Εκεί όπου γινόμαστε το οικητήριο του Θεού...

Για τους περισσότερους από μας ο ναός είναι χώρος τέλεσης θρησκευτικών καθηκόντων, χώρος εθίμων και θρησκευτικής παράδοσης, χώρος συνήθειας και διατήρησης μιας κοινωνικότητας που έρχεται από το χτες και μας δίνει μια σχετική γαλήνη. Ο ναός είναι ο χώρος της γιορτής, των γεγονότων της ζωής (βάπτιση, γάμος, θάνατος). Για την πίστη όμως ο ναός είναι ο χώρος όπου μυούμεθα στον τρόπο του αδύτου, στον τρόπο του Θεού, συναντούμε τον Θεό ως αγάπη, τους Αγίους, τους συνανθρώπους του χθες, του νυν, του αεί. Είναι εκεί όπου γινόμαστε το οικητήριο του Θεού, καθώς σ᾽ αυτόν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα Του. Από εκεί φεύγουμε με ένα αίσθημα τερπνότητας και ωραιότητας, χαρούμενοι διότι ζούμε το ότι ο Θεός υπάρχει, αλλά και με μιαν άλλη αίσθηση του κόσμου, ότι όταν υπάρχει αγάπη, όλα γίνονται ωραία. Ίσως γι᾽ αυτό η Παναγία στα Εισόδιά της να έτρεξε στην αγκαλιά του αρχιερέα Ζαχαρία, να άπλωσε τα χέρια της, παρότι θα στερούνταν τους φυσικούς γονείς της, διότι μέσα της η καρδιά της σκίρτησε από την πίστη ότι στον Ναό του Θεού υπάρχει αυτή η πατρότητα του ουρανού, που κάνει τον κάθε άνθρωπο να γίνεται και να παραμένει παιδί στην καρδιά. Είναι πατέρας μας ο Θεός, διότι θυσιάζεται για μας, μάς δείχνει την οδό της συγχώρησης, μας βάζει τα όρια, αλλά δεν μας εξουθενώνει και πάντοτε μάς περιμένει. Και ορατό σημείο αυτής της προσμονής είναι ο ναός και η ζωή της Εκκλησίας. Πόσοι από μας μπορούμε να νιώσουμε τον ναό σπίτι μας και τον εαυτό μας έτοιμο να δεχθεί να γίνει οικητήριο του Θεού; Σε πόσους από μας λείπει ο ναός στην καθημερινότητα της ζωής μας; Σε πόσους απο μας η καρδιά μας γίνεται ναός και, ταυτόχρονα, αρχή αγάπης και προσμονής του Θεού, ώστε να τελειωθεί η χαρά με την είσοδό μας και στον επίγειο ναό Του; “Γι᾽ αυτό η Εκκλησία αγάλλεται και προτρέπει όλους τους φίλους του Θεού να αποσυρθούν κι αυτοί στον ναό της καρδιάς τους για να προετοιμάσουν την έλευση του Κυρίου με την σιωπή και την προσευχή, απομακρυνόμενοι από τις απολαύσεις και τις μέριμνες του κόσμου” (“Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, μήνας Νοέμβριος, εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ, σ. 227). Είναι γιορτή κάθε δική μας είσοδος στον ναό του Θεού! Ας είμαστε με την χαρά της Παναγίας! Χρόνια πολλά! π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός 21 Νοεμβρίου 2022-Των Εισοδίων της Θεοτόκου

ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ-«Δώρον δωρούνται Θεού το θεόσδοτον αυτοίς αγαθόν»

1. Την 21η του μηνός Νοεμβρίου, αδελφοί χριστιανοί, η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την Είσοδο στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Μετά την Γέννηση της Παναγίας μας που εορτάσαμε στις 8 Σεπτεμβρίου, έχουμε τώρα στην δεύτερη θεομητορική εορτή, τα Εισόδιά Της στον Ναό. Είναι μεγάλη η εορτή αυτή. Δεν λέγεται μεν γι᾽ αυτήν στην Καινή Διαθήκη, αλλά η Αγία Γραφή συμπληρώνεται από την Ιερή μας Παράδοση. Ή, για να το πω καλύτερα, η πρώτη και μεγάλη πηγή της πίστης μας είναι η Ιερή Παράδοση. Η Αγία Γραφή, η Καινή Διαθήκη, είναι το γραπτό μέρος της Ιερής Παράδοσης. Η εορτή, λοιπόν των Εισοδίων της Παναγίας μας στον Ναό αναφέρεται από την Ιερή μας Παράδοση και έχουμε λόγους και ομιλίες και ύμνους των αγίων Πατέρων μας, που αναφέρονται στην γιορτή αυτή. 2. Στο σημερινό μου κήρυγμα, αδελφοί, θα σας πω ολίγα από μία ομιλία του σοφωτάτου Αρχιεπισκόπου Βουλγαρίας Θεοφυλάκτου, ομιλία αναφερομένη στην εορτή των Εισοδίων στον Ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είναι πολύ καλός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής ο Θεοφύλακτος, γιατί έχει μελετήσει τον μέγαν, τον καλύτερο ερμηνευτή της Αγίας Γραφής, τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, και τον μεταδίδει με απλότητα στα Ερμηνευτικά του συγγράμματα. Στην αρχή της ομιλίας του ο Θεοφύλακτος λέγει ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να ομιλήσει για την Θεοτόκο. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός παρουσιάζει κάπου την Ίδια την Παναγία να λέγει στον καθένα μας: «Μη ερεύνα τα βάθη της θεοτοκολογίας μου»! Αφού η αγιωσύνη της Παναγίας είναι ανώτερη από όλη την κτίση, δεν θα βρεθεί κανένα κτίσμα, ούτε και άγγελοι, για να υμνήσουν επάξια την Παναγία: «Ης γαρ η αγιωσύνη την κτίσιν πάσαν εκβέβηκεν, ουκ αν λόγος κτίσματος ταύτην αξίως υμνήσαι δύναιτο»! Αλλά στην συνέχεια ο σοφός πατήρ λέγει ότι δεν μπορούμε να αντιπαρέλθουμε «αλόγως», χωρίς ομιλία, δηλαδή, «την του Λόγου Μητέρα» και την «κατά λόγον ζωής» πρόξενο σε μας! Γι᾽ αυτό λοιπόν και στην συνέχεια ξεχύνεται σε ύμνο προς την Θεοτόκο ο ερμηνευτής Θεοφύλακτος. Είπα ότι ολίγα μόνο από την ομιλία του θα σας αναφέρω, αδελφοί χριστιανοί, και παρακαλώ πολύ να τα προσέξετε. (α) Κατά πρώτον ο ομιλητής αρχίζει από την πτώση. Γιατί για να δούμε πόσο ψηλά μας ανέβασε ο Θεός, πρέπει να δούμε πόσο χαμηλά μας κατέβασε η αμαρτία, η πτώση μας. Και την πτώση μας ο Θεοφύλακτος την παριστάνει σαν ένα λίθο, που αποκόπηκε από ένα βράχο και στο κατρακύλισμά του όλο και έσπαγε σε μικρότερα κομμάτια! Ωραία εικόνα αυτή για την πτώση του ανθρώπινου γένους. Αποκοπήκαμε πραγματικά από τον Θεό και γι᾽ αυτό κομματιαστήκαμε και πέσαμε σε γκρεμούς και ρέματα. Και για την πτώση μας πάλι αναφέρει μια άλλη εικόνα ο Θεοφύλακτος. Την εικόνα όμως αυτή την δανείζεται από τον προφήτη Ησαϊα. Σ᾽ αυτήν ο προφήτης παριστάνει την κοινωνία των ανθρώπων σαν ένα ανθρώπινο σώμα, το οποίο από το κεφάλι μέχρι τα πόδια είναι καταπληγιασμένο (βλ. Ησ. 1,6) και δεν ξέρει κανείς πως να το θεραπεύσει. Ο Θεός όμως ξέρει! (β) Ο ποιητής Θεός, αγαπητοί μου, ο Θεός που είναι αγάπη, και μετά την πτώση δεν εγκατέλειψε το ποιηθέν πλάσμα Του και προνόησε για την ανόρθωσή του. Το πως προνόησε το γράφει η Παλαιά Διαθήκη. Με ποικίλλους τρόπους ο Θεός φρόντισε για μας. Όπως λέγει ο Θεοφύλακτος, «ούκουν απρονοήτους ημάς ο Κτίστης κατέλιπεν• αλλά και ομιλίαις και επιφανείαις συνετίζων και συμβιβάζων και ενυπνίοις σοφίζων και παντοίως ευεργετών και νόμον διδούς εις βοήθειαν»! Αλλά, χριστιανοί μου, με την αμαρτία χάλασε η φύση μας. Μπήκε ο θάνατος σ᾽ αυτήν. Και λοιπόν, όπως λέει ο Θεοφύλακτος, «φύσεως ην ανάγκη τους τικτομένους και φθείρεσθαι». Γι᾽ αυτό και είχαμε ανάγκη από ένα άλλο τρόπο θεραπείας, τρόπο που να επαναφέρει την φύση μας στην πρώτη της ροπή. Ένα τρόπο που να αγιάσει και την γέννησή μας και να σταματήσει το ισχυρό ρεύμα του θανάτου. Όπως το λέγει ο ερμηνευτής Θεοφύλακτος, «έδει αγιασθήναι και την γέννησιν και στήναι τον του θανάτου χειμάρρουν δια της κοιλάδος της των αμαρτωλών γεννήσεως ρέοντα, τω μεγάλω της αγιωσύνης ανακοπέντα ερύματι». Ο τρόπος αυτός ήταν η σάρκωση του Υιού του Θεού, η γέννησή Του από γυναίκα. Αλλά έπρεπε να γεννηθεί πρώτα αυτή η γυναίκα, για να υπηρετήσει στον τόκο αυτό. Και γεννήθηκε από τους γονείς Ιωακείμ και Άννα, από την βασιλική φυλή του Ιούδα καταγωμένους. Η γέννησή Της ήταν θαυμαστή, γιατί η Άννα ήταν στείρα. Συμβαίνει στον Θεό, λέγει ο Θεοφύλακτος στην ομιλία του αυτή, «στους δυνατώτερους να δίνει τα βαρύτερα, ώστε και αυτοί να αμείβωνται λαμπρότερα και να γίνονται παράκληση και δίδαγμα για τους μετά από αυτούς»! Έτσι, λοιπόν, ο Ιωακείμ και η Άννα για να αποκτήσουν τέκνο κατέφυγαν σε προσευχή προς τον Θεό, «τον ποιητήν της κτίσεως, τον απ᾽ αρχής δόντα τον πληθυσμόν και την αύξησιν», και από την προσ­ευχή τους αυτή ζωοποιήθηκε η νενεκρωμένη μήτρα της Άννας και εγεννήθη θυγάτριον, η Παναγία! (γ) Κατά πρώτον θέλω να σας πω, χριστιανοί μου, ότι, όπως το είπαμε παραπάνω, η Παναγία γεννήθηκε κατά φυσικό τρόπο, από πατέρα και μητέρα. Και παρέμεινε εννέα μήνες στην κοιλία της μητέρας της Άννας, όπως συμβαίνει κανονικά με όλους τους ανθρώπους. Όπως λέγει ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως άγιος Ταράσιος, αντικρούοντας τους αιρετικούς, «η γαρ Παρθένος και θεόπαις Μαρία τέλειον τον χρόνον των εννέα μηνών εν τη της Άννης κοιλία εξετέλεσεν, ως η φύσις η ανθρωπίνη δηλοί». Γιατί πρέπει να φανεί ότι η Παναγία είναι κανονική γυναίκα, ότι είχε κανονικό ανθρώπινο σώμα, και όχι, όπως το λέγουν οι Καθολικοί, ότι είχε ένα αιθέριο τρόπον τινά σώμα. Γιατί, αν η Παναγία δεν είχε πραγματικό ανθρώπινο σώμα, τότε ο Υιός του Θεού, που σαρκώθηκε σ᾽ Αυτήν, δεν έλαβε πραγματική ανθρώπινη φύση και άρα δεν την έσωσε, γιατί «το απρόσληπτον, αθεράπευτον», λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος. Η Παναγία, λοιπόν, είναι κανονική άνθρωπος. Αλλά πρέπει να πούμε ότι η γέννησή Της δεν ήταν από σαρκική όρεξη, αλλά κατ᾽ επιταγήν Θεού, γι᾽ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός το σπέρμα Ιωακείμ, από το οποίο έγινε η Παναγία, το ονομάζει «πανάμωμον σπέρμα»! Και το μυστήριο του γάμου σ᾽ αυτό αποβλέπει, χριστιανοί μου. Σκοπεύει τα πτωτικά να τα κάνει παραδείσια. Πτωτική είναι η όρεξη του γάμου, γιατί έχει σαρκικότητα. Αν δεν αμάρταναν οι πρωτόπλαστοι, θα πολλαπλασιάζονταν μεν, αλλά κατά παρθενικό τρόπο, που θα υπεδείκνυε η σοφία του Θεού, αλλά χωρίς σαρκικότητα. Και στην περίπτωσή μας βλέπουμε ότι η γέννηση της Παναγίας έγινε χωρίς καθόλου σαρκικότητα και γι᾽ αυτό το σπέρμα του Ιωακείμ καλείται «πανάμωμον» σπέρμα! 3. Οι ευσεβείς γονείς Ιωακείμ και Άννα αφιέρωσαν την θεόπαιδα Μαριάμ στον Θεό, ως ανταπόδομα προς Αυτόν για την θαυμαστή γέννησή Της. Την πρόσφεραν σε ηλικία τριών ετών στον Ναό. «Δώρον δωρούνται Θεού το θεόσδοτον αυτοίς αγαθόν», λέγει ο Θεοφύλακτος. Αυτό εορτάζουμε σήμερα, αδελφοί χριστιανοί. Τα εισόδια της Θεοτόκου! Έτσι έπρεπε να γίνει! Ο Ναός Θεοτόκος, ο καθαρώτατος Ναός, να πάει στον Ναό! «Ο καθαρώτατος Ναός του Σωτήρος… σήμερον εισάγεται εν τω οίκω Κυρίου»! Και εκπληρώνεται εδώ το ψαλμικόν, ότι «επιλανθάνεται η Παις του οίκου του πατρικού, τω βασιλεί δε προσάγεται του κάλλους αυτής επιθυμήσαντι» (βλ. Ψαλμ. 44,11.12)! Και βέβαια η προσαγωγή και αφιέρωση της Παναγίας στον Ναό δεν ήταν απλή, αλλά έγινε με λαμπρή πομπή και δόξα, όπως λέγει ο Θεοφύλακτος. Μαζί με τους γονείς ήταν το «συγγενικόν» και το «γειτονικόν» και «όσον κατά φιλίας δεσμόν». «Συνέχαιρον πατέρες περί τον πατέρα» Ιωακείμ, «μητέρες περί την μητέρα» Άννα «και κόραι και νεάνιδες λαμπαδηφόροι». Και ακόμη, όπως λέγει ο Θεοφύλακτος, «πάσα εξηχείτο Ιεροσόλυμα την καινήν ταύτην πομπήν θεώμενοι»! Μεγαλοπρεπέστατον θέαμα, λοιπόν. Αλλά εδώ, πολύ σύντομα θέλω να θίξω δύο θέματα και τελειώνω τον ταπεινόν μου λόγον: (α) Πως ο αρχιερεύς δέχθηκε μίαν νεάνιδα στον Ναό και την τοποθέτησε μάλιστα στα Άγια των Αγίων; Αυτό δεν επιτρεπόταν από τον Νόμον, γιατί στον τόπο αυτό δεν επιτρεπόταν να εισέλθουν ούτε οι ιερείς παρά μόνο ο Αρχιερεύς και αυτός μια φορά μόνο τον χρόνο. Σ᾽ αυτό απαντάμε μαζί με τον Θεοφύλακτο ότι ο αρχιερεύς είδε κατά φώτιση Θεού τις λάμπουσες αρετές και την μελλοντική δόξα της τριετούς Παιδός, ερώτησε δε και ποιό είναι το θέλημα του Θεού από τα θεία μέταλλα, την «δήλωση» και την «αλήθεια», και, όπως λέγει, λοιπόν, ο Θεοφύλακτος, «χωρίς φόβο και χωρίς συστολή ετόλμησε να υπερβεί τον νόμον, να διαβεί τον γνόφον του γράμματος και να φέρει το αφιέρωμα στα Άγια των Αγίων και να το αποθέσει εκεί»! «Ω καινόν μεν πράγμα, καινόν δε άκουσμα! Θήλυ Παιδίον τοις του Θεού αδύτοις και αθεάτοις ενδιαιτώμενον»! (β) Το δεύτερον θέμα, σχετικό με την εορτή, είναι το πως ζούσε η Παναγία εκεί. Τι έτρωγε; Η Παναγία εις τα Άγια των Αγίων ζούσε ένα παραδείσιο βίο, όπως ο Αδάμ και η Εύα πριν από την πτώση τους. Ο άγγελός Της, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, της έφερε μία ουράνιο τροφή, για την οποία δεν ξέρουμε ποιά ήταν, σαν το «Μάννα» εκείνο που έτρωγαν οι Ισραηλίτες στην έρημο. Εκεί η Παναγία άκουε από τις κάθε Σάββατο ακουόμενες διδασκαλίες των Νομοδιδασκάλων για την πτώση του ανθρωπίνου γένους και προσευχόταν για την ανόρθωσή του, για την σωτηρία του. Το λέγουμε αυτό στο Θεοτοκίον « Σε την μεσιτεύσασαν την σωτηρίαν του γένους ημών…». Ναι! Όταν η Παναγία βρισκόταν στον Ναό, από τριών έως δεκαπέντε ετών, προσευχόταν για την σωτηρία των ανθρώπων. Και τώρα το ίδιο κάνει η Παναγία μας. Προσ­εύχεται για μας η «εν πρεσβείαις ακοίμητος Θεοτόκος». Σώσε μας, Κύριε Ιησού Χριστέ, δια πρεσβειών της παναχράντου Σου Μητρός, ΑΜΗΝ. Με πολλές ευχες, † Ο Μητροπολίτης Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμίας ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ

Πόσο φοβερός είναι ο ξαφνικός θάνατος!

[...]Ο Κύριος τέλειωσε την παραβολή με τα εξής λόγια: «Ούτως ο θησαυρίζων εαυτώ, και μη εις Θεόν πλουτών» (Λουκ. ιβ’ 21). Τί θα πάθει ο πλούσιος; Θ’ αποχωριστεί ξαφνικά τα πλούτη του, όπως κι η ψυχή του θα χωριστεί από το σώμα του. Τα πλούτη του θα δοθούν σε άλλους, το σώμα του θα παραδοθεί στη γη κι η ψυχή του θα οδηγηθεί σε τόπο σκοτεινό, όπου «ο βρυγμός και ο τρυγμός των οδόντων». Ούτε ένα καλό έργο δε θα βρεθεί για να τον υποδεχτεί στη βασιλεία των ουρανών, να βρει η ψυχή του κάποιον τόπο εκεί. Το όνομά του δε θα βρεθεί γραμμένο στο Βιβλίο της Ζωής. Δε θα τον γνωρίσουν και δε θα βρεθεί ανάμεσα στους ευλογημένους του Πατρός. Την ανταπόδοσή του την έλαβε ολόκληρη στη γη, τ’ αρίφνητα ουράνια πλούτη του Θεού δε θ’ αποκαλυφτούν στο πνεύμα του. Πόσο φοβερός είναι ο ξαφνικός θάνατος! Όταν ο άνθρωπος νομίζει πως είναι σταθερά εγκατεστημένος, πως πατάει γερά στη γη, η ίδια γη ανοίγει ξαφνικά και τον καταπίνει, όπως κατάπιε τον Δαθάν και τον Αβειρών (βλ. Αριθ. ιστ’ 32). Όταν κάποιος αγνοεί το Θεό κι επιδιώκει για πολλά χρόνια αποκλειστικά την ευωχία, πέφτει φωτιά από τον ουρανό και τον κατακαίει, όπως τα Σόδομα και τα Γόμορα (βλ. Γέν. ιθ’ 24). Όταν ο άνθρωπος πιστεύει πως έχει εξασφαλίσει τη θέση του και τά ‘χει καλά τόσο με το Θεό όσο και με τον συνάνθρωπό του, θα πεθάνει ξαφνικά, όπως ο Ανανίας και η Σαπφείρα (βλ. Πράξ. ε’ 5, 10). O αμαρτωλός δημιουργεί διπλή απώλεια με τον ξαφνικό του θάνατο: πρώτα στον εαυτό του κι έπειτα στην οικογένειά του. Στον εαυτό του επειδή πεθαίνει αμετανόητος. Στην οικογένειά του επειδή αιφνιδιάζει τους συγγενείς του μ’ ένα αναπάντεχο χτύπημα κι αφήνει πίσω του εκκρεμότητες. Μακάριος είναι εκείνος που προτού πεθάνει δοκιμάζεται από κάποια αρρώστια, από τον πόνο. Σ’ αυτόν δίνεται η ευκαιρία να κάνει μία ανασκόπηση της ζωής του, να εξετάσει τις αμαρτίες του, να μετανοήσει για όλα τα κακά που έχει κάνει, για όλα τα καλά που δεν έκανε, να θρηνήσει με μετάνοια ενώπιον του Θεού, να καθαρίσει την ψυχή του με δάκρυα και να ζητήσει συχώρεση από το Θεό. Θά ‘χει την ευκαιρία να συγχωρέσει κι αυτός εκείνους που τον πρόσβαλαν, που τον έβλαψαν στη ζωή του, να χαιρετήσει όλους τους φίλους ή εχθρούς του, να θυμήσει στα παιδιά του το φόβο του Θεού, νά ‘χουν στο νου την ώρα του δικού τους θανάτου και να οπλίσουν την ψυχή τους με πίστη, προσευχή και καλά έργα. Ας δούμε στην Παλαιά Διαθήκη πως πέθαναν οι άνθρωποι που ευαρέστησαν στο Θεό: ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ, ο Ιωσήφ, ο Μωυσής κι ο Δαβίδ. Προτού πεθάνουν, όλοι τους είχαν αρρωστήσει. Όσο κράτησε η αρρώστια τους, το όνομα του Θεού δεν έλειπε από τα χείλη τους. Άφησαν όλοι καλή κληρονομιά στους απογόνους τους και τους ευλόγησαν. Αυτός είναι θάνατος δίκαιου ανθρώπου. Ίσως διερωτηθείς: Μα δεν πέθαναν πολλοί από τους δίκαιους στη μάχη, απροετοίμαστοι; Όχι! Οι δίκαιοι ποτέ δεν πεθαίνουν απροετοίμαστοι! Προετοιμάζονται πάντα για το θάνατό τους, περιμένουν από μέρα σε μέρα την αναχώρησή τους απ’ αυτή τη ζωή. Η καρδιά τους βρίσκεται σε διαρκή μετάνοια, εξομολογούνται στο Θεό και τον δοξολογούν. Οι δίκαιοι το κάνουν αυτό σε καιρούς ειρήνης και ευμάρειας. Το κάνουν όμως πολύ περισσότερο σε περιόδους πολέμου, βίας και ταραχών. Η ζωή τους ολόκληρη είναι μια διαρκής προετοιμασία για το θάνατο κι έτσι δεν πεθαίνουν ποτέ απροετοίμαστοι. Προετοιμασία για το θάνατο σημαίνει επίσης το «να πλουτίζει κανείς εν Χριστώ». Μόνο εκείνοι που πιστεύουν πραγματικά στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή προετοιμάζονται για το θάνατο, για την αιώνια ζωή. Οι άπιστοι δεν προετοιμάζονται ποτέ για το θάνατο. Το μόνο που φροντίζουν, είναι να ζήσουν όσο γίνεται περισσότερο στη γη. Φοβούνται ακόμα και να σκεφτούν το θάνατο και κάνουν ελάχιστη προσπάθεια για «να πλουτίσουν εν Χριστώ». Όποιος προετοιμάζεται για το θάνατο, προετοιμάζεται και για την αιώνια ζωή. Τη φύση της προετοιμασίας αυτής για την αιώνια ζωή, τη γνωρίζει κάθε χριστιανός. Ο συνετός άνθρωπος δοκιμάζει κάθε μέρα την πίστη του στο Θεό, προφυλάσσει την καρδιά του από την απιστία, την αμφιβολία και την κακία, όπως ο συνετός αγρότης προφυλάσσει το αμπέλι του από τα έντομα και τις ακρίδες. Ο συνετός άνθρωπος δοκιμάζει καθημερινά τον εαυτό του αν τηρεί τις εντολές του Θεού με πράξεις συγγνώμης, αγάπης και ελεημοσύνης. Μ’ αυτόν τον τρόπο «πλουτίζει εν Χριστώ». Ο συνετός άνθρωπος δεν αποθηκεύει τα αγαθά του σε αποθήκες, αλλά τα εμπιστεύεται στη φύλαξη του Θεού. Το πιο πολύτιμο πράγμα γι’ αυτόν είναι η ψυχή του. Είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός του, το μόνο που δε φθείρεται και δεν πεθαίνει. Ο συνετός άνθρωπος ρυθμίζει τα θέματά του με τον κόσμο ισορροπημένα, καθημερινά. Είναι έτοιμος κάθε στιγμή να πεθάνει με σταθερή την πίστη πως θα παρουσιαστεί ενώπιον του Θεού και κει τον περιμένει ζωή αιώνια. Ο όσιος Αντώνιος έλεγε: «Να σκέφτεσαι μέσα σου και να λες: “Σήμερα είναι η τελευταία μέρα της ζωής μου”. Έτσι δε θ’ αμαρτήσεις ποτέ στο Θεό». Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα από το να πεις: «Καλύτερα να πεθάνω ξαφνικά, να μη νιώσω το θάνατό μου!». Έτσι μιλάνε οι ελαφρόμυαλοι κι οι άθεοι. Ο συνετός κι αφοσιωμένος πιστός λέει: «Γεννηθήτω το θέλημα του Θεού!» Καλύτερα να μείνεις χρόνια στο κρεβάτι με αρρώστιες και πόνους, παρά να πεθάνεις απροετοίμαστος κι αμετανόητος. Οι πόνοι σ’ αυτόν τον κόσμο περνούν γρήγορα, όπως κι οι χαρές. Στον άλλο κόσμο όμως δεν υπάρχει τίποτα εφήμερο και παροδικό. Όλα είναι αιώνια, είτε βάσανα είτε χαρά. Γι’ αυτό είναι καλύτερα να υποφέρεις λίγο εδώ παρά εκεί, όπου το μέτρο τόσο του πόνου όσο και της χαράς είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο. Γεννηθήτω το θέλημα του Θεού! Προσευχόμαστε στον παντεπόπτη Θεό μας να μη μας στείλει ξαφνικό θάνατο, ενώ βρισκόμαστε μέσα στην αμαρτία, στις κακές μας πράξεις, αλλά να μας λυπηθεί, όπως λυπήθηκε το βασιλιά Εζεκία (βλ. Ησ. λη’ 1-5) και να μας δώσει χρόνο μετάνοιας. Να μας ελεήσει και να μας δώσει κάποια ένδειξη ότι ο θάνατος είναι κοντά, ώστε να βιαστούμε να ζήσουμε κάπως καλύτερα και να γλιτώσουμε την ψυχή μας από το «αιώνιο πυρ». Έτσι τα ονόματά μας θα γραφτούν στη Βίβλο της Ζωής και τα πρόσωπά μας θα είναι ορατά στη βασιλεία του Χριστού, του Θεού μας. Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, στον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. (Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

«Καλά, εσύ δεν ξέρεις ότι,αν ο Θεός δεν ελεήσει εμένα,δεν ελεεί ούτε εσένα; Δεν ξέρεις ότι εσύ και εγώ είμαστε ένα;»

Συχνά οι προσκυνητές ζητούσαν από το Γέροντα Πορφύριο να προσευχηθεί για εκείνους και για αγαπημένα τους πρόσωπα και πάντοτε ο Γέροντας υποσχόταν πως θα το πράξει.Μου γεννήθηκε η απορία: Πώς μπορεί ο Γέροντας να θυμάται εκατοντάδες ονόματα; Μιά μέρα που μιλούσαμε για την προσευχή, στρέφεται ξαφνικά και μου λέει: «Θα με ρωτήσεις ίσως, πώς θυμάμαι στην προσευχή μου τόσα ονόματα.Εγώ είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και αδύνατος.Λέω, Κύριε, ελέησον το Γιώργο, το Νίκο, τη Μαρία, την Κατερίνα– όσα ονόματα θυμάμαι –και όλους όσους μου παρήγγειλαν να προσεύχομαι γι’ αυτούςκαι ξέχασα τα ονόματά τους. Κι ο Θεός, επειδή δεν είναι πατήρ Πορφύριος να ξεχνά, αλλά θυμάται όλα τα ονόματα, αμέσως έρχεται και ελεεί όλους«. Θαύμασα τη θεία φώτισή του και ρώτησα: «Και τί λέτε, Γέροντα, για όλους αυτούς τους ανθρώπους στην προσευχή σας;» Κι ο Γέροντας με τον φυσικό τρόπο: «Ε,να!Λέω πρώτα, Κύριε Ιησού, Χριστέ, ελέησόν με». «Ελέησόν με, λέτε; Μα αυτοί σας ζήτησαν να προσευχηθείτε για κείνους, όχι για τον εαυτό σας», αντέτεινα με απορία. Κι ο Γέροντας, για άλλη μιά φορά, με κατάλαβε εξ απροόπτου, λέγοντας: «Καλά, εσύ δεν ξέρεις ότι, αν ο Θεός δεν ελεήσει εμένα, δεν ελεεί ούτε εσένα; Δεν ξέρεις ότι εσύ και εγώ είμαστε ένα;» Απλά λόγια, αλλά με πολύ, πάρα πολύ μεγάλο βάθος. Τόσο βάθος, ώστε ο Γέροντας σε άλλη συζήτηση να πεί, ότι σ’ αυτό το αίσθημα της ενότητάς μας με τον άλλο κρύβεται το μυστικό της πνευματικής εν Χριστώ ζωής. Αργότερα, διαβάζοντας φιλοπατερικά βιβλία, έβλεπα εκεί, ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ελεημοσύνη προς τους άλλους από τον προσωπικό μας αγιασμό. Θυμήθηκα τα λόγια του π.Πορφυρίου, όταν διάβαζα τη βιογραφία του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, που έλεγε: «Απόκτησε την ειρήνη του Θεού μέσα σου και χιλιάδες άνθρωποι θα σωθούν γύρω σου». Και μήπως αυτό δε συνέβαινε και με τον π.Πορφύριο; Όσο για κείνο το εκπληκτικό »εγώ κι εσύ είμαστε ένα«, πιστεύω ότι ισχύει, δυνάμει και ενεργεία, για το Γέροντα, ο οποίος με τη ζωή του πραγματοποίησε την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου «ίνα πάντες εν ώσι». ''Ανθολόγιο Συμβουλών'', εκδ. Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως, Μήλεσι

«Έτσι έφερα την εικόνα της Παναγίας Σουμελά στην Ελλάδα !»

Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται 91 χρόνια από τον επαναπατρισμό ενός από τα σημαντικότερα θρησκευτικά κειμήλια του Ελληνισμού: Της εικόνας της Παναγιάς Σουμελά. Περίμενε για οκτώ χρόνια σε κρύπτη του Μοναστηριού στον Πόντο για να αποκαλυφθεί και πάλι στα μάτια των πιστών. Η διάσωσή της και το ταξίδι της στην Ελλάδα μοιάζουν με θαύμα. Αποτελεί μια από τις τρεις εικόνες που φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς και πέρα από την ιστορική και θρησκευτική της αξία υπάρχει και η, επίσης, ανυπολόγιστη συναισθηματική που έχει για τους Έλληνες του Πόντου και τους απανταχού Έλληνες γενικότερα. Στην εφημερίδα «Πατρίς» εντοπίσαμε ένα ντοκουμέντο. Την αφήγηση του ίδιου του μοναχού που την έφερε στην Ελλάδα. Όμως χρειάζεται μια μικρή εισαγωγή καθώς μια σειρά συμπτώσεων έφεραν το σπουδαίο αυτό κειμήλιο στην Ελλάδα. Λες και κάποια αόρατη δύναμη ήθελε να γίνει το αδύνατο δυνατό. Στις 29 Μαΐου 1930 ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος επισκέπτεται τα Καλάβρυτα. Τον ξεναγούν διάφοροι Ιεράρχες. Κάποια στιγμή του δείχνουν μια εικόνα της Παναγίας να κρατά το Θείο βρέφος. «Είναι του Ευαγγελιστή Λουκά, οποίος εκτός από γιατρός είχε και έφεση στη ζωγραφική. Δημιούργησε τρεις εικόνες. Η μία είναι μπροστά σας, η άλλη βρίσκεται στη Μονή Κύκκου στην Κύπρο…» του είπε ο Μοναχός που τον ξεναγούσε. «Κι η άλλη, η τρίτη;» ρώτησε ο Πρωθυπουργός. Τότε το λόγο πήρε ο Μητροπολίτης Ξάνθης Πολύκαρπος Ψωμιάδης, που είχε γεννηθεί στα παράλια της Μαύρης Θάλάσσας και μετά την Καταστροφή είχε αναλάβει τη Μητρόπολη στην Ελεύθερη Ελλάδα, ως γνώστης της ιστορίας. Και είπε: «Η τρίτη βρισκόταν στο Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο. Εκεί την έκρυψαν κάποιοι μοναχοί πριν φύγουν και πυρπολήσουν τη μονή οι Τούρκοι…» Ο Βενιζέλος χωρίς να κρύψει την έκπληξή του είπε: «Ε, τότε τι καθόμαστε; Να πάμε να την πάρουμε, εάν ξέρουμε που είναι…» Οι Ιεράρχες δεν μπόρεσαν να κρύψουν την έκπληξή τους. Ο Πολύκαρπος όμως που ήξερε τι συνέβαινε στην ιδιαίτερή του πατρίδα είπε: «Κύριε Πρωθυπουργέ, οι Τούρκοι δεν αφήνουν να περάσει από εκεί πουλί πετούμενο, πως θα πάμε να την πάρουμε;» Η απάντηση του Βενιζέλου ήταν σαφής: «Έχουν αλλάξει τα πράγματα εσχάτως. Όταν επιστρέψουμε στην Αθήνα να μου το θυμίσετε…» Πράγματι, στις αρχές της δεκαετίας του ’30 Ελλάδα και Τουρκία είχαν αρχίσει προσπάθειες προσέγγισης. Ήταν μια επίθεση φιλίας των γειτόνων μας που δεν κράτησε πολύ, αλλά ήταν η κατάλληλη ευκαιρία για την απόκτηση του κειμηλίου που άλλωστε από την Αθήνα είχε ταξιδέψει για τον Πόντο το 386. Την μετέφεραν εκεί δύο Μοναχοί και την εγκατέστησαν στη Μονή που τη φιλοξένησε για 16 αιώνες! Ο Μητροπολίτης Ξάνθης ανέθεσε σε έναν από τους πιο γνωστούς Πόντιους των Αθηνών, τον Χρυσόστομο Μυρίδη, να φροντίσει τα διαδικαστικά. Αυτός ενημέρωσε τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο που ανέλαβε τις επαφές με τις τουρκικές αρχές. Αναζητήθηκε ο Αρχιμανδρίτης Ιερεμίας που είχε κρύψει την εικόνα στη Μονή λίγο πριν αναχωρήσει για την Ελλάδα. Εντοπίστηκε στον Λαγκαδά. Μόνο που η ηλικία δεν του επέτρεπε ένα τόσο κοπιαστικό ταξίδι. Πρότεινε τον ιερομόναχο Αμβρόσιο που υπηρετούσε κι εκείνος στη Μονή της Παναγίας Σουμελά. Τον κατατόπισε για το σημείο που είχε κρύψει την εικόνα και του έδωσε την ευχή του. Πέρασε καιρός μέχρι να ετοιμαστούν οι άδειες. Η περιοχή ήταν «απαγορευμένη» για τους Έλληνες, ακόμα και τους ομογενείς που έμεναν στην Κωνσταντινούπολη. Από το σημείο αυτό όμως ας διαβάσουμε πως περιγράφει ο Αμβρόσιος Σουλιώτης την αποστολή του επαναπατρισμού της εικόνας. Διαβάζουμε στην εφημερίδα «Πατρίς» του 1931: «Έφυγα από την Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου. Ήμουν εφοδιασμένος με ένα θερμότατο συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας. Έμεινα λίγο στην Πόλη και από εκεί ξεκίνησα ατμοπλοϊκώς για την Τραπεζούντα. Με συνόδευε ο Αλ. Βασιλείου, υπάλληλος της Μικτής Επιτροπής. Φαντάζεστε τη συγκίνησή μου όταν τα μεσάνυχτα της 26ης Οκτωβρίου έφθασα στην Τραπεζούντα. Πήγα κατευθείαν στο ξενοδοχείο του Τεφίκ, ο οποίος εξεπλάγη όταν με είδε. Δεν ήξερε πως να με περιποιηθεί και μου ζητούσε πληροφορίες για διάφορους παλιούς του γείτονες και γνωστούς που είχαν έρθει στην Ελλάδα. Το επόμενο πρωί πήγα στον Νομάρχη Τραπεζούντος ο οποίος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αποστολή μου. Μέχρι να ξεκινήσω από την Τραπεζούντα είδα πολλούς γνωστούς μου Τούρκους κι έγινα αντικείμενο θερμών εκδηλώσεων. Πρέπει να σας πω ότι η ελληνοτουρκική φιλία έχει βαθιές ρίζες μεταξύ των δύο λαών. Το μεσημέρι, συνοδευόμενος από τον κ. Βασιλείου κι ένα μυστικό αστυνομικό που μου είχε διαθέσει ο Διευθυντής της Αστυνομίας Τραπεζούντος ξεκινήσαμε για το Τσεβιζλίκ. Είναι αδύνατο να σας περιγράψω τη συγκίνηση των κατοίκων του Τσεβιζλίκ. Μου μίλησαν με πολύ ενδιαφέρον για τους Χριστιανούς και δεν μου έκρυψαν την επιθυμία τους να τους ξαναδούν στον τόπο τους. – Από τον καιρό που φύγατε μας έφυγε το μπερκέτι (ΣΣ: ο πλούτος), μου είπαν πολλοί. Τώρα που επιτρέπονται τα ταξίδια να έρχεστε να δείτε τον τόπο μας και ο Θεός να δώσει να ξαναζήσουμε μαζί. Δάκρυσα στα λόγια τους αυτά και δάκρυσαν κι εκείνοι μαζί μου. Δεν είχα, όμως, καιρό για χάσιμο. Πήγα στον Καϊμακάμη (ΣΣ: Έπαρχος) που με δέχτηκε με πολύ ευγένεια. Φρόντισε να έρθουν από ένα γειτονικό χωριό πέντε άλογα για να πάμε μέχρι τη Μονή του Σουμελά. Στις 7 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ήρθαν πράγματι οι αγωγιάτες και καβαλικέψα με μαζί με τον κ. Βασιλείου και τον μυστικό αστυνομικό Τόνγιαλη Νεσάτ εφέντη και δύο στρατιώτες που μας έδωσε για ασφάλεια ο Καϊμακάμης. Φθάσαμε στο Μοναστήρι το μεσημέρι. Ιερή συγκίνηση με κατέλαβε όταν αντίκρυσα από μακριά το ξακουσμένο Μοναστήρι του Σουμελά που έστεκε ακόμα ακουμπισμένο στο θεόρατο βουνό του Μελά. Εγκαταλελειμμένη η Μονή του Σουμελά είχε ερειπωθεί. Μέσα εκεί, στην ερημιά, κανείς δεν την πλησίαζε. Ταβάνια, πατώματα, παραθυρόφυλλα, όλα είχαν καεί και μόνο οι τοίχοι έμεναν όρθιοι για να διηγούνται ότι για αιώνες εκεί μέσα δοξάστηκε το όνομα του Θεού. - Ότι είχαμε κρύψει εδώ τα έχουν ανακαλύψει, μου είπαν οι αγωνιάτες. Δεν βλέπετε τους σκαμμένους τοίχους και τα υπόγεια; Πραγματικά, είχε συμβεί αυτό. Με μια πρώτη ματιά το διαπίστωσα και χωρίς να ξεκουραστούμε τραβήξαμε για την Αγία Βαρβάρα. Ήταν το μετόχι της Μονής, δέκα λεπτά πιο πέρα. Μέσα εκεί, όπως μου είχε πει ο αρχιμανδρίτης Ιερεμίας ήταν θαμμένη η Παναγία. Αφήσαμε τους αγωγιάτες στην ποταμιά κι εμείς οι πέντε ανεβήκαμε στην Αγία Βαρβάρα. Εκεί φάγαμε κι έτρεξα να βρω το μέρος που μου εκμυστηρεύτηκε ο Ιερεμίας. Αλλά εκεί είχαν πέσει όλοι οι τοίχοι κι ένας σωρός από πέτρες, χώματα, ξύλα, κεραμίδια που ξεπερνούσαν το ενάμιση μέτρο σε ύψος. Πως θα κατόρθωνα να καθαρίσω το μέρος; Στα χαμένα προσπαθούσα να τραβήξω πέτρες και ξύλα. Η ώρα περνούσε και η δουλειά μου δεν προχωρούσε. Οι αγωγιάτες ανησύχησαν που αργήσαμε κι ανέβηκαν στην Αγία Βαρβάρα. - Θα το κάνουμε εμείς, απάντησαν όταν τους προσέφερα σεβαστή αμοιβή. Πραγματικά, πέντε αυτοί και άλλοι τόσοι εμείς κατορθώσαμε να παραμερίσουμε τους όγκους. Έπειτα από τριών ωρών εντατική εργασία οι αγωγιάτες, χτυπώντας το έδαφος με ένα ξύλο, με βεβαίωσαν ότι υπάρχει κενό από κάτω. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν η κρύπτη των ιερών κειμηλίων, Αλλά θα ήταν εκεί; Είχα ακούσει στο Τσεβιζλίκ ότι η κρύπτη των κειμηλίων είχε ανακαλυφτεί, αλλά όταν είδαν ότι πρόκειται για τη θαυματουργή εικόνα σκέπασαν πάλι το μέρος και έφυγαν τρεχάλα, επειδή τη σέβονταν όλοι εκεί, Οθωμανοί και Χριστιανοί. Αυτό μου έδωσε κάποιο θάρρος και άνοιξα τα μάτια μου. Η πανσέληνος φώτιζε θαυμάσια και μπορούσα να διακρίνω. Ένας από τους αγωγιάτες ήταν πάνω στην κρύπτη. - Βλέπω ένα κιβώτιο εδώ, μου είπε, όταν παραμέρισε τα χώματα. - Άνοιξέ το, απάντησα και με τα χέρια σου τράβηξε ότι βρεις. Έκανα τον σταυρό μου την ώρα εκείνη και σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό προφέροντας λόγους ευχαριστίας. Τα ιερά κειμήλια είχαν σωθεί. Ο μπόγος ήταν απείραχτος και μόνο τα πανιά είχαν σαπίσει από τα νερά. Πήρα την εικόνα της Παναγίας στα χέρια μου, αφού την ασπάστηκα, μοίρασα και τα άλλα πράγματα στους συνοδούς μου και ξεκινήσαμε πεζοί για το Τσεβιζλίκ. Τη στιγμή που βρήκαμε τα κειμήλια ήταν εννιά το βράδυ και παρ' όλη την πανσέληνο ήταν δύσκολη η πορεία μας καβάλα στα άλογα. Έτσι τον περισσότερο δρόμο τον πήγαμε πεζοπορία και φθάσαμε, δύο τα ξημερώματα στο Τσεβιζλίκ. Το πρωί οι Τούρκοι με είδαν με μεγάλη χαρά, Μου ευχήθηκαν καλό ταξίδι, καλή αντάμωση και μου παράγγειλαν χαιρετισμούς σε όλους τους Χριστιανούς γνωστούς τους. Από εκεί το ταξίδι μου ήταν επίσης ομαλότατο. Γύρισα στην Τραπεζούντα, στην Πόλη και προχθες έφθασα εδώ φέροντας την εικόνα της Παναγίας, τον Σταυρό των Κομνηνών, το Τίμιο Ξύλο και ένα χειρόγραφο Ιερό Ευαγγέλιο». Η εικόνα εκτέθηκε στην Αθήνα, φυλάχτηκε στο Βυζαντινό Μουσείο και στη δεκαετία του ’50 πήρε τη θέση της στο Βέρμιο εκεί που χτίστηκε η εκκλησία που αποτελεί τόπο προσκυνήματος όχι μόνο των Ποντίων, αλλά και όλων των Ελλήνων. Newsbreak