Η απάντηση του Φώτου Τζαβέλλα!4 Δεκεμβρίου 1803

Μήνας αίματος, θρήνου και ξεριζωμού των Σουλιωτών μα και λύτρωσης, όταν αξιώθηκαν να επιστρέψουν στο Βουνό στις 6 Δεκεμβρίου του 1820, για να ρίξουν το πρώτο ντουφέκι της επανάστασης των Ελλήνων και να χαρίσουν νέες σελίδες δόξας στο Γένος! Βρισκόμαστε στις 4 Δεκεμβρίου του 1803 λίγο πριν το τέλος του Σουλίου και ο Βεζύρης επιθυμεί διακαώς την εξόντωση των Σουλιωτών με πόλεμο και όχι την έξοδό τους με συνθήκη, κάτι που τον κάνει να επιπλήξει τον γιο του Βελή που φαίνεται να συμφώνησε λίγο νωρίτερα με τους Ζερβάτες της Κιάφας για την αποχώρησή τους! Ο Φώτος Τζαβέλλας με επιμονή του Βελή έχει αφεθεί από τον Αλή Πασά από τα Γιάννενα να επιστρέψει στο Σούλι για να διαπραγματευτεί την συνθήκη αποχώρησης και των υπόλοιπων Σουλιωτών, αφήνοντας με την σειρά του (όπως κάποτε ο πατέρας του ο Λάμπρος είχε αφήσει αυτόν), όλη του την φαμελιά σε ομηρία! Την γυναίκα του την Δέσπω Πάνου, την τσούπρα του και τους γιους του Νικόλαο, Κίτσο, Γιαννάκη (Μπακατσέλο) και Κωνσταντή, γνωστοί μετέπειτα αγωνιστές και Στρατηγοί της επαναστάσεως. Η οικογένεια του Φώτου βγήκε από το πολιορκημένο Κούγκι και με συνοδεία Τουρκαλβανών αφού έφτασε στα Γιάννενα, αφέθηκε ο Φώτος να πάει στο Σούλι που είχε πλέον καταλάβει ο Βελή Πασάς. Μετά την αποτυχία του όμως να πραγματοποιήσει το σχέδιό του, που ήταν να φυγαδευτούν οι άμαχοι στην Κέρκυρα και να μείνουν οι μάχιμοι άνδρες για να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων, απομονώθηκε με τον Καλόγερο Σαμουήλ και τους υπό αυτόν Σουλιώτες στο Κούγκι. Ο Βελής Πασάς λέει στον πατέρα του: «εάν εγώ πάτερ μου εστάθηκα ανάξιος δια τον αφανισμόν των Ζερβάτων, ιδού αντίκρυ ο Τζαβέλλας με την γενεάν του και εναπολειφθέντας Σουλιώτας εκλείσθη εις το Κούγκι. Πήγαινε ο ίδιος δια να τον πάρης με τ’ άρματα» Ο Αλή Πασιάς ευθύς έγραψε τω Τζαβέλλα δια να παραδοθή με όσους ευρίσκεται κλεισμένος και ότι αν κάμη το εναντίον, θέλει τους απεράσει όλους μικρούς και μεγάλους από το σπαθί του. Ο Τζαβέλλας τω απεκρίθη ως ακολούθως: «Βεζύρη μου, μη στοχασθής ότι θέλει με εύρης δειλόν και μικρόψυχον επειδή έχεις την γυναίκα μου και τα παιδία εις χείρας σου. Η περίστασις της Πατρίδος μου με κάνει να μη στοχαστώ, ούτε γυναίκα ούτε παιδιά. Είσαι εξουσιαστής να τους κάμης ότι και όπως θέλεις, εγώ όμως με όλην μου την γενεάν και όσους συμπατριώτας έχω μαζί μου είναι αδύνατον να σοι παραδώσωμεν τ’ άρματα» 4 Δεκεμβρίου 1803 Η απόκρισις αύτη εις πολύν θυμόν έφερε τον Βεζύρην κατά του Τζαβέλλα.... (Χρ. Περραιβός έκδοση 1815) Ο Φώτος τίμησε το όνομα του Πατέρα του και με τη σειρά του θυσιάζει την οικογένειά του για την Πατρίδα, ποντάροντας όμως στην πίστη των συμπατριωτών του και γνωρίζοντας καλά μέσα του ότι αν κάνουν αυτό που πρέπει ως Σουλιώτες, δεν θα τολμήσει ο Πασάς να τους πειράξει. Όπως και έγινε! Επακολούθησε φονικότατη μάχη (η τελευταία που καταγράφεται) των στρατευμάτων του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες, όπου οι εκατόμβες των νεκρών Αλβανών έπεισαν τον Αλή Πασά να αφήσει τους Σουλιώτες να φύγουν με ευνοϊκή για αυτούς συνθήκη! Γνώριζε ο Βεζύρης καλά μέσα του ότι με τους Σουλιώτες αντίπαλους σε όσο δεινή θέση κι αν βρίσκονταν, ο θρίαμβος από την καταστροφή απείχαν μία μόνο στιγμή. Το θυμόταν από το 1792 μα και από την πρόσφατη εμπειρία του από την τετράχρονη φθοροποιό για αυτόν πολιορκία, όπου του είχαν φύγει σχεδόν τα μισά στρατεύματα, εκτός των χιλιάδων νεκρών και του καταβαραθρωμένου τους ηθικού! Η οικογένεια του Φώτου αφήνεται ελεύθερη και μαζί με τις άλλες οικογένειες Σουλιωτών, αναχωρούν για την Πάργα και την Κέρκυρα μεγαλώνοντας τη νέα γενιά Ηρώων! Αυτή που θα μπει μπροστά στην Ελληνική Επανάσταση και θα απελευθερώσει την Ελλάδα μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες. Δεκέμβριος! Μήνας Σουλιωτών! Του Κωστα Τζαβέλλα.

Γέροντας Σίμων.Η αγία Βαρβάρα τον διαβεβαιώνει πως αυτή θα κτίσει τον Ναό της και αμέσως τον συνδράμει

Μαρτυρία: Θ. Τσ.* Η Θ.Τσ. ήταν πνευματικό τέκνο του π. Σίμωνος Αρβανίτη. Πολλές φορές, λέει η κ. Τσ., ο Πατερούλης ερχόταν στο σπίτι στην Κάτω Κηφισιά, Αθανασίου Διάκου …, και έμενε. Εξομολογούσε τον κόσμο και, όταν τελείωνε την εξομολόγηση, έσκαβε τους κήπους τους. Επίσης ο Γέροντας βοηθούσε πολλούς και οικονομικά, μέχρι που έδινε και αρκετά μεγάλα ποσά, σ’ αυτούς που βέβαια είχαν πολύ μεγάλη ανάγκη, για να χτίσουν το σπίτι τους. Στο τέλος κάποιας εβδομάδας ο εργολάβος που έχτιζε την εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας (στη Λυκόβρυση Αττικής) πήγε στενοχωρημένος στο κελλί του π. Σίμωνος και του ανάφερε πως σώθηκαν τα υλικά και οι μαστόροι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τη δουλειά. Επί πλέον έπρεπε και να πληρωθούν. Ο Γέροντας δεν είχε χρήματα. Και δεν είχε βέβαια και προσωπικά του χρήματα για να συνεχισθεί η δουλειά και λύση δεν φαινόνταν για την ώρα καμιά. Το πράγμα έμεινε έτσι εκκρεμές. Ο εργολάβος έφυγε το ίδιο στενοχωρημένος. Και βέβαια όχι λιγότερο ο π. Σίμων. Κατάκοπος ο π. Σίμων από τον κόπο της η μέρας και την καινούργια στενοχώρια, γιατί υπήρχε έλλειψη υλικού και χρημάτων για τα μεροκάματα ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Έτσι όπως ήταν τον πήρε ο ύπνος και βλέπει ένα όνειρο που μάλλον δεν ήταν όνειρο, αλλά οπτασία ή κάτι τέτοιο, όπως μου το διηγήθηκε αργότερα. «Είδα, λέει ο π. Σίμων, μια γυναίκα που προφανώς ήταν η Αγία Βαρβάρα, αλλά δεν μου είπε ποια ήταν. Όμως κατόπιν κατάλαβα την ταυτότητά της. – Γιατί στενοχωριέσαι, Γέροντα; Εγώ θα χτίσω το Ναό! Και χάθηκε». Ο π. Σίμων ξύπνησε αμέσως, πήρε ένα σκαμνάκι και κάθισε έξω από το κελλί του. Εκεί που συλλογιζόταν το όνειρο, βλέπει να μπαίνει στο προαύλιο της μικρής εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας μια γυναίκα και τον ρώτησε, αν μπορεί να εξομολογηθεί. – Βεβαιότατα, της απάντησε ο Γέροντας και τη δέχθηκε σε εξομολόγηση. Μετά την εξομολόγηση τον ρώτησε εκείνη με πολύ σεβασμό: – Πάτερ, σε τι μπορώ να σας βοηθήσω; Ο π. Σίμων της εξέθεσε τη δυσκολία του. Η θεοσεβής εκείνη γυναίκα του απάντησε χωρίς δυσκολία: – Πάτερ μου, πριν σουρουπώσει, θα είναι εδώ και τα υλικά και τα χρήματα! Πραγματικά. Όπως είπε η γυναίκα εκείνη, κατέφθασαν τα φορτηγά με τα υλικά και του παραδόθηκε ένας μεγάλος φάκελλος με τα χρήματα. Με ιερή συγκίνηση μπήκε ο π. Σίμων στο εκκλησάκι και με δάκρυα στα μάτια ασπάστηκε την εικόνα της Αγίας Βαρβάρας και με όλη του την καρδιά την ευχαρίστησε για την άμεση συμπαράστασή της. Ο π. Σίμων άρχισε μαζί με τους συνεργάτες του τις ενέργειες για το χτίσιμο του Ναού της Αγίας Βαρβάρας και του Δημοτικού Σχολείου το 1955. Το 1957 ήταν τελειωμένο το χτίσιμο της εκκλησίας. * Ολόκληρο το ονοματεπώνυμο είναι γραμμένο στο πιο κάτω βιβλίο. Απόσπασμα από το βιβλίο του Μοναχού Ζωσιμά, «Ιερομόναχος Σίμων Αρβανίτης, (1901-1988), Η ζωή και το έργο του», Αθήναι.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ι' ΛΟΥΚΑ- ΤΗΝ ΚΡΑΤΟΥΣΕ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΗΝ ΓΗΝ Ο ΣΑΤΑΝΑΣ

Μέ τήν χειροπιαστήν εὐλογία Του, ὁ Κύριος -κατά τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου- στήν «Συγκύπτουσαν καί μή δυναμένην ἀνακεῖψαι εἰς τό παντελές», ἡ ὁποία ἦτο δεσμευμένη ἀπό τά πονηρά πνεύματα ἐπί δεκαοκτώ ὁλόκληρα χρόνια, πάσχουσα ἀπό κύφωση -σκυφτή τόσο- πού δέν μποροῦσε νά σηκώσῃ τό σῶμα της καθόλου... Μας αποτύπωσε πατρικώς το μέτρο της επικοινωνίας μας που είναι η αγάπη. Αυτήν που δίδαξε Εκείνος -η Σαρκωμένη και Σταυρωμένη αγάπη όπως συχνά πυκνά τόνιζε ο αλήστου μνήμης Μητροπολίτης Χίου Ψαρών και Οινουσσών Χρυσόστομος Γιαλούρης-, η αγάπη στην πράξη. Το μέτρο της απολύτου αγάπης είναι ο Σταυρός ο οποίος με το σχήμα του δείχνει τις δύο διαστάσεις της αγάπης την οριζοντία και την κατακόρυφη. Ήτοι, για να αγαπήσουμε σωστά τον Θεό ( κατακόρυφη διάσταση) πρέπει να αγαπήσουμε σωστά τον συνάνθρωπον (οριζοντία)!.. Να μη λησμονούμε, φίλες και φίλοι, ότι η λέξις αγαπώ αρχίζει με το άλφα και καταλήγει στο ωμέγα, με ό,τι σημαίνει αυτό!.. Δίδαξε το πραγματικό νόημα, την πραγματική σημασία της ημέρας αυτής που είναι η αγαθοεργία, η Λατρεία του Θεού. Το Σάββατο για τους Ισραηλίτες ήτο η επίσημη ημέρα, η απολύτως αφιερωμένη στον Θεό ημέρα, όπως για μας η Κυριακή. Η ημέρα της Κυριακής είναι αφιερωμένη στην Ανάσταση του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Είναι μία θαυμάσια ευκαιρία αυτή, να τονίσω στην αγάπη σας πως όταν λέμε «Κυριώνυμος ημέρα» εννοούμε την Κυριακή και μόνον αυτή, την ημέρα δηλαδή που έχει το όνομα του Κυρίου. Συχνά παρερμηνεύεται η συγκεκριμένη σημασία και χαρακτηρίζεται ως Κυριώνυμος η χι ημέρα της εβδομάδος που γιορτάζει ο τάδε άγιος. Είναι λάθος. Αυτή είναι αγιώνυμος ημέρα. Κυριώνυμος είναι μόνον η Κυριακή. Από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους –από την εποχή ακόμη των Αγίων Αποστόλων – οι πιστοί σταματούσαν από κάθε εργασία συγκεντρώνονταν στους ναούς και τελούσαν τη Θ. Λειτουργία. Με την Θ. Λειτουργίαν ο χριστιανός μετέχει, κοινωνεί του υπερτάτου Μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας. Συμμετέχει ενεργώς στην αναίμακτο θυσία του Κυρίου που τελέσθηκε στο ικρίωμα του Γολγοθά και θα συνεχίζετε μέχρι της συντελείας του αιώνος. Κάθε φορά που τελείται το Μυστήριο των Μυστηρίων προσφέρει και προσφέρεται ο ίδιος ο Χριστός. Λειτουργεί και θυσιάζεται για τη δική μας σωτηρία. Την εθεράπευσε ο Κύριος, για να δεχθή τα αρνητικά σχόλια λόγω της ημέρας που πραγματοποίησε η λύση του δράματός της. Ο Ευαγγελιστής Λουκάς μας ενημερώνει ότι ο υπεύθυνος της εκεί λατρευτικής συνάξεως δεν χαίρεται τη μεγάλη αυτή πράξη απαλλαγής διότι παραμένει αγκυλωμένος στον τύπο στο «γράμμα του νόμου». Ο Κύριος αποκαλύπτει την κοντόφθαλμη προσέγγιση, φανερώνοντας τον καταρράκτη της αγάπης. Η υποκρισία βασανίζει με την σατραπική κυριαρχία της πολλούς ανθρώπους. Μας ακινητοποιεί πνευματικά, μας δεσμεύει. Εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να παραποιήσουμε αλήθειες, να παραχαράξουμε αξίες, να στρέψουμε τον ρου της πραγματικότητος. Ο άνθρωπος μπορεί να κοροϊδέψη τον συνάνθρωπο. Όμως «Θεός ου μυκτηρίζεται»(Γαλ. στ 7). Ας μην αυταπατώμεθα. Ο Θεός γνωρίζει για μας τους ιδίους αυτά που και μεις οι ίδιοι πολλές φορές δε γνωρίζουμε για τους εαυτούς μας. Η αγάπη Του για είναι έκαστον εξ ημών δεν τον αφήνει να μας ξεσκεπάσει ενώπιον των συνανθρώπων. Απύθμενον το πέλαγος της πατρικής αγάπης του Θεού, της διακρίσεως, της λεπτότητός Του!..

Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί...;

Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί κλείνουν τα σύννεφα τότε που τα χωράφια είναι διψασμένα και ανοίγουν τότε που η βροχή δεν χρειάζεται; Γιατί η φύση σάστισε από το έγκλημα των ανθρώπων και απαρνήθηκε την ευταξία της. Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί τα χωράφια βγάζουν βαρύ καρπό την άνοιξη και το καλοκαίρι δίνουν άγονο θερισμό; Γιατί και οι θυγατέρες των ανθρώπων μίσησαν τον καρπό των σπλάγχνων τους και τον σκοτώνουν επάνω στην ανθοφορία… Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί οι πηγές στερεύουν και οι καρποί της γης δεν έχουν πια τη γλυκύτητά τους την αλλοτινή; Από την ανθρώπινη αμαρτία με την οποία η αδυναμία εισχώρησε σ’ ολάκερη τη φύση. Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί ένας νικηφόρος λαός υπομένει ήττες από τις διχόνοιες και τις έριδές του και τρώει ψωμί πικραμένο από τα δάκρυα και τη μοχθηρία; Γιατί νίκησε τους αιμοβόρους εχθρούς γύρω του, αλλά δεν νίκησε τους εχθρούς μέσα του… Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί η μητέρα ταΐζει τα παιδιά της και δεν μπορεί να τα χορτάσει; Γιατί, όταν τα θηλάζει, δεν τους τραγουδάει το τραγούδι της αγάπης, αλλά το τραγούδι του μίσους για τον γείτονα. Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί οι άνθρωποι έγιναν άσχημοι και έχασαν των προγόνων τους την ομορφιά; Γιατί εξοβέλισαν το πρόσωπο του Θεού, που μέσα από την ψυχή πλάθει την ομορφιά του προσώπου, και φόρεσαν το προσωπείο της γης. Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί αυξήθηκαν οι ασθένειες και οι φοβερές θανατηφόρες επιδημίες; Γιατί οι άνθρωποι άρχισαν να πιστεύουν ότι η υγεία είναι αρπαγή από τη φύση και όχι δώρο του Θεού. Και ο,τιδήποτε αρπάζεις με κόπο, πρέπει με διπλάσιο κόπο να το υπερασπισθής. Ξέρεις μήπως, παιδί μου, γιατί οι άνθρωποι μάχονται για τη γη και δεν ντρέπονται που έγιναν ίσοι με τους τυφλοπόντικες; Γιατί η γη φύτρωσε μέσα στις καρδιές τους και τα μάτια βλέπουν μόνον αυτό που στην καρδιά μεγαλώνει. Και για τούτο ακόμη, παιδί μου· γιατί η αμαρτία τους κατέστησε ανίσχυρους στον αγώνα για τον ουρανό. Μην κλαις, παιδί μου· σύντομα θα έλθει ο Κύριος και θα τακτοποιήσει τα πάντα... Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς ”Προσευχές στην Λίμνη”.

Ζητάμε θαύματα κι όμως ο λόγος Του μας αφήνει σχεδόν αδιάφορους

Μελετώντας αυτό τον καιρό τον βίο του αγαπημένου αγίου Νεκταρίου ένα απόσπασμα μου τράβηξε την προσοχή. Σε αυτό αναγνώρισα την διαχρονικότητα της έφεσης, της βούλησης του ανθρώπου. Λέει λοιπόν ένα από εκείνα τα μοναχικά βραδιά των απολογισμών, προσευχητικά με πόνο και απορία ο άγιος πως: "Τα συγγράμματα του που με τόσο κόπο, ξενύχτια και οικονομικές θυσίες έφερνε στη δημοσιότητα δεν έκαναν τόση εντύπωση, όσο τα σημεία, τα θαύματα που με τη χάρη του Θεού αξιωνόταν να κάνει. Μια θεραπεία από ευχέλαιο, εκδίωξη δαιμονίων...".* Πολυγραφότατος ο άγιος. Με πολύ κόπο και στερήσεις έφερνε στο φως λόγους γραπτούς, πνευματικούς, ωφέλιμους και παρηγορητικούς για τις ψυχές. Κι όμως οι άνθρωποι τότε, όπως και την εποχή του Χριστού αλλά και στις μέρες μας, λίγο πολύ τους αγνοούμε. Αντίθετα μας κάνει εντύπωση, ελκύει την προσοχή μας, το τρανταχτό, το θαυμαστό, το σημείο, το θαύμα. Ένας σωματικά άρρωστος που γίνεται καλά από έναν καρκίνο, ένας παράλυτος που ξαφνικά περπατάει πάντα θα κλέβει για λίγο την προσοχή μας. Ίσως επειδή είναι κάτι χειροπιαστό, κάτι που το βλέπει το μάτι και το ψηλαφούν τα χέρια. Ίσως επειδή είναι και εύκολο, δεν απαιτεί από εμάς κόπο, αλλαγή στον τρόπο και στη ζωή μας. Ζητάμε θαύματα κι όμως ο λόγος Του μας αφήνει σχεδόν αδιάφορους. Ζητάμε θαύματα και θαυμάζουμε, αλλά μέσα στη ψυχή δεν αλλάζουμε. Ζητάμε θαύματα, μα λησμονούμε πως το μεγαλύτερο θαύμα είναι η μετάνοια. Είναι ο δρόμος ο ανηφορικός της εσωτερικής μεταμόρφωσης. Είναι ο τρόπος που μεταλλάσσει τον λύκο σε πρόβατο, τον σκοτισμένο από τα πάθη σε φωτισμένο με Άγιο Πνεύμα, τον άγριο σε άγιο, τον άσωτο σε υιό της Βασιλείας των Ουρανών. Ζητάμε οι άνθρωποι σημεία, θαύματα. Μα ξεχνάμε πως το μεγαλύτερο θαύμα είναι η αγάπη και η μακροθυμία του Κυρίου μπροστά στα δικά μας πάθη, την τύφλωση και τον εγωισμό. Την αυτονομία και την εξορία Του από την καρδιά μας. Απλώνει ο Χριστός το ματωμένο χέρι Του προσμένοντας τη δική μας επιστροφή, τη δική μας μετάνοια. Ζητάμε οι άνθρωποι θαύματα μα το πιο μεγάλο θαύμα είναι πως μας περιμένει ακόμα ο Θεός...