ ὁμιλοῦντος "ἐν πνεύματι ἁγίῳ". Χωρίς ὑπεκφυγές στόχευε κατ᾿ εὐθεῖαν στήν οὐσία τοῦ θέματος, καί δέν ὡραιοποιοῦσε τόν λόγο του γιά νά φανεῖ ἀρεστός. Ἔλεγε τήν Ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, ἀτόφια, ὅσο βαριά κι ἄν φαινόταν σέ πολλούς. Ἦταν ὁ προφήτης, μέ τή βιβλική ἔννοια, πού ταρακουνοῦσε τίς ψυχές γιά νά ἀποβάλουν τά ψιμμύθια μέ τά ὁποῖα τίς φόρτωσε ὁ ἐγωϊσμός καί νά δοῦν τή γυμνή πραγματικότητα. Στήν ἐξομολόγηση δέν ἦταν ὁ αὐστηρός δικαστής. Οὔτε ὁ ἐλεγκτής, ὁ τιμωρός. Δέν τρόμαζες, δέν ἀπελπιζόσουν. Ἦταν ὁ γιατρός πού σέ γιάτρευε, ὁ πατέρας πού σέ ἀγαποῦσε, ὁ φίλος πού σέ συνόδευε. Ἡ ἐξομολόγηση δέν εἶχε τίποτε τό καταθλιπτικό, τό τυπικό, τό δικανικό. Κάποτε τόν ρώτησε κάποιος πνευματικός: "Ἐσεῖς, πάτερ Συμεών, πῶς τά καταφέρνετε καί ἔχετε τόση ἐπιτυχία στήν ἐξομολόγηση;" "Φροντίζω νά βρίσκομαι", ἀπάντησε, "ὅσο πιό κάτω γίνεται, ὥστε, ὅσο χαμηλά κι ἄν πέσει ὁ ἐξομολογούμενος, ἐγώ νά βρίσκομαι ἀκόμη πιό κάτω, γιά νά τόν πιάσω". Στήν ἐξομολόγηση, ὅπως καί στήν καθημερινή ἀναστροφή, ἦταν ὅλος ἀγάπη. Ξεχείλιζε ἡ ἀγάπη ἀπό μέσα του. Ἐξέπεμπε ἀγάπη, ὄχι μέ λόγια οὔτε μέ πράξεις: μόνο μέ τό βλέμμα του, τό χαμόγελό του, μέ ἕνα του μόνο λόγο. Δέν ἦταν ἀνοιχτός σέ οἰκειότητες, καί ὅμως τόν αἰσθανόσουν οἰκεῖο, πατέρα, ἀδελφό, φίλο».