Έξι χρόνια στο δημοτικό και έξι σε γυμνάσιο - λύκειο με τους μαθητές να βαριούνται θανάσιμα...

Ας αναλογιστούμε: Δυόμισι, σχεδόν, χρόνια αποξένωσης από τη ζωντανή εκπαίδευση έχουν δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στα παιδιά. Οι μισοί μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διαπιστώνονται και επισήμως ως λειτουργικά αναλφάβητοι. Σιγά τα νέα. Ποιός έσπασε ποτέ αυγά σ' αυτό τον τόπο; Και το πιο δυσάρεστο (τα καλάθια του τίτλου): Έξι χρόνια στο δημοτικό και έξι σε γυμνάσιο - λύκειο με τους μαθητές να βαριούνται θανάσιμα. Να μην διασκεδάζουν. Να βρίσκονται αλλού. Ανέμπνευστοι, ανέραστοι, αδιάφοροι. Ακόμη και στην στρατιωτική εκπαίδευση οι νεοσύλλεκτοι βρίσκουν τρόπους να περνάνε καλά. Όχι όμως και στο ελληνικό σχολείο. Πρόκειται για ένα δράμα που οι συνεπείς εκπαιδευτικοί το ζουν καθημερινά. Επί χρόνια. Η αληθινή, υπόγεια τραγωδία του τόπου. Νέοι άνθρωποι χαμένοι πριν ακόμα δώσουν τη μάχη, χαμένα χρόνια στην κυριολεξία, λάθος προσανατολισμένοι μαθητές, κατεστραμμένοι πριν καν αρχίσουν τη ζωή τους. Με λάθος εφόδια. Ή, καλύτερα, χωρίς εφόδια. Και το χειρότερο: Με αδιαφορία ή και μίσος για το σχολείο. Από το δημοτικό ως το πανεπιστήμιο (ιδιαίτερα στο τελευταίο με τους καταθλιπτικούς, βρώμικους χώρους του, λόγω ... προοδευτικού ακτιβισμού)! Επειδή τα παιδιά μας, το ξαναλέω, βαριούνται θανάσιμα. Ή, καλύτερα, μάς βαριούνται. Κι εμάς και τα δωρεάν - ίσως και γι' αυτό τόσο βαρετά, κακογραμμένα και κακοσχεδιασμένα - βιβλία που τούς παρέχουμε χύδην και τα οποία δεν ανοίγουν σχεδόν ποτέ. Τόσο μαζικά και απρόσωπα βιβλία. Βιβλία που δεν θα βάλεις ποτέ στη βιβλιοθήκη αλλά θα τα πετάξεις εκδικητικά με την πρώτη ευκαιρία. Δείτε τους όγκους των εντύπων που δίνουν σε δημοτικό και γυμνάσιο και...φρίξτε. Για τον όγκο της υποκρισίας. Ποιός, διερωτώμαι, θα σπάσει τ' αυγά της εκπαιδευτικής ιδεοληψίας και θα αξιοποιήσει τα καλάθια της νέας εποχής; Τα τάμπλετ, ας πούμε, που τόσο λατρεύουν οι πιτσιρικάδες. Που θα πει, πρέπει να πάμε στο παιδί με οδηγό τις δικές του ανάγκες κι όχι τις δικές μας ανασφαλείς βεβαιότητες. Το ίδιο και με την διδασκαλία της ιστορίας, το θαυμαστό παραμύθι του έθνους. Δηλαδή την καλλιέργεια της φιλοπατρίας αλλά και την καταπολέμηση της εθνικιστικής μειονεξίας. Ονειρεύομαι λοιπόν ένα σχολείο με ελάχιστα ή και καθόλου βιβλία στην τάξη. Αλλά με ελεύθερες επιλογές βιβλίων. Το δικό μας σύστημα, είτε αριστερό είτε δεξιό, είναι προαποφασισμένο, δηλαδή σταλινικό. Αφού γενικότερα ως κοινωνία δεν αγαπάμε το βιβλίο αλλά το θεωρούμε κάτι το εξωτικό και αχρείαστο. Το διακοσμητικό για την σερβάντα! Και με τους πολιτικούς συστηματικά να κρύβουν όλο το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Ή να παίζουν εν ου παικτοίς.( Έστω κι αν έχουν πολλοί από αυτούς υπάρξει ακαδημαϊκοί δάσκαλοι). Όπως συμβαίνει για παράδειγμα με το αμαρτωλό, με το, διαχρονικά, κομματικοποιημένο, πρώην, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. (Και από το 2012, Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Όχι παίζουμε). Τί λείπει λοιπόν από την παιδεία μας; Μα τι άλλο από τον έρωτα. Κι απ' το παιχνίδι του έρωτα. Δηλαδή την αυτενέργεια και την αυτοέκφραση. Τα παιδιά μας τα θέλουμε παθητικούς δέκτες που να απομνημονεύουν, τουτέστιν να παπαγαλίζουν. Όχι να εκφράζονται δημιουργικά. Η παιδεία όμως είναι συνδημιουργία. Γι' αυτό είναι τόσο διαφορετικά και τόσο επιτυχημένα τα λεγόμενα καλλιτεχνικά γυμνάσια. Ενώ βιαστήκαμε να καταργήσουμε τα καλλιτεχνικά μαθήματα, δηλαδή την αυτενεργεια στην τάξη. Απ' την άλλη μια ολόκληρη κοινωνία που εφησυχάζει. Εμπρός στην ηλίθια, ιδιωτική τηλεόραση. Θα ήθελα να ήμουν δικτάτορας για να την καταργήσω. Τόσο μακριά απ' το βιβλίο και την κουλτούρα του βιβλίου. Με τα παιδιά, μοιραία, να βλέπουν τους γονείς τους και να τούς μιμούνται. Συμπέρασμα: Η παθογένεια της εκπαίδευσης αντανακλά ακριβοδίκαια την παθογένεια της οικογένειας. Πιο απλά αρπαχτές και στη γνώση όπως και στη ζωή, ήσσων προσπάθεια, έλλειψη πειθαρχίας, κανόνων, αξιών, αρρωστημένος εγωτισμός, κιτς ως αισθητική (δηλαδή επιφάνεια και "μούρη"), έλλειψη πνεύματος μαθητείας και σεβασμού, απομυθοποίηση του δάσκαλου στο όνομα του ... μοντερνισμού κλπ. Απομυθοποίηση, τέλος, του σχολείου στο όνομα του ... ρεαλισμού και της επαγγελματικής δήθεν αποκατάστασης. Με κάθε κόστος. Μυθοποίηση απ'την άλλη του εξωσχολικού φροντιστηρίου. Αμφισβήτηση εν τοις πράγμασιν της μαθησιακής διαδικασίας. Η παιδεία ως οχληρή υποχρέωση. Η παιδεία ως τεχνική κι όχι ως μέθεξη. Κι ώσπου να γίνουν όλες, αυτές οι κοσμογονικές αλλαγές, γονείς ασχοληθείτε με τα παιδιά σας! Είστε οι πρώτοι και οι τελευταίοι δάσκαλοι τους! Και βέβαια η αλλαγή του παραδείγματος που οφείλει να ακολουθήσει την αλλαγή της εποχής δεν είναι διόλου εύκολη. Απεναντίας. Και η έλλειψη διαλόγου ως προς την παιδεία από πλευράς κομμάτων εκ παράλληλου προς την αφωνία και την αυστηρή... ουδετερότητα της πνευματικής ηγεσίας δεν προοιωνίζεται τίποτε αισιόδοξο. Όσο οι πολιτικές παρατάξεις θα ψηφοθηρούν μέσω της παιδείας, τόσο η τραγωδία θα μεγαλώνει. ΥΓ. Λέω συχνά στους μαθητές μου "Δεν μπορεί, όλα αυτά τα χρόνια, θα πετύχατε έναν δάσκαλο, έναν καθηγητή που να τον ερωτευτήκατε, που να σάς ενέπνεε, που να τον κοιτάζατε στα μάτια. Και μόνο για αυτό αξίζει ν' αγαπήσετε το σχολείο. Που είναι δικό σας κι όχι του εκάστοτε διευθυντή, καθηγητή, υπουργού κλπ.". Οι περισσότεροι απαντούν θετικά. Αυτό και μόνο αυτό - δηλαδή ο άγνωστος, "ανώνυμος" δάσκαλος - διασώζει κάτι στη παιδεία μας. Ακόμη. Από την άλλη φέρτε τα παιδιά σας στα μουσεία, στις γκαλερί, στους αρχαιολογικούς χώρους. Δείξτε τους τέχνη. Μη περιμένοντας τα πάντα από μιαν αργόστροφη πολιτεία. Κάντε τα κοινωνούς του διαχρονικού πολιτισμού μας (και πολιτισμού τους). Είναι η υψηλότερη μορφή παιδείας!

Μετά τη συννεφιά συνήθως η λιακάδα είναι πιο γλυκιά

Επικρατεί μια συννεφιά στον τόπο μας. Πρόσωπα σκυθρωπά, αγέλαστα, θλιμμένα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην πέρασε θλίψη. Διάφορες είναι οι πηγές της θλίψεως. Κουράζουν το σώμα και την ψυχή. Οι θλίψεις μπορούν να αρρωστήσουν τον άνθρωπο, αλλά μπορούν και να τον ωριμάσουν και να τον καλλιεργήσουν. Να τον κάνουν να δει τον συνάνθρωπό του με μεγαλύτερη επιείκεια, κατανόηση και συμπάθεια. Η υπομονή και η ελπίδα στις θλίψεις ανακουφίζουν. Μπορεί οι θλίψεις να οδηγήσουν σε καλό, σε μετάνοια. Δεν είναι κανείς που να μην πέρασε θλίψεις, πόνους, πειρασμούς και δοκιμασίες. Σαν σαράκι η θλίψη κατατρώει τον έσω άνθρωπο. Ο σκοπός των θλίψεων στη ζωή μας δεν είναι ότι ο Θεός αρέσκεται να τιμωρεί και να βασανίζει τους ανθρώπους σαν ένας σαδιστής πατέρας, αλλά η διόρθωσή μας, η βελτίωσή μας, η κατεύθυνσή μας στα άνω. Οι θλίψεις μπορούν να γίνουν ένας δρόμος προς συνάντησή μας με τον ζώντα Θεό. Οι άνθρωποι αγάπησαν το σκοτάδι και όχι το φως, και γι’ αυτό θλίβονται. Μερικές φορές οι θλίψεις διώχνουν την οκνηρία, τη νωχέλεια και την αδιαφορία. Μπορούν να συγκεντρώσουν τον άνθρωπο στον εαυτό του, να γίνει αφορμή περισυλλογής, ενδοσκαφής, αυτοανάκρισης, αυτογνωσίας και αυτομεμψίας. Οι πολλές και διάφορες ανέσεις μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ράθυμο, χλιαρό και χαλαρό. Μπορεί να νομίζει ότι είναι ευτυχισμένος, μέσα του όμως να έχει μια ανεκπλήρωτη χαρά. Η γενναία αντιμετώπιση των θλίψεων της ζωής θα δώσει τη νίκη της ανδρείας. Μπορεί οι θλίψεις να μας φέρουν πιο κοντά στο Θεό. Ο Θεός αγαπά να δοκιμάζει παιδαγωγικά για να βοηθήσει, να φωτίσει, να ανορθώσει. Οι θλιμμένοι μπορούν να γίνουν πιο συμπάσχοντες και φιλάδελφοι. Μη στη στενοχώρια να προσθέτουμε στενοχώρια και στη θλίψη άλλη θλίψη. Κατά τον Μέγα Βασίλειο κακό δεν είναι η ασθένεια, η απόρριψη, η οικονομική ζημιά, η φτώχεια και η στέρηση παρά μόνο η αμαρτία. Η σοφία του Θεού αφαιρεί τον πλούτο από αυτούς που τον μεταχειρίζονται λαθεμένα, εσφαλμένα, πλεονεκτικά και απάνθρωπα. Επιτρέπει τις ασθένειες στο σώμα για να το ταπεινώσει, να δώσει υγεία στην ψυχή, να μην αφηνιάσει στην αμαρτία. Παίρνει, παρά τη θλίψη μας, εκείνους που κρίνει πως είναι η καλύτερή τους ώρα. Μην τα βάζουμε με τον Θεό. Ξέρει καλά τι κάνει. Δεν γνωρίζουμε το σωτήριο σχέδιο και τον λυτρωτικό Θεό. Αρκετές φορές το φάρμακο είναι πικρό, δεν θέλουμε να το πάρουμε, όμως δίνει θεραπεία. Η αμαρτία είναι η κύρια και η μεγάλη πηγή των θλίψεων. Η αμαρτία τυραννά, παρασύρει, δεσμεύει, φυλακίζει, εξαθλιώνει. Ο Θεός δεν θα κρίνει όσους αμάρτησαν, αλλά όσους δεν μετανόησαν. Η ταπεινοφροσύνη, η προσευχή, η υπομονή ελαφρύνει το βάρος των θλίψεων. Μη λοιπόν αφήσουμε εξαιτίας μας να μεγαλώσουν οι θλίψεις. Μην επιτρέψουμε θλίψη επί των θλίψεων. Ας τις δούμε και με αυτό το άλλο μάτι που αναφέρουμε. Μην, παρακαλώ, οδηγηθεί ποτέ κανείς στην απελπισία. Μετά τη συννεφιά συνήθως η λιακάδα είναι πιο γλυκιά. Γέροντα Μωυσέως Αγιορείτου

"Οι εν Λεμεσώ διαλαμψάντες Άγιοι"

Οι εν Λεμεσώ Άγιοι: Ο άγιος Επίσκοπος Αριστοκλειανός, ο άγιος Επίσκοπος Θεόπομπος, ο άγιος Επίσκοπος Ηλιόδωρος, ο άγιος Επίσκοπος Θεοδόσιος, ο άγιος Επίσκοπος Αλέξανδρος και Ευστάθιος, οι Επίσκοποι Κουρίου Φιλάγριος, Φιλωνίδης και Ζήνων, ο άγιος Μνημόνιος, ο άγιος Τύχων, οι άγιοι Επίσκοποι Νεαπόλεως και Θεοδοσιανής άγιοι Λεόντιος, Τυχικός και Ζήνων, ο Πολιούχος άγιος της Λεμεσού, Ιωάννης ο Ελεήμων, ο άγιος Ερμογένης, ο άγιος Ιερομάρτυρας Θεράποντας, οι άγιοι Μάρτυρες Ρηγίνος και Ορέστης, ο άγιος Γεώργιος του Αλαμάνου, ο άγιος Θεοφάνης ο Μυροβλύτης, ο άγιος Ιωάννης ο Ερημίτης, ο άγιος Νεομάρτυρας Ιωνάς. Δεύτερη Κυριακή του Οκτωβρίου σήμερα και αφού εορτάσαμε την πρώτη Κυριακή τη Σύναξη πάντων των εν Κύπρω Αγίων που αγίασαν και έζησαν στην νήσο Κύπρο, η Εκκλησία μας η τοπική εορτάζει πάντας τους εν Λεμεσώ Αγίους. Όλους αυτούς τους Αγίους που έζησαν και αγίασαν και δόξασαν τον Θεό στη Μητροπολιτική περιφέρεια Λεμεσού, στην πόλη μας και στην επαρχία μας. Όσο και αν μας φαίνεται άγνωστο, εντούτοις όμως έχουμε 26 επωνύμους Αγίους, οι οποίοι έζησαν στην πόλη μας και στην επαρχία μας. Αυτοί ήταν Μάρτυρες, Όσιοι, Ιεράρχες και Νεομάρτυρες με προεξάρχοντα τον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αμαθούντα, με αρχή τον Άγιο Απόστολο Τυχικό, ο οποίος ήταν ο πρώτος επίσκοπος Νεαπόλεως και με τους Αγίους Επισκόπους Κουρίου και με τους Νεομάρτυρες, τον Ιωνά τον πρωτοψάλτη της Αγίας Νάπας, που μαρτύρησαν το 1821 μαζί με τον Άγιο Ιερομάρτυρα Κυπριανό και μαζί με πολλούς άλλους Μάρτυρες της εποχής εκείνης. Έχουμε μία πληθώρα Αγίων και αυτούς τους Αγίους γιορτάζουμε σήμερα, και πολλούς άλλους που είναι για μας άγνωστοι και τους ξέρει μόνο ο Θεός. Όλους αυτούς λοιπόν τους Αγίους Πατέρες μας, τους αδερφούς μας και συναγωνιστές μας, τους γιορτάζουμε σήμερα για να προσευχηθούμε σε αυτούς να πρεσβεύουν για μας, να πρεσβεύουν και να προσεύχονται και αυτοί για μας που κατοικούμε στον ίδιο χώρο μαζί με αυτούς και πορευόμαστε και εμείς, ο καθένας μας, το δικό του δρόμο προς τη βασιλεία του Θεού. Έχουμε ανάγκη τις προσευχές των Αγίων διότι οι Άγιοι είναι φίλοι μας, είναι Πατέρες μας και αδελφοί μας και συναγωνίζονται μαζί μας με τις προσευχές τους και μας δίνουν δύναμη και κουράγιο να συνεχίσουμε ο καθένας το δικό του αγώνα. Έχοντας λοιπόν τοσούτον νέφος Μαρτύρων και Αγίων μπροστά μας, λαμβάνουμε θάρρος και υπομονή «τρέχωμεν καί ἡμεῖς τόν προκείμενον ἡμῖν ἀγῶνα, ἀφορῶντες εἰς τόν τῆς πίστεως ἀρχηγόν καί τελειωτήν Ιησοῦν»

Κυριακή Γ'Λουκά-«Έστω κι αν ζήσω χίλια χρόνια ακόμη· έπειτα όμως τί;»

Ο Χριστός μιλούσε στους ανθρώπους για πράγματα που ήταν πολλές φορές δύσκολο να γίνουν αποδεκτά. Για να τα πιστέψουν πιο εύκολα οι άνθρωποι, ο Χριστός τους έδινε κάποιο «σημείο». Κάτι που το έβλεπαν να γίνεται αμέσως μπροστά στα μάτια τους, ή που θα γινόταν στο κοντινό μέλλον. Έτσι το σημείο γινόταν εγγύηση, ότι θα πραγματοποιηθεί και ό,τι άλλο έλεγε και υποσχόταν ο Χριστός, έστω κι αν αυτό φαινόταν εντελώς απίστευτο, ή επρόκειτο να λάβει χώρα ακόμα και στο απώτερο μέλλον. Προλέγοντας π. χ. το τέλος του κόσμου, για να γίνει πιστευτός ο λόγος του, τους έδωσε για σημάδι κάτι που θα το έβλεπαν με τα μάτια τους. Το τέλος της Ιερουσαλήμ, την πλήρη καταστροφή και ερήμωσή της από τους Ρωμαίους, που θα γινόταν προτού «παρέλθη η γενεά αύτη». Όπως και έγινε (το 70 μ. Χ.). Η ανάσταση του μοναχογιού της χήρας στην πόλη Ναΐν (Κυριακή Γ΄ Λουκά) ήταν κι αυτή «σημείο». Το θαύμα δεν είχε φυσικά σκοπό να θρέψει ψευδαισθήσεις, ότι στο εξής ο Χριστός θα έκανε το ίδιο στον καθένα που θα πέθαινε. Τί νόημα θα είχε να χαρίζει ο Χριστός μια ζωή, που σε λίγο θα τελείωνε ξανά; Να δίνει στο γεγονός του θανάτου μια μικρή απλώς αναβολή; Αυτό δεν θα έδινε πραγματική λύση στην αγωνία του ανθρώπου. Λέγει ο άγιος Σωφρόνιος ότι από μικρός βασανιζόταν με το ερώτημα: «Είναι άραγε αιώνιος ο άνθρωπος, ή όλοι μας θα καταλήξουμε πάλι στο σκοτάδι της ανυπαρξίας;» Κάποτε η εικόνα του θανάτου ορθώθηκε μπροστά του. Η «φυσιολογική» του αντίδραση ήταν ότι είναι ακόμα νέος και υγιής, ότι ο θάνατος ενδέχεται να είναι ακόμα μακριά, ότι φυσιολογικά μπορεί να ζήσει ακόμα σαράντα ή πενήντα χρόνια. Πριν όμως τελειώσει τη σκέψη του, σαν απάντηση σ’ αυτή, εισέβαλε μέσα του ξαφνικά και με δύναμη μια φωνή: «Έστω κι αν ζήσω χίλια χρόνια ακόμη· έπειτα όμως τί;» Ακόμα και τα χίλια χρόνια στη συνείδησή του συρρικνώνονταν σε μια σύντομη στιγμή, όσο κρατάει ένας ηλεκτρικός σπινθήρας. Οι άνθρωποι τού φαίνονταν νεκροί, τα έργα τους χωρίς νόημα. «Ήταν λυπηρό», λέει, «να τους κοιτάζεις, ακόμα κι όταν διασκέδαζαν… Η ψυχή δεν ικανοποιούνταν ούτε με τη σκέψη να ζήσω χίλια χρόνια, ούτε με την ιδέα για παγκόσμια ισχυρή βασιλεία, ούτε με αιώνια ιστορική δόξα -μεγαλύτερη από εκείνη του Αλεξάνδρου ή του Σωκράτη ή οποιουδήποτε άλλου από τις περίφημες μεγαλοφυΐες ποιητών, καλλιτεχνών, φιλοσόφων κ. λ. π.- αλλά με ισχυρή φωνή, που τα ξεπερνούσε όλα αυτά, έλεγε, ότι όλοι αυτοί πέθαναν, άρα όλα είναι μηδέν… Τελικά έφτασε η ημέρα, κατά την οποία στο βάθος του είναι μου θυμήθηκα τους λόγους του Χριστού: “Πριν Αβραάμ γενέσθαι, Εγώ ειμι”»(*). Η ανάσταση του μοναχογιού της χήρας ήταν το σημείο, ότι κοντά μας ήρθε ήδη κάτι άλλο. «Ήγγικεν η Βασιλεία των ουρανών». Ήρθε αυτός που ζούσε πριν από όλους και από όλα. Η Ζωή και η Ανάσταση. Στη μίζερη ζωή μας που τη σκοτείνιαζε αναπότρεπτα η σκιά του θανάτου, ανέτειλε αυτός που «ζώντων και νεκρών κυριεύει». Όχι για να προσφέρει απλώς ένα προσωρινό δωράκι, μια παροδική παρηγοριά, μα κάτι πολύ μεγαλύτερο. Όχι κάτι από τον εαυτό του, αλλά τον ίδιο τον εαυτό του. Ώστε όποιος θέλει «εν αυτώ μένειν, …καν αποθάνη ζήσεται». Η όντως ζωή, η Βασιλεία του Θεού, δεν είναι κάτι που θα μας δοθεί στην άλλη ζωή. Δεν είναι μόνο αναμενόμενη. Έχει έλθει. Είναι ήδη παρούσα στη ζωή μας. «Εντός ημών εστι».

Το πίσω κάθισμα...

Γεννιόμαστε με ένα ζευγάρι κλειδιά στο χέρι… Και μένει σε μας, να αποφασίσουμε, το τι θα κάνουμε με αυτά. Μένει σε εμάς, να αποφασίσουμε, το ποιος θα οδηγήσει. Είδα ανθρώπους να παίρνουνε οι ίδιοι το τιμόνι της ζωής τους. Να παλεύουνε να κρατήσουνε στο δρόμο το αμάξι. Να αγχώνονται για τη διαδρομή, για τον προορισμό, για τις κακοτοπιές, για τις στροφές και για τις ανηφόρες. Τους είδα να αγχώνονται για τα καύσιμα. Τους είδα, να μπερδεύονται με χάρτες. Τους είδα να μαλώνουνε με τους συνεπιβάτες τους. Τους είδα να αρρωσταίνουνε από τη πολλή προσπάθεια. Να χάνονται μέσα στις μέριμνες και μέσα στο πολύ το άγχος. Είδα όμως και άλλους. Ανθρώπους, απλούς. Ανθρώπους ταπεινούς. Ανθρώπους που κάθονται στο πίσω κάθισμα. Ανθρώπους, που κάνουνε μέσα στη μέρα ό,τι καλύτερο μπορούν αλλά μετά δεν μεριμνούν. Μετά αφήνονται... Κάθονται στο πίσω κάθισμα και αφήνουνε το Θεό να οδηγήσει. Δε θα σου πω ψέματα. Αυτούς τους δεύτερους, τους ανθρώπους που κάθονται στα πίσω τα καθίσματα, πολύ τους ζήλεψα.Και θέλω πολύ να γίνω ένας από δαύτους. Ελευθεριάδης Γ. Ελευθέριος