Ο Κύριος σπάει την «καραντίνα» του αγίου Ιωνά του Κιέβου

Από τις σημειώσεις του ίδιου του γέροντα Ιωνά[ΕΔΩ] γνωρίζουμε, ότι μερικοί από τους μοναχούς ιδιαιτέρως, απ’ αυτούς που είχαν κάποια εξουσία, δεν τον αγαπούσαν και τον ταλαιπωρούσαν. Ήθελαν μάλιστα να τον διώξουν από το μοναστήρι, αλλά τον προστάτευε ο ηγούμενος. Τελικά αυτοί που μισούσαν τον π. Ιωνά κατόρθωσαν να τον απομονώσουν από την αδελφότητα στο κελλί του. Μόνο ο γέροντας του, επιτρεπόταν να τον επισκέπτεται και κανείς άλλος. Έτσι λοιπόν ο πατέρας Ίωνάς βρέθηκε σε ένα ακούσιο εγκλεισμό, που ωστόσο ήταν πολύ ωφέλιμος γι’ αυτόν, ώστε να γράφει ο ίδιος «ζούσα σαν εκτός του σώματος». Όταν ελευθερώθηκε από την απομόνωση, άρχισαν καινούργιοι πειρασμοί. Οι αρχαιότεροι μοναχοί που είχαν κάποια εξουσία στο μοναστήρι, έκαναν ανταρσία κατά του ηγουμένου και αξίωναν να συμμετέχει και ο π. Ιωνάς. Εκείνος όμως αρνήθηκε προκαλώντας και πάλι το μίσος τους εναντίον του. Ο γέροντας του, π. Άβελ, είχε κοιμηθεί και ο π. Ιωνάς έμεινε χωρίς στήριγμα. Οι αντάρτες μοναχοί κατόρθωσαν μόνο να αλλάξουν τον αρχοντάρη και να βάλουν δικό τους άνθρωπο, τον μοναχό Καισάριο. Ήρθε όμως αμέσως η τιμωρία του Θεού· ο καινούργιος αρχοντάρης έπεσε παράλυτος, ώστε δεν μπορούσε να κινήσει ούτε πόδια ούτε χέρια ούτε καν τη γλώσσα του. Τότε αυτοί πρόσταξαν τον π. Ιωνά να περιποιείται τον άρρωστο και να κάθεται συνέχεια κοντά του, τόσο που δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από τον Καισάριο ούτε μία ώρα, ακόμη ούτε για να πάει στην εκκλησία. Υπέμενε όμως αυτή τη δοκιμασία με καρτέρια και προθυμία. Καθώς όμως πλησίαζε η μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων, ένιωσε βαθιά θλίψη μέσα στην ψυχή του, που και πάλι δεν θα μπορούσε να λειτουργηθεί. Αλλά ο Κύριος τον παρηγόρησε με ένα θαυμαστό τρόπο. Διηγείται ο ίδιος: «Ήμουν πολύ λυπημένος στις 4 και 5 Ιανουαρίου. Μετά τη Θεία Λειτουργία και τον μεγάλο αγιασμό οι γέροντες ήρθαν να αγιάσουν, όταν είχε σχεδόν βραδιάσει κι έτσι αξιώθηκα ν’ ασπαστώ τον Τίμιο Σταυρό και να με ραντίσουν με το Μέγα Αγιασμό. Και τότε όμως μου είπαν πάλι πως είμαι υπό δυσμένεια. Μετά οι άγιοι γέροντες έφυγαν κι εγώ συνέχισα να περιποιούμαι τον άρρωστο. Μόλις νύχτωσε, τον τακτοποίησα και τον έβαλα να κοιμηθεί. Τότε βίασα τον εαυτό μου να φάει κάτι. Ύστερα αφού διάβασα τις προσευχές προ του ύπνου, κάθισα στο σκαμνί για τη νοερά προσευχή. Έσβησα το φως και προσπαθούσα να ξεπεράσω τη συνεχιζόμενη εναντίον μου εχθρική επίθεση των γερόντων αυτών∙ δεν τα κατάφερα όμως. Τελικά νικήθηκα: τόσο πληγώθηκε η καρδιά μου από τη θλίψη, ώστε εξαντλήθηκα εντελώς και με δάκρυα στα μάτια πήγα και ξάπλωσα. Το μόνο που σκεφτόμουν, παρακαλούσα γι’ αυτό το Θεό, την Παναγία και όλους τους Αγίους, ήταν να με βοηθήσουν αυτή την ώρα της φοβερής θλίψεως. Στις δέκα σημάναν οι καμπάνες για την αγρυπνία και πικράθηκα ακόμα περισσότερο: Όλοι οι αδελφοί θα ψάλουν στην αγρυπνία των Θεοφανείων κι εμένα δεν μου επιτρέπεται ούτε να πάω στην εκκλησία. Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια μου. Ξαφνικά άκουσα κάποιον να μπαίνει μέσα στο κελλί. Όμως εγώ ήμουν ξαπλωμένος με τα μάτια κλειστά και νόμιζα πως ήρθε ο αρχοντάρης που πότε - πότε επισκεπτόταν τον π. Καισάριο. Με πλησίασε και είπε: - Είναι καλός στρατιώτης αλλά μικρόψυχος και δεν έχει υπομονή. Άγγιξε μετά με το χέρι του το κεφάλι μου και με ρώτησε: - Γιατί πάλι παραδίνεις τον εαυτό σου στη θλίψη και τη στεναχώρια; Σήκω στα πόδια σου σου και λάβε δύναμη και σθένος. Και μ’ έπιασε από το χέρι. Όμως εγώ δεν κατάλαβα ποιος ήταν, επειδή είχα τα μάτια κλειστά όπως το συνηθίζω πάντα, όταν είναι σκοτάδι. Νόμιζα ακόμα πως είναι ο αρχοντάρης και μάλιστα, εκνευρίστηκα που μ’ ενοχλεί. Μα όταν άνοιξα τα μάτια μου και είδα πολύ μεγάλο φως και λάμψη, φοβήθηκα κι έπεσα σαν νεκρός. Δεν αισθανόμουν, δεν καταλάβαινα, δεν θυμόμουν τίποτα ούτε ήξερα πόσο βρισκόμουν σ’ αυτή την κατάσταση. Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα χέρι πάνω στο αμαρτωλό κεφάλι μου και από αυτό το χέρι κύλησε μέσα σ’ όλο το σώμα μου η ζωή. Τότε αυτός που έλαμπε μέσα στο φως, κάθισε σ’ ένα κούτσουρο και με πήρε κοντά του. Έβλεπα μόνο τα πόδια του. - Γιατί είσαι τόσο πικραμένος; Με ρώτησε… κι εγώ ο ταλαίπωρος είδα τότε καθαρά και γνώρισα τον Κύριο και Θεό και Σωτήρα μου Ιησού Χριστό, που είχε έρθει σε μένα τον ανάξιο με τη συνοδεία πολλών αγίων. Μου λέει λοιπόν γεμάτος στοργή, έλεος, αγάπη και γλυκύτητα: - Δες και ψηλάφησε τις πληγές στα χέρια, τα πόδια και την πλευρά μου και βεβαιώσου ότι δεν είμαι φάντασμα, αλλά είμαι εγώ ο ίδιος, που ήρθα να σε θεραπεύσω. Ευδόκησε ο καλός μας Δεσπότης να μου δείξει στα χέρια του τις πληγές από τα καρφιά του, που ήταν βαθιές και μεγάλες, τα ματωμένα πόδια, που ήταν σαν να πληγώθηκαν τώρα και την άχραντη λογχισμένη πλευρά του. Όλα αυτά τα επέμεινα, μου είπε, επειδή αγαπώ πολύ τους ανθρώπους. Όμως πιο πολύ αγαπώ το τάγμα των μοναχών. Έπειτα με παρηγόρησε και με νουθέτησε: -Να είσαι ανδρείος∙ να κάνεις υπακοή πάντα με προθυμία, επειδή η υπακοή είναι αγία και αγιάζει τον μοναχό που την έχει και του δίνει φτερά που τον ανεβάζουν στο θρόνο του ανεσπέρου φωτός. Μη δειλιάζεις, σε βεβαιώνω ότι θα είμαι πάντα κοντά σου. Έθεσε τότε ο Κύριος την παλάμη του πάνω στο ακάθαρτο κεφάλι μου και κοιτάζοντας τον άρρωστο Καισάριο μου είπε: -Δεν πρόλαβα να τελειώσουν τα σχέδια τους! Έτσι είναι οι άνθρωποι! Να τον υπηρετείς στην αρρώστια του, επειδή γι’ αυτόν αυτή η αρρώστια είναι η σωτηρία του. Μετά τα λόγια αυτά ο Κύριος του παντός βγήκε από το κελλί μου με την ιερή συνοδεία του και εγώ τον συνόδεψα. Όταν φτάσαμε στην εικόνα της Παναγίας της Τριχερούσας μου είπε: -Να την τιμάς κι εσύ και όλοι οι πιστοί που έχουν εξαγοραστεί με το αίμα μου, γιατί χάρισε στον κόσμο τη σωτηρία. Να, αυτή τη στιγμή στην εκκλησία η αγρυπνία έφτασε στην 9η ωδή και όλοι οι μεγαλύνουν τη Θεοτόκο και Μητέρα του φωτός. Και πράγματι, μόλις είπε αυτά τα λόγια, σήμαναν οι καμπάνες για την 9η ωδή. Έστρεψε τότε το θείο πρόσωπο του σε μένα το ταλαίπωρο και μ’ ευλόγησε: -Έχε Ειρήνη∙ να σώζεσαι. Και αμέσως ένα υπέρλαμπρο σύννεφο τύλιξε τον Κύριο της δόξης μέσα σε ένα άπειρο φως θείας ελλάμψεως». Ο ΣΤΑΡΕΤΣ ΙΩΝΑΣ ΤΟΥ ΚΙΕΒΟΥ Μαθητής του οσίου Σεραφείμ στο Σαρώφ Σταυροπηγιακή και Συνοδική Ι. Μονή Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου ΠΗΓΗ Και η είδηση της ημέρας:Εκοιμήθη ο Πατριαρχης Ιεροσολύμων κ.Ειρηναίος Για κάποιους υπήρξε "σημείον αντιλεγομενον". Για άλλους, ένας επιτυχημένος Πατριάρχης, που όμως τον οδήγησαν στην... έκπτωση από τον πατριαρχικό θρόνο. Σίγουρα, πολιτικοί και κυρίως εκκλησιαστικοί κύκλοι, έπαιξαν τον δικό τους ρόλο σε όλο αυτό το δράμα, που συγκλόνισε το παλαιφατο και ιδιαίτερα ευαίσθητο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων. Η ιστορία, κάποια στιγμή, θα αναδείξει την αλήθεια και το τι ακριβώς συνέβη πίσω από τις κλειστές πόρτες, μεταξύ των διαφόρων... εξουσιών, αφού τα παρασκήνια, λέγεται, ήταν πολλά. Εμείς τον ενθυμουμεθα ως Έξαρχο του Παναγίου τάφου στην Αθήνα, ως άνδρα ευγενή και καλοκάγαθο. Ήσυχο, πράο και αθόρυβο κληρικό. Ο "έγκλειστος" πατριάρχης Ειρηναίος, ήδη βρίσκεται στα χέρια του... Θεού , όπου αναμένει την Δικαιοσύνη, που δεν βρήκε από τούς ανθρώπους....!!! Αιωνία του η μνήμη !!! [π.Γ.Πετ.]

Ο συμμαχικός αποκλεισμός το 1916-1917 στην λογοτεχνία

Μια από τις πιο τραγικές περιόδους στην ιστορία του ελληνικού κράτους είναι ο συμμαχικός αποκλεισμός το 1916-1917 που προκάλεσε πείνα στον πληθυσμό και εκατοντάδες θανάτους. Και όμως, το γεγονός αυτό ελάχιστα έχει απασχολήσει τους ιστορικούς αλλά και τους λογοτέχνες μας. Βλέπετε, ο βενιζελόπληκτος πνευματικός μας κόσμος δεν τολμάει να αγγίξει αυτά τα θλιβερά περιστατικά που θολώνουν τον μύθο του μεγάλου μας Εθνάρχη Ελευθέριου Βενιζέλου. (μην ξεχνάμε πως ο Βενιζέλος ήταν αυτός που κάλεσε τους Συμμάχους στην Ελλάδα και μάλιστα τους ζητούσε επίμονα να επιβάλλουν ναυτικό αποκλεισμό στα λιμάνια της χώρας). Ένα από τα λίγα βιβλία που ασχολείται με την περίοδο αυτή είναι το μεσοπολεμικό μυθιστόρημα του Αντώνη Τραυλαντώνη, "Λεηλασία μιας ζωής", ανάγνωσμα δημοφιλές στην εποχή του αλλά ξεχασμένο σήμερα (είναι εξαντλημένο αλλά μπορείτε να το βρείτε στα παλαιοβιβλιοπωλεία). Το πρώτο μέρος αυτού του καλογραμμένου μελοδράματος (και δεν χρησιμοποιώ τον όρο απαξιωτικά) διαδραματίζεται την περίοδο του αποκλεισμού και, μέσα από γλαφυρές εικόνες, ο συγγραφέας αναπαριστά την αθηναϊκή καθημερινότητα εκείνους τους δύσκολους μήνες. Δυο χαρακτηριστικά αποσπάσματα : «- Μα τώρα βλέπετε, κύριε Αγγελή, οι έμποροι δεν μπορούν να φέρουν σχεδόν τίποτε από την Ευρώπη· ο κύριος Κομπολογάς όμως όχι μόνο φέρνει ό,τι θέλει- και τα πουλεί όσο θέλει, εννοείται- αλλά τα φέρνει και αφορολόγητα, γιατί τα φέρνει με το μέσον των πρέσβεων της Αντάντ, προ πάντων του κύριου Ντεμίντωφ... Ο κύριος Κομπολογάς έζησε, βλέπετε, πολλά χρόνια στη Ρωσία, έχει, μάλιστα, και τη ρωσική υπηκοότητα, και είναι, όπως λέει, και προσωπικός φίλος του Ντεμίντωφ, από τη Ρωσία ακόμα· γνωρίστηκε έτσι και με τον Έλλιοτ και το Γκυγεμέν και το Μποσδάρη· και τώρα αυτοί μας κυβερνούν, καθώς ξέρετε. Έχει πελάτισσες όλες τις πρέσβειρες και όλο το προσωπικό των πρεσβειών. - Α, είπα, έτσι εξηγείται και ο φανατισμός του για το Βενιζέλο και για την Αντάντ. - Και το άσπρο ψωμί και το μαύρο χαβιάρι, επρόσθεσε ο Πάρης. Έδειξα κάποια απορία γι' αυτόν το συνδυασμό, και τα δυό αδέρφια μου εξήγησαν : Ο Κομπολογάς είχε ελεύθερη επικοινωνία με το Κερατσίνι όπου τότε έμεναν οι πρέσβεις της Αντάντ με το προσωπικό των πρεσβειών και με άλλους αφοσιωμένους ξένους και ρωμηούς, από κείνους που είχαν καταδιωχθή στα Νοεμβριανά. -Και καταλαβαίνετε, είπε ο Πάρης, αυτοί εκεί ούτε πεινούν, ούτε χαρούπια τρώνε όπως ο ελληνικός λαός. Έχουν όλα τα αγαθά του Θεού, τόσο άφθονα, ώστε μπορούν να χορταίνουν κι' αυτοί και οι φίλοι τους, και οι φίλοι των φίλων τους...» «Κατέβηκα σαν κυνηγημένος και, για να συνέλθω, κάθησα, πριν πάω στο ξενοδοχείο μου, και πήρα έναν καφέ με σταφιδοζάχαρη στο Μοναστηράκι. Μια σκηνή που είδα εκεί έκρινε οριστικά την απόφασή μου. Στα πόδια μου ήταν μια στιμμένη λεμονόφλουδα. Ένας λούστρος πέρασε, την εσήκωσε, την έβαλε στο στόμα του, την επιπίλισε κάμποσο και την επέταξε λίγο παρέκει. Σε λίγο πέρασε μια γρηά· την εμάτιασε, την εσήκωσε, την εμάσησε όσο μπορούσε και την ξαναπέταξε μπροστά στα πόδια μου. Όσο να κλάψω την πείνα των δύο πρώτων, πέρασε ένας με ημίψηλο· την εμάτιασε κι' αυτός, κύτταξε ένα γύρο του, ύστερα την άρπαξε, την έβαλε στο στόμα του, και έφυγε βιαστικά κατά το σταθμό. Κύριε των Δυνάμεων! Στα χωριά δε μπορούσαν ναχουν τόση αθλιότητα! Θα τους βρίσκονταν λίγο καλαμπόκι, θα μάζευαν δυο αγριοχόρταρα ή λίγα σαλιγκάρια να παρηγορήσουν την πείνα τους. Να φύγω λοιπόν το γρηγορώτερο από τη φριχτή τούτη κόλαση, όπως είχαν καταντήσει οι Σύμμαχοι την Αθήνα μας· να μην ακούω για το Φουρνιέ, να μη βλέπω Σενεγαλέζο μπροστά μου».

Το παιδί του Προδρόμου.'Ετσι χαρακτηρίστηκε ο Όσιος Δαυίδ...

Το παιδί του Προδρόμου,έτσι χαρακτηρίστηκε ο Άγιος Δαυίδ,από ένα περιστατικό που συνέβη όταν ήταν ηλικίας 3-4 ετών. Εκεί που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβατάκι του , πήγε ο Τίμιος Πρόδρομος και του λέγει: - Δαυίδ ανάστα, σήκω και ακολούθησέ με. Εκείνο, κάνοντας υπακοή, μια αρετή που την είχε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του, τον ακολούθησε τον Τίμιο Πρόδρομο και πήγαν σ’ ένα εξωκκλήσι, που ετιμάτο προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Στάθηκε ο μικρός Δαυίδ, - εκεί η παράστασις δείχνει αυτό το περιστατικό το θαυμαστό- στάθηκε ο μικρός Δαυίδ μπροστά στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου στο Τέμπλο, όπου μπήκε ο Τίμιος Πρόδρομος και για 4-5 μερόνυχτα συνομιλούσε με τον Τίμιο Πρόδρομο. Οι γονείς, όταν δε βρήκαν το παιδάκι τους, ανησύχησαν, το ψάχνανε, ώσπου το βρήκαν στο εξωκλήσι αυτό , βλέποντας να λάμπει το προσωπάκι του και τους εξήγησε τί ακριβώς είχε συμβεί. Έτσι σ’ όλη του τη ζωή ήταν κάτω από την προστασία του Τιμίου Προδρόμου, ο οποίος είχε ήδη κοιμηθεί με μαρτυρικό θάνατο 1.500 και πλέον χρόνια πριν, αλλά για να είναι ζωντανός - διότι Δίκαιοι εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι και αυτοί οι οποίοι πιστεύουν στο Θεό δεν αποθνήσκουν, αλλά ζουν την πραγματική, την αιωνία ζωή- για να ‘ναι ζωντανός ο Τίμιος Πρόδρομος παρέστη στο μικρό Δαυίδ και τον νουθέτησε, τον βοήθησε και τον είχε πάντοτε υπό την σκέπη του... ΓΕΡΩΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ Ι.Μ.ΟΣΙΟΥ ΔΑΥΙΔ (Απόσπασμα από το κήρυγμα της 7/1/2021)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ- Μετανοούμε από λύπη και χαρά μαζί

«Μετανοείτε» όχι από φόβο, ούτε από υπολογισμό ή από άλλα κίνητρα, κοινωνικά, παθολογικά κλπ., αλλά από τό ευτυχές γεγονός ότι η βασιλεία του Θεού έχει έλθει στον κόσμο μας και ο Χριστός είναι ήδη παρών, «εν μέσῳ ημών», και εμείς καλούμαστε να Τον συναντήσουμε. Η μετάνοια δὲν είναι συμμόρφωση προς τους κανόνες της κοινωνικής ηθικής δεν είναι μια πράξη που απλά ηρεμεί τη συνείδηση. Είναι συγκλονιστική συνάντηση με τον Χριστό. Η υπαρξιακή αυτή συνάντηση εχει ως επακόλουθο την πλήρη αναδιοργάνωση και αναγέννηση του ανθρώπου : Μεταβολή του πνευματικού προσανατολισμού , αλλαγή γνώμης, σκέψεων, διαθέσεων, επιθυμών, προθέσεων και κινήτρων συμπεριφοράς. Πραγματική «καινή κτίσις», νέα δημιουργία. Στὴν Εκκλησία η μετάνοια είναι τρόπος και κανόνας ζωής μέχρι τέλους. Αγώνας κατά της παράνοιας. Η τελειότητα στον παρόντα κόσμο είναι ανέφικτη. Γι' αυτό ο Κύριος δεν λέει «μετανοήσατε», μιά μόνο φορά, αλλά «μετανοείτε», πού σημαίνει ότι η μετάνοια πρέπει να είναι διαρκής. Η διαρκής μετάνοια είναι , κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, "σημείο της αφέσεως των αμαρτιών" (5,2), εφόσον προφανώς ολοκληρώνεται με την εξομολόγηση. Μετανοούμε από λύπη και χαρά μαζί. Από λύπη για την αναγνώριση του ανθρώπου ως του μέτρου όλων των πραγμάτων, για την παρερμηνεία του κόσμου και της ζωής , για την αδιαφορία προς τον πασχοντα αδελφό , για την ανοχή της αδικίας, για το χρόνο που χάσαμε μακριά από τον Θεό στη μακρινή χώρα (Λουκ.15,13), για την ασκοπη περιπλάνηση σε χώρους ουτοπικών ιδεολογημάτων. Μετανοούμε όμως και από χαρά, αφού υπάρχουν οι διαβεβαιώσεις του Ιησου : «ουκ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν» (Ματθ. 9,13), «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» (Ματθ. 11,28) Η Εκκλησία αλλωστε δεν ειναι κοινότητα φαρισαίων, αλλά Εκκλησία μετανοούντων αμαρτωλών, ασώτων, τελωνων, πορνών και πρώην αρνητών του Χριστού και διωκτών και υβριστών Αυτού. Η χάρη της μετάνοιας αρπάζει την ψυχή και την υψώνει προς τον Θεό. Με την μετάνοια συντελείται η «μετάβασις προς άλλην μορφήν νοήσεως, πρὸς άλλο είδος συνέσεως, ανωτέρας της ἐπιστημονικής εμπειρικής γνώσεως. Ἐν τέλει η μετάνοια οδηγεί στην αυτογνωσία καί θεογνωσία. Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι βάση της αυτογνωσίας είναι η θεογνωσία : «Όσον εναργέστερον βλέπω τον Θεόν, τοσούτον φλογερωτέρα γίνεται η μετάνοιά μου, διότι τότε συνειδητοποιώ σαφέστερον την αναξιότητά μου ενώπιον Αυτού. Και το θαύμα τούτο επαναλαμβάνεται απαραλλάκτως ανά τους αιώνας» (π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ). * Από το Μετανοείτε του Προδρόμου στο Μετανοείτε Του Χριστού. Από το βιβλίο του π. Αναστασίου Σαργέντη " Στον απόηχο ήχο της εορτής"

Flag Counter

Ὅσοι παλαιῶν,ἐκλελύμεθα, βρόχων....

Στην ζωή της πίστης μας η υμνογραφία των μεγάλων εορτών, εκτός του ότι αποτυπώνει το περιεχόμενό τους, αφήνει να διαφαίνεται ένα αίσθημα χαράς και πανηγύρεως. Η νίκη είναι το κλειδί, την οποία ο Χριστός έφερε στον κόσμο και έδωσε στον καθέναν από εμάς, ως ξεπέρασμα του εαυτού μας, ως καινούργια αρχή, για να μπορέσουμε, ακολουθώντας Τον, να κάνουμε την χαρά της γιορτής χαρά της ύπαρξης. Πάντοτε, στην αρχή του νέου κατά κόσμον χρόνου, η πίστη μάς φέρνει την γιορτή των Θεοφανίων. Και σε ώρα που οι περισσότεροι δεν είναι στους ναούς, αλλά και αυτοί που είναι δυσκολεύονται με τον νου να κατανοήσουν, καθώς η ποιητική γλώσσα της Εκκλησίας είναι πανέμορφη, ωστόσο απροσπέλαστη, ψάλλουμε με περηφάνεια στην καρδιά: " Ὅσοι παλαιῶν, ἐκλελύμεθα, βρόχων, βορῶν λεόντων, συντεθλασμένων μύλας, ἀγαλλιῶμεν, καί πλατύνωμεν στόμα, Λόγῳ πλέκοντες, ἐκ λόγων μελῳδίαν, ᾧ τῶν πρός ἡμᾶς, ἥδεται δωρημάτων" (Κανόνας του Όρθρου των Θεοφανίων). Αν ζούσε ανάμεσά μας ο Παπαδιαμάντης, θα ήταν κατενθουσιασμένος. Θα ένιωθε την αγαλλίαση ότι οι πιστοί λυτρωθήκαμε από τα παλαιά δεσμά που μάς έπνιγαν, ότι τσακίστηκαν τα δόντια των αδηφάγων λιονταριών, ότι καλούμαστε με πλατύ το στόμα μας να πλέξουμε μελωδία με τα ταπεινά μας λόγια στον Λόγο του Θεού, τον Χριστό, γιατί Εκείνος πρώτα χαίρεται και απολαμβάνει να μας δίνει τα δώρα της ανακαίνισης της κτίσης και της δικής μας ανάπλασης. Κι αναρωτιόμαστε: τι να σημαίνει για μας τους ανθρώπους του 21ου αιώνα, όταν η ποίηση κάθε μορφής είναι εξοβελισμένη από την ζωή μας, όταν η νεώτερη γενιά μένει στα εγωτικά συναισθήματα και μόνο σ' αυτά, η αίσθηση ότι ανήκουμε σε ένα ΕΜΕΙΣ το οποίο έλαβε χάρη να έχει νικήσει τα δεσμά του θανάτου, δηλαδή να μην μπορεί να μας καταπιεί , σαν αχόρταγο λιοντάρι, το στόμα του σκοταδιού και ότι η ζωή μας παίρνει λίγο το φως της παρουσίας του Θεού, όπως αυτό αποτυπώνεται και στην γιορτή των Θεοφανίων; Χρειάζεται ένα σπρώξιμο καρδιακό, να κοιτάξουμε λίγο ψηλότερα, να δούμε, ταυτόχρονα, την ομορφιά του κόσμου στον οποίον ζούμε, αλλά και την δυνατότητα που μας δόθηκε να αγαπήσουμε τον Θεό στο πρόσωπο του κάθε συνανθρώπου μας, για να νιώσουμε τι σημαίνει ζωή που νίκησε το σκοτάδι του θανάτου και της μοναξιάς. Πώς να γίνει βίωμα αυτός ο ύμνος, που να ξεπερνά το έθιμο; Δύσκολη η κατάφαση. Φορτώνουμε την πίστη με τα έξωθεν, με την επίκληση του χτες και μένουμε, στην πραγματικότητα, πεινασμένοι. Το αχόρταγο στόμα του λιονταριού που λέγεται συνήθεια, που περνά μέσα από την εκκοσμίκευση, αν και δεν φταίει ο κόσμος γι' αυτό, η ζωή έτσι κι αλλιώς εξελίσσεται, δεν αφήνει να περάσει από τον νου μας ότι είμαστε πάντα η μικρή ζύμη, όχι για να αισθανόμαστε ανώτεροι, αλλά για να παρηγοριόμαστε. Και να συνεχίζουμε, δείχνοντας στους νεώτερους ότι πάντα υπάρχει η χαραμάδα που διαλύει το σκοτάδι, αφού λίγο φως είναι αρκετό για να ζεστάνει την καρδιά, να δώσει ελπίδα και να αφήσει στο στόμα το "Δόξα τω Θεώ". Ευτυχώς που υπάρχει η Εκκλησία. Για να αφήνει ακόμη την ελπίδα ότι όποιος ζητά, βρίσκει. Ο Χριστός, άλλωστε,δεν φωνάζει στον Ιορδάνη. Σιωπηλά ευλογεί την κτίση, σιωπηλά αφήνει το Άγιο Πνεύμα να αγιάσει και να μεταμορφώσει τον κόσμο κι εμάς. Ας συμπορευτούμε. π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια” Στο φύλλο της Τετάρτης 4 Ιανουαρίου 2023

Flag Counter