Πως η Αγία Παρασκευή έσωσε τη Χίο το 1442

Το θαύμα αυτό συνέβη στις 14 Οκτωβρίου 1442 στη Χίο, όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Ιωάννης Η΄ ο Παλαιολόγος και λεπτομέρειες μας δίνει ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος. Το απόγευμα της 13ης Οκτωβρίου του 1442, κάποιος ιερομόναχος ονόματι Αμβρόσιος πήγε στον ιερό ναό της αγίας Παρασκευής, όπου ήταν εφημέριος, να τελέσει εσπερινό για τη μνήμη των αγίων μαρτύρων Ναζαρίου, Γερβασίου, Προτασίου και Κελσίου. Ο ναός βρισκόταν στο ανώτερο και ακρότατο μέρος του Κάστρου, στη Χώρα του νησιού. Κατά τη διάρκεια του εσπερινού, άρχισε να πέφτει αδιάκοπα καταρρακτώδης βροχή. Επρόκειτο για πραγματική θεομηνία. Εξαιτίας της ραγδαίας καταιγίδας, η οποία εξακολουθούσε με αμείωτη ένταση, ο Αμβρόσιος, ιερέας άξιος, άνθρωπος ευλαβής και θεοφοβούμενος, παρέμεινε στον ιερό ναό και προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό και την αγία Του Παρασκευή να καταπαύσει την τρομερή καταιγίδα που από ώρες είχε πλήξει το νησί, ενώ αγνοούσε ακόμη ότι η θάλασσα είχε πλημμυρίσει και ορμούσε να καταποντίσει τη Χώρα της Χίου. Καθώς η νύχτα είχε προχωρήσει και ξημέρωνε η 14η Οκτωβρίου, ο Αμβρόσιος κατέβασε το στασίδι για να ξεκουραστεί λίγο, πριν συνεχίσει τις θερμές προσευχές του και φαίνεται ότι κοιμήθηκε ελαφρά. Τότε, είδε όραμα ενύπνιο: η στέγη της εκκλησίας άνοιξε και εμφανίστηκε ένα φωτεινότατο σύννεφο, μέσα στο οποίο είδε μία εξαιρετικά σεμνή γυναίκα που με τα χέρια της σηκωμένα προς τον ουρανό, ήταν παραδεδομένη στην προσευχή. Ο Αμβρόσιος έτρεμε από το φόβο του και τότε ακούστηκε μια γυναικεία φωνή που έλεγε: ‘Αμβρόσιε, μη φοβού. Εγώ είμαι η Οσιομάρτυς Παρασκευή, σέσωσταί σου η Πατρίς’. Όταν άκουσε αυτά τα λόγια, ο Αμβρόσιος αποτίναξε από τα βλέφαρά του το λιγοστό ύπνο και με δύο αντικρουόμενα συναισθήματα στην ψυχή του, φόβο και χαρά, άρχισε να ψέλνει τον όρθρο με μεγαλύτερη ακόμη ευλάβεια. Εν τω μεταξύ είχε ξημερώσει και η ορμή της καταιγίδας είχε ήδη κοπάσει λίγο. Έτσι, μπόρεσαν κάποιοι κάτοικοι να φτάσουν στο ναό και να πληροφορήσουν τον π. Αμβρόσιο ότι η θάλασσα ξεχείλισε, έφτασε ως το ύψος της Παναγίας της Ελεημονήτριας και απειλούσε να καταποντίσει όλη τη Χώρα. Τότε και ο Αμβρόσιος διηγήθηκε στους κατατρομαγμένους ανθρώπους το όραμα και την εμφάνιση της αγίας Παρασκευής. Η είδηση μαθεύτηκε σε όλο το νησί και όσοι μπορούσαν αψήφησαν τη θεομηνία και κατέφθασαν στον ιερό ναό. Εκεί, πρόσπεσαν στο Θεό και την αγία Παρασκευή, λιτάνευσαν την ιερή εικόνα της και με θερμά δάκρυα παρακαλούσαν την αθλοφόρο οσιομάρτυρα να μεσιτεύσει στον Κύριο και να τους σώσει από την καταστροφή. Πράγματι, η στάθμη της αγριεμένης θάλασσας επανήλθε στα φυσιολογικά της όρια και το νησί γλίτωσε από βέβαιο χαμό. Όλοι οι κάτοικοι της Χίου, ελεύθεροι πια από τον φοβερό κίνδυνο, δόξασαν το Θεό και την παρθενομάρτυρα δούλη Του, η οποία με της πρεσβείες της τους είχε σώσει. Από τότε και κάθε χρόνο, στις 14 Οκτωβρίου, οι κάτοικοι της Χίου γιορτάζουν με ευλάβεια τη μνήμη του μεγάλου θαύματος, προς δόξα του Κυρίου και της αγίας οσιομάρτυρος Παρασκευής. Μάλιστα, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη και την αγάπη τους προς την αγία, οικοδόμησαν περικαλλή ναό αφιερωμένο στο άγιο όνομά της, στην άκρη του γιαλού, για να κρατάει η αγία τη θάλασσα χαλινωμένη και να μην κινδυνέψει ξανά το μυροβόλο νησί. Ο ναός αυτός καταστράφηκε από τους Τούρκους κατά τις σφαγές του 1822 (όταν συνέβη το θαύμα, η Χίος ανήκε ακόμη στην εξουσία των Γενουατών).

Ο όσιος Γεώργιος Καρσλίδης και η καντήλα του αγίου Νικολάου

Ο πατέρας μου – διηγήθηκε μία γυναίκα από τη Σίψα – που τόσο αγάπησε και διακόνησε τον Γέροντα και ευλαβικά κοιμήθηκε, στην αρχή δεν πίστευε, ήταν άπιστος. Πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Τα πρώτα του παιδιά δεν έζησαν, πέθαναν. Τότε ήταν που πρωτοήρθε εδώ στο χωριό ο άγιος Γέροντας και νονός μου. Ήταν σχεδόν παράλυτος και έμενε σε κάποιο σπίτι, του κ. Σπυριδόπουλου. Όλο το χωριό πήγαινε κοντά του, να πάρει την ευχή του. Πήγε και ο πατέρας μου, κρατώντας μία καντήλα και λίγο λάδι, για να την ανάβει εκεί που έμενε. Όταν όμως ξαναπήγε, είδε την κανδήλα σβηστή και ρώτησε τον Γέροντα, γιατί δεν την ανάβει. Τότε εκείνος του διηγήθηκε το όνειρο που είχε δει: «Ήμουν επάνω σ’ ένα άλογο, πέρασα πολλά δύσβατα μέρη και πάνω σ’ ένα ύψωμα σας είδα μπροστά σε μία εκκλησία. Είχατε ένα τραπέζι και τρώγατε και η κανδήλα ήταν εκεί αναμμένη. Τότε σας ρώτησα, γιατί αυτή είναι εδώ, ενώ εσείς την φέρατε σε μένα; Αμέσως από την εκκλησία βγήκε ένας ασπρογένης γέροντας και μου είπε· “μη αγγίξεις, αυτοί δεν την έφεραν, εγώ την πήρα, εσύ έχεις, εγώ είμαι πολύ φτωχός”. Ήταν ο άγιος Νικόλαος στα Δενδράκια, ένα γειτονικό χωριό. Γι’ αυτό εδώ σ’ εμένα η καντήλα σου δεν ανάβει. Θα την πάρεις λοιπόν και θα την πας εκεί». Οι καϋμένοι οι γονείς μου – σαν πρόσφυγες που ήρθαν – ούτε τον δρόμο ήξεραν, πώς να πάνε. Πήραν το ζώο και αφού ταλαιπωρήθηκαν πολύ, κάποτε έφτασαν. Η μητέρα μου έλεγε πως παρ’ όλη την ταλαιπωρία δεν ένιωσε καθόλου κούραση, ήταν ανάλαφρη. Την άφησαν εκεί στον άγιο Νικόλαο και από τότε τα άλλα πέντε παιδιά που γεννηθήκαμε ζήσαμε όλα. Το πρώτο μάλιστα παιδί το ονόμασαν Νικόλαο. Κάθε χρόνο του αγίου Νικολάου πήγαιναν εκεί, λειτουργούσαν και έκαναν αρτοκλασία. Ο Γέροντας ζήτησε να βαφτίσει το πρώτο από τ’ αδέλφια μου. Στην αρχή ο παππούς έφερε τις αντιρρήσεις του και δεν τον άφησε να βαφτίσει κανένα από τ’ αγόρια. Τελευταία γεννήθηκα εγώ και ήμουν πολύ τυχερή, που με βάφτισε ο Γέροντας. Ο πατέρας μου, μετά την επιστροφή του στον Θεό, ήταν πολύ αυστηρός. Έκανε όλα του τα καθήκοντα και προπαντός την προσευχή του δεν την άφηνε και αυτό ζητούσε και από εμάς. Όταν γυρνούσε αργά το βράδυ από το χωράφι, όλο μας ρωτούσε αν κάναμε προσευχή. «Όποιος δεν έκανε, αμέσως στο εικονοστάσι και την προσευχή του», φώναζε. Όταν με ρωτούσε και μένα αν έκανα προσευχή, έλεγα ναι, όμως δεν ήταν αυτή η αλήθεια. Όταν αρρώστησα, με έστειλε η μητέρα μου στον νονό μου, να με διαβάσει μία ευχή. Με διάβασε μπροστά στην Ωραία Πύλη μία ευχή και μετά από το σταμνάκι, που είχε νερό από τον Ιορδάνη ποταμό, με έριξε λίγο στην πλάτη μου. Τότε βλέποντάς με κατάματα, με είπε: «Εσύ το βράδυ προσευχή δεν κάνεις. Γιατί; Παιδί μου, η προσευχή είναι όπλο κατά του διαβόλου, μη την αφήσεις ποτέ». Από το βιβλίο: (†) Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, Ο Όσιος Γεώργιος της Δράμας. Έκδοσις Ι. Μ. Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχες (Σίψα) Δράμα 2016, σελ. 235.

''Αιχμάλωτοι των Τούρκων'', Χρήστος Σπανομανώλης.

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε το 1923, σχεδόν αμέσως μόλις γύρισα από την αιχμαλωσία. Γράφτηκε σαν προσωπικό Ημερολόγιο μιας εποχής που μόλις είχε περάσει κι είχε αφήσει αδρές και ανάγλυφες τις σκληρές αναμνήσεις της. Το 1932 η εφημερίς "Έθνος" άρχισε την δημοσίευσι στην πρώτη μορφή του, αλλά διεκόπη η έκδοσίς του από επέμβασι της τουρκικής Πρεσβείας, χάριν της ελληνοτουρκικής φιλίας, που μόλις εγεννάτο. Μετά τα γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου το Έθνος ξανάρχισε, και συνεπλήρωσε, την δημοσίευσί του. Η εξέλιξις της καταστάσεως που επανέφερε στην επιφάνεια το ημερολόγιο αυτό, επέβαλε την δημοσίευση του σε βιβλίο. Έτσι θα μπορέσουν να το γνωρίσουν περισσότεροι Έλληνες. Αυτή είναι και ή μόνη φιλοδοξία από την έκδοσί του. ...." Και ένα κομμάτι μέσα από το βιβλίο : "....Πλησιάζαμε στο Ουσάκ. Η φήμη του ερχομού μας είχε προηγηθή. Ανδρες, γυναικόπαιδα καί γέροι μας περίμεναν… και μόλις ζυγώσαμε χύμηξαν εναντίον μας σάν κοράκια. Αρχισαν να μας χτυπούν μέ ξύλα, μέ πέτρες, μέ σίδερα, μέ κεραμίδια. Μας πετούσαν παλιά τσουκάλια, ότι άχρηστο είχαν, φτάνει νά ήταν βαρύ καί νά μας προξενούσε πόνο. Ήσαν καί κάτι παλιόπαιδα, οπλισμένα μέ σουγιάδες. Έπεφταν επάνω μας καί κομμάτιαζαν τίς σάρκες μας. Κι” όλοι διασκέδαζαν τρομερά με τίς «κουμπότρυπες», πού μας άνοιγαν οι μικροί καννίβαλοι… Θυμήθηκα πόσες φορές είχα δώσει το συσσίτιό μου σέ Τουρκόπουλα- τριγύριζαν τήν ώρα τής διανομής τούς λόχους κι” έφευγαν μέ τά τσουκάλια γεμάτα. Θυμήθηκα πόσο βοηθούσεν ό Στρατός μας τούς Τούρκους χωριάτες… Οί συνοδοί μας έβλεπαν τό άγριο ξυλοκόπημα καί γελούσαν μέ τήν καρδιά τους. Είχαν βαρεθή νά μάς δέρνουν καί παρώτρυναν τούς άλλους νά μάς χτυπούν αλύπητα… Οί Τούρκοι γιά νά μάς βασανίσουν ακόμη περισσότερο, μάς υπέβαλλαν στό έξης μαρτύριον: Έφερναν έξω άπό τά συρματοπλέγματα κουβάδες γεμάτους νερό καί τούς άδειαζαν χάμω, μπροστά στά μάτια μας. Τούς παρακαλούσαμε, τούς ικετεύαμε νά μάς δώσουν λιγάκι νά βρέξουμε τά χείλη μας… Εκείνοι, όμως εξακολουθούσαν να διασκεδάζουν μέ τήν αγωνία μας… Ήταν ή ώρα δύο τ” απόγευμα τής 22ας Αυγούστου, όταν είδα ενα απαίσιο θέαμα, πού ποτέ δέν θά μπορέσω νά τό ξεχάσω: Πολλοί αιχμάλωτοι, ξετρελλαμένοι άπό τήν δίψα είχαν πέσει μπρούμυτα μέσα στ” αποχωρητήρια κι έπιναν βρωμόνερα… Ποτέ δέν θά μπορούσα να φαντασθώ, ότι ή απόγνωσις μπορεί να σπρώξη τόν άνθρωπο σέ τέτοιο φρικτό σημείον… Οί Τούρκοι σκοποί παρακολουθούσαν τήν οικτρά κατάσταση τών αιχμαλώτων καί γελούσαν...." Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΠΟΥ ΙΣΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΚΛΗΘΟΥΝ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΤΟΥΡΚΟ: "...Πάντα να κρατάτε μια τελευταία σφαίρα για τον εαυτό σας.... Ούτε να διανοηθείτε να πέσετε αιχμάλωτοι στα χέρια των Τούρκων..΄΄

«Φαύλον καταγώγιον»

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσής μας από την «νύκτα αιώνων» της Τουρκοκρατίας αρκετοί πνευματικοί άνθρωποι της Ελλάδας, είτε ανήκαν στον «συντηρητικό» είτε στον «προοδευτικό» χώρο, δεν έπαψαν στιγμή ν΄ αγωνιούν για το παρόν και το μέλλον της χώρας, στροβιλιζόμενοι πνευματικά ανάμεσα στο «οικείον» και το «αλλότριον». Τρία παραδείγματα. • Βλέποντας κάποιος τον σημερινό ελληνικό ιστορικό «κατήφορο» δεν μπορεί παρά να στραφεί στους ποιητές μας και συγκεκριμένα στον Γιώργο Σεφέρη : «Έχουμε μιαν ιδιότροπη ιστορία —πως να την πω αλλιώς— εμείς οι σημερινοί Έλληνες. Η συνέχεια της ελεύθερης ανάπτυξης της ζωής μας κόπηκε από μια ”νύκτα αιώνων”. Αυτό είναι το χοντρό γεγονός ˙ δεν πρόκοψαν αρμονικά τα διάφορα κλωνάρια της ζωής του σημερινού ελληνικού κόσμου. Κι όταν ελευθερωθήκαμε, η προσπάθεια για την απελευθέρωση, και η ίδια η απελευθέρωση, μας έφερε τέτοιες αντιδράσεις και προκάλεσε τέτοια φαινόμενα, που ακόμη σήμερα λογαριάζουμε κάποτε πόσα πράγματα τεχνητά δημιούργησε το νεογέννητο ελλαδικό κράτος. Από αυτά τα τεχνητά είναι και η ροπή μας προς την επιφανειακή ρητορεία, αυτή τη λοιμική. Ίσως αυτά να μην έγιναν τότε από το μηδέν. Είναι πολύ πιθανό πως είχαν και άλλα αίτια. Όμως καλλιεργήθηκαν και προστατεύτηκαν όσο ποτέ κάτω από τον ίσκιο της ελευθερίας που μας χάρισαν οι καταπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι του Εικοσιένα. Είναι οδυνηρή η αντίθεση, όταν τ ’ αναλογίζεται κανείς.» (1) • Ή να μην κατανοεί τον Δημήτρη Γληνό που πριν σχεδόν έναν αιώνα έγραφε για τον Νεοέλληνα: «Τυφλοί και μπροστά στους αρχαίους, τυφλοί και μπροστά στους Ευρωπαίους, με μια κούφια οίηση, με μια κενόλογη αυταρέσκεια έγιναν χωρίς να το καταλάβουν αρλεκίνοι των αρχαίων και αρλεκίνοι των Ευρωπαίων. Αυτή η καταφρόνεση του δικού μας ζωντανού εγώ, αυτός ο ανόητος και εξωτερικός όλως διόλου θαυμασμός των αρχαίων και η τυφλή αντιγραφή των Ευρωπαίων, χαρακτηριστικά κατώτερης διανοητικότητας κυριαρχούν σε όλα τα φανερώματα της νεοελληνικής ζωής, επιστήμη, τέχνη, παιδεία, θεσμούς και δίνουν στον Ελληνικό πολιτισμό του τελευταίου αιώνα χαρακτήρα καθαρά μιμητικό.» • Και, τέλος, είναι πλέον δύσκολο να μη προσέξει κάποιος και σήμερα τα λόγια του βουλευτή Ανδρέα Ρηγόπουλου, από τον 19ο αιώνα : «Εκάματε την Ελλάδα όχι κράτος δυνάμενον να σώσει τον Ελληνισμόν, αλλά φαύλον καταγώγιον.» (3) Πηγή : (1) Γιώργος Σεφέρης, «Δοκιμές. Η γλώσσα στην ποίησή μας», Αθήνα 1981, τ. 2, σ. 166. (2) Δημήτρης Γληνός, εφημ. «Ελεύθερος Τύπος», «Η Ελληνική Αρρώστεια», Οκτώβρης 1926 (αναδημοσίευση περιοδ. Αναγέννηση, τομ. 1, 1926, σ. 121-129). (3) Ανδρέας Ρηγόπουλος, «Περί του δόγματος των Εθνικοτήτων», Αγόρευση στη Βουλή το 1886.

"Όλη την βδομάδα που εργαζόμουν το κεφάλι μου και το δεξί μου χέρι ευωδίαζε.."(π.Δημ.Γκαγκαστάθης)

Ένα βράδυ έκανε τους ''χαιρετισμούς της Παναγίας'' στους φίλους του Ταξιάρχες. Στεκόταν μπροστά στην Ωραία Πύλη βλέπων προς την εικόνα της Παναγίας του τέμπλου και έψαλλε. Συνήθιζε να ψάλει και το ''Θεοτόκε Παρθένε''…. Κατά την στιγμή εκείνη παρουσιάστηκε μια γυναίκα, τον έπιασε από το χέρι και τον γύρισε ακριβώς απέναντι από την Ωραία Πύλη, που βρίσκεται τοιχογραφημένη η Κοίμηση της Θεοτόκου και εξαφανίσθηκε. Ο Θεός όμως ήδη του είχε στείλει την πρόσκληση για το Ουράνιο Δείπνο που του ετοίμαζε.(πριν την κοίμησή του) Την 1ην Ιουνίου 1963 λειτούργησε στην Ιερά Μονή της Άγιας Τριάδος Μετεώρων. Κατά την ώρα του χερουβικού η Αγία Τράπεζα έβγαλε άρωμα, γιατί εκεί ήταν και ένα μικρό κουτάκι με λείψανα Αγίων. Έβγαινε ως ένας μικρός στύλος καπνού, που ευωδίαζε όλο το Ναό. Κατανυκτική Λειτουργία που δεν περιγράφεται. "Να η Θρησκεία μας φωνάζει ότι είναι ζωντανή." -Όλη την βδομάδα που εργαζόμουν το κεφάλι μου και το δεξί μου χέρι ευωδίαζε.. Την 7ην Ιουνίου Παρασκευή, εργαζόμουν όλη την μέρα στο κτήμα μου μακριά από τον κόσμο. Όλη την μέρα έψαλλα διάφορα κατανυκτικά τροπάρια και προ παντός της Θεοτόκου. Δεν αισθανόμουν ούτε κούραση, ούτε πεινά, ούτε και τον καύσωνα της μέρας, γιατί ήλθα εκει που έπρεπε την κατάνυξη. Εκάθησα λίγο να ξεκουραστώ εκει και ακούω μια φωνή να λέγει. «Είσαι ευπρόσδεκτος όπως έλθεις στο Άγιον Όρος, στην μεγάλη μου εορτή.Θα γράψεις στους Δανιηλαίους και αυτοί θα σε τακτοποιήσουν.Τώρα σε περιμένω να έρθετε»... π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης